Η αειφορία των δασών στο ισχύον νομοθετικό πλαίσιο

Σοφία Ε. Παυλάκη,
Δικηγόρος

Στη μελέτη παρουσιάζεται η αρχή της αειφορίας, όπως διαμορφώθηκε ιστορικά στο δίκαιο που αφορά τα δασικά οικοσυστήματα και διέπει την ισχύουσα δασική νομοθεσία στη χώρα μας. Ιδιαίτερα αναλύεται η συνταγματική επιταγή για την προστασία των δασών σύμφωνα με την αρχή της αειφορίας, η οποία διαπνέει ολόκληρο το νομοθετικό και κανονιστικό οικοδόμημα και τη δασική πολιτική, όπως εκφράζεται κυρίως μέσα από τους τομείς της δασικής προστασίας, της δασικής διαχείρισης, των επιτρεπτών επεμβάσεων και της κατάρτισης των δασικών χαρτών, προς τον σκοπό της ολοκλήρωσης του συνταγματικά προβλεπομένου δασολογίου.

1. Εισαγωγή

Η αρχή της αειφορίας έχει τις ρίζες της στη γερμανική δασική επιστήμη του 18ου αιώνα. Θεμελιωτής της θεωρείται ο Hans-Carl von Carlowitz, το 1713, με το έργο του «Sylvicultura oeconomica», στο οποίο αναφέρει ότι: «Πρέπει να υλοτομείται τόση μόνο ποσότητα ξύλου όση μπορεί να αναπτυχθεί και πάλι μέσω ενός μεθοδικού σχεδίου αναγέννησης – αναδάσωσης».

Στα νεότερα χρόνια, η αρχή της αειφορίας κατοχυρώνεται στο άρθρο 11 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ). Ως γενική περιβαλλοντική αρχή απαντάται στη Διακήρυξη των Ηνωμένων Εθνών για το Περιβάλλον της Στοκχόλμης (1972), στην Έκθεση Βrundtland της Παγκόσμιας Επιτροπής για το Περιβάλλον (1987), στη Διακήρυξη των Ηνωμένων Εθνών για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη του Ρίο (1992) και στη Διακήρυξη του Γιοχάνεσμπουργκ για την Αειφόρο Ανάπτυξη (2002). Με τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001 και την τροποποίηση του άρθρου 24 κατοχυρώθηκε ρητά και στο ισχύον ελληνικό Σύνταγμα.

Βασικός άξονας της αρχής της αειφορίας είναι ο κανόνας ότι κάθε ανθρώπινη επέμβαση στο περιβάλλον πρέπει να γίνεται με τρόπο που διασφαλίζει την ισόρροπη σχέση μεταξύ εκμετάλλευσης φυσικών πόρων και εξέλιξης των οικοσυστημάτων χάριν και των επομένων γενεών. Η σημαντικότερη εξειδίκευση της αρχής της αειφορίας στην κοινοτική έννομη τάξη είναι η θέσπιση της «αρχής της ενσωμάτωσης»στις κοινοτικές Συνθήκες, σύμφωνα με την οποία, κατά την κατάστρωση και εφαρμογή των κοινοτικών πολιτικών και δράσεων, όπως της γεωργίας, της ενέργειας, των μεταφορών, του τουρισμού, πρέπει να λαμβάνονται υπ΄ όψη οι παράμετροι που αφορούν την προστασία του περιβάλλοντος και τη διαχείριση των φυσικών πόρων. Βασικά εργαλεία για το είδος αυτό της ανάπτυξης είναι οι λεγόμενες «καθαρές», φιλικές προς το περιβάλλον τεχνολογίες και η εξάπλωση των φιλικών προς το περιβάλλον υπηρεσιών.

Σύμφωνα με την αρχή της αειφορίας, η ανάγκη για προστασία και ορθολογική διαχείριση του φυσικού περιβάλλοντος οδήγησε την Ευρωπαϊκή Ένωση στη διαμόρφωση μιας ενιαίας πολιτικής για τη διατήρηση της φύσης, η οποία στηρίχθηκε κυρίως σε δύο πολύ σημαντικά νομοθετικά κείμενα: στην Οδηγία 92/43/ΕΚ για τους φυσικούς οικοτόπους και στην Οδηγία 79/403/ΕΟΚ για τα πτηνά. Ειδικότερα δε σε σχέση με τα δασικά οικοσυστήματα, η αρχή της αειφορίας αποτέλεσε βασικό άξονα για τη χάραξη, τον σχεδιασμό και την υλοποίηση της δασικής πολιτικής από τα κράτη μέλη, λειτουργώντας προστατευτικά για τα δάση ως βασικός παράγοντας ανάσχεσης της αλόγιστης υπερεκμετάλλευσής τους και ως εγγυητής της ορθολογικής και βιώσιμης διαχείρισής τους.

2. Ιστορική αναδρομή και εξέλιξη της αρχής

Από τα πρώτα χρόνια της σύστασης του νέου Ελληνικού Κράτους επικράτησε η αντιμετώπιση του δάσους και των δασικών οικοσυστημάτων ως προεχόντως οικονομικών αγαθών πλουτοπαραγωγικού χαρακτήρα. Τούτο γίνεται σαφές ήδη με το βδ/γμα της 4-10 Δεκεμβρίου 1836 «Περί υλοτομίας και φόρου ξυλείας», τον ν. ΑΧΝ/1888, τον ν. ΒΡΞΒ΄/13-18.2.1893 «Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί δασών νόμων» και το νδ/γμα της 28ης Μαρτίου 1917 «Περί εκμεταλλεύσεως δασών υπό του Δημοσίου και εκτελέσεως εκτάκτων υλοτομιών διά τας ανάγκας της χώρας».

Ο ν. 2939/1922 αποτέλεσε την πρώτη συστηματική προσπάθεια κωδικοποίησης των περί δασών νόμων, που κατέληξε στην κατάρτιση του πρώτου Δασικού Κώδικα, το 1924. Σύμφωνα με τις διατάξεις του, το δάσος έχει ως κύριο προορισμό του την παραγωγή ξυλείας και εν γένει δασικών προϊόντων, είναι δε χαρακτηριστική η διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 140 του Δασικού Κώδικα του 1924,που καθιερώνει τη δασική εκμετάλλευση ως τον κύριο λόγο που επιβάλλει ακόμα και την αναδάσωση ή τη δάσωση χέρσων εκτάσεων καθώς επίσης και του άρθρου 201 που επιτρέπει τη μεταβολή χρήσεως δασικών μη παραγωγικών εκτάσεων σε αποδοτικότερες γεωργικές.

Η οικονομική αντίληψη του δάσους διέπει και το πδ/γμα της 19-30 Νοεμβρίου 1928 «Περί διαχειρίσεως δασών», με το οποίο επιχειρείται η οργάνωση ενός οικονομικού πλαισίου εκμετάλλευσης των δασών, με σκοπό την επίτευξη της πλέον αποδοτικής παραγωγής δασικών προϊόντων, προβλέποντας διατάξεις για την υλοτομία, τη ρητινοσυλλογή, τη ρητινοκαλλιέργεια, την εκμίσθωση, τη φορολογία, αλλά και την υποθήκευση και τον εκπλειστηριασμό δασών. Ωστόσο στο ως άνω διάταγμα σημειώνεται η πρώτη ιστορική καταγραφή της έννοιας του «προστατευτικού δάσους», με την πρόβλεψη της ανάγκης αυξημένης προστασίας του λόγω της χρησιμότητάς του για την προστασία από τις πλημμύρες.

Ακολούθησε ο Δασικός Κώδικας του 1929 (ν. 4173/1929), ο οποίος ομοίως εμμένει στην οικονομική αντίληψη περί του δάσους, περιέχοντας μάλιστα αναλυτικό πίνακα διατίμησης δασικών προϊόντων. Αξιοσημείωτο είναι ωστόσο ότι με τον Δασικό Κώδικα του 1929, για πρώτη φορά, εγκαταλείπεται η έννοια του «προορισμού» του δάσους και υιοθετείται το κριτήριο των «δυνατοτήτων» που διαθέτει. Ορίσθηκε δηλαδή ότι «δάσος» δεν ήταν η εκ των προτέρων «προορισμένη» για δασική παραγωγή έκταση, αλλ΄ απλώς η «δυνάμενη» να παράγει δασικά προϊόντα, εγκαινιάζοντας έτσι μια νέα προοπτική και αντίληψη για το δάσος, που θα επέτρεπε στο εξής τη θεώρησή του με περιεχόμενο διαφορετικό από την οικονομική του εκμετάλλευση.

Φθάνουμε έτσι στο έτος 1969 και στην ψήφιση του νέου, ισχύοντος έως και σήμερα Δασικού Κώδικα, με το νδ/γμα 86/1969, που δεν απέχει από την αντίληψη περί δάσους που υιοθετούσε και ο προηγούμενος Δασικός Κώδικας. Η οικονομική λειτουργία του δάσους παραμένει κυρίαρχη, περιέχει όμως και διατάξεις που προδίδουν, για πρώτη φορά, μια οικολογική θεώρηση της υπόθεσης του δάσους με σημαντικότερες αναφορές το άρθρο 41 παρ. 1 σχετικά με την παραχώρηση δασών και δασικών εκτάσεων σε δήμους και κοινότητες υπό τον όρο της προστασίας και κανονικής εκμεταλλεύσεώς τους, το άρθρο 42 που προβλέπει την παραχώρηση δημοσίων δασών για σκοπούς εκπαιδευτικούς και ερευνητικούς καθώς επίσης και τα άρθρα 202 επ. περί φιλοδασικής προπαγάνδας και φιλοδασικών σωματείων.

3. Η αρχή της αειφορίας στο ισχύον ελληνικό Σύνταγμα

Το Σύνταγμα του 1975 περιέλαβε, για πρώτη φορά στην ιστορία των ελληνικών Συνταγμάτων, ρητές διατάξεις για την προστασία του περιβάλλοντος. H καθιέρωση της υποχρέωσης του Κράτους για περιβαλλοντική προστασία στη διάταξη του άρθρου 24 απηχεί κανόνες δι­καίου νομικά δεσμευτικούς και για τις τρεις συντεταγμένες εξουσίες: τον νομοθέτη, τη διοίκηση και τον δικαστή.

Από το άρθρο 24 του Συντάγματος απορρέει υποχρέωση της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας να προβαίνουν σε θετικές ενέργειες για την προστασία του περιβάλλοντος με τη λήψη των απαιτούμενων νομοθετικών, διοικητικών, προληπτικών και κατασταλτικών μέτρων, παρεμβαίνοντας στον αναγκαίο βαθμό και στην οικονομική ή άλλη ατομική ή συλλογική δραστηριό­τητα. Με τη ρητή κατοχύρωση της «αρχής της αειφορίας»στο άρθρο 24, που επήλθε με τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001, επιτάσσεται η στάθμιση της οι­κονομικής ανάπτυξης με την περιβαλλοντική προστασία.Το φυσικό περιβάλλον ανάγεται έτσι σε αυτοτελώς προστατευόμενο αγαθό, προκειμένου να εξασφαλισθεί η οικολογική ισορροπία και η διαφύλαξη των φυσικών πόρων χάριν και των επομένων γενεών.

Στο ισχύον Σύνταγ­μα τα δασικά οικοσυστήματα συνιστούν επομένως βασικό στοιχείο του φυσικού περιβάλλοντος, καθοριστικής σημασίας παράγοντα της οικολογικής ισορροπίας και πολύτιμο πλουτοπαραγωγικό πόρο της φύσης. Η δασική προστασία προβλέπεται και κατοχυρώνεται ρητά με τις διατάξεις των άρθρων 24 παρ. 1 και 117 παρ. 3 και 4, ενώ με την ερμηνευτική δήλωση του άρθρου 24, η οποία επίσης προστέθηκε με την αναθεώρηση του 2001, αποδίδεται η έννοια του δάσους και της δασικής εκτάσεως, κρίσιμη για τη συγκρότηση της οποίας είναι η οργανική ενότητα της δασικής βλάστησης, η οποία προσδίδει στην έκταση την ιδιαίτερή της ταυτότητα.

Το Σύνταγμα λαμβάνει ιδιαίτερη μέριμνα, κατά την οποία τα δασικά οικοσυστήματα υπάγονται σε αυστηρό προστατευτικό καθεστώς προς τον σκοπό της διαφύλαξης της οικολογικής ισορροπίας και της κατά προορισμόν χρήσης τους, επιβάλλεται δε με το άρθρο 117 παρ. 3η απαγόρευση μεταβολής του προορισμού τους, ρητά οριζομένου ότι δημόσια ή ιδιωτικά δάση και δασικές εκτάσεις, που καταστράφηκαν ή καταστρέφονται από πυρκαγιά ή που με άλλον τρόπο αποψιλώθηκαν ή αποψιλώνονται, κηρύσσονται υποχρεωτικά αναδασωτέα και αποκλείεται να διατεθούν για άλλον προορισμό.

Όπως γίνεται δεκτό από τη θεωρία του συνταγματικού δικαίου και τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατά τη λήψη των μέτρων που υπαγορεύει το άρθρο 24 παρ. 1 του Συντάγματος πρέπει να λαμβάνονται υπ΄ όψιν και άλλοι παράγοντες, αναγόμενοι στο γενικότερο εθνικό συμφέρον, όπως εκείνοι που σχετίζονται με τους σκοπούς της οικονομίας, της αξιοποίησης του εθνικού πλούτου, της ενίσχυσης της περιφερειακής ανάπτυξης και της εξασφάλισης εργασίας στους πολίτες, για τα οποία επίσης λαμβάνει πρόνοια το Σύνταγμα στα άρθρα 106 παρ. 1 και 22 παρ. 1. Η στάθμιση όμως των παραγόντων αυτών θα πρέπει να συμπορεύεται προς την υποχρέωση της Πολιτείας να μεριμνά για την προστασία του περιβάλλοντος κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να εξασφαλίζεται η βιώσιμη ανάπτυξη και να λαμβάνεται προεχόντως υπ΄ όψιν τυχόν κίνδυνος για το φυσικό περιβάλλον από έργα και δραστηριότητες.

4. Εξειδίκευση της αρχής της αειφορίας σε επιμέρους τομείς της δασικής νομοθεσίας

Οι συνταγματικές διατάξεις για την προστασία των δασικών οικοσυστημάτων επιβάλλουν στον κοινό νομοθέτη να θεσπίζει πρόσφορα μέτρα για τον σκοπό αυτό, η δε σχετική αντίληψη του νομοθέτη υπόκειται περαιτέρω σε δικαστικό έλεγχο ως προς τη συμβατότητά της με το Σύνταγμα. Άμεση απόρροια της υποχρέωσης αυτής είναι ότι όλες οι επερχόμενες νομοθετικές ρυθμίσεις για τα δάση και τις δασικές εκτάσεις ερείδονται στη ρητή αυτή συνταγματική εξουσιοδότηση, με το περιεχόμενο και το πνεύμα της οποίας οφείλουν να συνάδουν. Ως εκ τούτου, κάθε νόμος ο οποίος ρυθμίζει δασικά θέματα, ελέγχεται ως προς τη συνταγματικότητα των διατάξεών του και την εναρμόνισή του με τις αρχές και τις υποχρεώσεις που έχουν τεθεί από το ίδιο το Σύνταγμα για την προστασία των δασών και του φυσικού περιβάλλοντος εν γένει.

Στο πλαίσιο της υποχρεώσεως αυτής ψηφίστηκε και ο εκτελεστικός του Συντάγματος ν. 998/1979 για την προστασία των δασών, οι διατάξεις του οποίου οφείλουν να ευθυγραμμίζονται με την παρεχομένη συνταγματική προστασία στα δάση, τις δασικές και αναδασωτέες εκτάσεις και να την εξειδικεύουν ως προς τους σκοπούς και το περιεχόμενό της. Η συνταγματική αρχή για την προστασία των δασών σύμφωνα με την αρχή της αειφορίας διαπνέει πλέον ολόκληρο το νομοθετικό, κατ΄ επέκταση δε και το κανονιστικό, οικοδόμημα και κάθε επιμέρους έκφραση της ακολουθούμενης δασικής πολιτικής, όπως τη δασική προστασία, τη δασική διαχείριση, τα δασοτεχνικά έργα, τις δασώσεις και αναδασώσεις καθώς επίσης και τους νευραλγικής σημασίας τομείς των επιτρεπτών επεμβάσεων στα δάση και της κατάρτισης των δασικών χαρτών ως βασικής συνιστώσας για τη σύνταξη του συνταγματικά προβλεπομένου δασολογίου.

4α. Αειφορική διαχείριση δασών και δασικών εκτάσεων

Όσον αφορά την επιταγή για αειφορική διαχείριση των δασών και των δασικών εκτάσεων, αξιομνημόνευτο είναι το σκεπτικό της απόφασης ΣτΕ 1212/2017, με την οποία ακυρώθηκε διαχειριστική μελέτη διακατεχομένου δάσους, για τον λόγο ότι: α) δεν ελάμβανε υπ΄ όψη τον χαρακτήρα του δάσους ως οικοσυστήματος που απαιτεί συνολική διαχείριση, β) δεν εξέταζε εναλλακτικές λύσεις ως προς τη βέλτιστη μέθοδο υλοτομίας, ούτε τις επιπτώσεις της επιλεγείσας μεθόδου υλοτομίας στο έδαφος, τη χλωρίδα και την πανίδα, η οποία αντιμετωπίστηκε ως «θηραματοπανίδα» και όχι ως σύνολο εμβίων οργανισμών που συναποτελούν το δασικό οικοσύστημα και γ) δεν ελάμβανε κανένα μέτρο για την προστασία της βιοποικιλότητας και του τοπίου της περιοχής.

Με την υπουργική απόφαση 166780/1619/2018 (Β΄ 1420/25.4.2018) επικαιροποιούνται και εκσυγχρονίζονται οι προδιαγραφές των δασοπονικών και λοιπών μελετών, οι οποίες ίσχυαν με αποφάσεις του 1953 και 1965. Κύρια σημεία της νέας αυτής απόφασης είναι: i) η ψηφιακή σύνταξη και υποβολή των δασοπονικών μελετών σύμφωνα με τις επιταγές της εθνικής και ευρωπαϊκής νομοθεσίας και τα δεδομένα του δικτύου Natura 2000, ii) η διαίρεση του δάσους, των τμημάτων και συστάδων του βάσει των υφισταμένων φυσικών και τεχνικών στοιχείων του (ρέματα, ράχες, υδροκρίτες, οδοί κ.λπ.), iii) η εμβαδομέτρηση βάσει γεωγραφικών συστημάτων πληροφοριών (ΓΣΠ), iv) η εισαγωγή διαχειριστικών πρακτικών για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, v) η έμφαση στις οικοσυστημικές λειτουργίες του δάσους, vi) η ενίσχυση της παραγωγής μη ξυλωδών προϊόντων (καρπών, μανιταριών, αρωματικών και φαρμακευτικών φυτών, μελιού, φλοιού κ.ά.), vii) η σύνδεση των κυρωμένων δασικών χαρτών και των διαχειριστικών σχεδίων βόσκησης με τις δασοπονικές μελέτες.

Σύμφωνα περαιτέρω με το άρθρο 60 του ν. 4280/2014, με το Σχέδιο Στρατηγικής Ανάπτυξης της Δασοπονίας της χώρας καθορίζονται οι αρχές και οι κατευθύνσεις της δασικής πολιτικής για τα επόμενα είκοσι (20) χρόνια, προσδιορίζονται οι στόχοι της και οι αναγκαίοι πόροι και τα μέσα εφαρμογής της.Ο δημόσιος διάλογος για την Εθνική Στρατηγική για τα Δάση (ΕΣΔ), με απώτερους στόχους την ενίσχυση της απασχόλησης και της τοπικής οικονομίας, την αειφόρο παροχή δασικών οικοσυστημικών υπηρεσιών και τη διαχείριση του δάσους με κοινωνικά δίκαιο και ισότιμο τρόπο, οδήγησε στην κατοχύρωση της δυνατότητας του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας να εγκρίνει, με απόφασή του, το Σχέδιο Στρατηγικής Ανάπτυξης της Δασοπονίας της χώρας και να καθορίζει τα σχετικά Σχέδια Δράσης (άρθρο 21 ν. 4572/2018), ενώ ακολούθως, με την υα 170195/758/2018 (Β΄ 5351/28.11.2018), καθορίσθηκε το Σχέδιο Στρατηγικής Ανάπτυξης της Δασοπονίας (Εθνική Στρατηγική για τα Δάση – ΕΣΔ), σχετικά με τις αρχές και τις κατευθύνσεις της δασικής πολιτικής για την περίοδο 2018-2038, τους στόχους της πολιτικής αυτής και τους αναγκαίους πόρους και τα μέσα εφαρμογής της.

Σημαντική είναι επίσης η αναφορά και στον νέο Κανονισμό (ΕΕ) 841/2018 [σχετικά με τον τομέα χρήσης γης, αλλαγής χρήσης γης και της δασοπονίας (land use, land use change and forestry – «LULUCF»)], ο οποίος τροποποίησε τον παλαιότερο Κανονισμό (ΕΕ) 525/2013 και καθόρισε τις δεσμεύσεις των κρατών μελών που συμβάλλουν στην επίτευξη των στόχων της Συμφωνίας του Παρισιού και της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου για την περίοδο από το 2021 έως το 2030. Οι σχετικοί κανόνες λαμβάνουν υπ΄ όψιν τις αρχές της βιώσιμης διαχείρισης των δασών, όπως έχουν εγκριθεί κατά την υπουργική διάσκεψη για την προστασία των δασών στην Ευρώπη («ForestEurope»). Ο νέος Κανονισμός έθεσε, για πρώτη φορά, ρητά τη δασοπονία ως κύριο μοχλό ανάσχεσης της κλιματικής αλλαγής, ορίζοντας ήδη από το προοίμιό του ότι τα δάση, οι γεωργικές εκτάσεις και οι υγροβιότοποι θα διαδραματίσουν καίριο ρόλο στην επίτευξη αυτού του στόχου καθώς και ότι η μείωση και η δέσμευση των αερίων του θερμοκηπίου είναι δυνατόν να επιτευχθούν, μεταξύ άλλων, μέσω και της δημιουργίας νέων δασών.

Σύμφωνα με τον νέο Κανονισμό, η δράση για τη μείωση της αποψίλωσης και της υποβάθμισης των δασών και την προαγωγή της βιώσιμης διαχείρισής τους είναι σημαντική, ρητά οριζομένου ότι τα διαχειριζόμενα με βιώσιμο τρόπο δάση συνιστούν πολύτιμους μηχανισμούς απορρόφησης και αποθήκευσης αερίων του θερμοκηπίου από την ατμόσφαιρα που συμβάλλουν στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής. Στο άρθρο 8 παρ. 6 του νέου Κανονισμού, που αφορά τη λογιστική καταγραφή διαχειριζομένων δασών, προκρίνεται η βιώσιμη διαχείριση των δασών ως αναγκαίου παράγοντα για τη διατήρηση και την ενίσχυση της απορρόφησης του άνθρακα σε βάθος χρόνου. Υποστηρίζεται περαιτέρω ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι φυσικοί μηχανισμοί απορρόφησης και αποθήκευσης του άνθρακα, συμπεριλαμβανομένων των δασών, διατηρούνται και βελτιώνονται με σκοπό την επίτευξη των στόχων της Συμφωνίας του Παρισιού και της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου έως το 2050.

4β. Δασικοί Χάρτες – Δασολόγιο

Ο συντακτικός νομοθέτης, γνωρίζοντας ότι η προστατευτική του δασικού πλούτου νομοθεσία, οσοδήποτε ολοκληρωμένη και αυστηρή και αν είναι, δεν θα μπορούσε να εγγυηθεί την αποτελεσματική προστασία του δάσους χωρίς τον εντοπισμό και την καταγραφή του, ανήγαγε σε συνταγματική υποχρέωση την κατάρτιση Δασολογίου,προαπαιτούμενο της οποίας είναι η κατάρτιση των δασικών χαρτών. Σε εκτέλεση της συνταγματικής επιταγής του άρθρου 24 εκδόθηκε αρχικά ο ν. 248/1976, ο οποίος προέβλεψε για πρώτη φορά την καταγραφή και οριοθεσία των δασικών εκτάσεων και την τήρηση φύλλου καταγραφής και μητρώου ιδιοκτησίας, διά της συντάξεως προσωρινού κτηματικού χάρτη και κτηματολογικού πίνακα, οι οποίοι, κατόπιν εκδικάσεως των υποβαλλομένων αντιρρήσεων από τα πολιτικά δικαστήρια, καθίσταντο οριστικοί με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας.

Ακολούθησε ο ν. 998/1979, με τις διατάξεις του οποίου καθιερώθηκε η υποβολή αντιρρήσεων ενώπιον των Επιτροπών Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων και η θεσμοθέτηση της διαδικασίας κήρυξης εκτάσεως αναδασωτέας και έκδοσης διαταγής κατεδάφισης αυθαιρέτων κατασκευών εντός δασών και δασικών εκτάσεων. Κατ΄ εξουσιοδότηση δε του άρθρου 13 παρ. 3 του ν. 998/1979 εκδόθηκε το πδ/γμα 1141/1980, με το οποίο ορίσθηκε η αρμόδια αρχή για τον συντονισμό και την εποπτεία του έργου της φωτογράφησης και χαρτογράφησης των δασών, καθορίσθηκαν τα τεχνικά χαρακτηριστικά της αεροφωτογράφησης και ρυθμίσθηκαν τα της διαδικασίας, κατάρτισης και τήρησης του Γενικού Δασολογίου.

Φθάνουμε έτσι στην έκδοση της αποφάσεως 2818/1997 του Ε΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία ακυρώθηκε η παράλειψη της Διοικήσεως να καταρτίσει το Εθνικό Δασολόγιο. Η απόφαση ανέλυσε πρωτοποριακά για την εποχή της τη συνταγματική προστασία του δασικού περιβάλλοντος και υπογράμμισε εμφατικά την άμεση εφαρμογή των σχετικών συνταγματικών επιταγών για την κατάρτιση δασολογίου. 20 και πλέον χρόνια μετά την έκδοσή της, η απόφαση αυτή του Ε΄ Τμήματος εξακολουθεί να θεωρείται ένα από τα μεγάλα έργα του Συμβουλίου της Επικρατείας στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος.

Ακολούθησε μία άνευ προηγουμένου νομοπαραγωγική διαδικασία με διαρκείς συμπληρώσεις, τροποποιήσεις και καταργήσεις του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου. Ο ν. 2664/1998 χορήγησε τη δυνατότητα κινήσεως της διαδικασίας κατάρτισης δασικών χαρτών από την «Κτηματολόγιο ΑΕ». Εν συνεχεία, το 2001, ετέθη σε ισχύ το αναθεωρημένο Σύνταγμα, στο άρθρο 24 παρ. 1 του οποίου προβλέφθηκε πλέον ρητά η σύνταξη Δασολογίου ως υποχρέωση του Κράτους. Σε συμμόρφωση προς τη συνταγματική αυτή επιταγή, ο ν. 3208/2003 προέβλεψε την κατάρτιση και τήρηση του δασολογίου εντός πέντε (5) μηνών από την κύρωση των δασικών χαρτών και όρισε ότι σε περιοχές που κηρύσσονταν υπό κτηματογράφηση, για τις οποίες δεν υφίστατο δασικός χάρτης, οι εργασίες κατάρτισής του θα εκτελούνταν από την «Κτηματολόγιο ΑΕ» με σχετική ανάθεση σε ιδιωτικά γραφεία. Ακολούθως, με τον ν. 3889/2010 καθορίσθηκε νέα διαδικασία κατάρτισης δασικών χαρτών, η οποία κατέλαβε κάθε εκκρεμή έως τότε σχετική ρύθμιση.

Πρόσφατα, το Συμβούλιο της Επικρατείας, με τις αποφάσεις του Ε΄ Τμήματός του 805/2016 και 1203/2017 έκρινε νόμιμη και θεμιτή την ανάθεση στον φορέα που είναι αρμόδιος για την κτηματογράφηση και του έργου της προώθησης της κατάρτισης των δασικών χαρτών σε περιοχές που κηρύσσονται υπό κτηματογράφηση στερούμενες δασικών χαρτών, διατηρώντας την αρμοδιότητα ελέγχου της ορθότητας των ορίων και του χαρακτηρισμού των δασικών περιοχών από τις δημόσιες δασικές υπηρεσίες και υπό την προϋπόθεση ότι η διαδικασία κύρωσης των δασικών χαρτών θα υλοποιείται στον απολύτως αναγκαίο χρόνο, πριν την περαίωση του σταδίου κτηματογράφησης.

Σήμερα, το έργο της κατάρτισης των δασικών χαρτών προχωρά με μία πρωτοφανή για τη χώρα ταχύτητα και ανταπόκριση φορέων και αρχών. Η νομοθεσία καλείται να καλύψει, μέσα σε ασφυκτικές συχνά προθεσμίες, στρεβλώσεις, ανεπάρκειες και παρατυπίες δεκαετιών, που υπέθαλπε η αδράνεια και η ολιγωρία. Από την προσπάθεια αυτή δεν έλειψαν ακόμα και νομοθετικές επιλογές που προκάλεσαν έντονη συζήτηση ή και σημαντικές δικαστικές διαμάχες, όπως ιδίως η περίπτωση του άρθρου 4 του ν. 4467/2017 που καθιέρωσε τη γεωργική εκμετάλλευση δασών, δασικών και αναδασωτέων εκτάσεων που εκχερσώθηκαν παράνομα μετά το 1975 καθώς επίσης και η εισαγωγή της έννοιας των «οικιστικών πυκνώσεων» με το άρθρο 153 παρ. ΙΑ του ν. 4389/2016 και την κανονιστική απόφαση που την ακολούθησε και ακυρώθηκε. Ήδη δε με την απόφαση ΣτΕ 645/2019 κρίθηκαν αντισυνταγματικές οι διατάξεις των άρθρων 47 παρ. 5-14 και 47Β του ν. 998/1979 (όπως ισχύουν μετά τους ν. 4280/2014, ν. 4315/2014, ν. 4447/2016, 4467/2017 και ν. 4483/2017), που εισήγαγαν την έναντι χρηματικού ανταλλάγματος δυνατότητα εξαγοράς ή γεωργικής εκμετάλλευσης δασών και δασικών εκτάσεων που εκχερσώθηκαν παράνομα πριν ή μετά την έναρξη ισχύος του Συντάγματος του 1975, ενώ με τις αποφάσεις ΣτΕ Ολ 685-8/2019και ΣτΕ 1942, 1977/2017, κρίθηκε αντισυνταγματική και η ρύθμιση των «οικιστικών πυκνώσεων», η οποία εισήχθη στην παρ. 4 του άρθρου 23 του ν. 3889/2010 με το άρθρο 153 παρ. ΙΑ του ν. 4389/2016 και εξειδικεύθηκε με την κανονιστική απόφαση που την ακολούθησε και ακυρώθηκε δικαστικά.

4γ. Επιτρεπτές επεμβάσεις σε δάση και δασικές εκτάσεις

Από το Σύνταγμα μόνο κατ΄ εξαίρεση παρέχεται ευχέρεια στον κοινό νομοθέτη να επιτρέπει επεμβάσεις σε δάση και δασικές εκτάσεις, εφ΄ όσον συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι δημοσίου συμφέροντος και υπό τον όρο ότι η θυσία της δασικής βλάστησης αποτελεί το μόνο πρόσφορο μέσο για την ικανοποίηση αυτών των αναγκών και ότι οι επεμβάσεις περιορίζονται στο απολύτως αναγκαίο μέτρο, γίνονται δηλαδή με τη μικρότερη δυνατή απώλεια δασικού κεφαλαίου. Τούτο αποτέλεσε πάγια θέση και της σχετικής νομολογίας του Ε΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας επί σειρά ετών.

