Site icon dasarxeio.com

Κριτική ανάλυση της υπηρεσιακής αναφοράς (lâyiha, 1861) του Οθωμανού δασικού υπαλλήλου Οσμάν Ραγίπ Εφέντι για τις δασικές καταστροφές στη Λέσβο

Νίκος Χρυσάφης,
Πολιτικός Μηχανικός ΤΕ
Γεωγράφος, MSc GIS
Υπάλληλος Δ/νσης Δασών Λέσβου

Περίληψη
Η lâyiha (η υπηρεσιακή αναφορά) του Οσμάν Ραγίπ (1861) (δασικός υπάλληλος/γραφειοκράτης που το 1861 συνέταξε αναφορά και χάρτη για το δάσος της Λέσβου) δείχνει πώς η διοίκηση εγκαθιστά κρατική αναγνωσιμότητα και χρονική διακυβέρνηση των ροών μέσω μετρήσεων, απογραφών και χαρτογράφησης, τοποθετώντας τον έλεγχο στα στόμια ρευστοποίησης και στις μικρο-υποδομές (μονοπάτια/δρόμοι, μόλοι/λιμενίσκοι, αποβάθρες, τελωνεία, αποθήκες, ελαιοτριβεία, καμίνια πίσσας). Ο χάρτης δεν συνοδεύει απλώς την αναφορά αλλά οργανώνει καθεστώτα πρόσβασης με επιλεκτική ορατότητα, διαπερατότητες και τριβές, προκρίνοντας ιεράρχηση πρόσβασης, στοχευμένες επισκευές και τελωνειακή θωράκιση έναντι γενικευμένης οδοποιίας. Σε θεωρητικό επίπεδο, η ανάλυση ερείδεται στην παραγωγή του χώρου, την κρατική αναγνωσιμότητα, τη συμπίεση χώρου–χρόνου, τη χρονική διακυβέρνηση και τη θεσμική ασάφεια, με τη διαπερατότητα/τριβές ως μηχανισμούς ρύθμισης. Το πλαίσιο θεώρησης είναι της Κριτικής Γεωγραφίας και της Πολιτικής Οικολογίας, με έμφαση στην κρατική αναγνωσιμότητα, την παραγωγή του χώρου, τη χρονική διακυβέρνηση και τη θεσμική ασάφεια. Για το σήμερα προτείνεται δικαιοκρατική χαρτογράφηση με διπλή εγγραφή (νομική και μορφολογική), on-map lineage, ρητή δήλωση αβεβαιοτήτων και θεσμοθετημένα παράθυρα ελέγχου/διόρθωσης, ώστε ο χάρτης να λειτουργεί ως τεκμηριωμένη διοικητική πράξη με λογοδοσία. Το ζεύγος χάρτης–αναφορά συνιστά πρακτικό σχήμα κόμβοι/υποδομές–ρυθμοί–τεκμήρια για αναγνώσιμες, ρυθμίσιμες και βιώσιμες ροές.

Λέξεις-κλειδιά: Κριτική Γεωγραφία, Πολιτική Οικολογία, κρατική αναγνωσιμότητα (state legibility), χρονική διακυβέρνηση, παραγωγή του χώρου, επιλεκτική ορατότητα, καθεστώτα πρόσβασης, δασικοί χάρτες, δικαιοκρατική χαρτογράφηση, on-map lineage, δάσος πεύκης, Λέσβος-Δάσος της Λέσβου, Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Εισαγωγή

Μετά τον Κριμαϊκό Πόλεμο (1853–1856) και την Συνθήκη των Παρισίων (1856), η Οθωμανική Αυτοκρατορία εξέρχεται οικονομικά εξαντλημένη και ιδιαίτερα εξαρτημένη από τον εξωτερικό δανεισμό (Gümüş, 2018). Η πρόσβαση της σε πίστωση συνδέεται με ιδιαίτερα δυσμενείς όρους, οι οποίοι περιλαμβάνουν δημοσιονομική επιτήρηση, τυποποίηση εσόδων, συστηματικές απογραφές, κτηματολογικές εγγραφές και τελωνειακά βιβλία, καθώς και δέσμευση κρίσιμων εσόδων και υποδομών, όπως οι σιδηρόδρομοι, ώστε να εξασφαλίζεται η «ομαλή» κυκλοφορία του εμπορίου. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το Tanzimat II (İnalcık και Quataert, 2008) επιδιώκει τη συγκρότηση καθεστώτος ποσοτικοποίησης, μέσω της ενίσχυσης του κεντρικού ελέγχου, της εισαγωγής θεσμών εμπνευσμένων από ευρωπαϊκές πρακτικές και της καθιέρωσης «επιστημονικών» τρόπων διαχείρισης των φυσικών πόρων. Το 1857 ιδρύεται στην Κωνσταντινούπολη η Σχολή Δασικών Μηχανικών (Şendi, 2015) με εμφανή γαλλική επιρροή και τη συμβολή του πολύ καλά αμειβόμενου από την Υψηλή Πύλη Louis Tassy (Tassy, 1869), εντεταλμένου της Β΄ Γαλλικής Αυτοκρατορίας. Ανάμεσα στους πρώτους εννέα γαλλόφωνους αποφοίτους της συγκαταλέγεται ο Οσμάν Ραγίπ Εφέντι.

Ο Ραγίπ είχε ήδη θητεύσει στο Μεταφραστικό Γραφείο της Υψηλής Πύλης (Tercüme Odası), θεσμό που ιδρύθηκε το 1821 για να υποκαταστήσει τους Φαναριώτες δραγουμάνους και να οργανώσει την επίσημη μετάφραση της διπλωματικής αλληλογραφίας. Με το διττό του υπόβαθρο, αφενός ως μεταφραστής  ιδεών και αφετέρου ως τεχνικός των δασικών πόρων αναδεικνύεται σε προνομιακό φορέα του πνεύματος του Τανζιμάτ, εκεί όπου η πολιτική γλώσσα συναντά τη γλώσσα της μέτρησης. Ως τυπικό διοικητικό έγγραφο, το κείμενο δηλώνει ρητά την υπηρεσιακή του υποβολή: «Midillüde çam ormanına dair lâhiyayı kemineleridir» («είναι η ταπεινή μου αναφορά για το πευκοδάσος της Μυτιλήνης») και «Fi 19 Ramazan sene 1278 / Osman Ragıb / Anı hülâsasa … tercüme Bab-ı Âli ve memur-u muharrer Cezire-yi Midüllü», όπου πιστοποιείται η διαβίβαση προς «Bab-ı Âli» (Υψηλή Πύλη) και η υπογραφή του «υπαλλήλου» της Νήσου Μυτιλήνης.

Η αποστολή του Οσμάν Ραγίπ στη Λέσβο (1861) δεν είναι τυχαία. Το νησί διαθέτει εκτεταμένα πευκοδάση, μια ελαιοκαλλιέργεια κυρίαρχη στην ενδοχώρα και καίριους κόμβους μεταφόρτωσης σε Μυτιλήνη, Σάρλιτζα (Λ. Θερμής), Καλλονή, Γέρα, που αρθρώνουν τις νησιωτικές ροές με τα μεγάλα αστικά κέντρα του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου. Φέρει, επιπλέον, ισχυρή ιδιοκτησιακή μνήμη που περιπλέκει τον κρατικό έλεγχο. Στην §5 lâyiha[1] (αναφορά) μνημονεύεται παλαιά παραχώρηση δικαιωμάτων προς τους κατοίκους («ανταμοιβή», «παράδοση με συναίνεση»), αφήγηση που τροφοδοτεί προνομιακές ερμηνείες πλήρους ιδιοκτησίας (mülk) έναντι miri.

Το άρθρο θέτει τρία ερευνητικά ερωτήματα που ορίζουν το πλαίσιο της ανάγνωσης και θεώρησης του ιστορικού ντοκουμέντου. Πρώτον, διερευνά με ποιους μηχανισμούς μέτρησης, χαρτογράφησης και λογιστικής ο Οσμαν Ραγιπ και ίσως και η γραφειοκρατία της ύστερης περιόδου του Τανζιμάτ ΙΙ παράγει κρατική αναγνωσιμότητα (Scott, 2020) και χρονική διακυβέρνηση των ροών[2]. Δεύτερον, εξετάζει πώς η επιλεκτική ορατότητα (Harley κ.ά., 1992) του χάρτη, μέσω κόμβων, διαπερατότητας και τριβών[3], συγκροτεί καθεστώτα πρόσβασης και αξίας και ποιες συνέπειες έχει αυτό για το σύγχρονο ιδιοκτησιακό και για τους δασικούς χάρτες σε μη δορυάλωτες περιοχές, με ρητή τεκμηρίωση και ιχνηλασιμότητα προέλευσης δικαιωμάτων επί χάρτη (Ελευθεριάδης, 1915), (Καπετάνιος, 2016). Τρίτον, αναλύει πώς η δυναμική του δασικού υποβάθρου, με έμφαση στη μεσαία κλάση του αποθέματος, θεμελιώνει ένα σχήμα αρχών κόμβων, ρυθμών και τεκμηρίων που εναρμονίζει τις διοικητικές ρυθμίσεις με τους οικολογικούς κύκλους και αντιμετωπίζει τις μεταβολές της φύσης ως δυναμική κατάσταση (Swyngedouw, 2020), (Heynen κ.ά., 2008), (Henri Lefebvre και Michael J. Enders, 1976).

Η αναφορά του 1861 με τον συνοδευτικό χάρτη δεν περιορίζεται στην περιγραφή, αλλά παράγει τον χώρο ως διοικητικό αντικείμενο αλλά και ως παλίμψηστο μνήμης, δικαιωμάτων και χρήσεων. Συνδέει τις εθιμικές κατοχές, τα βακουφικά ίχνη και τις κοινοτικές πρακτικές με τους διοικητικούς μηχανισμούς καταγραφής και επιτήρησης, ορίζει όρια και στόμια των ροών και εγκαθιδρύει καθεστώς κρατικής αναγνωσιμότητας και ρυθμιζόμενης πρόσβασης. Πίσω από τους αριθμούς των τιμών και των ποσοστήτων, διακρίνεται η συστηματική προσπάθεια συγχρονισμού του χρόνου της φύσης με τον χρόνο της αγοράς, ενώ η χαρτογράφηση λειτουργεί ως μηχανισμός χρονικής διακυβέρνησης των ροών και συμπίεσης χώρου–χρόνου.

Στο υπόβαθρο ενεργούν οι κατηγορίες γαιών του οθωμανικού δικαίου: miri (κρατική γη με δικαίωμα κατοχής και εκμετάλλευσης), mülk (πλήρης ιδιωτική κυριότητα), vakıf (βακουφικές αφιερώσεις), metrûke (κοινοχρησία ή δημόσια χρήση), mevât (άγονες ή «νεκρές» γαίες). Δεν πρόκειται για τυπικούς όρους ενός κώδικα, αλλά για πλέγματα κανόνων πρόσβασης που μεταφράζονται σε μονοπάτια και μόλους, σε τελωνειακά μητρώα και συμβόλαια πίστωσης πάνω στο ελαιόλαδο. Έτσι, η Λέσβος λειτουργεί ως εργαστήριο στο οποίο γραφή, χαρτογράφηση και λογιστική συγκροτούν τεχνολογίες εξουσίας.

Υιοθετούμε εννοιολογικές συνεισφορές από το GIS και το ιστορικό HGIS που αφορούν τη χρονική στρωμάτωση του τοπίου, την κρατική αναγνωσιμότητα και την τεκμηρίωση προέλευσης επί χάρτη. Η εμπειρική εφαρμογή και τα πρωτογενή δεδομένα εξετάζονται σε χωριστή μελέτη και δεν αποτελούν αντικείμενο του παρόντος (Gregory, DeBats, και Lafreniere, 2020).

Σημείωση προέλευσης: Η θεματική αναδιάταξη που ακολουθεί αφορά αποκλειστικά τη δευτερογενή αφήγηση και δεν αλλοιώνει το πρωτότυπο. Η lâyiha του Οσμάν Ραγίπ παρουσιάστηκε στο 5ο Διεθνές Μεσογειακό Συνέδριο (Μερσίνη, 13–14 Ιανουαρίου 2024) από την Arzu Baykara Taşkaya (Πανεπιστήμιο Dumlupınar), με τίτλο Osmanlı’da orman yıkımına örnek: 1861 yılı Midilli Adası orman memuru Osman Ragıp Efendi’nin ada hakkındaki lâhiyası. Το πρωτότυπο προέρχεται από τον φάκελο του Meclis-i Vâlâ των Οθωμανικών Αρχείων της Τουρκικής Προεδρίας (T.C. Cumhurbaşkanlığı Devlet Arşivleri Başkanlığı – BOA), σειρά MVL: BOA, MVL 788/13. (Baykara Taşkaya, 2024)[4]

Με αυτή την αφετηρία, παρουσιάζεται ως ενιαίο σώμα το κείμενο του 1861 μαζί με τα δύο συμπληρώματα και αναλύεται το υλικό από την απογραφή και τις μικρογεωγραφίες πρόσβασης έως τον «κύκλο του λαδιού» και τα καθεστώτα θεσμικής ασάφειας, ώστε να φανεί πώς ο δασικός χώρος της Λέσβου επανεγγράφεται στη γλώσσα της διοίκησης.

Υγεία και κλίμα

Η υγεία δεν προσεγγίζεται αφηρημένα από το Ραγίπ, αλλά «χαρτογραφείται» σε συγκεκριμένους οικιστικούς πυρήνες και ρέματα. Η αναφορά, λειτουργεί ως επιτελεστική γραφή του Τανζιμάτ. Η ποσοτικοποίηση και η χαρτογράφηση των δασικών αποθεμάτων συνδυάζονται με υγειονομικές ορθολογικότητες όπως ελονοσία, έλη και  αποστραγγίσεις και συγκροτούν καθεστώς γνώσης και ελέγχου που αναδιοργανώνει τον χώρο και νομιμοποιεί νέες μορφές κρατικής κυριαρχίας. Η χωρική συνάρτηση υποδομών, καθημερινών πρακτικών και περιβαλλοντικών ρυθμών καταγράφεται σε χάρτες, κατάστιχα και μετρήσεις. Με αυτό τον τρόπο υπάγεται σε κανόνες, επιτήρηση αλλά και ιεράρχηση.

«Οι επαρχίες γύρω από τη Μυτιλήνη είναι γενικά υγιείς, αλλά συγκεκριμένα στα χωριά Kuliye [Καλλονή], Aydos [Αρίσβη] και Pire [Πύρρα] η ελονοσία αποτελεί διαρκές πρόβλημα…» [§1]. Η «Kuliye» αποτελείται από «Yedipade Karyesi» (Επτά Οικισμούς: Αχερώνη, Σκ. Καλλονής, Αριανά, Παπιανά, Κεράμι, Δάφια, Αρίσβη) με αποστάσεις «10–15 λεπτών» εγγύτητα που ευνοεί γρήγορες ροές (και κινδύνους). Στο κεντρικό χωριό «Ekerune» οι συνθήκες υγιεινής είναι επιβαρυμένες (ανοικτοί υπόνομοι, λάσπη). «Έχουν γίνει αυστηρές προειδοποιήσεις στους κατοίκους για καλύτερη οργάνωση και καθαριότητα, ενώ η τοπική κυβέρνηση έχει ενημερωθεί για την ανάγκη βελτίωσης της κατάστασης».[§1].

Σε αντιδιαστολή, το δάσος προβάλλει ως τόπος υγείας με «ατμόσφαιρα… ευχάριστη και υγιής». Παρά τους ισχυρούς ανέμους, «το δάσος προστατεύεται  λόγω προσανατολισμού (Δ–ΝΔ)». Οι «Βροχές διαρκούν από αρχές Οκτωβρίου έως μέσα Απριλίου και το χιόνι είναι σπάνιο» [§7]. Η αντίθεση ανάμεσα στην παθολογία κοιλάδων και στην υγεία των ορεινών περιοχών τεκμηριώνει την εισήγηση του Ραγίπ για τις ζωνοποιήσεις και την προτεραιοποίηση των έργων.

Για τον Ραγίπ η υγεία δεν είναι παρέκβαση αλλά προϋπόθεση της κυκλοφορίας ανθρώπων και υλικών. Οι θερινές εξάρσεις ελονοσίας αναστέλλουν εργασίες και μεταφορές, κλείνουν περάσματα και μειώνουν τα έσοδα για τους κατοίκους και το οθωμανικό ταμείο. Η υγειονομική οπτική παρέχει στη διοίκηση νομιμοποίηση για έγκαιρες και χαμηλού κόστους παρεμβάσεις όπως αποστραγγίσεις, καθαρισμοί, έλεγχος αποβλήτων και χρονική διακυβέρνηση των ροών, ώστε οι κόμβοι να παραμένουν ανοιχτοί και να διασφαλίζεται η συνέχεια της αγοράς. Η υγιεινή λειτουργεί ως τεχνολογία εξουσίας και ως μηχανισμός κρατικής αναγνωσιμότητας, καθιστά τον χώρο και τις ροές ορατά και μετρήσιμα στοιχεία για τη διοίκηση και επιτρέπει ανακατανομή κινδύνου με χαμηλό δημοσιονομικό αποτύπωμα αντί για παρεμβάσεις που θα επιτάχυναν την υπερεκμετάλλευση του δασικού αποθέματος.

Υποδομές

Στο οθωμανικό διοικητικό βλέμμα οι υποδομές της Μυτιλήνης λειτουργούν ως τεχνολογίες εξουσίας που παράγουν κρατική αναγνωσιμότητα και χρονική διακυβέρνηση των ροών, καθιστώντας τον χώρο φορολογήσιμο και διαχειρίσιμο. Στο πνεύμα της παραγωγής του χώρου Lefebvre (Lefebvre, 1991), (Lefebvre, 2014) και της συμπίεσης χώρου–χρόνου Harvey, (Harvey, 1989), (Harvey, 2012) δρόμοι, μόλοι και τελωνεία δεν υπηρετούν απλώς την αγορά αλλά τη συγκροτούν, εγκαθιστώντας ρυθμούς, κανόνες, επιλεκτική διαπερατότητα και καθεστώτα χρονικής διακυβέρνησης. Στη Λέσβο του 1861 η ελαιοοικονομία κυριαρχεί, ενώ το δασικό υπόβαθρο πιέζεται να τροφοδοτήσει δευτερογενείς ροές όπως ξύλο, φλοιός, πίσσα και κατράμι.

«Οι κάτοικοι του νησιού ασχολούνται με διάφορα επαγγέλματα όπως το εμπόριο, τη γεωργία, τη ναυτιλία και την αλιεία, με έμφαση στην παραγωγή και εξαγωγή λαδιού. Το λάδι εξάγεται σε περιοχές όπως İzmir Çeşme Sakız, Çanakkale, Dersaadet (Σμύρνη, Τσεσμές, Χίος, Τσανάκαλε, Κωνσταντινούπολη), αποτελώντας τη βασική πηγή εισοδήματος.»[§2]. Η βιοτεχνική βάση είναι υποτυπώδης, «ένα ατμοκίνητο εργοστάσιο του İsmail Şir… ~20 ελαιοτριβεία και 50 σαπωνοποιεία, με 3–4 εργάτες» και ημερομίσθια «10–13 γρόσια»[§2].

Οι δρόμοι λειτουργούν ως εργαλεία ρύθμισης και όχι ως «ουδέτερες» γραμμές. «Ο δρόμος Ragbis Embelyoko , (…..Αμπελικό)είναι δασικός δρόμος, και παρόλο που είναι δυνατή η μεταφορά ξυλείας με κάρο σε μισή ώρα μέχρι τη θάλασσα γιατί είναι και εξαιρετικά κατεστραμμένος και πετρώδης» «Ο δεύτερος δρόμος που οδηγεί στην προβλήτα της Pire (Πύρρας), είναι πιο ομαλός και λιγότερο πετρώδης από τον πρώτο που αναφέρω»«Ο τρίτος δασικός δρόμος είναι ο δρόμος προς το δάσος Ayaborasku (Αγίας Παρασκευής) και δεν είναι δυνατόν ή εφικτό να χρησιμοποιηθεί. Ο τέταρτος είναι ο δρόμος που έρχεται από την Kumi (Κώμη), από τον οποίο μεταφέρονται κορμοί και κορμοτεμάχια στην προβλήτα του Sarlıca (Σάρλιτζα-Θερμή),ορισμένα σημεία χρειάζονται επισκευή και ισοπέδωση».[§14] Η στοχευμένη συντήρηση και οι «τριβές» κρατούν τις ροές αναγνώσιμες και ελέγξιμες με χαμηλό δημοσιονομικό κόστος.

Στην κλίμακα του Αιγαίου, η επιτάχυνση ροών συγκρούεται με τον βιολογικό χρόνο αναγέννησης. Η εξαγωγή ξυλείας υπήρξε συμφέρουσα, με «10–12 λεπτά» για κοντινά και «2,5–3 ώρες» για απομακρυσμένα σημεία, και με σταθερή ζήτηση από «Σμύρνη, Τσεσμέ, Χίο» [§23], όμως «τα απαιτούμενα δέντρα δεν υπάρχουν επαρκώς» και η αναβίωση «απαιτεί 20–25 χρόνια» [§23]. Οι τιμές και τα ναύλα που παρατίθενται για «Πύρρα–Σμύρνη 2.500 γρόσια ανά 10.000 οκάδες» με αντίστοιχα «Τσεσμές 2.000, Χίος 1.800» και «16–17 γρόσια ανά 180 οκάδες στη Σμύρνη, 13–14 στον Τσεσμέ, 12–13 στη Χίο» [§23] δείχνουν στενά περιθώρια. Ο φλοιός πεύκου αποδίδει «32–40 γρόσια ανά φορτίο», αλλά διαβρώνει το κεφάλαιο–δάσος [§23]. Σε αυτό το πλαίσιο η χρονική διακυβέρνηση, δηλαδή ο συντονισμός των ρυθμών κοπής και κυκλοφορίας με τον χρόνο αναγέννησης, είναι κρίσιμη ώστε να μην υπονομευθεί η φορολογική βάση.

Ο Ραγίπ παρουσιάζει τις υποδομές ως τεκμήρια και ως μοχλούς πολιτικής. Συνδέει χρόνους διαδρομής, κόστη και ναύλα με τον χρόνο αναγέννησης του δάσους και δείχνει ότι η γενικευμένη οδοποιία που εισηγούνται τοπικοί πρόκριτοι επιταχύνει τις εκροές και φθείρει το απόθεμα χωρίς ανάλογη δημοσιονομική απόδοση. Αντιπροτείνει ιεράρχηση πρόσβασης, περιορισμένες επισκευές και έλεγχο στα στόμια ρευστοποίησης σε μόλους, αποβάθρες και τελωνεία με χρονική ρύθμιση της κυκλοφορίας. Με αυτόν τον τρόπο εγκαθίσταται κρατική αναγνωσιμότητα με ελάχιστο κόστος και αποφεύγεται η διάρρηξη του δασικού υποβάθρου που τροφοδοτεί την ελαιοπαραγωγή και τις συναφείς εργασίες. Οι αντικρουόμενες τοπικές εισηγήσεις φιλτράρονται με κριτήριο τη σταθερότητα των ρυθμών και τη διασφάλιση προβλέψιμων εσόδων.

Γεωμορφολογία, Εδαφικό υπόστρωμα, υδρογραφία

Η γεωμορφολογία εδώ πλαισιώνει την πρόσβαση, την καλλιέργεια και τις δασικές ροές. «Οι δασικές εκτάσεις… φτάνουν 350–400 μ.», γύρω από το Αμπελικό «ορεινές και απόκρημνες» περιοχές και αλλού «πετρώδες έδαφος». Οι «πιο απομακρυσμένες δασικές περιοχές… τρεις ώρες», οι εγγύτερες «δέκα λεπτά»[§6]. Αυτές οι διαφοροποιήσεις παράγουν άνισα μεταφορικά κόστη και συγκεντρώνουν πίεση σε θαλάσσιους θύλακες, εγκαθιστώντας διαβαθμίσεις πρόσβασης στη νησιωτική κλίμακα.

Στα «Δασικά Εδάφη» διευκρινίζεται ότι το υπέδαφος είναι κυρίως ασβεστολιθικό με βάθος 20–40 εκ. Παρά τη σύσταση του εδάφους «οι ρίζες αναπτύσσονται ανάμεσα στις πέτρες» και «η περιοχή είναι κατάλληλη για σιτάρι και άλλες καλλιέργειες». Πρόκειται για λεπτά και λιθώδη εδάφη με μικρή υδατοϊκανότητα που αντέχουν ήπιες και στοχευμένες παρεμβάσεις και όχι γενικευμένες διανοίξεις ή βαριά τεχνικά έργα.

Το υδρογραφικό δίκτυο παρουσιάζει έντονη εποχικότητα και τραχύ ανάγλυφο στις κοίτες. «Από το βαθύ δάσος ρέουν δύο μικρά ποτάμια». Προς τον Κόλπο Καλλονής «στερεύει το καλοκαίρι… κοίτη απότομη και βραχώδης» και προς τον κόλπο της Πύρρας «επίσης στερεύει… κοίτη απότομη και βραχώδης», επιτρέποντας μεταφορά ξυλείας «μόνο με δυσκολία»[§13]. Επειδή τα ποτάμια δεν συνιστούν βιώσιμες φυσικές οδούς μεταφοράς με αποδεκτό οικονομικό κόστος και χωρίς δυσανάλογο κίνδυνο για το δασικό κεφάλαιο, ο έλεγχος των ροών μετατίθεται στους λιμενικούς κόμβους, σε μόλους και αποβάθρες.

Ο Ραγίπ συνδέει το ανάγλυφο και τους χρόνους πρόσβασης με το πραγματικό κόστος κυκλοφορίας. Το εύρος από τρεις ώρες έως δέκα λεπτά δηλώνει άνιση διαπερατότητα και επιβάλλει ιεράρχηση. Η ανάδειξη του λεπτού ασβεστολιθικού εδάφους (20–40 εκ.) και οι διατυπώσεις «οι ρίζες αναπτύσσονται ανάμεσα στις πέτρες» και «η περιοχή είναι κατάλληλη για σιτάρι κ.ά.» υποδεικνύουν ότι οι βαριές τεχνικές παρεμβάσεις αποσταθεροποιούν το υπόστρωμα. Τα ρέματα που στερεύουν το καλοκαίρι και η απότομη και βραχώδης κοίτη τους καθιστούν τη μεταφορά μέσω αυτών δύσκολη και επισφαλή.

Με αυτό το πλέγμα επιχειρημάτων ο Ραγίπ προτρέπει την Υψηλή Πύλη να οργανώσει την κυκλοφορία σύμφωνα με τους ρυθμούς του τόπου και όχι μέσω γενικευμένης επιτάχυνσης που διαρρηγνύει τα αποθέματα. Η κατεύθυνση είναι η ιεράρχηση της πρόσβασης, οι στοχευμένες επισκευές μόνο όπου ενισχύουν την ορατότητα και την ασφάλεια και η διατήρηση προστατευτικών τριβών (προσχωμάτων) που συγκρατούν τις εκροές. Ο έλεγχος συγκεντρώνεται σε λιμενικούς κόμβους, αποβάθρες και τελωνείο, εκεί όπου συμπυκνώνεται η αξία, ώστε οι ροές να παραμένουν κρατικά αναγνώσιμες και ρυθμίσιμες.

Στο πλαίσιο της παραγωγής του χώρου και της συμπίεσης χώρου–χρόνου, ο οθωμανικός διοικητικός λόγος δεν αντιμετωπίζει τον νησιωτικό χώρο ως ουδέτερο υπόβαθρο αλλά ως καθεστώς ρυθμών και επιλεκτικής διαπερατότητας. Ο χρόνος της κυκλοφορίας ευθυγραμμίζεται με τον χρόνο της δασικής αναγέννησης, η πρόσβαση ιεραρχείται από το ανάγλυφο και τα κόστη και οι κόμβοι ελέγχου λειτουργούν ως χωρικά στηρίγματα της διοίκησης. Στο πλαίσιο της εισήγησής του ο Ραγίπ, υποστηρίζει ότι ο νησιωτικός χώρος μπορεί να καθίσταται κρατικά αναγνώσιμος και φορολογήσιμος με χαμηλό δημοσιονομικό αποτύπωμα, υπό την προϋπόθεση ιεράρχησης της πρόσβασης και συγκέντρωσης του ελέγχου στους λιμενικούς κόμβους, ώστε να προκρίνεται η σταθερή φορολογική βάση έναντι της βραχυπρόθεσμης ρευστοποίησης.

Σχέσεις κατοίκων, Εργασία, συμβίωση, ήθος οικονομίας

Ο πληθυσμός εντάσσεται στον ρυθμό της ελαιοοικονομίας και η καθημερινότητα οργανώνεται γύρω από την επιτακτική χρονικότητα της έκθλιψης. «Οι κάτοικοι του νησιού εργάζονται με μεγάλη επιμέλεια και αφοσίωση στις ελιές και την παραγωγή ελαιόλαδου, τόσο κατά τη διάρκεια της ημέρας όσο και τη νύχτα.»[§4]. Η διατύπωση δεν λειτουργεί ως εγκώμιο αλλά ως ένδειξη «ρυθμοποίησης της εργασίας» και «ανακατανομής απασχόλησης» από τις δασικές εργασίες προς τα ελαιοτριβεία και τις μεταφορές, με άμεσες συνέπειες στον χρόνο και στο κόστος των ροών λαδιού, εργασίας και μεταφορών.

Η συμβίωση προβάλλεται ως λειτουργικός συγχρονισμός που μειώνει τα κόστη συντονισμού και σταθεροποιεί μικροροές εργασίας, πίστωσης και πληροφορίας. «Οι χριστιανοί και μουσουλμάνοι κάτοικοι συνεργάζονται αρμονικά και δεν παρατηρούνται ενδείξεις αντιπαλότητας μεταξύ τους.»[§4], Η ασφάλεια λειτουργεί ως άυλη υποδομή που επιτρέπει ανεμπόδιστες μετακινήσεις μεταξύ οικισμών και μόλων. «Η ασφάλεια των κατοίκων είναι σε ικανοποιητικό επίπεδο, χωρίς την παρουσία ληστών ή νομάδων.»[§4]

Το οικονομικό ήθος περιγράφεται ως αυτοπειθαρχία και λογιστική εγρήγορση που ευνοούν βραχείς κύκλους αξίας και δημοσιονομική προβλεψιμότητα. «Οι κάτοικοι είναι γενικά φιλάργυροι και συγκρατημένοι, δίνοντας μεγάλη σημασία στις οικονομικές τους συναλλαγές και την διαχείριση της περιουσίας τους. Σε σύγκριση με άλλες περιοχές, στο νησί σχεδόν δεν υπάρχουν ζητιάνοι»[§4]. Με αυτό το προφίλ ο τόπος αναδεικνύεται χαμηλού κινδύνου και προβλέψιμων ροών και άρα κατάλληλος για λεπτές και χρονικά ρυθμισμένες παρεμβάσεις που στηρίζουν την ελαιοοικονομία χωρίς να εξαντλούν το δασικό υπόβαθρο.

Έτσι ο Ραγίπ αποδίδει εικόνα συνύπαρξης και εργασιακών ρυθμών που υπηρετεί την κρατική αναγνωσιμότητα και τη σταθερότητα των εσόδων και προλειαίνει το έδαφος για παρεμβάσεις μικρής κλίμακας προσαρμοσμένες στους νησιωτικούς ρυθμούς. Αντίθετα, οι γενικευμένες επιταχύνσεις της οδοποιίας και της μεταφορικής ικανότητας που καταργούν προστατευτικές τριβές επιταχύνουν την εκροή ξυλείας, φλοιού και ρητίνης και διαρρηγνύουν κυρίως τη μεσαία κλάση του δασικού αποθέματος.

Παραγωγικό σύστημα, Εργασία, τεχνικές, αποθέματα

Η παραγωγή οργανώνεται γύρω από ισχυρή ελαιοκομική «μονοκαλλιέργεια», πάνω στην οποία εγγράφονται εργασιακοί ρυθμοί και δασικές ροές. Στην «καρδιά» του δάσους δεν υπάρχουν οργανωμένα εργαστήρια και την κατεργασία την αναλαμβάνουν ευέλικτες ομάδες Tahtacı…(«Πριν από 50–60 χρόνια… εγκαταστάθηκαν με çadır» και «η φυλή τους αριθμεί σε ~40 çadır (σκηνές)». Καταβάλλουν «600 kuruş» και παράγουν σανίδες «40–45 pare» και δοκάρια «3,5–4 kuruş», ενώ «δηλώνεται» χαμηλότερη πώληση «25.000–30.000» αντί των «60.000», «για να γλιτώνουν φόρους» [§20–22, §28]. Το μήνυμα προς την Υψηλή Πύλη είναι μικρή κλίμακα, κατακερματισμός και φορολογικές διαρροές, άρα χρειάζονται έλεγχοι στα «στόμια» της κυκλοφορίας, σε μόλους και περάσματα, αντί για βαριά οδοποιία που θα επιτάχυνε ανεξέλεγκτες εκροές.

Οι λογαριασμοί χρόνου και κόστους που εκτεταμένα παρουσιάζει ο Ραγιπ, αναδεικνύουν τη γεωγραφία του κόστους και τις τριβές πρόσβασης. Στο Πλωμάρι ξυλεία «5 μ. μήκος και με 1 μ. περίμετρο» σύρεται «με ζευγάρι βουβάλια» «σε δύο ώρες» εξαιτίας της πολύ κακής κατάστασης δρόμων, «άμαξα αδύνατη» και «κόστος 8–10 kuruş» ανά τεμάχιο [§12, §21]. Σε γενικό επίπεδο η μεταφορά κοστίζει «8–12 kuruş» για «2–4 ώρες» και η τιμή φτάνει «15–18» στην αποβάθρα.  Το ημερομίσθιο είναι «12 kuruş», η κοπή «20 παράδες» το ζώο «15 kuruş» άρα κόστος «31 παράδες» και κέρδος «~9 παράδες» ανά σανίδα [§26, §31]. Χωρίς το συγχρονισμό με τους οικολογικούς και παραγωγικούς ρυθμούς οι δρόμοι μετατρέπονται σε αγωγούς υπερεκμετάλλευσης με ελάχιστα περιθώρια κέρδους.

Στους μισθούς και στην κινητικότητα καταγράφεται υψηλή ένταση εργασίας και εποχική εισροή δεξιοτήτων. Καταγράφονται με ημερομίσθια «άνδρας 12 kuruş… γυναίκα 5, παιδί 3… γαϊδούρι/μουλάρι 15… ζεύγος βοδιών 20–22», με «700–800 εργάτες από τη Ρούμελη» ετησίως [§22, §28]. Η τοπική ζήτηση για ξυλεία και κάρβουνο είναι χαμηλή, καθώς οι θερμικές ανάγκες καλύπτονται από τους ελαιώνες με τιμές 4,5–5 kuruş/φορτίο και με συμπληρωματικές εισαγωγές [§29, §31–33]. Συνεπώς, οι βαριές επενδύσεις στη δασική εκμετάλλευση δεν αποδίδουν ανάλογα δημοσιονομικά στο νησιωτικό πλαίσιο.

Προτεραιότητα έχει το λάδι. «Η γη καλύπτεται από ελιές, που μοιάζουν με δάσος»· σιτηρά «επαρκούν για τρεις μήνες» [§26, §28–29]. Σε 1 dönüm «~42 δέντρα», απόδοση «4 desti» και τιμή «40–42 γρόσια» (ή «25–32» κατά περιστάσεις) [§26, §29]. Καθοριστική είναι η χρονική ευθυγράμμιση της δεκάτης με τις άδειες εξαγωγής από το Νοέμβριος έως το Μάρτιο. Το λάδι αποθηκεύεται και λειτουργεί ως κόμβος ρευστότητας και πίστωσης, με «προαγορές στα 2532» και εκκαθάριση στα «4042», πρακτική «διάχυτη σε κάθε πλευρά του νησιού» [§22, §29]. Έτσι η διοίκηση αποκτά κρατική αναγνωσιμότητα των ροών έως την είσπραξη με χαμηλό διοικητικό αποτύπωμα.

Συνολικά, οι Tahtacı, το κατακερματισμένο οδικό δίκτυο και η μεταφορές με ζώα δεν αντανακλούν απλώς αλλά παράγουν, άνισες γεωγραφίες πρόσβασης. Όπου η διαπερατότητα αυξάνει, επιταχύνεται η εκμετάλλευση, ενώ όπου παρεμβάλλονται ασυνέχειες και τριβές (αναχώματα) η αξία κλειδώνεται σε χρόνο, κόπο και φθορά. Η δεκάτη και οι άδειες λειτουργούν ως ρυθμιστές ρυθμών που συγκεντρώνουν τις ροές σε κόμβους, στα ελαιοτριβεία, στις αποθήκες και στο τελωνείο και αφήνουν ιχνηλάσιμο ίχνος.

Ως γραφειοκράτης της Υψηλής Πύλης, ο Οσμάν Ραγίπ προτείνει μια πρακτική αρχιτεκτονική διακυβέρνησης με στόχο τη μεγιστοποίηση και τη σταθεροποίηση των προσόδων. Ο νησιωτικός χώρος δεν αντιμετωπίζεται ως ουδέτερο υπόβαθρο αλλά ως καθεστώς ρυθμών και επιλεκτικής διαπερατότητας που μπορεί να καταστεί κρατικά αναγνώσιμο με χαμηλό δημοσιονομικό αποτύπωμα. Γι’ αυτό προκρίνονται μικρές και στοχευμένες συνδέσεις, ιεράρχηση της πρόσβασης, έλεγχος στα στόμια ρευστοποίησης σε μόλους, αποβάθρες και τελωνείο, περιορισμός της υποδήλωσης και ήπιες ρυθμίσεις πίστωσης στην ελαιοοικονομία. Η διατήρηση προστατευτικών τριβών (αναχωμάτων) και ο συγχρονισμός του ρυθμού εκροών με τον χρόνο της δασικής αναγέννησης λειτουργούν ως δημοσιονομική τεχνική και όχι ως αυτοτελής περιβαλλοντικός σκοπός. Με αυτό το σχήμα κόμβοι και ρυθμοί συγκρατούν αξία και παράγουν σταθερή φορολογική βάση, ενώ η γενικευμένη επιτάχυνση της οδοποιίας απορρίπτεται επειδή αποσυνδέει την κυκλοφορία από την ιχνηλασιμότητα και διαρρηγνύει το δασικό υπόβαθρο χωρίς αντίστοιχο όφελος για την αυτοκρατορία. Έτσι η αναφορά δεν περιγράφει απλώς αλλά συνδιαμορφώνει έναν νησιωτικό χώρο προσπελάσιμων κόμβων, ρυθμιζόμενων ροών και μετρήσιμων εσόδων.

Όρια – Απόθεμα – Φθορές (1861)

Η αναφορά χαράσσει την περίμετρο του δάσους με έναν γύρο 20–22 ωρών, περίπου 70–80 km που συνδέει χωριά, βοσκοτόπια και λιμενίσκους. Προτείνει επίσης ένα δίκτυο δέκα σημείων ελέγχου, διαμορφώνοντας κρατική αναγνωσιμότητα με χαμηλό δημόσιο κόστος και έλεγχο στα στόμια ρευστοποίησης. «Η επιθεώρηση των ορίων του δάσους πραγματοποιήθηκε σε όλες τις κατευθύνσεις, με τον γύρο της περιοχής να διαρκεί περίπου 20–22 ώρες» και τα όρια περνούν από «Kolonya, Tade, Pire, Mesa, Ebakıresku και Emando με αναφορά σε Embeliko και άλλα σημεία».

Με τους όρους της παραγωγής του χώρου, η πολυγωνική της περιμέτρου δεν περιγράφει απλώς την περιοχή, αλλά τη συγκροτεί ως διοικητικά αναγνώσιμη και διαχειρίσιμη επικράτεια στη νησιωτική κλίμακα [§3]. Καταγράφεται έτσι, αμιγές δάσος πεύκης, ανθεκτική σε υγρές συνθήκες και στο μεγαλύτερο μέρος της σε απόσταση από τις προβλήτες. «Το σύνολο των δέντρων του δάσους αποτελείται κυρίως από ένα είδος πεύκου» και «υπολογίζεται ότι υπάρχουν περίπου 50.000[5] δέντρα». Τα περίπου 50.000 δέντρα έχουν περίμετρο 1,00–1,50 μ. Ταξινομούνται σε τρεις τάξεις, με την πρώτη τάξη με περίμετρο 1,00-1,50 μ «αλλά τα περισσότερα από αυτά βρίσκονται υπό απειλή και έχουν πληγεί σοβαρά από την αποφλοίωση-ρητίνευση», η μεσαία κλάση 50–80 εκ είναι κρίσιμη, η μικρή κάτω από 50 εκ είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένη. «Εάν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα… το δάσος θα καταστραφεί τελείως… και θα μετατραπούν σε άγονες εκτάσεις»[§15].

Από τα παραπάνω τεκμαίρεται ότι ο Ραγίπ εισηγείται ουσιαστικά, χρονική ρύθμιση της εκμετάλλευσης, με εναλλαγή φάσεων κοπής και ανάπαυλας, ώστε να διατηρείται η μεσαία κλάση (κλάση αναγέννησης) και να αποτρέπεται η υποβάθμιση του αποθέματος που αναπόφευκτα οδηγεί σε ερημοποίηση [§15]. Οι λογαριασμοί που παραθέτει δεν λειτουργούν ως ουδέτερος τιμοκατάλογος και ενεργούν ως μηχανισμοί ορατότητας και ρύθμισης, μέσω των οποίων η διοίκηση ορίζει ρυθμούς, παράθυρα χρόνου, σκόπιμες καθυστερήσεις και προτεραιότητες (άδειες, δεκάτη, περίοδοι μεταφοράς), ώστε οι ροές να παραμένουν προβλέψιμες και φορολογήσιμες.

Στα ενδεικτικά μεγέθη εμφανίζεται η υλική φθορά και η σύγκλιση ροών προς στόμια. «…400 kantar φλοιού… 8–8,5 kuruş/ kantar…», «…35–40 καμίνια… 30–40 γρόσια/ kantar στην αποβάθρα της Πύρρας…», «…πώληση 4–4,5 kuruş/100 kıyye… οι έμποροι ήθελαν στεγνό ξύλο οπότε έκαιγαν το δάσος και κατόπιν το υλοτομούσαν» ώστε να μειωθούν, όγκος και βάρος για μεταφορά και φόρτωση στους μόλους [§19, §24–25]. Τα κοστολόγια δείχνουν οριακά περιθώρια κέρδους, κορμός 5 μ και 1 μ περίμετρος μεταφέρεται δύο έως τέσσερις ώρες με κόστος 8–12 kuruş και πωλείται στην αποβάθρα 15–18, για σανίδες το κόστος αγγίζει περίπου 31 παράδες και το κέρδος περίπου 9, ενώ στα καυσόξυλα και στο κάρβουνο η τοπική ζήτηση δεν επαρκεί και γίνονται εισαγωγές με 12–13 kuruş ανά φορτίο και 15–18 para ανά οκά. Με τόσο στενά ισοζύγια, κάθε επιτάχυνση χωρίς έλεγχο αυξάνει τη φθορά χωρίς αντίστοιχη δημοσιονομική απόδοση [§26, §31–33]. Οι λιμενικοί κόμβοι επιταχύνουν τον κύκλο αξίας μέσω συμπίεσης χώρου και χρόνου. Καΐκια και μικρά πλοία από Πλωμάρι και Πύρρα μεταφέρουν ξυλεία προς Σμύρνη, Χίο, Κρήτη, Τσεσμέ και Μενεμένη, ενώ ταυτόχρονο εισάγονται κάρβουνα για να καλυφθούν τα ελλείματα. Οι τριβές (αναχώματα κα) πρόσβασης που προκύπτουν από τις καιρικές συνθήκες, τις φθορές στις υποδομές, τις άδειες από τη διοίκηση ή τους τελώνες και τις ουρές αναμονής στους μόλους, κρίνουν αν μια ροή, θα περάσει από ορατό και φορολογήσιμο στόμιο ή θα παρακάμψει τα ελεγχόμενα στόμια και θα διοχετευθεί σε ανεπίσημες διεξόδους και ροές [§5].

Η προτεινόμενη πολιτική, όπως την αναλύει η αναφορά, αποτυπώνεται ως ένα ευέλικτο δίκτυο προστασίας αλλά και ως ελαστική περίκλειση, δηλαδή επιλεκτικά διαπερατή και ρυθμιζόμενη ροή στον χώρο και στον χρόνο. Έτσι προτίνει «δέκα σημεία φύλαξης και ελέγχου σε Αγία Παρασκευή, Μανταμάδο, Νέες Κυδωνίες, Κώμη, Μέσα, Πύρρα, Βασιλικά, Αγιάσο, Αμπελικό και στις κύριες αποβάθρες της δυτικής ακτής, καθώς και καταστροφή λάκκων πίσσας, επιβολή κυρώσεων, τοποθέτηση δύο φυλάκων ανά λιμάνι και περιοδικές περιπολίες». Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η διοίκηση μπορεί να μεταβάλλει επιλεκτικά τη διαπερατότητα και τους ρυθμούς χωρίς προσφυγή σε δαπανηρές και μεγάλες υποδομές, ώστε οι ροές να συγκλίνουν σε ελέγξιμους κόμβους [§18–19, §24–25].

Σε μακροκλίμακα το ορεινό ανάγλυφο ανακόπτει τους βόρειους και τους νοτιοανατολικούς ανέμους και συγκρατεί την πλημμυρική επικινδυνότητα. Σε μικροκλίμακα η απώλεια της μεσαίας κλάσης δέντρων προοιωνίζει ερημοποίηση και διάβρωση, άρα προκρίνεται προστασία της μεσαίας κλάσης και τελωνειακή θωράκιση στα στόμια με έμφαση σε ελέγχους φλοιού και πίσσας [§2–3, §15].

Η γενική οδοποιία δεν προκρίνεται από τον Ραγιπ διότι επιταχύνει τις εκροές χωρίς ανάλογη απόδοση. Η προτίμηση του μετατοπίζεται στη ρύθμιση των κόμβων όπου το εμπόρευμα γίνεται χρήμα, ώστε οι ροές να παραμένουν κρατικά αναγνώσιμες και το απόθεμα να αναπαράγεται [§18–19, §24–25].

Η εγχώρια ζήτηση εμφανίζει χαμηλή κεφαλαιακή ένταση και η πεύκη δεν επαρκεί ως καύσιμη ύλη, με αποτέλεσμα οι θερμικές χρήσεις να καλύπτονται μέσω εισαγωγών. Η κύρια πίεση στο δασικό απόθεμα αποδίδεται στις εξαγωγικές χρήσεις φλοιού, πίσσας και ναυπηγικής ξυλείας, που συγκλίνουν στα ίδια στόμια ρευστοποίησης. Στην αναφορά καταγράφεται διαφοροποίηση ρυθμών: οι θεσμοθετημένες ροές κορμοξυλείας είναι βραδείες και ευκολότερα ιχνηλατήσιμες, ενώ οι ροές φλοιού και πίσσας παρουσιάζουν υψηλή ρευστότητα και λειτουργούν ως επιταχυντές υποβάθμισης του αποθέματος. Σε αυτό το πλαίσιο, η αναφορά προκρίνει τελωνειακή θωράκιση στα στόμια, με στοχευμένους ελέγχους στα φορτία φλοιού και στα προϊόντα πίσσας [§5, §31–33].

Ιδιοκτησιακό, Κατοχές, Βακούφια

Στο ύστερο Τανζιμάτ, το ιδιοκτησιακό καθεστώς κυρίως στη μεταιχμιακή ζώνη δάσους–καλλιέργειας (ζώνη διεπιφάνειας-κατώφλι) δεν εμφανίζεται ως «καθαρό δίκαιο», αλλά ως πλέγμα πρακτικών, σε συνθήκες συνύπαρξης πολλαπλών κανονιστικών καθεστώτων (κρατικών και εθιμικών), που παράγει χώρο, τίτλους και καθεστώτα πρόσβασης. Η §5 φωτίζει το ζήτημα, καταγράφοντας ότι «οι κάτοικοι παλιότερα είχαν χωρίσει και μοιράσει το δάσος χωρίς όμως να έχουν κάποιο έγγραφο ή πιστοποιητικό», δηλαδή η «πρόσβαση[6]» εδραιώθηκε ως κοινοτική ρύθμιση εθιμικού δικαίου και όχι ως τυπικός τίτλος.

Πάνω σε αυτό το εθιμικό υπόβαθρο συναρθρώνεται μια ισχυρή ιστορική αφήγηση που λειτουργεί ως μνημονικό υπόστρωμα. Σύμφωνα με την §5, (πιθανά μετά την άλωση της Μυτιλήνης το 1462) «οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις… αποδόθηκαν στους ντόπιους κατοίκους σε ένδειξη ευγνωμοσύνης του σουλτάνου». Η ρητορική αυτή παραπέμπει στη λογική sulḥ/aman (εγγύηση ζωής/κατοχής με ανταλλάγματα) και όχι κατ΄ ανάγκην στην παραγωγή mülk[7]. Ωστόσο για το 1462 η έγκυρη ιστοριογραφία καταγράφει πολιορκία, βομβαρδισμό και παράδοση του φρουρίου, ακολουθούμενα από εκτελέσεις και εκτεταμένες αιχμαλωσίες και εξορίες (11000) οπότε δεν τεκμηριώνεται γενικευμένη παραχώρηση κυριότητας ως «ανταμοιβή», ούτε στην τουρκική ούτε στην ελληνική βιβλιογραφία που αξιοποιούμε. Επομένως η §5 (bi’l-tevdi ve’r-rıza) διαβάζεται ορθότερα ως υστερόχρονη διοικητική μνήμη της λογικής sulḥ/aman και όχι ως απόδειξη καθολικής μετατροπής γαιών σε mülk. Ενδεικτικό το κυριολεκτικό απόσπασμα «…(όταν) κατακτήθηκε (η Μυτιλήνη) προς δυσμάς, ο εγκατεστημένος πληθυσμός της, με παράδοση/εμπιστευτική εκχώρηση και με τη συναίνεσή του, παρέδωσε (τον τόπο) υπό την υψηλή προστασία του ενδόξου Οθωμανικού Κράτους· ως ανταμοιβή από την πλευρά του Σουλτάνου, οι καλλιεργούμενες γαίες παραχωρήθηκαν και χαρίστηκαν στους εγκατεστημένους κατοίκους…», με τη σημείωση ότι bi’l-tevdi ve’r-rıza να σημαίνει ειρηνική παράδοση και terk ve ihsân ευεργετική παραχώρηση, όροι που δεν συνιστούν αυτοδικαίως ατομική κυριότητα τύπου mülk χωρίς πρόσθετη τεκμηρίωση (tahrir, tapu κ.ά.).

Ο Ραγίπ υπογραμμίζει δύο μετατοπίσεις με κοινωνικο-χωρικές συνέπειες. Πρώτον, τη χρονικότητα «με την πάροδο των χρόνων αυτές οι εκτάσεις μετατράπηκαν σε δάση». Το αντικείμενο των δικαιωμάτων μεταβάλλεται από αγρό σε δασική ύλη και αναδιατάσσονται υπ  αυτή την έννοια συμφέροντα και πρακτικές πρόσβασης. Δεύτερον, η συγκέντρωση. Εδώ οι αξιώσεις ιδιωτικής κυριότητας προβάλλονται από πρόσωπα ισχύος και «πλέκονται» με ιδιόγραφες συναλλαγές, χωρίς επαρκή τεκμηρίωση. Κοντά στην Αγία Παρασκευή, «περίπου 2000 στρέμματα» αγροκτήματος και επιπλέον «γύρω στα 5000 στρέμματα» δάσους δηλώνονται ως ιδιοκτησία, αλλά «χωρίς έγγραφα για την ιδιοκτησία» [§10]. Γειτονικά, ένα δάσος «περίπου 4000 στρέμματα» εμφανίζεται «υπό την κατοχή» ιδιωτών, ενώ «όταν ζητήθηκε έγγραφο… διαπιστώθηκε ότι τα έγγραφα δεν ήταν έγκυρα» [§10].

Στο βακουφικό επίπεδο, το Mihrişah Sultan Vakfı αντικρούει τις ιδιωτικές δηλώσεις κυριότητας, «οι τίτλοι… είναι ψεύτικοι», και δηλώνει δυνατότητα προσκόμισης των πραγματικών τίτλων, με την κοινοτική μαρτυρία να λειτουργεί ως θεσμική μνήμη «Οι Reayaları… επιβεβαίωσαν την έρευνά μου» θα μας πει ο Ραγιπ[§10]. Η μελέτη περίπτωσης της Ahlederi Çiftliği δείχνει τη σύζευξη ισχύος, τοπωνυμίων και εκτάσεων, «3500 στρέμματα δάσους… είναι ο βοσκότοπος του αγροκτήματος», «6000 στρέμματα ακαλλιέργητη γη» και «4000 στρέμματα δάσος», σε σύνδεση με τον Süleyman Bey και τον İsmail Paşa [§10].

Στο ίδιο φόντο, απόφαση του Καδή (ο δικαστής) στην υπόθεση Kurana στην Αγία Παρασκευή δεν αναγνώρισε ως κυριότητα ατεκμηρίωτες ιδιωτικές αξιώσεις επί δασικών εκτάσεων και διατήρησε την κοινοτική χρήση [§10]. Έτσι αναδεικνύεται ένα υβριδικό καθεστώς όπου έθος, άτυπες παραχωρήσεις και βακουφικές μνήμες συνυπάρχουν με κεντρική απαίτηση για τεκμήρια, και η γραμμή του Ραγίπ υπέρ χωρικής πειθαρχίας και ρύθμισης της πρόσβασης λειτουργεί ως αντίβαρο στην ολιγαρχική συγκέντρωση.

Η lâyiha μετατοπίζει το βάρος από την αβέβαιη κυριότητα προς τη θεσμοθετημένη πρόσβαση και τις ρυθμιζόμενες ροές. Τη μετατόπιση αυτή τη συγκεκριμενοποιεί με περιμετρική οριοθέτηση, έλεγχο σε λιμενικούς και τελωνειακούς κόμβους και στα στόμια ρευστοποίησης, απογραφή και κτηματολόγιο, προσωρινή αναστολή νέων αναγνωρίσεων έως την αποτύπωση, καθώς και διασταύρωση βακουφικών τίτλων με συμμετοχή του διαχειριστή και επιβεβαίωση από τους reaya (ραγιάδες). Ο προσανατολισμός παραμένει κατεξοχήν δημοσιονομικός για την Υψηλή Πύλη, με έμφαση στη σταθεροποίηση/προβλεψιμότητα των προσόδων, στη συγκράτηση των εκροών και στη στήριξη της ελαιοοικονομίας και του δασικού αποθέματος ως διαρκών φορολογικών βάσεων. Η χαρτογραφική και διοικητική επιτελεστικότητα δεν αναπαριστά απλώς τον χώρο· τον συγκροτεί ως καθεστώς πρόσβασης, χρονικής διακυβέρνησης των ροών και κρατικής αναγνωσιμότητας (Dodge, Kitchin, και Perkins, 2011), (Denecke, 2016).

Συμπεράσματα

Η ανάγνωση της lâyiha (1861) είναι ιστορική ιχνηλάτηση του θεσμικού παλίμψηστου, των διαδοχικών στρώσεων κανόνων, τίτλων και απεικονίσεων που συγκροτούν τον χώρο ως διοικητικό αντικείμενο. Δείχνει τι γίνεται μετρήσιμο και χαρτογραφήσιμο και σε ποια στόμια τοποθετείται ο έλεγχος, όπως σε μόλους, αποβάθρες και τελωνεία. Έτσι διαμορφώνεται η κρατική αναγνωσιμότητα, η δυνατότητα της διοίκησης να «βλέπει» η να «μη βλέπει», να συγκρίνει και να λογοδοτεί και εγκαθίσταται η χρονική διακυβέρνηση των νησιωτικών ροών μετακίνησης και εμπορίου, δηλαδή των κανόνων που ρυθμίζουν πότε και με ποιον ρυθμό κινούνται αγαθά και χρήσεις. Σε αυτό το σύστημα, ο χάρτης δεν είναι ουδέτερο συνοδευτικό της αναφοράς, είναι το επιχειρησιακό μέσο με το οποίο η κρατική αναγνωσιμότητα αποκτά χωρική μορφή, η οπτικοποίηση ουσιαστικά του διοικητικού λόγου. Ο χάρτης, κατά κανόνα, δεν καταγράφει απλώς την πραγματικότητα αλλά τη διαμορφώνει ως καθεστώς πρόσβασης και ελέγχου, καθώς ο συντάκτης/εντολέας επιλέγει τι θα φαίνεται και τι όχι, πού θα μετριέται αλλά και πώς θα επιτηρείται. Με αυτή τη βάση ανοίγουμε τη συζήτηση για τους σύγχρονους δασικούς χάρτες ως τεχνολογίες εξουσίας που οφείλουν ρητή λογοδοσία για τις επιλογές τους.

Όπως αναφέραμε εισαγωγικά, στο πλαίσιο αυτό προσεγγίζουμε το πρώτο ερευνητικό ερώτημα. Ο Οσμάν Ραγίπ διαμορφώνει ένα χωρικό–χρονικό σύστημα διακυβέρνησης. Εισάγει τυποποιημένες μετρήσεις και απογραφές, θέτει κατηγορίες και επιχειρησιακή κλίμακα νησιού και τοποθετεί τον έλεγχο σε κόμβους και στόμια των ροών. Έτσι συγκροτούνται η κρατική αναγνωσιμότητα και οι ρυθμοί των ροών. Η lâyiha μετατοπίζει την έμφαση από την κυριότητα στα καθεστώτα πρόσβασης και έτσι η πρόσβαση καθίσταται αντικείμενο χωρικής πολιτικής, μέσω:

Ο στόχος είναι δημοσιονομικός και αποτυπώνεται στον χώρο και στον χρόνο, ώστε οι εκροές να σταθεροποιούνται, οι ροές να ευθυγραμμίζονται με τους κύκλους της ελαιοκομίας και το δασικό υπόβαθρο να λειτουργεί ως μόνιμη παραγωγική και φορολογική βάση.

Το δεύτερο ερευνητικό ερώτημα φωτίζεται από μια αρχιτεκτονική επιλεκτικής ορατότητας με κόμβους, διαπερατότητες και τριβές (αναχώματα). Τα στόμια ρευστοποίησης, όπως οι μόλοι, οι αποβάθρες και τα τελωνεία, είναι σημεία όπου συμπυκνώνεται η αξία και συνεπώς συγκεντρώνεται ο έλεγχος. Οι τριβές πρόσβασης, τα «αναχώματα», όπως ο καιρός, οι φθορές των υποδομών, οι άδειες, οι τελωνειακές διαδικασίες και οι ουρές, κρίνουν αν μια ροή θα περάσει από ορατό και φορολογήσιμο στόμιο ή θα εκτραπεί σε περιοχές εκτός ελέγχου. Η αναφορά προκρίνει τελωνειακή θωράκιση στα στόμια με στοχευμένους ελέγχους σε φλοιό και προϊόντα πίσσας. Σήμερα, ιδίως στις μη δορυάλωτες περιοχές, αυτό μεταφράζεται σε on map lineage[9] με ρητές παραπομπές φακέλων και τίτλων πάνω στον ίδιο τον χάρτη, με πλήρη ιχνηλασιμότητα των αποφάσεων, σε δηλωμένη αβεβαιότητα και σε θεσμοθετημένα παράθυρα ελέγχου και διόρθωσης, ώστε η απεικόνιση να μην υπερκαθορίζει τη μνήμη και την κατοχή.

Ως προς το ιδιοκτησιακό υπόβαθρο που τέμνει το δεύτερο ερώτημα, η σύνθεση καθεστώτων ιδιοκτησίας γης της συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου miri, mülk και vakıf, μαζί με τις κοινοτικές πρακτικές πρόσβασης που καταγράφει η lâyiha, προεικονίζει τα σημερινά αδιέξοδα. Παράλληλα, η αποτύπωση δεν εξαντλείται στο δικαιϊκό σκέλος. Αφορά εξίσου και τη μορφή της έκτασης, ως βιοφυσικό–τεχνικό υπόβαθρο, δηλαδή τη διαχρονική κάλυψη/χρήση γης, τη δομή των συστάδων και τη δυναμική της μεσαίας κλάσης ως κλάση αναγέννησης. Χωρίς αυτή τη στρωμάτωση, ο χάρτης τείνει να αποφαίνεται για δικαιώματα πάνω σε ασταθές φυσικό υπόβαθρο (Καπετάνιος 2003).

Όταν δεν δηλώνεται ρητά η προέλευση δικαιωμάτων, η απεικόνιση υπερισχύει της μνήμης και της κατοχής. Η κατεύθυνση που προκύπτει είναι δικαιοκρατική χαρτογράφηση με αυστηρή ιχνηλασιμότητα και, όπου απαιτείται, να τίθεται σε ισχύ η προσωρινή αναστολή νέων αναγνωρίσεων έως την πλήρη ιχνηλάτηση και αποτύπωση. Δικαιοκρατική χαρτογράφηση σημαίνει ότι ο χάρτης υπηρετεί το δίκαιο και λογοδοτεί σε αυτό.

Η ιχνηλασιμότητα είναι διπλή. Στο δικαιϊκό σκέλος κάθε απόφανση φέρει on-map lineage με σαφείς παραπομπές σε φάκελο, τίτλο και διοικητική πράξη. Στο μορφολογικό σκέλος αναγράφονται οι πηγές κάλυψης και χρήσης γης, οι αεροφωτογραφίες και οι ορθοφωτοχάρτες, οι ημερομηνίες και το επίπεδο αβεβαιότητας. Έτσι ο χάρτης τεκμηριώνει ταυτόχρονα ποιος έχει πρόσβαση και ποιο είναι το αντικείμενο της πρόσβασης.

Οι αβεβαιότητες δηλώνονται ρητά. Προβλέπονται παράθυρα ελέγχου και διόρθωσης σε συγκεκριμένους χρόνους, ώστε οι διοικητικοί ρυθμοί να ευθυγραμμίζονται με τους οικολογικούς κύκλους. Το αποδεικτικό βάρος κατανέμεται αναλογικά με τον κίνδυνο σφάλματος και την ασυμμετρία πληροφόρησης. Βακουφικοί τίτλοι και κοινοτικές μαρτυρίες, γραπτές και προφορικές, διασταυρώνονται πριν από κάθε κύρωση. Όταν λείπει επαρκής τεκμηρίωση, η διοίκηση αναστέλλει προσωρινά τις νέες αναγνωρίσεις και προτάσσει την αποτύπωση και τη διασταύρωση. Έτσι ο χάρτης λειτουργεί ως τεκμηριωμένη διοικητική πράξη και όχι ως σιωπηρή μεταφορά ισχύος.

Το τρίτο ερευνητικό ερώτημα απαντάται από τη δυναμική ανάγνωση του δασικού υποβάθρου. Η μορφή της έκτασης δεν είναι σταθερή εικόνα αλλά ρυθμοί αναγέννησης και φθοράς. Γι’ αυτό η διαχείριση της πρόσβασης οφείλει να συγχρονίζεται με τη διαχρονία της κάλυψης και της χρήσης γης, ώστε οι διοικητικές ρυθμίσεις να πατούν σε πραγματικά οικολογικά όρια και όχι σε τυπικές κατηγορίες που γερνούν γρήγορα. Η κρίσιμη μεσαία κλάση του αποθέματος, ο «γύρος 20–22 ωρών» ως επιχειρησιακό όριο και η μετατόπιση του ελέγχου στα στόμια ρευστοποίησης δείχνουν ότι οι τριβές και η επιλεκτική διαπερατότητα λειτουργούν ως εργαλεία βιωσιμότητας. Αντίθετα, η γενικευμένη οδοποιία συμπιέζει τον χώρο και τον χρόνο, θολώνει την ιχνηλασιμότητα και επιταχύνει τη φθορά του κεφαλαίου δάσους χωρίς ανάλογη πρόσοδο. Από εδώ προκύπτει ένα σχήμα αρχών με κόμβους, ρυθμούς και τεκμήρια που εναρμονίζει τις διοικητικές ρυθμίσεις με τους οικολογικούς κύκλους.

Σε επίπεδο θεωρητικού πλαισίου, τα ευρήματα ευθυγραμμίζονται με όσα υιοθετεί το παρόν κείμενο, δηλαδή με την κρατική αναγνωσιμότητα, την παραγωγή του χώρου, τη συμπίεση χώρου και χρόνου, τη χρονική διακυβέρνηση, τη θεσμική ασάφεια και τη λογική της διαπερατότητας και των τριβών. Δεν υιοθετείται φυσιοκρατική ανάγνωση και η ουδετερότητα του χάρτη νοείται ως πολιτική επιλογή που οφείλει να είναι διαφανής και ελέγξιμη (Gilmore, Bhandar, και Toscano, 2023), (Crawford, 2021), (Himley, Havice, και Valdivia, 2021).

Συνεπώς, ο χάρτης οφείλει διπλή εγγραφή, δικαιϊκή και μορφολογική, με ρητή ιχνηλασιμότητα και στα δύο σκέλη, ώστε να μην υπερκαθορίζονται ούτε η μνήμη ούτε η οικολογία από μια μονοδιάστατη απεικόνιση. Το on-map lineage συνοδεύει το δικαιϊκό αποτύπωμα με παραπομπές σε φάκελο, τίτλο και διοικητική πράξη και το μορφολογικό αποτύπωμα με πηγές κάλυψης και χρήσης γης, αεροφωτογραφίες, ορθοφωτοχάρτες, ημερομηνίες και σαφές επίπεδο αβεβαιότητας (Καπετάνιος, 2024). Έτσι ο χάρτης τεκμηριώνει ταυτόχρονα ποιος έχει πρόσβαση και ποιο είναι το αντικείμενο της πρόσβασης και μπορεί να λειτουργεί ως διαφανής και ελέγξιμη διοικητική πράξη με θεσμική λογοδοσία.

Εν κατακλείδι, η αναφορά του Ραγίπ επιλέγεται ως ιστορικό ντοκουμέντο για πρακτικούς και κανονιστικούς λόγους. Προσφέρει ένα συνεκτικό εργαλείο για το σήμερα. Έλεγχοι στα στόμια όπου συμπυκνώνεται η αξία. Ευθυγράμμιση διοικητικών ρυθμίσεων με οικολογικούς κύκλους. Ρητή τεκμηρίωση προέλευσης δικαιωμάτων πάνω στον ίδιο τον χάρτη. Με αυτόν τον τρόπο καταδεικνύεται ότι οι δασικοί χάρτες δεν μπορεί να λειτουργούν ως σιωπηρές αποφάνσεις και μετασχηματίζονται σε διαφανείς και ελέγξιμες διοικητικές πράξεις με θεσμική λογοδοσία. Εν κατακλείδι, ο χάρτης είναι τετελεσμένος τη στιγμή που συντάσσεται. Παγώνει μια τομή στον χρόνο, δεν αναστέλλει τις μεταβολές του φυσικού υποβάθρου. Γι’ αυτό το κρίσιμο δεν είναι μόνο οι ίδιες οι μεταβολές αλλά η ιστορία τους. Ποιος τις κατέγραψε, πότε, με ποια δεδομένα και με ποια αβεβαιότητα. Τα χωροταξικά σχέδια καλύπτουν τις ανάγκες ρύθμισης και μπορούν να ενσωματώνουν τις αλλαγές, όμως η ιστορική ιχνηλάτηση δίνει νόημα και λογοδοσία στις διοικητικές πράξεις (Rossetto και Lo Presti, 2024).

Με αυτή τη λογική, ο χάρτης οφείλει διπλή εγγραφή, δικαιϊκή και μορφολογική, με ρητή ιχνηλασιμότητα και στα δύο σκέλη. on-map lineage για την προέλευση δικαιωμάτων και on-map lineage για τις πηγές κάλυψης και χρήσης γης, τις αεροφωτογραφίες, τους ορθοφωτοχάρτες, τις ημερομηνίες και το επίπεδο αβεβαιότητας. Έτσι ο χάρτης μένει διαφανής και ελέγξιμος μέσα στο διοικητικό παλίμψηστο (Cohen και Duggan, 2021).

Σε αυτό το πλαίσιο αναδεικνύεται και η διαφορά αξίας ανάμεσα στον χάρτη του Ραγίπ και στην αναφορά του. Ο χάρτης είναι χρήσιμο υπόβαθρο και δεν ακυρώνεται. Η αναφορά, όμως, αποκαλύπτει κίνητρα, ρυθμούς, κόμβους και τεκμήρια. Μας δίνει πολύ περισσότερη πληροφορία για το πώς παράγεται η κρατική αναγνωσιμότητα και πώς ρυθμίζονται οι ροές. Μαζί προσφέρουν το σχήμα με κόμβους, ρυθμούς και τεκμήρια, με το οποίο μπορούμε να διαβάζουμε τις σημερινές μεταβολές και να τις εντάσσουμε σε λογική λογοδοσίας και βιωσιμότητας.

Υποσημειώσεις:

[1] «lâyiha»: Ο όρος lâyiha (οθωμαν. لایحه, συνήθ. μεταγραφή lâyihâ, σύγχρ. τουρκ. layiha) σημαίνει υπόμνημα/σχέδιο/έκθεση. Στη διοικητική γλώσσα του Τανζιμάτ δήλωνε τυποποιημένο τεχνικο-διοικητικό υπόμνημα που υπέβαλλε ένας υπάλληλος/ειδικός προς ανώτερη αρχή με πρόβλημα–ανάλυση–εισήγηση (σε αντίθεση με: arzuhâl = ιδιωτική αναφορά/αίτηση υπηκόου, mazbata = πρακτικό/απόφαση συλλογικού οργάνου, telhîs = υπηρεσιακή περίληψη προς τον σουλτάνο, takrir = υπηρεσιακή αναφορά χωρίς απαραίτητα προτασιακό χαρακτήρα).

[2] «νησιωτικές ροές»=κυκλοφορίες ανθρώπων, εμπορευμάτων, πίστωσης και εγγράφων που διατρέχουν το νησί και το συνδέουν με εξωτερικές αγορές.

[3] τα «αναχώματα» ή «προσχώματα» ως εργαλείο διακυβέρνησης (κακοσυντηρημένοι δρόμοι επιλεκτικά, έλεγχοι σε μόλους και τελωνεία, «παράθυρα» αδειών και δεκάτης, εποχικότητα και καιρός, μορφολογία διαδρομών, υγειονομικές συνθήκες)

[4] Η ελληνική μετάφραση της αναφοράς (lâyiha, 1861) και των συμπληρωμάτων της βασίζεται στην απόδοση του κειμένου που παρουσίασε η δρ. Arzu Baykara Taşkaya (Μερσίνη, 13–14.1.2024) και όχι σε απευθείας ανάγνωση του πρωτοτύπου των Οθωμανικών Αρχείων (T.C. Cumhurbaşkanlığı Devlet Arşivleri Başkanlığı – BOA, MVL 788/13). Η απόδοση έγινε με τη φιλική συνδρομή φίλων, που είναι γνώστες της τουρκικής και της οθωμανικής τουρκικής και δεν αποτελεί επαγγελματική μετάφραση· τους οποίους και ευχαριστώ ιδιαίτερα καθώς κλήθηκαν να μεταφράσουν ένα κείμενο με ιδιαίτερες δυσκολίες. Κάθε ενδεχόμενη ανακρίβεια βαρύνει τον συγγραφέα. Το πλήρες μεταφρασμένο κείμενο της αναφοράς και των συμπληρωμάτων (περί τις 7.500 λέξεις) δεν συνοδεύει το παρόν άρθρο λόγω έκτασης.

[5] πρόκειται για εκτίμηση του Οσμάν Ραγίπ, «προφανώς συντηρητική!!!» σε σχέση με την εκτεταμένη έκταση του δάσους που περιγράφει και που ανέρχεται στις ~290.000, στρ.

[6] «Πρόσβαση» νοείται ως ρυθμιζόμενο δικαίωμα εισόδου και χρήσης, όχι κυριότητα· χρονικά και χωρικά ορισμένο, υπό όρους και ανακλητό

[7] Οθωμανική τυπολογία γαιών: mülk = πλήρης ιδιωτική κυριότητα με ελεύθερη διάθεση και κληρονομησιμότητα· miri = γη του δημοσίου με δικαίωμα κατοχής/εκμετάλλευσης υπό όρους (φόροι, άδειες) χωρίς πλήρη αλλοτρίωση· vakıf = αφιερωμένη περιουσία για κοινωφελή/θρησκευτικό σκοπό, αναπαλλοτρίωτη· metrûke = κοινόχρηστη γη για τη συλλογική χρήση της κοινότητας ή του δημοσίου· mevât = «νεκρή»/ακαλλιέργητη γη εκτός ορίων οικισμών, αποκτήσιμη κατ’ εξαίρεση με ihyâ (αναβίωση) υπό νόμιμους όρους.

[8] reaya (οθωμ. reʿâyâ, رعايا): οι φορολογούμενοι υπήκοοι/υποτελείς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας — αγρότες, τεχνίτες, έμποροι κ.ά. — σε αντιδιαστολή προς την στρατιωτικο-διοικητική τάξη (askeri). Στα ελληνικά αποδίδεται συχνά ως «ραγιάδες».

[9] ρητή αναγραφή πάνω στον ίδιο τον χάρτη της προέλευσης και του ιστορικού κάθε χωρικής απόφανσης. Δεν μένει στα μεταδεδομένα του αρχείου· εμφανίζεται στο πρόσωπο του χάρτη, δίπλα στο στοιχείο ή στη λεζάντα.

Βιβλιογραφία

Ελευθεριάδης, Ν. 1915. Γνωμοδοτήσεις περί κτηματικών ζητημάτων εν ταις νέαις χώραις.

Καπετάνιος, Αντώνιος Β. 2003. Τη χώρα που μου πήραν γυρεύω…: φθορές και αυθαιρεσίες στη χώρα που προίκισε ο Θεός και αδίκησε ο άνθρωπος. Ηλιοτρόπιο.

Καπετάνιος, Αντώνιος Β. 2016. Η ιδιοκτησία στα δάση. Αλήθειες για τη γαιοκτησία στην Ελλάδα: Μύθοι και πραγματικότητα. Ιδιωτική Έκδοση.

Καπετάνιος, Αντώνιος Β. 2024. Το δάσος στο δίκαιό του. Ιδιωτική Έκδοση.

Baykara Taşkaya, Arzu. 2024. Osmanlıda orman yıkımına örnek: 1861 yılı Midilli Adası orman memuru Osman Ragıp Efendi’nin ada hakkındaki layihası [Παράδειγμα Δασικής Καταστροφής στην Οθωμανική Αυτοκρατορία: Η Λαχίγια του Δασικού Υπαλλήλου Οσμάν Ραγίπ Εφέντι για τη Νήσο Μυτιλήνη 1861]. Liberty Academic Publishers.

Cohen, Phil, και Mike Duggan. 2021. New Directions in Radical Cartography: Why the Map Is Never the Territory. Lanham: Rowman & Littlefield.

Crawford, Kate. 2021. Atlas of AI: Power, Politics, and the Planetary Costs of Artificial Intelligence. New Haven London: Yale University Press.

Denecke, Dietrich. 2016. Wege der Historischen Geographie und Kulturlandschaftsforschung: Ausgewählte Beiträge zum 70. Geburtstag [Δρόμοι της Ιστορικής Γεωγραφίας και της Έρευνας του Πολιτισμικού Τοπίου]. 1. Auflage. επιμέλεια K. Fehn και A. Simms. Stuttgart: Franz Steiner Verlag.

Dodge, Martin, Rob Kitchin, και Chris R. Perkins. 2011. The Map Reader: Theories of Mapping Practice and Cartographic Representation. Chichester, West Sussex, UK Hoboken, NJ: Wiley-Blackwell.

Gilmore, Ruth Wilson, Brenna Bhandar, και Alberto Toscano. 2023. Abolition Geography: Essays towards Liberation. Paperback edition. London New York: Verso.

Gregory, Ian N., Donald A. DeBats, και Don Lafreniere, επιμ. 2020. The Routledge Companion to Spatial History. Routledge Companions. London New York: Routledge, Taylor & Francis Group.

Gümüş, Cantürk. 2018. Türk Orman Devrimi [Τουρκική Δασική Επανάσταση]. Türkiye Ormancılar Derneği.

Harley, Brian, David Woodward, Joseph E. Schwartzberg, Gerald Randall Tibbetts, και Ahmet T. Karamustafa. 1992. Cartography in the Traditional Islamic and South Asian Societies [Χαρτογραφία Στις Παραδοσιακές Ισλαμικές Και Νοτιοασιατικές Κοινωνίες ]. The History of Cartography. Chicago London: the University Chicago press.

Harvey, David. 1989. The condition of postmodernity: an enquiry into the origins of cultural change [Η Κατάσταση της Μετανεωτερικότητας: Μια Διερεύνηση των Αιτίων Πολιτισμικής Αλλαγής]. Blackwell.

Harvey, David. 2012. Rebel Cities: From the Right to the City to the Urban Revolution [Εξεγερμένες Πόλεις: Από το Δικαίωμα στην Πόλη στην Αστική Επανάσταση]. Verso Books.

Henri Lefebvre και Michael J. Enders. 1976. ‘Reflections on the Politics of Space [Σκέψεις Για Την Πολιτική Του Χώρου]’. Antipode 8(2):30–37. doi:10.1111/j.1467-8330.1976.tb00636.x.

Heynen, Nikolas C., James McCarthy, Scott Prudham, και Paul Robbins. 2008. Neoliberal Environments: False Promises and Unnatural Consequences [Νεοφιλελεύθερα Περιβάλλοντα Ψεύτικες Υποσχέσεις Και Αφύσικες Συνέπειες]. Transferred to digital printing. London: Routledge.

Himley, Matthew, Elizabeth Havice, και Gabriela Valdivia. 2021. The Routledge handbook of critical resource geography [Το Εγχειρίδιο της Routledge για την Κριτική Γεωγραφία των Φυσικών Πόρων]. Routledge, Taylor & Francis Group.

İnalcık, Halil, και Donald Quataert. 2008. Οικονομική και Κοινωνική Ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, 1300–1600. Αλεξάνδρεια.

Lefebvre, Henri. 1991. The Production of Space [Η παραγωγή του χώρου]. Blackwell.

Lefebvre, Henri. 2014. Critique of Everyday Life: The One-Volume Edition[Η Κριτική Της Καθημερινής Ζωής]. One-τ. ed. London: Verso.

Rossetto, Tania, και Laura Lo Presti. 2024. The Routledge Handbook of Cartographic Humanities. Routledge Handbooks. Abingdon, Oxon New York, NY: Routledge.

Scott, James C. 2020. Seeing like a state: how certain schemes to improve the human condition have failed [Βλέποντας σαν κράτος: πώς ορισμένα σχέδια για τη βελτίωση της ανθρώπινης κατάστασης έχουν αποτύχει]. Veritas paperback edition. New Haven: Yale University Press.

Swyngedouw, Erik. 2020. Social Power and the Urbanization of Water: Flows of Power [Κοινωνική Δύναμη Και η Αστικοποίηση Του Νερού: Ροές Δύναμης (Σειρά Γεωγραφικών Και Περιβαλλοντικών Μελετών Της Οξφόρδης)]. Oxford Geographical and Environmental Studies. Oxford: Oxford University Press.

Tassy, Louis. 1869. Instruction sur le service des forêts [Οδηγίες για τη δασική υπηρεσία]. Imprimerie et Lithographie Centrale.

♦-♦-♦

Exit mobile version