Site icon dasarxeio.com

Τραγικός θάνατος από πτώση πεύκου στο Ηράκλειο: θα κινητοποιήσει προς ένα «Εθνικό Σχέδιο Δράσης για τα Αστικά Δέντρα»;

Βραχυχίτωνας που έπεσε λόγω θυελλωδών ανέμων στην Οδό Σταδίου στις 3/12/2013, τραυματίζοντας ελαφριά διερχόμενο μοτοσυκλετιστή. Φωτό: ilias provopoulos

Αναστασιάδης Μιχάλης,
Γεωπόνος MSc, Προϊστ. Τμ. Πρασίνου Τ.Υ. ΕΚΠΑ, πρώην Τ.Υ. & Προϊστ. Περιβάλλοντος & Πρασίνου Δ. Σπάρτης.
Διαχειριστής κλειστής ομάδας επαγγελματιών (στο fb) «Ασφάλεια Λειτουργικών Δένδρων».

Το τραγικό γεγονός του θανάτου του 51χρονου Παναγιώτη Μητρέλου από πτώση πεύκου στο Ηράκλειο, έχει συγκλονίσει την κοινή γνώμη. Και έχει συνταράξει όλους όσοι με την εργασία τους διακονούν τα αστικά δέντρα. Ελπίζουμε αυτό το τραγικό γεγονός να οδηγήσει την ελληνική πολιτεία να ασχοληθεί επιτέλους έστω και λίγο σοβαρά με το θέμα «Αστικό Δέντρο».

Είναι βέβαιο ότι η Δικαιοσύνη θα διερευνήσει σε βάθος τα αίτια του δυστυχήματος και την απόδοση ευθυνών. Ελπίζουμε ότι τα φυσιολογικά αίτια που οδήγησαν στην απώλεια στατικότητας και την πτώση του δέντρου θα μπορέσουν να διαγνωστούν από τους κατάλληλους επιστήμονες, εφόσον τα σημαντικά πειστήρια (τμήματα κορμού πλησίον του λαιμού, λαιμός και ριζόμπαλα, χώρος γύρω από το ριζικό σύστημα, κλπ) διατηρηθούν ασφαλή για τους σχετικούς τεχνικούς ελέγχους.

Κρίνοντας από τον τρόπο πτώσης του δέντρου, θεωρούμε βέβαιο ότι θα διερευνηθούν μεταξύ άλλων και η τυχόν παλαιότερη αποκοπή στηρικτικών ριζών κατά τη διενέργεια τομών στο οδόστρωμα για τη διέλευση δικτύων, η πιθανότητα στραγγαλισμού του λαιμού του δέντρου από κυκλικές ρίζες (γνωστότατο πρόβλημα στατικότητας για όσους ασχολούνται με τα δέντρα) λόγω επιχώσεων ή άλλων κακών συνθηκών στο χώρο ανάπτυξης του ριζικού κόμβου, η τυχόν ανεύρεση και τυπολογική ταυτοποίηση σήψεων του λαιμού ή των κεντρικών ριζών και ποσοτικοποίηση του υπολειπόμενου ξύλου, κ.ά.

Πιθανόν η δικαστική διαδικασία να υπεισέλθει και στο ερώτημα εάν τα ανωτέρω αίτια θα μπορούσαν, και με ποιόν τρόπο, να είχαν διαπιστωθεί εγκαίρως. Εάν δηλαδή όντως υπήρχε η σχετική δυνατότητα αλλά και εμπειρία και τεχνολογία και με ποιους διαθέσιμους πόρους θα μπορούσε να είχε επιτευχθεί αυτό για κάθε δέντρο του Δήμου για το οποίο υπήρχε ενδιαφέρον διερεύνησης.

Αν και σε αντίστοιχες δικαστικές διαδικασίες χωρών «της Δύσης» πάντα τίθεται και το ερώτημα εάν το προϋφιστάμενο σύστημα ελέγχων των Αστικών Δέντρων ήταν επαρκές, δεν έχουμε τέτοια ελπίδα στην προκείμενη περίπτωση, λόγω του τρόπου που είναι δομημένο το ελληνικό νομικό και δικαιακό σύστημα. Και όμως, τούτο ακριβώς θα έπρεπε να είναι το κύριο ερώτημα που θα έπρεπε να απαντιέται μετά από τέτοια δυστυχήματα: «Είναι επαρκές το πρόγραμμα διαχείρισης των Αστικών Δέντρων μας; Τι πρέπει να διαφοροποιήσουν οι διαχειριστές αυτών ώστε τα Αστικά Δέντρα να είναι ταυτόχρονα επωφελή και πιο ασφαλή για τους πολίτες;».

Ο δημόσιος συγκλονισμός που προκάλεσε το συγκεκριμένο δυστύχημα οδήγησε σε πλειάδα δημοσιεύσεων στα ΜΜΕ και στα Κοινωνικά Δίκτυα, πολλές εκ των οποίων ήταν δυστυχώς άστοχες ή ατεκμηρίωτες. Άλλα δημοσιεύματα «δικαίωναν» τα (κάκιστα και για τη στατικότητα των δέντρων) αυστηρά κλαδέματα ως λύση που δήθεν θα έπρεπε να είχε εφαρμοστεί, άλλα «καταδίκαζαν» σε κοπή συλλήβδην όσα πεύκα έχουν περάσει μια συγκεκριμένη ηλικία, άλλα διέκριναν τα δέντρα σε «δασικά» και «αγροτικά» (λες και τα δέντρα υπακούν σε διαφορετικούς κανόνες φυσιολογίας αναλόγως του που φύονταν κατά τη συγκρότηση του νέου ελληνικού κράτους…), άλλα συνέχεαν την ενδεχόμενη ύπαρξη εμποδίου για λεωφορεία με την επικινδυνότητα του δέντρου, άλλα ζητούσαν επιτακτικά τη θανάτωση όποιου δέντρου τους φαινόταν ψηλό και …κουνιόταν στον άνεμο ή όποιου δέντρου είχε κουφάλα, κοκ. Όλα αυτά, αν και λανθασμένα, είναι εν πολλοίς αναμενόμενα λόγω της άγνοιας και της ελλιπούς ενασχόλησης στη χώρα μας με τα Αστικά Δέντρα.

Σε όλες τις αναπτυγμένες και σε πολλές αναπτυσσόμενες χώρες (αλλά όχι ακόμα στην Ελλάδα), έγινε συνείδηση τα τελευταία 20 – 50 χρόνια ότι το επιστημονικό αντικείμενο των Αστικών Δέντρων, δηλαδή όσων δέντρων αναπτύσσονται σε περιβάλλον με έντονες ανθρώπινες δραστηριότητες, έχει τόσο σημαντικές ιδιαιτερότητες που το καθιστούν διακριτό. Ένα σημαντικό κομμάτι της «ιδιαιτερότητας» του αντικειμένου, είναι η ανάγκη να επιτυγχάνεται ο εξής διττός στόχος της ύπαρξης των Αστικών Δέντρων: αφενός να ευημερούν και να μακροημερεύουν σύμφωνα με τη φυσιολογία τους ώστε να προσφέρουν στην ανθρώπινη κοινωνία, αφετέρου να είναι ασφαλή για τους ανθρώπους με τους οποίους συμβιώνουν.

Έτσι, παγκοσμίως το επιστημονικό αντικείμενο των Αστικών Δέντρων αποτελεί μια «γέφυρα» που αξιοποιεί διάφορες επιστήμες και τεχνικές γνώσεις της Γεωπονίας και Δασολογίας: Βιολογία φυτών (συμπεριλαμβανόμενων Μορφολογίας, Ανατομίας, Φυσιολογίας, Βοτανικής ταξινόμησης), Φυτοκοινωνιολογία, Μικροβιολογία – Μυκητολογία – Φυτοπαθολογία, Εντομολογία – Ζωολογία, Εδαφολογία, Μετεωρολογία, Ιδιότητες ξύλου, Μηχανική: αντοχή υλικών & αεροδυναμική, Τεχνικές έργων διαμόρφωσης τοπίου – Landscaping, Μηχανήματα – εργαλεία – μέσα ατομικής προστασίας κηποτεχνίας & δασοκομίας, κ.ά. Οι επαγγελματίες που διαχειρίζονται Αστικά Δέντρα είναι γεωπόνοι, δασολόγοι, κ.ά. και έχουν οργανωθεί σε κάθε κράτος διακριτά, ως Δενδροκόμοι. Αυτές οι επαγγελματικές τους οργανώσεις παράγουν κλαδικά Πρότυπα και Προδιαγραφές. Τα ερευνητικά ιδρύματα διεξάγουν εξειδικευμένες σχετικές ερευνητικές εργασίες. Οι κλαδικοί φορείς και τα ερευνητικά ιδρύματα εκπαιδεύουν χειριστές και διαχειριστές Αστικών Δέντρων, οι οποίοι διαπιστεύονται μέσα από θεσμοθετημένες διαδικασίες πιστοποίησης. Και τα κράτη ή δημόσιοι φορείς έχουν θεσπίσει ειδικές κανονιστικές διατάξεις ή νόμους που άπτονται του Αστικού Δέντρου σε όλον τον κύκλο ζωής του, από το σπόρο ως τη διαχείριση του νεκρού. Στόχος όλου αυτού του πλαισίου, παντού, είναι η επίτευξη του «διττού στόχου» που προαναφέρθηκε.

Στην Ελλάδα ελάχιστα από τα παραπάνω έχουν γίνει έως τώρα. Τούτο το κείμενο συντάσσεται με την ελπίδα ότι ο πρόσφατος αδόκητος και τραγικός θάνατος θα κινητοποιήσει τους φορείς (όπως το Γεωτεχνικό Επιμελητήριο ΓΕΩΤΕΕ, την ΚΕΔΕ, κ.ά.) και την πολιτεία να ασχοληθούν με το ζήτημα Αστικό Δέντρο για την επίτευξη του «διττού στόχου».

Παρά την ένταση που είναι διάχυτη σήμερα, δυστυχώς η ιστορία μας δείχνει ότι είναι φρόνιμο να μην είμαστε πολύ αισιόδοξοι για θετικές αλλαγές στο μέλλον. Αν και δεν είναι συχνά τέτοια περιστατικά και δυστυχήματα, δηλαδή που να έχουν συμβεί χωρίς προειδοποίηση και χωρίς να επικρατούν έντονα καιρικά φαινόμενα, τούτο δεν είναι το πρώτο που γίνεται στη χώρα μας (και, να σημειωθεί, έχουν συμβεί και συμβαίνουν σε όλες τις χώρες – δεν αποτελούμε εξαίρεση). Μια καταγραφή βάσει των σχετικών δημοσιευμάτων, των πιο σοβαρών περιπτώσεων στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, είναι η εξής:

  1. Στις 16/8/2010, στον περίβολο της Παναγίτσας στο Κιάτο (σε χώρο ευθύνης της Εκκλησίας), κατά τη διάρκεια εκδήλωσης, έπεσε μεγάλος βραχίονας Πεύκου, τραυματίζοντας πολύ σοβαρά ένα έφηβο κορίτσι.
  2. Στις 27/7/2014, στην πλατεία των Κομποτάδων Λαμίας, έπεσε τμήμα μεγάλου ιστορικού Πλάτανου, σκοτώνοντας ένα παιδί.
  3. Στις 9/7/2016, στον επαρχιακό δρόμο Άργους-Κουτσοποδίου, έξω από το Άργος, έπεσε βραχίονας μεγάλου Ευκαλύπτου, σκοτώνοντας διερχόμενο μοτοσυκλετιστή. Και, τέλος,
  4. Στις 18/8/2022, στη Λεωφόρο Δημοκρατίας στο Ηράκλειο, έπεσε μεγάλο Πεύκο, σκοτώνοντας τον άτυχο σταθμευμένο μοτοσυκλετιστή.

Αυτή είναι μάλλον και η συνολική αποτίμηση θανάτων από αιφνίδιες πτώσεις δέντρων και τμημάτων τους σε συνθήκες καλοκαιρίας, τα τελευταία 12 χρόνια στην Ελλάδα. Οι μαθηματικές, στατιστικές, πιθανότητες θανάτου είναι εξαιρετικά μικρές σε σύγκριση με οποιονδήποτε άλλον φυσικό κίνδυνο: 0,25 απώλειες στα 10 εκατομμύρια πληθυσμού ανά έτος. Αυτή η διαπίστωση ίσως είναι χρήσιμη για να προστατεύσει τα Αστικά Δέντρα από άσκοπη σφαγή σαν αντίδραση στο πρόσφατο δυστύχημα όμως καθόλου δεν παρηγορεί ούτε τους οικείους των θυμάτων ούτε τους πολίτες ούτε όσους διακονούν τα αστικά δέντρα. Η ανθρώπινη «αντίληψη της διακινδύνευσης» (risk perception) δεν έχει σχέση μόνο με το μέγεθος των απωλειών αλλά και με ποιοτικά στοιχεία του κινδύνου, όπως το αν η πηγή του κινδύνου θεωρείται άγνωστη ή ανεξέλεγκτη.

Σε όλες τις αναπτυγμένες χώρες –πλην Ελλάδας- έχει αποτελέσει μέλημα της πολιτείας η μέριμνα για τη θέσπιση ενός συγκροτημένου πλαισίου συνολικής διαχείρισης των Αστικών Δέντρων, μέσω του οποίου ο κίνδυνος αυτός να περιορίζεται, να καταστεί λιγότερο ανεξέλεγκτος.

Αντίθετα, στην Ελλάδα, υπάρχουν ελάχιστες διάσπαρτες διατάξεις ή θεσπίσεις, που συχνά είναι αδόκιμες ή θεσπισμένες από ανθρώπους που δεν γνωρίζουν τίποτα για τα Αστικά Δέντρα, και οι οποίες συνολικά οδηγούν σε μία κατεύθυνση ταχείας υποβάθμισης του υπάρχοντος πληθυσμού και αύξησης του κινδύνου των υφιστάμενων δέντρων.

Οι δε Δήμοι, που είναι οι μεγαλύτεροι (αλλά σε καμία περίπτωση οι μόνοι) διαχειριστές Αστικών Δέντρων, πορεύονται στο ζήτημα μόνο βάσει της τυχόν εμπειρίας που έχει αποκτηθεί σε βάθος χρόνου εντός του Δήμου, με πρακτικά μηδαμινή υποστήριξη ή καθοδήγηση από την πολιτεία ή άλλους φορείς. Ακόμα και στους Δήμους με οργανωμένη διακριτή υπηρεσία πρασίνου (κάτι μειοψηφικό στους 325 Δήμους της χώρας), η υποχρηματοδότηση και υποστελέχωση σε σχέση με τις ανάγκες είναι κανόνας χωρίς εξαίρεση. Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά τη μεταρρύθμιση του «Καλλικράτη», στη δημοσιευμένη καταγραφή που έκανε η ΚΕΔΚΕ περί επάρκειας διαφόρων ειδικοτήτων προσωπικού, δεν περιέλαβε καν το γεωτεχνικό προσωπικό – προφανώς η Ένωση των Δήμων δεν αντιλαμβανόταν το 2010 τη σημασία του Αστικού Πρασίνου!

Σε αυτές τις συνθήκες, και χωρίς θεσμική καθοδήγηση και στήριξη, οι υπεύθυνοι για το Πράσινο οι οποίοι διαχειρίζονται Αστικά Δέντρα γνωρίζουν ότι κάθονται σε «ηλεκτρική καρέκλα». Διότι αυτά που λείπουν από μία σύγχρονη, «αξιοπρεπή» οργάνωση της διαχείρισης των Αστικών Δέντρων, είναι… σχεδόν τα πάντα.

Ένα πλήρες πλαίσιο, ένα «Εθνικό Σχέδιο Διαχείρισης Αστικών Δέντρων», θα έμοιαζε με αυτό που υπάρχει π.χ. για τις οδούς, δηλαδή να έχει θεσπίσει ή υιοθετήσει το κράτος διατάξεις για το πώς α) μελετάς, β) φτιάχνεις ή εμπορεύεσαι τα υλικά,  γ) κατασκευάζεις (φυτεύεις, κλπ), δ) προστατεύεις από αλλότριες επεμβάσεις, ε) ελέγχεις την κατάσταση από πλευράς υγείας και ασφάλειας, στ) διαχειρίζεσαι (συντηρείς, βελτιώνεις την κατάσταση, κλπ) και, τέλος, ζ) διαχειρίζεσαι τα φυτικά υπολείμματα και τα νεκρά Αστικά Δέντρα.

Τέτοια πλαίσια υπάρχουν σχεδόν σε όλες τις χώρες που θεωρούμε ισότιμες. Ο λόγος βέβαια είναι ότι τα Αστικά Δέντρα είναι τα πιο πολύτιμα στοιχεία του «αστικού εξοπλισμού»: ωφελούν ποικιλότροπα την κοινωνία, συνεισφέροντας ακόμα και σε οικονομικούς όρους πολλά περισσότερα από όσα απορροφούν. Είναι οι μόνες επενδύσεις στις πόλεις, των οποίων η αξία (όπως και να υπολογιστεί αυτή) όσο μεγαλώνουν αυξάνεται αντί να μειώνεται. Και είναι τα μοναδικά στοιχεία των αστικών αναπλάσεων και εξωραϊσμών που -υπό την προϋπόθεση της ορθής διαχείρισης- μπορούν να είναι κλιματικά θετικά (δηλαδή στον κύκλο ζωής τους να δεσμεύονται περισσότερα αέρια θερμοκηπίου απ’ όσα απελευθερώνονται).

Στην Ελλάδα όμως, λείπουν βασικά πράγματα, όπως:

Θα έλεγε κανείς ότι η ύπαρξη θανατηφόρων δυστυχημάτων θα κινητοποιούσε την πολιτεία να μεριμνήσει για τη συντονισμένη επίλυση τουλάχιστον κάποιων από τα παραπάνω.

Κάτι που βέβαια θα απαιτούσε χρόνια για να ολοκληρωθεί. Αλλά που θα μπορούσε να ξεκινήσει, φερειπείν, με τη θέσπιση ενός θεσμικού πλαισίου ενθάρρυνσης και παροχής κατευθύνσεων και συνεργασίας με τους σχετικούς με το ζήτημα φορείς (αυτό είναι που παρατηρείται παγκοσμίως: πολλά από τα παραπάνω ζητήματα δεν τα αναλαμβάνει το κράτος αλλά οι ενδιαφερόμενοι φορείς, με την ενεργητική υποστήριξη και ενθάρρυνση του κράτους).

Όμως η μοναδική γνωστή πολιτειακή αντίδραση από όλα τα ανωτέρω δυστυχήματα, προκλήθηκε από τον θάνατο στο Άργος το 2016. Συγκεκριμένα, ο βουλευτής Αργολίδας Ι. Ανδριανός κατάθεσε στη Βουλή την υπ’ αριθ. 6928/12-07-2016 ερώτηση, προς 4 Υπουργεία, ρωτώντας: «Με ποιες συγκεκριμένες ενέργειες θα σχεδιαστεί άμεσα η συνολική συντονισμένη αντιμετώπιση του κινδύνου ατυχημάτων από την πτώση κλαδιών δέντρων με κοινές κατευθυντήριες γραμμές… για να αποφευχθούν στο μέλλον ανάλογα τραγικά γεγονότα…;» Η απάντηση της πολιτείας ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτη: τα Υπουργεία Περιβάλλοντος, Μεταφορών & Δικτύων, καθώς και το Αγροτικής Ανάπτυξης, δήλωσαν αναρμόδια. Το Υπουργείο Εσωτερικών απάντησε ότι αναμένει στοιχεία από την Αποκεντρωμένη Διοίκηση. Και κάπου εκεί ολοκληρώθηκε η συντονισμένη (μη) «αντιμετώπιση του κινδύνου» από το κράτος.

Το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια παρατηρούμε σωρεία ακραίων και κακών «κλαδεμάτων» (ακρωτηριασμών) που γνωρίζουμε ότι θα οδηγήσουν με βεβαιότητα σε ασθένειες των δέντρων και αύξηση του κινδύνου, ίσως σχετίζεται με αυτήν την συντονισμένη μη-αντιμετώπιση από το κράτος.

Είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς εάν είναι «έξω από τον χορό» πόσο δεν ασχολείται η ελληνική πολιτεία με το Αστικό Δέντρο. Αυτό πιθανώς να μπορεί να αποδοθεί κυρίως σε 2 παράγοντες:

Ίσως αυτό το 3o θανατηφόρο δυστύχημα που έγινε την τελευταία 12ετία, κινητοποιήσει τους φορείς και την πολιτεία. Τα τελευταία χρόνια κάτι κινείται στην κατεύθυνση αυτή, χωρίς όμως να είναι επαρκές.

Μόλις πρόσφατα, το 2021, η Π.Ε.Ε.Γ.Ε.Π. (Πανελλήνια Ένωση Επαγγελματικών Γεωτεχνικών & Επιχειρήσεων Πρασίνου) που είναι ο δραστήριος συλλογικός φορέας των απασχολούμενων με το αστικό πράσινο γεωπόνων & δασολόγων, εντάχθηκε ως μέλος στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Δενδροκομίας (European Arboricultural Council – EAC), τον συλλογικό φορέα Δενδροκόμων στην Ευρώπη. Και έχει διοργανώσει μια σειρά από σχετικές με το Αστικό Δέντρο ημερίδες και σεμινάρια.

Από την άλλη πλευρά, το Γεωτεχνικό Επιμελητήριο (ΓΕΩΤΕΕ) -το οποίο ας μην ξεχνάμε ότι είναι ΝΠΔΔ που εποπτεύεται από το ΥπΑΑΤ- μένει να αφυπνιστεί από τη θεσμική αμηχανία που φαίνεται να του προκαλεί το θέμα των Αστικών Δένδρων και το Αστικού Πρασίνου εν γένει, ως αντικείμενο το οποίο ναι μεν ασκούν επαγγελματικά πάρα πολλά μέλη του (Γεωπόνοι & Δασολόγοι) αλλά δεν εντάσσεται ως αρμοδιότητα σε κανένα Υπουργείο από αυτά με τα οποία παραδοσιακά συνεργάζεται στενά. Αποτέλεσμα αυτής της αμηχανίας είναι κάποια παρατηρούμενα φαινόμενα υφαρπαγής οικονομικού αντικειμένου από τεχνικούς που δεν κατέχουν καθόλου το γνωστικό αντικείμενο (π.χ. εκθέσεις επικινδυνότητας δέντρων από μηχανικούς, μία παγκόσμια πρωτοτυπία που υπερβαίνει τα όρια του «ακραίου»). Είναι όμως το ΓΕΩΤΕΕ ο κύριος θεσμικός επιστημονικός (και, ιδιαίτερα, διεπιστημονικός) φορέας που μπορεί να συνεισφέρει στην θωράκιση του αντικειμένου στη χώρα. Έχει τη δυνατότητα και τα μέσα, μπορεί να κινητοποιηθεί στην κατεύθυνση ενός «Εθνικού Σχεδίου Δράσης για τα Αστικά Δέντρα».

Το ίδιο ισχύει και για την ΚΕΔΕ, που έχει και αρμοδιότητα και δυνατότητα κινητοποίησης για το ζήτημα της ορθολογικής, συνολικής, διαχείρισης των Αστικών Δέντρων ευθύνης των Δήμων. Τα οποία άλλωστε είναι «κλειδί» για την ποιότητα ζωής των πολιτών και ιδιαίτερα ενόψει της ανάγκης να επιτευχθούν κλιματικά φιλικές και θερμικά άνετες πόλεις στον αιώνα της κλιματικής κρίσης.

Από τη μεριά του, ο κάθε Δήμος (ιδιαίτερα οι ελάχιστοι με στιβαρές υπηρεσίες πρασίνου), έχει τη δυνατότητα να προχωρήσει με όποιον τρόπο έχει διαθέσιμο στην καλύτερη διαχείριση των αστικών του δέντρων. Για παράδειγμα με την ανάπτυξη «Δενδρολογίων», με την αποφυγή κλαδεμάτων ακρωτηριασμού των δέντρων ευθύνης του (που οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια σε ασθένειες, επικινδυνότητα, θανάτους δέντρων, αύξηση των θερινών θερμοκρασιών, μείωση της ποιότητας ζωής των πολιτών), με τη θέσπιση κανόνων προστασίας των ριζών κατά τη διενέργεια τομών στις οδούς, με τη θέσπιση μελετημένων Κανονισμών Πρασίνου, κ.ά. Οι δυνατότητες αυτενέργειας της Τοπικής Αυτοδιοίκησης είναι μεγάλες, όσο και αν απουσιάζει παντελώς η σχετική παροχή κατευθύνσεων και οδηγιών από την πολιτεία…

Η πολιτεία; Είναι τέτοια η αμηχανία μας μπροστά στην παλαιότερη δήλωση «αναρμοδιότητας» των Υπουργείων, που δεν ξέρουμε σε τι να ελπίζουμε. Το ελάχιστο που θα μπορούσε να γίνει, είναι η σύσταση ενός ειδικού για το ζήτημα του Αστικού Πρασίνου γραφείου στο Υπ. Εσωτερικών (όπως υπάρχει για τις Παιδικές Χαρές), κατάλληλα στελεχωμένου με επαρκές τεχνικά και επιστημονικά γεωτεχνικό προσωπικό, ώστε να αρχίσει κάπως να συντονίζεται το κράτος με την τοπική αυτοδιοίκηση.

Εάν κάποιος ενδιαφερθεί «εκεί στα υψηλά κλιμάκια», ελπίζουμε το παρόν κείμενο να αποτελέσει χρήσιμο βοήθημα ως προς το τι χρειάζεται να γίνει. Και, σε κάθε περίπτωση, μία υπόδειξη ότι παρήλθε προ πολλού ο χρόνος της αδράνειας.

 

*το άρθρο εκφράζει τις προσωπικές απόψεις του αρθρογράφου και δεν δεσμεύει τον φορέα στον οποίο εργάζεται.

————❖❖❖————

Exit mobile version