Κατά τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, παρατηρούμε σημαντικές διαφοροποιήσεις του Δικαστηρίου σε δίκες με αντικείμενο έργα και δραστηριότητες που επηρέασαν το περιβάλλον. Ενδεικτικά αναφέρεται η απόφαση 2499/2012 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία έγινε δεκτό ότι σε εξαιρετικές περιπτώσεις, δεν αποκλείεται η θέσπιση από τον κοινό νομοθέτη ρυθμίσεων, με τις οποίες παρέχεται η δυνατότητα να εγκριθεί επέμβαση ακόμα και σε εκτάσεις που έχουν κηρυχθεί αναδασωτέες, ακόμη δε και πριντην αναγκαία ανάκτηση της δασικής μορφής τους, προκειμένου να εκτελεστεί έργο, το οποίο αποβλέπει στην εξυπηρέτηση ανάγκης με ιδιαίτερη κοινωνική, εθνική ή οικονομική σημασία, όπως ο επίμαχος αιολικός σταθμός παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας(ΑΣΠΗΕ), αν η εκτέλεσή του κρίνεται απολύτως αναγκαία και επιτακτική.

Ακολούθως, με την απόφαση ΣτΕ 3089/2017 κρίθηκε ότι οι διατάξεις του άρθρου 24 παρ. 1 του Συντάγματος δεν απαγορεύουν τη διάθεση εκτάσεων δασικού χαρακτήρα για την εξυπηρέτηση άλλων σκοπών, συναρτούν δε το επιτρεπτό της μεταβολής του χαρακτήρα των εκτάσεων αυτών με την ύπαρξη άλλου νομίμου σκοπού δημοσίου συμφέροντος κατά την ειδικά αιτιολογημένη κρίση της αρμόδιας δημόσιας αρχής. Στο ίδιο πνεύμα, με την απόφαση 1705/2017 της Ολομέλειας ΣτΕ εγκρίθηκε εγκατάσταση οργανωμένου υποδοχέα τουριστικών δραστηριοτήτων στη χερσόνησο Σίδερο Σητείας Κρήτης σε γειτνίαση με το προστατευόμενο φοινικόδασος Βάι, ενώ με την απόφαση ΣτΕ 2456/2017 κρίθηκαν νόμιμες τουριστικές εγκαταστάσεις εντός εκτάσεων που έχουν χαρακτηρισθεί ως δάση ή δασικές μετά το 1975, ακόμα και αν για την κατασκευή τους δεν είχαν εκδοθεί οι απαιτούμενες άδειες, εφ΄ όσον είχαν αξιοποιηθεί τουριστικά πριν την ψήφιση του Συντάγματος.

Σήμερα, πληθώρα επιτρεπτών επεμβάσεων παρεισφρέουν στη δασική νομοθεσία μέσα από αποσπασματικές διατάξεις και επιλογές συχνά εντελώς ασύνδετες με τον κύριο κορμό των βασικών νόμων. Ωστόσο, οι νόμοι, ιδίως δε οι Κώδικες, με τους οποίους κατά κανόνα πορεύθηκε και εκφράστηκε ιστορικά η δασική μας νομοθεσία, είναι σύνολα διατάξεων κάτω από τη μεγάλη θεσμική ακτίνα του Συντάγματος. Από τις διατάξεις τους επηρεάζεται η ίδια η ζωή και ρυθμίζονται οι σχέσεις των ανθρώπων και οι αναγκαίες ισορροπίες σε ολόκληρο το φάσμα της κοινωνικής δράσης, δημόσιας και ιδιωτικής. Για τούτο οι νόμοι, ως σύνολα κανόνων, διατηρούν εσωτερική αλληλουχία και συνοχή, αυστηρή συνέχεια, συστηματική κατάταξη της ύλης τους και κοινές αναφορές των νοημάτων και των στόχων που απηχούν ως φορείς αρχών και αξιών.

Τούτο ισχύει ιδιαιτέρως για το έκτο κεφάλαιο του ν. 998/1979 περί των επιτρεπτών επεμβάσεων,το οποίο θα πρέπει να αντιμετωπίζεται συνολικά, ως πλέγμα κανόνων και διατάξεωνμε αυστηρό περιεχόμενο και αυτοτέλειαπου μόνο κατ΄ εξαίρεση επιτρέπει επεμβάσεις σε δάση και δασικές εκτάσεις, ενώ το ίδιο θα πρέπει αναλόγως να γίνεται δεκτό και όσον αφορά επεμβάσεις που προβλέπονται από διατάξεις ειδικών νόμων. Η αποσπασματική προσθήκη στο δίκαιο διατάξεων που επιτρέπουν επεμβάσεις σε δάση επικρατεί κατά τα τελευταία χρόνια, κυρίως με το επιχείρημα της εσπευσμένης κάλυψης σχετικών κενών της νομοθεσίας και της εισαγωγής στο ισχύον δίκαιο μέτρων για την τόνωση της δοκιμαζόμενης από την κρίση οικονομίας. Στην πράξη ωστόσο η παγίωση της τακτικής αυτής αλλοιώνει τον αρχικό κορμό και το βασικό πνεύμα των διατάξεων, διαμορφώνοντας σταδιακά ένα νομοθετικό πλαίσιο αλλότριο και απομακρυσμένο από τους αρχικούς του στόχους, εν τέλει δε πλήττει το περιβαλλοντικό κεκτημένο και την ίδια την αρχή της αειφορίας.

5. Συμπεράσματα και σκέψεις

Τα δάση συνιστούν κατ΄ εξοχήν περιβαλλοντικό αγαθό και θεμελιώδη παράμετρο της ισορροπίας στη φύση. Ο χαρακτήρας τους αυτός τα καθιστά καθοριστικό ρυθμιστή του παγκόσμιου κλίματος, βασικό παράγοντα του κύκλου του νερού ανά τον πλανήτη και θεματοφύλακα του ζωτικού χώρου του ανθρώπου όλων των εποχών και των πολιτισμών. Η φυσική λειτουργία των δασών ως σύνθετων οικοσυστημάτων με πολύ μεγάλη οικολογική, οικονομική και αισθητική αξία, επιτρέπει την ανάπτυξη και τη διατήρηση της ζωής σε αυτά καθώς επίσης και των ειδών και της βιοποικιλότητας εν γένει. Στα δάση αναπτύσσονται τα πιο σημαντικά υδάτινα οικοσυστήματα (λίμνες, ποτάμια, χείμαρροι, υγροβιότοποι κ.ά.) και διενεργούνται οι απαραίτητες φυσικές λειτουργίες που εξασφαλίζουν τη συγκράτηση των επιθυμητών επιπέδων υγρασίας στην ατμόσφαιρα και του ζωτικού οξυγόνου. Πέραν αυτών, τα δάση εξασφαλίζουν την προστασία από την επικίνδυνη ηλιακή ακτινοβολία και λειτουργούν ως «ασπίδα» στον περιβάλλοντα χώρο τους (πόλεις, οικισμούς, καλλιέργειες κ.ά.) από τον κίνδυνο των πλημμύρων που λόγω της κλιματικής αλλαγής αυξάνεται επικίνδυνα, κυρίως σε χώρες όπως η Ελλάδα με έντονο ανάγλυφο και μεγαλύτερη προσέγγιση στη ζώνη του ισημερινού.

Καθώς ήδη διανύουμε τη θερινή περίοδο, η σκέψη όλων τρέχει στον φοβερό εφιάλτη που δυστυχώς επαναλαμβάνεται κάθε καλοκαίρι: τις δασικές πυρκαγιές και τη θυσία του δασικού μας πλούτου που αφήνουν στο πέραμά τους. Αναμφίβολα πρόκειται για εθνική τραγωδία, την οποία οι εκάστοτε αρμόδιες αρχές καλούνται να αντιμετωπίσουν συχνά υποστελεχωμένες και μέσα από μια υπεράνθρωπη προσπάθεια που καταβάλλεται.

Στις μέρες μας η κλιμάκωση των οικολογικών βλαβών παγκοσμίως, η υπεράντληση φυσικών πόρων, η φτώχεια και η απερήμωση μεγάλων εκτάσεων του πλανήτη καθιστούν ολοένα και περισσότερο εμφανή τη σπουδαία συμβολή των δασών στην ανάσχεση της κλιματικής αλλαγής και στην εξασφάλιση της αναγκαίας για τη ζωή ισορροπίας, βιωσιμότητας και αρμονίας στο φυσικό περιβάλλον του ανθρώπου.

Στην Ελλάδα, η φύση αποτελείται από μικρά και ευαίσθητα οικοσυστήματα, που παρουσιάζουν σημαντικές εναλλαγές, εκπληκτική ομορφιά, ποικιλότητα και διαφοροποιήσεις. Από την άλλη, ο νόμος και η δικαιοσύνη συνιστούν βασικούς εγγυητές της δασικής και εν γένει περιβαλλοντικής προστασίας μέσα από τη θέσπιση των κανόνων δικαίου και τη νομολογιακή ερμηνεία και εφαρμογή τους.

Στη σπουδαία αυτή προσπάθεια η αρχή της αειφορίας λειτουργεί ως η «νοητή σκυτάλη» που επιτρέπει αβίαστα στο φυσικό κεφάλαιο να μεταβαίνει από γενιά σε γενιά ανέπαφο, βιώσιμο και ασφαλές. Πρόκληση και αποστολή της δικής μας γενιάς είναι η υλοποίηση της αρχής της αειφορίας με τον καλύτερο τρόπο, ως σπουδαίας παρακαταθήκης των μεγάλων στοχαστών που θεμελίωσαν την ιδέα του περιβάλλοντος κατά το παρελθόν, ως τρόπου ζωής στο παρόν μας, αλλά και ως εγγύησης ενός καλύτερου μέλλοντος.

Επικαιροποιημένο κείμενο εισηγήσεως που αναπτύχθηκε στο πλαίσιο επιστημονικής Ημερίδας, με θέμα: «Η Αειφορία των Ελληνικών Δασών υπό το πρίσμα: Περιβάλλον – Οικονομία – Κοινωνία», που διοργάνωσε η Ελληνική Δασολογική Εταιρεία, υπό την αιγίδα του ΥΠΕΝ, με την υποστήριξη του Τμ. Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος ΑΠΘ και του ΕΛΓΟ «ΔΗΜΗΤΡΑ», την 5η Ιουνίου 2018, με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος, στο Αμφιθέατρο Κεντρικής Βιβλιοθήκης Δήμου Θεσσαλονίκης και την 28η Ιουλίου 2018, στο Αμφιθέατρο του Ινστιτούτου Μεσογειακών Δασικών Οικοσυστημάτων Αθηνών.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αλιβιζάτος, Νίκος, Παυλόπουλος, Προκόπιος, 1988. Η συνταγματική προστασία των δασών και των δασικών εκτάσεων. Νομικό Βήμα (ΝοΒ), 1988:1581.

Βαβούσκος Κ., «Γεωργικόν και δασικόν δίκαιον: στοιχεία αστικού και εταιρικού δικαίου», 1985.

Βιδάλης Τ., «Έννοια δάσους στο άρθρο 24 Συντ./1975. Έννοια δασικής εκτάσεως», Νόμος και Φύση, 1996,139.

Γιαννακούρος Π., «Δασικός Κώδικας και Δασικοί Νόμοι», 2002.

Γιαννακούρου Γ., «Η μεταβολή του προορισμού των δασών και των δασικών εκτάσεων και η αναθεώρηση του Συντάγματος», σε: nomosphysis.org.gr ,2007.

Δεκλερής Μ., «Ο Δωδεκάδελτος του Περιβάλλοντος – Εγκόλπιο Βιωσίμου Αναπτύξεως», 1996.

Δεκλερής Μ., «Το Δίκαιο της Βιωσίμου Αναπτύξεως – Γενικές Αρχές», 2000.

Εταιρεία Νομικών Βορείου Ελλάδος (ΕΝΟΒΕ), «Η προστασία των δασών υπό το πρίσμα του Κτηματολογικού Δικαίου. Πρακτικά Επιστημονικής Ημερίδας», τόμος 73, Θεσσαλονίκη 2017.

Καλλία – Αντωνίου Α., «H έκφραση της αρχής της βι­ώσιμης ανάπτυξης και της συνολικής προσέγγισης της ρύπανσης του περιβάλλοντος», ΠερΔικ 2/1998 σ. 215.

Καλλία – Αντωνίου Α., Παυλόπουλος Πρ.,Παυλοπούλου Β., «Το νομικό καθεστώς της προστασίας του περιβάλλοντος. Τεκμήρια Συνταγματικού Δικαίου», δ/νση: Μάνεσης, Αριστόβουλος, Τσάτσος, Δημήτρης, Παπαδημητρίου, Γιώργος, Μανιτάκης, Αντώνης, τόμος 3, 1984.

Καράκωστας Ι., «Περιβάλλον και Δίκαιο – Δίκαιο διαχείρισης και προστασίας των περιβαλλοντικών αγαθών», Αθήνα 2011.

Κέκερης Ι., «Η Δασική Υπηρεσία, από την ίδρυσή της μέχρι σήμερα», ΠερΔικ 2/2016  σ. 250.

Κοντός Π., «Δάση και πολιτισμός ιδία εν Ελλάδι», 1906.

