Τ.Σ.Δ. ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΕΚΠΤΩΣΕΙΣ

Του Διονύση Σωτηρόπουλου,
Δασολόγου

Σχετικά με την συζήτηση που έχει ανοίξει στο Δασικό χώρο για τα φρύγανα και τον ασπάλαθο, όπως αναφέρει και ο φίλος και συνάδελφος Γιώργος Καρέτσος σε πρόσφατο σημείωμα του, είναι πρόβλημα «οι επιστημονικές εκπτώσεις» και μάλιστα μεγάλο τονίζω εγώ.

Έχουμε μπερδέψει την επιστημονική έννοια του δάσους και των δασικών οικοσυστημάτων , με την νομική αντιμετώπιση των εκτάσεων αυτών. Άλλο πράγμα είναι αν ένα είδος και κατ΄ επέκταση και η έκταση που φύεται αυτό είναι Δασική, και άλλο πράγμα το πως αντιμετωπίζεται νομικά η έκταση αυτή από την πολιτεία. Για παράδειγμα – και για να μην εμπλακούμε στα του ασπαλάθου – το πεύκο είναι δασικό είδος που προσδίδει δασικό χαρακτήρα στην έκταση. Αν η πολιτεία για δικούς της λόγους, αποφασίσει ότι αυτή η έκταση δεν προστατεύεται από την Δασική νομοθεσία αυτό δεν σημαίνει ότι το πεύκο δεν είναι δασικό είδος ή ότι η έκταση δεν είναι Δασική σύμφωνα με την Δασολογική επιστήμη.

Όσους νόμους και αν ψηφίσουν περί του αντιθέτου, η γη θα γυρίζει γύρω από τον ήλιο.

Όσες αποφάσεις και να βγάλει το Τ.Σ.Δ., ο ασπάλαθος είναι δασικό είδος και προσδίδει δασικό χαρακτήρα στην έκταση – δασικά εδάφη.

Είναι: είτε ένα από τα τελευταία στάδια της αρνητικής οικολογικής διαδοχής σε ανέκαθεν δασικές εκτάσεις που για διάφορους λόγους υποβαθμίζονται (ξύλευση, υπερβόσκηση κ.λ.π.), είτε ως “πρόδρομο” είδος σε μια θετική οικολογική διαδοχή με την δημιουργία δασογενούς περιβάλλοντος, με την διείσδυση του σε εγκαταλελειμμένες μη δασικές εκτάσεις.

Και δεν είναι μόνο ο ασπάλαθος που εγκαθίσταται σε εγκαταλελειμμένους αγρούς. Κατά τόπους στις εκτάσεις αυτές, ανάλογα με τις επικρατούσες τοπικές (βλαστικές, κλιματολογικές και εδαφολογικές ) συνθήκες, εισέρχονται και αλλά είδη, π.χ. στη Δυτική Πελοπόννησο εισέρχεται το σπάρτο, άλλου τα πουρνάρια ή το ρείκι. Τελικά θα τα “βαφτίσουμε” και αυτά μη δασικά που δεν δημιουργούν δασογενές περιβάλλον;

Το πρόβλημα που δημιουργείται με τις εκτάσεις αυτές δεν είναι επιστημονικό. Οι εκτάσεις αυτές εμπίπτουν στο πεδίο της δασικής επιστήμης και διάφορα “τεχνικά” (π.χ. διαχωρισμός δάσους και δασικής έκτασης, έννοια παραγωγικού δάσους κ.λ.π.) μπορούν να λυθούν με γνωμοδότηση του Τ.Σ.Δ. Το πρόβλημα είναι η νομική αντιμετώπιση των εκτάσεων αυτών από την πολιτεία.

Η φύση είναι ένας δυναμικός ζωντανός οργανισμός που εξελίσσεται. Άλλες εκτάσεις δασώνει και άλλες ερημώνει.

Η αντίληψη που επικρατεί σήμερα στην πολιτεία και με την ανάρτηση των δασικών χαρτών αναδεικνύεται περισσότερο, αντιμετωπίζει την φύση στατικά και μη εξελισσόμενη. Αφού τα χωράφια που δασώνονται πρέπει να αποδοθούν στους ιδιοκτήτες τους με την μη Δασική μορφή, αφού τα εκχερσωμένα δύναται να εξαγοραστούν, αφού τα φρύγανα δεν αποτελούν δασοβιοκοινότητα, αφού…, αφού επιδοτούνται από τον ΟΠΕΚΕΠΕ, δεν είναι δασικά κ.λ.π., τότε το δασικό οικοσύστημα θα βαίνει συνεχώς μειούμενο (γιατί και κάποιες εκτάσεις ερημοποιούνται).

Αν σαν κοινωνία θέλουμε να επενδύσουμε στο μέλλον των ερχόμενων γενεών αλλά και στο παρόν, θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε νομικά τις εκτάσεις αυτές με επιστημονικά ορθό τρόπο και όχι με “λογικά” άλματα, νομικά ψηφοθηρικά τερτίπια και μεγαλοοικονομικά συμφέροντα (μιας και οι εκτάσεις αυτές συναντώνται κυρίως στα νησιά και σε χαμηλά υψόμετρα, ενώ τα δασωμένα στα Τζουμέρκα δεν έχουν και μεγάλη ζήτηση).

Οι εκτάσεις αυτές ορθά αποτυπώνονται σαν ΑΔ και ΔΑ στους δασικούς χάρτες και έτσι πρέπει να παραμείνουν. Η πολιτεία πρέπει να δώσει την δυνατότητα στις υπηρεσίες να αξιολογήσουν τις εκτάσεις αυτές – ενδεικτικά – ως προς την εξέλιξη τους, την αλληλοεπίδραση με τις όμορες εκτάσεις αλλά και τις χρήσεις γης, την χωροταξία και πιθανόν και άλλα κριτήρια. Να συνταχθούν μελέτες που αν μεν καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι οι εκτάσεις αυτές πρέπει να ενταχθούν- επανενταχθούν στο δασικό οικοσύστημα και στην προστασία τους από τις δασικές διατάξεις, τότε οι μεν φερόμενοι ιδιοκτήτες των ΑΔ εκτάσεων να αποζημιώνονται για την ιδιοκτησία τους (αφού οι – μικρής έκτασης – δασικές ιδιοκτησίες δεν μπορούν να επιφέρουν υπολογίσιμη δασική πρόσοδο) οι δε κάτοχοι ΔΑ εκτάσεων ανάλογα με το χρόνο εκχέρσωσης, την ύπαρξη η μη άλλων δικαιοπραξιών, την οικοδόμηση ή μη αυτών – άποψη μου είναι ότι, εκτάσεις που εκχερσωθήκαν τις 10ετιες του 1940 και 1950, αυτές έγιναν για το προς το ζην, όταν η Ελλάδα βγαίνοντας από τον παγκόσμιο πόλεμο και έναν εμφύλιο, με την οικονομία κατεστημένη, ήταν βιοποριστική ανάγκη η εκχέρσωση για καλλιέργεια και δεν είναι σωστό να «τιμωρούνται» σήμερα για τον τότε αγώνα επιβίωσης, ενώ μετά την 10ετια του 1960, η γη άρχισε να αποκτά και οικοπεδική – παραθεριστική αξία και οι εκχερσώσεις άρχισαν να γίνονται για το ευ ζην – οι εκτάσεις αυτές (οι εκχερσωμένες μετά το 1960) πρέπει να αποκτήσουν τον πρότερο χαρακτήρα τους, πολλώ δε μάλλον αν δεν έχουν επέλθει δικαιοπραξίες ή δεν έχουν οικοδομηθεί. Τα δε αυθαιρέτως οικοδομηθέντα (μέχρι το 1975;) αν δεν αποτελούν την πρώτη και μοναδική κατοικία να κατεδαφίζονται, διαφορετικά θα φτιάχνουμε γενιές με καταπατητές και αυθαίρετα συνεχώς (μα σε 10 μα σε 20 χρόνια θα το κερδίσω, θα το νομιμοποιήσω, αυτή είναι η επικρατούσα αντίληψη).

 


Δημοσιεύτηκε στο dasarxeio.com | 23.04.2021



ΚατηγορίεςΑπόψεις, Δασικά Οικοσυστήματα, Δασική Υπηρεσία, Δασικοί Χάρτες, Νομοθεσία

Tags: , , , , , , ,

1 reply

  1. ΤΑ ΠΑΛΑΙΟΤΈΡΑ ΧΡΟΝΙΑ ΟΤΑΝ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΗΤΑΝ ΜΕΣ ΤΗ ΦΥΣΗ ΚΑΛΛΙΕΡΓΟΎΣΕ ΤΟ ΑΜΠΕΛΙ ΤΟΥ ΤΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΕΣ ΤΟΥ Ο ΤΟΠΟΣ ΗΤΑΝ ΓΕΜΑΤΟΣ ΖΩΑ (ΛΑΓΟΥΣ, ΠΟΥΛΙΑ ΚΤΛ) ΤΩΡΑ ΜΕ ΤΗΝ ΛΑΘΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΗΣΗ ΤΟΥ ΔΑΣΟΥΣ (ΦΥΤΕΥΟΝΤΑΣ ΑΛΛΑ ΕΙΔΗ ΠΕΥΚΑ ΚΤΛ) ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΟΣΙΝΗ ΚΑΠΟΙΩΝ… …..ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΤΊΠΟΤΑ ΚΑΙ ΚΑΙΓΌΜΑΣΤΕ ΚΑΘΕ ΧΡΟΝΟ,
    ΡΩΤΉΣΤΕ ΚΑΙ ΚΆΠΟΙΟΝ ΑΓΡΟΤΗ ,ΒΟΣΚΟ ΚΤΛ ΓΝΩΡΊΖΕΙ.

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: