
Νίκος Χρυσάφης,
Πολιτικός Μηχανικός ΤΕ
Γεωγράφος, MSc GIS
Υπάλληλος Δ/νσης Δασών Λέσβου
Με αφορμή την εγκύκλιο του ΥΠ.ΕΣ. με ΑΔΑ: ΨΤΤΛ46ΜΤΛ6-09Γ για τον πολυετή προγραμματισμό ανθρώπινου δυναμικού 2027–2030, αξίζει να σταθούμε όχι μόνο στη διοικητική της διάσταση, αλλά κυρίως σε αυτό που φέρνει ξανά στο προσκήνιο: την ανάγκη να αποτυπωθούν, επιτέλους, οι πραγματικές ανάγκες στελέχωσης των δημόσιων υπηρεσιών και, εν προκειμένου, των Δασικών Υπηρεσιών. Πρόκειται για υπηρεσίες που καλούνται να λειτουργήσουν σε συνθήκες ολοένα μεγαλύτερης περιβαλλοντικής πίεσης, κλιματικής αστάθειας και συχνότερων φυσικών καταστροφών. Η εγκύκλιος αυτή μπορεί να καταλήξει σε μία ακόμη τυπική διαδικασία. Μπορεί όμως και να αποτελέσει αφορμή για να τεθούν ξανά, με καθαρό και ουσιαστικό τρόπο, ζητήματα που εδώ και χρόνια παραμένουν ανοιχτά. Το πρόβλημα είναι, στην πραγματικότητα, διπλό. Από τη μία, τα υφιστάμενα ψηφιακά οργανογράμματα και οι οργανισμοί των Δασικών Υπηρεσιών εξακολουθούν, σε μεγάλο βαθμό, να αντανακλούν διοικητικές και δημοσιονομικές παραδοχές μιας διαφορετικής περιόδου, χωρίς να αντιστοιχούν πλέον στις σημερινές ανάγκες. Από την άλλη, σε κρίσιμα πεδία, ο ουσιαστικός επιστημονικός και επιχειρησιακός τους ρόλος τείνει να περιορίζεται ή να υποκαθίσταται στην πράξη από υπερκείμενες ή παράλληλες δομές, από εξωυπηρεσιακούς μηχανισμούς και ιδιώτες.
Η εμπειρία από τη λειτουργία της Δασικής Υπηρεσίας δείχνει ότι το πρόβλημα της στελέχωσης δεν ήταν ποτέ, ούτε βέβαια είναι και σήμερα, απλώς αριθμητικό. Δεν αφορά μόνο το πόσοι λείπουν, αλλά και το τι δεν μπορεί πλέον να γίνει όταν λείπουν. Δείχνει, επίσης, ότι η Δασική Υπηρεσία είναι ένας σύνθετος δημόσιος μηχανισμός, που για να λειτουργήσει σωστά χρειάζεται επιστημονική επάρκεια, διοικητική υποστήριξη, τεχνική γνώση, επιχειρησιακή ετοιμότητα και θεσμική συνέχεια.
Γι’ αυτό και, για τις Δασικές Υπηρεσίες, το ζήτημα της στελέχωσης δεν είναι ένα απλό υπηρεσιακό αίτημα. Είναι ζήτημα διοικητικής επάρκειας, περιβαλλοντικής προστασίας, δημόσιας ασφάλειας και ουσιαστικής κρατικής παρουσίας στο πεδίο. Ιδίως στον νησιωτικό χώρο, όπου η πολυδιάσπαση, η χωρική ασυνέχεια, οι αυξημένες μετακινήσεις, η εποχική πίεση και η περιβαλλοντική ευαλωτότητα διαμορφώνουν πολύ πιο απαιτητικές συνθήκες, οπότε και η υποστελέχωση δεν οδηγεί απλά σε δυσλειτουργίες. Οδηγεί σε πραγματικά ελλείμματα πρόληψης, ελέγχου, επιστημονικής τεκμηρίωσης και επιχειρησιακής ανταπόκρισης. Αυτό ακριβώς ανέδειξε και το ήδη κατατεθειμένο από 10-02-2026 υπόμνημα του Συλλόγου Εργαζομένων Δασικών Υπηρεσιών Αιγαίου.
Σήμερα αυτή η αδυναμία γίνεται ακόμη πιο εμφανής, γιατί το περιβάλλον μέσα στο οποίο καλούνται να λειτουργήσουν οι Δασικές Υπηρεσίες έχει αλλάξει ριζικά. Οι φυσικές καταστροφές είναι πιο συχνές, πιο έντονες και πιο σύνθετες. Οι δασικές πυρκαγιές δεν είναι πια ένα περιορισμένο εποχικό φαινόμενο, ενώ οι πλημμύρες, οι διαβρώσεις, οι κατολισθήσεις και οι μεταπυρικές καταστροφές συνθέτουν μια ενιαία αλυσίδα κινδύνων, η οποία απαιτεί δημόσιες υπηρεσίες με γνώση, συνέχεια, επιχειρησιακή ετοιμότητα και κυρίως επιστημονική επάρκεια. Σε αυτές ακριβώς τις συνθήκες, η υποστελέχωση δεν είναι μια απλή διοικητική έλλειψη. Είναι πολλαπλασιαστής του κινδύνου.
Η εμπειρία του προγράμματος Antinero (Ι,ΙΙ,ΙΙΙ…), αλλά και η πορεία των δασικών χαρτών, ανέδειξαν με ιδιαίτερη σαφήνεια τις συνέπειες αυτής της πραγματικότητας. Τα τελευταία χρόνια προβάλλεται συχνά, ρητά ή άρρητα, το επιχείρημα ότι οι Δασικές Υπηρεσίες δεν διαθέτουν το αναγκαίο επιστημονικό, τεχνικό και διοικητικό προσωπικό για να εκπονούν με επάρκεια μελέτες, να ωριμάζουν έργα και να διεκπεραιώνουν δημοπρατήσεις και συναφείς διαδικασίες. Ακριβώς πάνω σε αυτή την επίκληση στηρίχθηκε, σε αρκετές περιπτώσεις, η μετατόπιση κρίσιμων λειτουργιών εκτός του στενού πυρήνα της δασικής διοίκησης. Έτσι, ο καθ’ ύλην αρμόδιος δημόσιος φορέας κινδυνεύει να περιοριστεί σε έναν κατά βάση εγκριτικό ρόλο, με προφανείς συνέπειες για τη θεσμική συνέχεια, τη δημόσια τεχνογνωσία και την αποτελεσματικότητα της περιβαλλοντικής πολιτικής. Η δημόσια συζήτηση που έχει ανοίξει γύρω από το Antinero, σε συνδυασμό με τα ζητήματα που εγείρονται σε σχέση με την Οδηγία 2001/42/ΕΚ για τη Στρατηγική Περιβαλλοντική Εκτίμηση, αλλά και η εμπειρία από την κατάρτιση και εφαρμογή των δασικών χαρτών, δείχνουν ότι οι παρεμβάσεις μεγάλης κλίμακας και τα σύνθετα θεσμικά εγχειρήματα στον δασικό χώρο δεν μπορούν να στηρίζονται σε αποσπασματικές επιλογές ούτε σε μηχανισμούς που, έστω και έμμεσα, υποκαθιστούν τη δασική διοίκηση. Αντίθετα, προϋποθέτουν ισχυρή, επαρκώς στελεχωμένη και επιστημονικά αυτόνομη Δασική Υπηρεσία.
Με αυτή την έννοια, η εγκύκλιος για τον προγραμματισμό προσλήψεων δεν πρέπει να διαβαστεί ως μία ακόμη τυπική διοικητική διαδικασία. Πρέπει να αντιμετωπισθεί ως «ευκαιρία» για να αναδειχθεί ότι τα υφιστάμενα οργανογράμματα είναι, σε μεγάλο βαθμό, ανεπαρκή και ξεπερασμένα, ότι οι πραγματικές ανάγκες των Δασικών Υπηρεσιών είναι πολύ μεγαλύτερες από όσες αποτυπώνονται τυπικά. Σε μια εποχή κλιματικής κρίσης και εντεινόμενων φυσικών καταστροφών, η στελέχωση αυτών των υπηρεσιών είναι πασιφανές ότι δεν μπορεί να είναι περιφερειακό ή δευτερεύον θέμα. Είναι όρος πρόληψης, προστασίας, αποκατάστασης και, τελικά, ουσιαστικής κρατικής παρουσίας.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η παρούσα διαδικασία αφορά όλους όσους εμπλέκονται, από διαφορετική θέση, στη λειτουργία και στον σχεδιασμό των Δασικών Υπηρεσιών. Η ειλικρινής αποτύπωση των πραγματικών αναγκών τους, πέρα από τις τυπικές προβλέψεις και με έμφαση πρωτίστως στη στελέχωση, αποτελεί κοινή ευθύνη για όσους ασκούν θεσμικό, διοικητικό ή ακόμη και συνδικαλιστικό ρόλο. Από τη στάση όλων θα εξαρτηθεί, σε σημαντικό βαθμό, αν η διαδικασία αυτή θα εξαντληθεί σε μία ακόμη διοικητική καταγραφή ή αν θα αξιοποιηθεί ως ουσιαστική ευκαιρία για να αναδειχθεί το πραγματικό μέγεθος του προβλήματος και η ανάγκη πραγματικών λύσεων.
Ακόμη κι αν υπάρχουν βάσιμες επιφυλάξεις ότι η διαδικασία αυτή μπορεί τελικά να περιοριστεί σε μια προσχηματική ή επικοινωνιακή άσκηση, δεν υπάρχει περιθώριο αδράνειας. Αντίθετα, όσοι γνωρίζουν το αντικείμενο από μέσα έχουν ευθύνη να αξιοποιήσουν αυτή τη φάση για να αναδείξουν καθαρά τα προβλήματα της υποστελέχωσης, τις επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης, την αυξανόμενη απειλή των φυσικών καταστροφών και τον κρίσιμο επιστημονικό και επιχειρησιακό ρόλο που καλούνται να διαδραματίσουν οι Δασικές Υπηρεσίες τα επόμενα χρόνια.
Η στελέχωση των Δασικών Υπηρεσιών δεν είναι συντεχνιακή απαίτηση. Είναι ζήτημα δημόσιας ευθύνης, περιβαλλοντικής ασφάλειας και κρατικής επάρκειας. Είναι προϋπόθεση για να μη χαθεί οριστικά η τεχνογνωσία, η εμπειρία και η θεσμική μνήμη ενός μηχανισμού που, αν συνεχίσει να αποδυναμώνεται, θα λείψει ακριβώς τη στιγμή που η κοινωνία θα τον έχει περισσότερο ανάγκη.
Categories: Απόψεις, Απασχόληση, Δασική Υπηρεσία