Κουτούπα – Ρεγκάκου Ευ., «Δίκαιο του Περιβάλλοντος», Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2008.

Μακρής Ι., «Δασικό Δίκαιο», 2010.

Μαριά Ε-Α., «Η νομική προστασία των δασών», 1998.

Μαριά Ε.-Α., «Η νομική προστασία του τοπίου στο διεθνές, κοινοτικό και εθνικό Δίκαιο», 2009.

Μαριά Ε.-Α., Παπαθανασόπουλος Α., Παυλάκη Σ., «Δασική Νομοθεσία», 2018.

Μενουδάκος Κ., «Η προστασία των δασικών οικοσυστημάτων πριν και μετά το Σύνταγμα 1975/2001», σε: nomosphysis.org.gr , 2008.

Μενουδάκος Κ., «Η Συνταγματική προστασία του περιβάλλοντος μετά την αναθεώρηση», ΝοΒ 2002 σ. 45.

Ντινόκας Δημ., «Αειφορική διαχείριση δασών και αξιοποίηση δασικών πόρων»,Εισήγηση σε επιστημονική διημερίδα, με θέμα: «Δασικά Οικοσυστήματα: Επίκαιρες διεπιστημονικές προσεγγίσεις και Διοικητική Δικαιοσύνη», που συνδιοργάνωσαν το Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο και η Ένωση Διοικητικών Δικαστών», Αθήνα, 1-2 Δεκεμβρίου 2017.

Ντούρος Γ., «Η προστασία των δασικών εκτάσεων – Συγκρούσεις, αντιφάσεις και αντινομίες», Εισήγηση στο Θερινό Οικολογικό Πανεπιστήμιο, σε: «Φύσις αλατόμητος», Αθήνα 2015 σ.15.

Παπαδημητρίου Γ., «Το περιβαλλοντικό Σύνταγμα – Θεμελίωση, περιεχόμενο και λειτουργία», Νόμος και Φύση, 1994 σ. 387.

Παπαθανασόπουλος Α., «Το Δίκαιο των Δασικών Οικοσυστημάτων», 2014.

Παπακωνσταντίνου Α., «Το περιβαλλοντικό Σύνταγμα – Σύγχρονες πτυχές», ΠερΔικ 3/2011 σ. 436.

Παπακωνσταντίνου Α., «Αειφορία και βιώσιμη ανάπτυξη ως συνταγματικές αρχές: ερμηνευτικές, κανονιστικές και νομολογιακές πτυχές του περιβαλλοντικού Συντάγματος», ΠερΔικ 4/2007 σ. 536.

Παπακωνσταντίνου Α., «Οικολογικός συνταγματι­σμός και βιώσιμη ανάπτυξη – Το παράδειγμα των νησιωτικών περιοχών», ΕΔΔΔ 2005 σ. 465.

Παπαστερίου Δ., «Δασικό Δίκαιο και Εθνικό Κτηματολόγιο», Θεσσαλονίκη 2017.

Παυλάκη Σ., «Οι Δασικοί Χάρτες στη νομολογία των ανωτάτων Δικαστηρίων», Εισήγηση στο 18ο Πανελλήνιο Συνέδριο της Ελληνικής Δασολογικής Εταιρείας, με θέμα: «Η Ελληνική Δασοπονία μπροστά σε σημαντικές προκλήσεις», Έδεσσα, 8-11 Οκτωβρίου 2017, σε: www.forestry.gr

Παυλάκη Σ., «Το δικαίωμα στο περιβάλλον», σε: «Θεμελιώδη Δικαιώματα» (συλλογικό έργο), Αθήνα 2017.

Παυλάκη Σ., «Οι διαδικασίες κατάρτισης Δασικών Χαρτών και Κτηματογράφησης στην πρόσφατη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (με αφορμή την απόφαση ΣτΕ 1203/2017)», παρέμβαση σε επιστημονική εκδήλωση της Ένωσης Αστικολόγων, Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών, 4 Μαΐου 2017.

Πέτρου Χρ., «Η προσαρμογή της ελληνικής έννομης τάξης στο περιβαλλοντικό κοινοτικό κεκτημένο», ΠερΔικ 2/2008 σ.199.

Ρίζος Σωτ., «Οι Δασικοί Χάρτες ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας», ΠερΔικ 1/2017 σ.1.

Σιούτη Γ., «Η Συνταγματική κατοχύρωση της προστασίας του περιβάλλοντος», 1985.

Σιούτη Γ., «Δίκαιο Περιβάλλοντος. Γενικό Μέρος Ι – Δημόσιο Δίκαιο και Περιβάλλον», 1993.

Σιούτη Γ., «Εγχειρίδιο Δικαίου Περιβάλλοντος», 2003.

Σιούτη Γ., «Το περιβαλλοντικό Σύνταγμα μετά την αναθεώρηση του 2001», σε: Ελληνική Εταιρεία Δικαίου του Περιβάλλοντος, «Η εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου περιβάλλοντος στην Ελλάδα 1981-2006», 2007.

Σκουρής Β., Τάχος Α., «Ηπροστασία του περιβάλλοντος στη Νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας», 1988.

Τασιόπουλος Σ., «Βιώσιμη ανάπτυξη και Συνταγματική αναθεώρηση», ΠερΔικ 4/2013 σ. 641.

Τσεβρένης Β., Βαρθάλη Δ., «Η συνταγματική κατοχύρωση του δικαιώματος στο περιβάλλον στο συγκριτικό Συνταγματικό δίκαιο», ΠερΔικ 4/2010 σ. 654.

Χαϊνταρλής Μ., Σηφάκης Αντ., Παυλάκη Σ., Μαγαλιού Μ., «Περιβαλλοντική Νομοθεσία», 2014.

Χατζοπούλου Α., Στεφάνου Ι., Γερασίμου Στ., «Προς μια ποιοτική προσέγγιση της φέρουσας ικανότητας», ΠερΔικ 1/2008 σ. 55.

Χατζοπούλου Ι., «Δασική νομοθεσία» (κριτική επισκόπηση – νομολογία), 2006.

Χριστοπούλου Ό, «Θεσμικό πλαίσιο προστασίας των ευρωπαϊκών δασών», ΠερΔικ 2001 σ. 366.

 

nomiki_epikairotita-001


.
Δημοσιεύτηκε στο dasarxeio.com | 19.05.2019

.


Μοιραστείτε το!
Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin


ΚατηγορίεςΔασικά Οικοσυστήματα, Επιλογές - Προτάσεις, Νομοθεσία

Tags: , , , , , , , , , ,

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: