Κλιματική κρίση, πυρκαγιές και αποκατάσταση καμένων περιοχών

Η Επιτροπή ΦΥΣΗ 2000, θέλοντας να συνεισφέρει στο έργο των αρμοδίων φορέων για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων των πυρκαγιών, σε αναλυτική ανακοίνωση που προέκυψε μετά από συζήτηση και ομόφωνη απόφαση:

α) συνοψίζει τις βασικές αρχές που πρέπει να υιοθετούνται για την αποκατάσταση των καμένων οικοσυστημάτων, όπως αυτών που επλήγησαν φέτος το καλοκαίρι,

β) τονίζει την παράλληλη ανάγκη ενίσχυσης των μέτρων πρόληψης των πυρκαγιών, τα οποία θα πρέπει να υλοποιούνται έγκαιρα, με βάση σχεδιασμό που διέπεται από διεπιστημονική προσέγγιση και τη συνεργασία όλων των εμπλεκόμενων φορέων.

Η Επιτροπή ΦΥΣΗ 2000 τονίζει την αναγκαιότητα

α) λήψης μέτρων, όπως η προσαρμογή διαχείρισης των δασών και της αντίστοιχης νομοθεσίας που τη διέπει, σύμφωνα με σύγχρονες επιστημονικές θεωρήσεις και πρακτικές,

β) εφαρμογής δράσεων κατά την αποκατάσταση καμένων εκτάσεων, οι οποίες ενισχύουν τη διαχείριση των οικοσυστημάτων και στοχεύουν στην πρόληψη έναντι επόμενων πυρκαγιών, αλλά και στην καλύτερη προετοιμασία για τυχόν επόμενα συμβάντα.

γ) ανάληψης δράσης για την αντιμετώπιση του φαινομένου της εγκατάλειψης γης σε ημιορεινές και ορεινές περιοχές.

Η εγκατάλειψη χρήσεων γης οδηγεί πολλές φορές στην αντικατάσταση αγροτικών καλλιεργειών και βοσκοτόπων από δάση σε περιοχές περιφερειακά των οικισμών. Οι περιοχές αυτές λειτουργούσαν στον παρελθόν ως μια διαρκώς συντηρούμενη αντιπυρική ζώνη, ενώ τώρα λειτουργούν ως ζώνη εξάπλωσης των δασικών πυρκαγιών σε οικιστικές περιοχές.

Η Επιτροπή ΦΥΣΗ 2000 προτείνει να ξεκινήσει άμεσα δημόσια συζήτηση και κοινοβουλευτικός διάλογος σχετικά με πιθανά οικονομικά μέτρα, συμπεριλαμβανόμενων των φορολογικών κινήτρων, τα οποία θα συμβάλλουν στην ενίσχυση της περιφερειακής ανάπτυξης με έμφαση στην αναζωογόνηση της δασοπονίας, της γεωργίας και της κτηνοτροφίας.

Ανακοίνωση

Κλιματική κρίση, πυρκαγιές και αποκατάσταση καμένων περιοχών

Η Ελλάδα είναι μία από τις σημαντικότερες ‘θερμές περιοχές’ για τη βιοποικιλότητα στη Μεσόγειο και στον πλανήτη. Η ελληνική φύση, όπως και η φύση σε ολόκληρο τον πλανήτη, πλήττεται από ποικιλία απειλών όπως οι αλλαγές χρήσεων γης, η υπερεκμετάλλευση των φυσικών πόρων, η ρύπανση, η εξάπλωση εισβλητικών ξενικών ειδών κ.λπ. Την ίδια στιγμή, η Μεσόγειος αποτελεί μία από τις πλέον ευάλωτες περιοχές στην κλιματική κρίση. Μεταξύ άλλων, η εξελισσόμενη κλιματική κρίση προκαλεί δραματική αύξηση της συχνότητας εμφάνισης πυρκαγιών, καθώς και της επιμήκυνσης των περιόδων υψηλού κινδύνου. Οι πυρκαγιές αυτές αν και εξαπλώνονται κυρίως σε δάση και δασικές εκτάσεις επηρεάζουν πολλά ακόμα μεσογειακά οικοσυστήματα όπως είναι τα ορεινά λιβάδια, οι καλαμιώνες. Επιπλέον, η εγκατάλειψη της υπαίθρου, του αγροτικού περιβάλλοντος, των παραδοσιακών ασχολιών και η αυξανόμενη διεύρυνση των ζωνών μίξης δασών-οικισμών, μεταξύ άλλων κοινωνικών αλλαγών, συντελούν στην εγκατάλειψη της διαχείρισης του φυσικού περιβάλλοντος και ενισχύουν τη συσσώρευση της καύσιμης ύλης και την πιθανότητα πρόκλησης υψηλής έντασης πυρκαγιών, ακόμα και εντός οικιστικών περιοχών.

Η Επιτροπή ΦΥΣΗ 2000, θέλοντας να συνεισφέρει στο έργο των αρμοδίων φορέων για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων των πυρκαγιών:  

α) συνοψίζει τις ακόλουθες βασικές αρχές που θα πρέπει να υιοθετηθούν για την αποκατάσταση των καμένων οικοσυστημάτων, όπως αυτών που επλήγησαν φέτος το καλοκαίρι.

β) τονίζει την παράλληλη ανάγκη ενίσχυσης των μέτρων πρόληψης των πυρκαγιών, τα οποία θα πρέπει να υλοποιούνται έγκαιρα, με βάση σχεδιασμό που διέπεται από διεπιστημονική προσέγγιση και τη συνεργασία όλων των εμπλεκόμενων φορέων.

  • Πρώτο μέλημα και άμεση πράξη μετά από μια δασική πυρκαγιά είναι η χαρτογράφηση της καμένης έκτασης και η αξιολόγηση της δριμύτητας της πυρκαγιάς στα δασοπονικά είδη και στο έδαφος. Ακολουθούν τα έργα αποτροπής των άμεσων κινδύνων, όπως η διάβρωση του εδάφους. Το έδαφος αποτελεί έναν μη ανανεώσιμο φυσικό πόρο, γιατί η δημιουργία του απαιτεί εκατονταετίες έως και χιλιετίες και επομένως θα πρέπει να αποφευχθεί η απώλεια εδάφους μέσω της διάβρωσης. Τα έργα αυτά θα πρέπει να υλοποιούνται με τρόπο που να προκαλεί το μικρότερο κίνδυνο στην αναμενόμενη φυσική αναγέννηση.
  • Αφού εξασφαλισθεί η αποτροπή της διάβρωσης του εδάφους και της επιφανειακής απορροής, το αμέσως επόμενο μέλημα είναι η αποκατάσταση της φυσικής βλάστησης. Άλλωστε η αποκατάσταση της βλάστησης αποτελεί και το πιο μακροχρόνια αποτελεσματικό μέτρο για την αποτροπή της διάβρωσης του εδάφους.
  • Ως προς την αποκατάσταση της βλάστησης η βασικότερη αρχή που πρέπει να υιοθετηθεί είναι: η φυσική αποκατάσταση που γίνεται μέσω της φυσικής αναγέννησης των αυτόχθονων ειδών μιας περιοχής υπερτερεί τις περισσότερες φορές σημαντικά από την όποια αποκατάσταση σχεδιάσει και πραγματοποιήσει ο άνθρωπος. Αυτό ισχύει γιατί με τις φυσικές οικολογικές διεργασίες που λαμβάνουν χώρα μέσω της φυσικής αναγέννησης εξασφαλίζεται, κατά το δυνατόν, η εγκατάσταση των πλέον προσαρμοσμένων ειδών και ατόμων εντός κάθε είδους στις τρέχουσες οικολογικές (κλιματικές και εδαφικές) συνθήκες μιας περιοχής.
  • Συνεπώς, τα πρώτα μέτρα που πρέπει να ληφθούν είναι μέτρα προστασίας της φυσικής αναγέννησης και των οικολογικών διεργασιών που την υποστηρίζουν (π.χ. νομική προστασία καμένων περιοχών, προστασία από τη βόσκηση και την αλλαγή χρήσης γης και αξιολόγηση των παρεμβάσεων που επιτρέπονται σε αναδασωτέες περιοχές). Άλλωστε, πρέπει να τονισθεί ότι τα είδη της μεσογειακής βλάστησης διαθέτουν τις οικολογικές προσαρμογές, έτσι ώστε να εμφανίζουν υψηλή επιτυχία φυσικής αναγέννησης μετά από πυρκαγιά
  • Το επόμενο μέτρο που πρέπει να ληφθεί είναι η επιστημονικά ορθή παρακολούθηση της πορείας της φυσικής αναγέννησης και η ενίσχυσή της μέσω κατάλληλων τεχνικών αποκατάστασης σε όποιες περιοχές η φυσική αναγέννηση δεν πραγματοποιείται σε ικανοποιητικό βαθμό. Οι λόγοι για κάτι τέτοιο μπορεί να είναι διάφοροι, όπως για παράδειγμα, η υψηλή συχνότητα εμφάνισης συμβάντων πυρκαγιών στην ίδια περιοχή σε μικρό χρονικό διάστημα, η καταστροφή της βλάστησης σε περιοχές που είχαν θιγεί από πυρκαγιά στο πρόσφατο παρελθόν και τα άτομα των κυρίαρχων φυτικών ειδών δεν πρόλαβαν να φτάσουν σε αναπαραγωγική ηλικία, η πυρκαγιά σε περιοχές με φυτικά είδη που δεν έχουν ανεπτυγμένους μηχανισμούς φυσικής αναγέννησης μετά από φωτιά (όπως η ελάτη και η μαύρη πεύκη), η διάβρωση του εδάφους κ.λπ.
  • Κατά την αποκατάσταση της βλάστησης από τον άνθρωπο θα πρέπει να τηρηθεί αυστηρά η αρχή της επιλογής ειδών για φύτευση ή σπορά που είναι αυτόχθονα στην ευρύτερη περιοχή της καμένης έκτασης. Μόνο είδη που εμφανίζονται φυσικά στη «δεξαμενή» των ειδών της περιοχής θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν στην αποκατάσταση της βλάστησης.
  • Κατά την αποκατάσταση της βλάστησης από τον άνθρωπο, το γενετικό υλικό που θα χρησιμοποιηθεί (π.χ. τα σπέρματα από τα οποία θα προκύψουν τα φυτά προς φύτευση) θα πρέπει να προέρχεται από την ευρύτερη περιοχή της καμένης έκτασης. Είναι λάθος να χρησιμοποιείται στην αποκατάσταση της βλάστησης, για παράδειγμα, στη βόρεια Εύβοια γενετικό υλικό που προέρχεται από την Χαλκιδική ή ακόμα χειρότερα από άλλη χώρα. Η τήρηση αυτής της αρχής είναι απαραίτητη για να αποφευχθούν φαινόμενα γενετικής αλλοίωσης των φυσικών πληθυσμών των φυτών σε μια περιοχή, τα οποία μπορεί να έχουν σημαντικές μέσο- και μακροπρόθεσμες αρνητικές επιδράσεις στους φυσικούς πληθυσμούς των φυτικών ειδών αλλά και στην επιτυχία της αποκατάστασης.
  • Επιπλέον, είναι προφανές ότι ξενικά είδη δεν αποτελούν σε καμιά περίπτωση επιλογή για την αποκατάσταση της φυσικής βλάστησης.

Σημειώνεται ότι σε περίπτωση που οι πληγείσες εκτάσεις αφορούν σε προστατευόμενες περιοχές, τότε οι όποιες επιλογές και παρεμβάσεις πρέπει να έχουν ως κύριο στόχο την αποκατάσταση των προστατευόμενων οικοτόπων και ειδών και να συντελούνται μετά από ενδελεχή μελέτη και με τη δέουσα προσοχή.

Στο ερώτημα αν η αποκατάσταση (φυσική ή τεχνητή) θα πρέπει να στοχεύει στη δημιουργία ενός όμοιου οικοσυστήματος με αυτό που προϋπήρχε της πυρκαγιάς, αν και η απάντηση τις περισσότερες φορές είναι θετική, υπάρχουν περιπτώσεις όπου βάσει επιστημονικής τεκμηρίωσης, επιλέγεται διαφορετική λύση.  

Παρακάτω αναφέρονται ορισμένα παραδείγματα περιπτώσεων στις οποίες η αποκατάσταση μπορεί να έχει στόχο τη δημιουργία διαφορετικού οικοσυστήματος από το προϋπάρχον:

  • Σε περίπτωση που η καμένη έκταση αφορά παλαιότερη αναδάσωση πεύκων σε περιοχή όπου η φυσική βλάστηση αποτελείται από πλατύφυλλα είδη, θα πρέπει να εξεταστεί, αν από οικολογική άποψη, μπορεί να γίνει αποκατάσταση ή να ενισχυθεί η αναγέννηση της βλάστησης των πλατύφυλλων ειδών.
  • Σε περιπτώσεις που η καμένη βλάστηση αποτελούνταν από αυτοφυή και αυτόχθονα είδη, αλλά επιχειρείται μετατροπή της σύνθεσης και της δομής της προϋπάρχουσας βλάστησης με σκοπό την αντιμετώπιση πυρκαγιών στο μέλλον (π.χ. τη μείωση της αναφλεξιμότητας της βλάστησης και της ταχύτητας εξάπλωσης της πυρκαγιάς) ή/και τη βελτίωση της διατήρησης της βιοποικιλότητας. Τέτοιες παρεμβάσεις θα πρέπει να είναι σημειακές, να πραγματοποιούνται λαμβάνοντας υπόψη και διασφαλίζοντας τη διατήρηση προστατευόμενων οικοτόπων και ειδών χλωρίδας, αλλά και πανίδας, στηριζόμενες σε διεπιστημονική προσέγγιση.
    • Ενδεικτικά, σε περιοχές, όπου προϋπήρχε ένα είδος βελανιδιάς (φυσική σημερινή ή παρελθούσα περιοχή εξάπλωσης του είδους), θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί το συγκεκριμένο είδος βελανιδιάς για αποκαταστάσεις τοπίου, εφόσον δεν υπάρξει φυσική αναγέννηση. Εκτεταμένα δάση βελανιδιάς υπήρχαν κατά την αρχαιότητα. Η ήμερη βελανιδιά, ανάμεσα σε άλλα είδη της ελληνικής χλωρίδας, μπορεί να αποτελέσει για τη νότια και κεντρική Ελλάδα ένα ιδανικό είδος δέντρου, για την αποκατάσταση ειδικά σε πυρόπληκτες περιοχές χαμηλών υψομέτρων. Ωστόσο τονίζεται ότι μια τέτοια αποκατάσταση θα πρέπει να επιχειρηθεί μόνο σε περιοχές όπου οι οικολογικές συνθήκες το επιτρέπουν, δηλαδή εφόσον δεν υπάρχει φυσική αναγέννηση (όπως αναμένεται στην περίπτωση καμένων εκτάσεων με ευβοϊκή βελανιδιά στη Βόρεια Εύβοια), και έχουν ήδη δοκιμαστεί τέτοιες μέθοδοι σε πειραματικές ή πιλοτικές εφαρμογές σε μικρή κλίμακα και σε περιοχές όπου η προστασία έναντι των πυρκαγιών αποτελεί προτεραιότητα (π.χ. περιφερειακά οικιστικών περιοχών). Συνεπώς, δεν προτείνεται σε καμιά περίπτωση τέτοιου είδους αποκαταστάσεις να υλοποιηθούν άμεσα σε μεγάλη κλίμακα.

Τέλος, η Επιτροπή ΦΥΣΗ 2000 τονίζει την αναγκαιότητα

α) λήψης ορισμένων ενδεικτικών μέτρων και

β) εφαρμογής δράσεων κατά την αποκατάσταση καμένων εκτάσεων,

οι οποίες ενισχύουν τη διαχείριση των οικοσυστημάτων και στοχεύουν στην πρόληψη έναντι επόμενων πυρκαγιών, αλλά και στην καλύτερη προετοιμασία για τυχόν επόμενα συμβάντα.

  • Απαιτείται προσαρμογή της διαχείρισης των δασών και της αντίστοιχης νομοθεσίας που τη διέπει, σύμφωνα με σύγχρονες επιστημονικές θεωρήσεις και πρακτικές. Για παράδειγμα η δημιουργία ενός πιο ποικίλου τοπίου από άποψη δομής και σύνθεσης βλάστησης είναι σήμερα γνωστό ότι μπορεί να εξυπηρετήσει καλύτερα τους σκοπούς πρόληψης έναντι των πυρκαγιών, ανθεκτικότητας των οικοσυστημάτων στην κλιματική κρίση και προστασίας της βιοποικιλότητας. Ενδεικτικά, σε αρκετές περιπτώσεις ένα τοπίο που αποτελεί ένα μωσαϊκό από δάση, θαμνώνες και λιβάδια εξυπηρετεί πολύ καλύτερα την πρόληψη έναντι των πυρκαγιών, τη διατήρηση της βιοποικιλότητας και τις οικοσυστημικές υπηρεσίες που προσφέρονται στον άνθρωπο, σε σύγκριση με ένα τοπίο αμιγώς δασοσκεπές. Η παραπάνω πρόταση δεν αφορά σε καμιά περίπτωση αλλαγή της χρήσης γης, κατά τη νομική έννοια, αλλά την κατάλληλη διαχείριση των φυσικών οικοσυστημάτων με σκοπό την προστασία και τη βελτιστοποίηση των οικοσυστημικών υπηρεσιών.
  • Απαιτείται ανάληψη δράσης για την αντιμετώπιση του φαινομένου της εγκατάλειψης γης σε ημιορεινές και ορεινές περιοχές. Τα τελευταία χρόνια έχουν αναγνωριστεί (και στην Ευρωπαϊκή Ένωση) οι σημαντικές επιπτώσεις αυτού του φαινομένου στη βιοποικιλότητα. Στην περίπτωση της αντιμετώπισης των πυρκαγιών, η εγκατάλειψη χρήσεων γης έχει οδηγήσει πολλές φορές στην αντικατάσταση αγροτικών καλλιεργειών και βοσκοτόπων από δάση σε περιοχές περιφερειακά των οικισμών. Οι περιοχές αυτές λειτουργούσαν στον παρελθόν ως μια διαρκώς συντηρούμενη αντιπυρική ζώνη, ενώ τώρα λειτουργούν ως ζώνη εξάπλωσης των δασικών πυρκαγιών σε οικιστικές περιοχές.
  • Προτείνεται να ξεκινήσει άμεσα δημόσια συζήτηση και κοινοβουλευτικός διάλογος σχετικά με πιθανά οικονομικά μέτρα, συμπεριλαμβανομένων των φορολογικών κινήτρων, τα οποία θα συμβάλλουν στην ενίσχυση της περιφερειακής ανάπτυξης με έμφαση στην αναζωογόνηση της δασοπονίας, της γεωργίας και της κτηνοτροφίας. Σκοπός είναι η δημιουργία νέων ευκαιριών απασχόλησης των τοπικών πληθυσμών στη δασική και γεωργική παραγωγή, στη διαχείριση του αγρο-δασικού τοπίου, συμπεριλαμβανομένης της διατήρησης και προστασίας της βιοποικιλότητας και της πολιτιστικής κληρονομιάς, μειώνοντας ταυτόχρονα το φορτίο της καύσιμης ύλης και, συνεπώς, τον κίνδυνο πυρκαγιάς. Η δημιουργία κινήτρων θα πρέπει να αποτελεί μέρος ενός ειδικού σχεδίου περιφερειακής ανάπτυξης με έμφαση στην ενίσχυση της «πράσινης οικονομίας» ή της «βιο-οικονομίας», η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει στη δημιουργία «πράσινων θέσεων εργασίας» στην ύπαιθρο προσφέροντας εναλλακτικές θέσεις στην αγορά εργασίας. Η εν λόγω δημόσια συζήτηση και ο κοινοβουλευτικός διάλογος θα μπορούσαν να οδηγήσουν στη δημιουργία ενός κοινού οράματος για την κοινωνικό-οικονομική ανάπτυξη της υπαίθρου και στον καθορισμό του κατάλληλου στρατηγικού σχεδιασμού για την ενίσχυση της περιβαλλοντικής προστασίας και της ασφάλειας των πολιτών σε αυτό το πλαίσιο.
  • Προτείνεται η εφαρμογή μιας αποτελεσματικής εντός και εκτός τόπου διατήρησης γενετικού υλικού φυτικών ειδών που είτε η διατήρησή τους απειλείται από τις πυρκαγιές, είτε αποτελούν σημαντικά είδη για την αποκατάσταση καμένων περιοχών. Σημαντικά μέσα για την επίτευξη αυτού του σκοπού είναι οι τράπεζες σπερμάτων, οι σποροπαραγωγοί κήποι και τα δασικά φυτώρια. Προτείνεται να γίνει άμεση καταγραφή της φυτικής ποικιλότητας που ήδη διατηρείται στις υπάρχουσες δομές και εφόσον κριθεί απαραίτητο να αναληφθούν δράσεις για τη διατήρηση της ποικιλότητας του γενετικού υλικού που είναι απαραίτητο για την αποτελεσματική αποκατάσταση της βλάστησης, για την πρόληψη και αντιμετώπιση των δασικών πυρκαγιών.

 


 



ΚατηγορίεςΠυρκαγιές - Αναδασώσεις, Περιβάλλον

Tags: , , ,

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: