Site icon dasarxeio.com

Από τα θερινά λιβάδια στην εγκατάλειψη: πώς χάνουμε τις υπηρεσίες των ορεινών μας οικοσυστημάτων

Παναγιώτης Διον. Δημόπουλος
Καθηγητής Βοτανικής και Οικολογίας
Τμήμα Βιολογίας, Πανεπιστήμιο Πατρών

Η εγκατάλειψη των θερινών βοσκών (υψηλών ορεινών λιβαδιών) στην Ελλάδα, είναι ένα πολυδιάστατο φαινόμενο που συνδέεται άμεσα με την ευρύτερη εγκατάλειψη της υπαίθρου και έχει σημαντικές οικολογικές, οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις. Αφορά κυρίως στην μετακινούμενη κτηνοτροφία, όπου κοπάδια αιγοπροβάτων ανέβαιναν το καλοκαίρι πάνω από τα δασο- και δενδρο- όρια (υψόμετρα μεγαλύτερα από τα 1500 μ. ανάλογα με την έκθεση των πλαγιών, συνήθως πάνω από τα 1800 μ.) και κατέβαιναν το χειμώνα σε πεδινές περιοχές.

Βασικοί λόγοι εγκατάλειψης των θερινών βοσκών 

Στατιστικά, ενώ το συνολικό ζωικό κεφάλαιο αιγοπροβάτων έχει διακυμάνσεις, η μετακινούμενη κτηνοτροφία έχει συρρικνωθεί δραματικά από τα μέσα του 20ού αιώνα. Σε περιοχές όπως η Αττική, η πτώση ήταν ακόμα πιο απότομη, λόγω αστικής επέκτασης, αλλά το ίδιο συμβαίνει και στα όρη της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδας, στη Νότια Ελλάδα.

Κύριοι λόγοι:

α) δημογραφικοί και κοινωνικοί (γήρανση του αγροτικού πληθυσμού, έλλειψη διαδοχής (νέοι φεύγουν για πόλεις), δυσκολίες ζωής σε απομακρυσμένες περιοχές),

β) οικονομικοί – αλλαγή μοντέλου κτηνοτροφίας, μέσω και της άσκησης συγκεκριμένων πολιτικών τα τελευταία τουλάχιστον 15 χρόνια (αλλαγές στις επιδοτήσεις της ΚΑΠ που ευνοούν εντατικότερα συστήματα, υψηλό κόστος παραγωγής, χαμηλή τιμή προϊόντων, έλλειψη υποδομών (νερό, δρόμοι, στάνες).

Επιπτώσεις στα οικοσυστήματα

Η μείωση της βόσκησης πάνω από τα δασοόρια επιφέρει σημαντικές επιπτώσεις στα οικοσυστήματα και οδηγεί σε μεγάλες αλλαγές στο τοπίο που συνοψίζονται παρακάτω:

Επέκταση δασών και θαμνώνων: Μείωση ανοιχτών λιβαδιών μεγάλων υψομέτρων, πύκνωση βλάστησης (δάση οξιάς, ελάτης, μαύρης πεύκης, θαμνώνες που επεκτείνονται υψομετρικά, σε βάρος άλλων οικοσυστημάτων, όπως τα «στεππόμορφα λιβάδια» σε πετρώδη και βραχώδη εδάφη, τα «χιονόφιλα λιβάδια» σε βαθιά κόκκινα εδάφη, κλπ. Σε μελέτες όπως στο Βέρμιο ή την Πίνδο, παρατηρείται αύξηση δασικής κάλυψης και συνολική μείωση της έκτασης των ανωδασικών λιβαδιών.

• Απώλεια βιοποικιλότητας: Πολλά είδη φυτών, εντόμων και πτηνών που προσαρμόστηκαν σε παραδοσιακά λιβάδια (διατηρούμενα από τη βόσκηση) χάνουν τα ενδιαιτήματα τους. Αντίθετα, μπορεί να ευνοηθούν είδη γειτονικών οικοσυστημάτων ή και ακανθώδη είδη που επικρατούν λόγω έλλειψης βόσκησης (όρος Κυλλήνη, υψόμετρο 2100 μ. όπου τα ανοικτά «χιονόφιλα λιβάδια» καλύπτονται από είδη «αγκαθιών» (Eryngium, Carduus, Cirsium).

⁠ ⁠• Αύξηση κινδύνου πυρκαγιών: Η συγκέντρωση καύσιμης ύλης (νεκρή βιομάζα, πυκνή βλάστηση) οδηγεί σε μεγαλύτερη πιθανότητα εκδήλωσης και εξάπλωσης μιας πυρκαγιάς, και σε μεγαλύτερη συχνότητα και ένταση των πυρκαγιών, ιδίως σε περιαστικές ορεινές περιοχές. Η μείωση μετακινούμενης βόσκησης συνδέεται άμεσα με υψηλότερο κίνδυνο.

• Εδαφικές και υδρολογικές αλλαγές: Η μικρότερη ένταση βόσκησης ή η μη βόσκηση μπορεί αρχικά να μειώσει τη διάβρωση, αλλά μακροπρόθεσμα οδηγεί σε αλλαγές στη δομή του εδάφους και στην υδρολογία, λόγω πύκνωσης βλάστησης.

Αυτές οι αλλαγές είναι μέρος της ευρύτερης εγκατάλειψης της γης σε ορεινές Μεσογειακές περιοχές, με παρόμοια φαινόμενα σε Ισπανία, Ιταλία κ.α.

Κτηνοτροφία και εγκατάλειψη της υπαίθρου

Η κτηνοτροφία ήταν (και παραμένει σε μικρότερο βαθμό) πυλώνας διατήρησης του πληθυσμού σε ορεινές και μειονεκτικές περιοχές. Η παρακμή της κτηνοτροφίας επιταχύνει

α) την ερήμωση των χωριών,

β) τη μείωση των υπηρεσιών (σχολεία, ιατρεία) και

γ) την απώλεια πολιτιστικής κληρονομιάς (παραδοσιακές πρακτικές, προϊόντα,  μονοπάτια κοπαδιών-γιδόστρατες).

Από την άλλη πλευρά, η εγκατάλειψη της υπαίθρου κάνει την κτηνοτροφία λιγότερο βιώσιμη (έλλειψη εργατικών χεριών, αγορών). Πρόσφατες κινητοποιήσεις κτηνοτρόφων και οι συζητήσεις για τα προβλήματα της μετακινούμενης κτηνοτροφίας το επιβεβαιώνουν.

Ταυτόχρονα, η μικρότερη χρήση σημαίνει λιγότερη ή καθόλου συντήρηση των δρόμων πρόσβασης σε θερινές βοσκές, των μονοπατιών και των υποδομών (στάνες, πηγάδια) που κάποτε χρησιμοποιούνταν εντατικά. Με την εγκατάλειψη, η κίνηση μειώνεται, η φυσική φθορά αυξάνεται και οι δήμοι/κράτος έχουν λιγότερα κίνητρα (ή πόρους) για συντήρηση. Η κακή κατάσταση των δρόμων δυσκολεύει περαιτέρω την πρόσβαση των κτηνοτρόφων, των τουριστών, των δασικών ή/και άλλων υπηρεσιών του κράτους, επιταχύνοντας την απομόνωση περιοχών. Σε πολλές ορεινές περιοχές (Κυλλήνη-Ζήρεια, Πίνδος, Άγραφα κ.α.) αυτό είναι εμφανές, καθώς παλιά μονοπάτια έχουν χαθεί, λόγω κάλυψης από βλάστηση, δρόμοι έχουν φθαρεί χωρίς επισκευές.

Προοπτικές και λύσεις υπάρχουν

Η αναζωογόνηση της ορθολογικής εκτατικής/μετακινούμενης κτηνοτροφίας μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο

α) διαχείρισης του τοπίου και των επιμέρους οικοσυστημάτων,

β) πρόληψης των πυρκαγιών και ανάπτυξης της υπαίθρου.

Ορισμένες προτάσεις περιλαμβάνουν:

Εν κατακλείδι

Η μετακινούμενη κτηνοτροφία δεν είναι μόνο παραγωγική δραστηριότητα, αλλά και ένα ζωντανό στοιχείο των οικοσυστημάτων που έχει διαμορφώσει τα ελληνικά βουνά εδώ και αιώνες.

Η εγκατάλειψη της βόσκησης/κτηνοτροφίας δημιουργεί σημαντικά οικολογικά κενά που δεν καλύπτονται εύκολα και επέρχονται αρνητικές μεταβολές στη δομή και λειτουργία των φυσικών οικοσυστημάτων σε συνθήκες κλιματικής κρίσης.

♦-♦-♦

 

 

 

Exit mobile version