Site icon dasarxeio.com

Η κατάργηση της Δασικής Υπηρεσίας στα τέλη του 19ου αιώνα και το μετέωρο βήμα της στις αρχές του 21ου αιώνα

Η κατάργηση της Δασικής Υπηρεσίας στα τέλη του 19ού αιώνα και το μετέωρο βήμα της, στις αρχές του 21ου αιώνα.
Οι αρνητικές συνέπειες στην ανάπτυξη του Νομού Τρικάλων.

Ηλίας Αθ. Ζαλαβράς,
τ. Δασάρχης

«Χωρίς τη γνώση του παρελθόντος δεν είναι δυνατόν να μετρήσωμεν
τας δυνάμεις του παρόντος, ούτε να ατενίζωμεν προς το μέλλον»
Διονύσιος Κόκκινος, Ιστορικός και Ακαδημαϊκός

Το ιστορικό παρελθόν της Δασικής Υπηρεσίας αρχίζει από το έτος 1836. Μέχρι τότε επί Τουρκοκρατίας, τα δάση ήταν υπό καθεστώς «διωγμού, οπισθοδρομικότητας και αμάθειας». Θεωρούμενα κοινό αναλώσιμο αγαθό, εκχερσώνονταν και υλοτομούνταν χωρίς κανέναν περιορισμό. Ο φιλέλληνας περιηγητής Γουλιέλμος Φρειδερίκος Τιρς αναφέρει σε σχετική μελέτη του (1829-1832) ότι αρκούσε κάποιος να δώσει στον αγά του Πύργου μερικούς σάκκους ζάχαρης και καφέ, για να κόψει ό,τι ήθελε στα γειτονικά με τον Αλφειό ποταμό δάση.

Την καταστροφή στα ορεινά και απρόσιτα μέρη συμπλήρωναν οι εκχερσώσεις για δημιουργία πρόχειρων αγρών (ρόγγισμα), αλλά και οι πυρκαγιές των ποιμένων για δημιουργία βοσκοτόπων. Αψευδής μάρτυρας οι πολλοί φτεριάδες των βουνών μας, όπου η διάβρωση σε πολλές περιπτώσεις με την παράσυρση του εδάφους δημιούργησε τη σημερινή γύμνια τους.

Με την έλευση το 1833 του Όθωνα και των Βαυαρών δημοσιεύθηκαν οι βασικοί νόμοι,με τους οποίους εκδηλώθηκε το ενδιαφέρον της Πολιτείας για τα δάση.Μέχρι τότε υπήρχαν ορισμένες εισπρακτικές στα τελωνεία Δ/ξεις, όπου γίνεται λόγος για δασικά προϊόντα, όπως οικοδομήσιμη, ναυπηγήσιμη ξυλεία, ρητίνη, κατράμι και ξυλοκέρατα. Παρενθετικά αξίζει να αναφέρουμε επίσης ότι ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας ο Καποδίστριας, παρ’ όλα τα σοβαρά ζητήματα που είχε να αντιμετωπίσει, δεν παρέλειψε να οργανώσει και τη γεωργία. Στο πρόγραμμα μαθημάτων του Γεωργικού Σχολείου Τίρυνθας, ο Δ/ντής του γεωπόνος Γρ. Παλαιολόγος περιέλαβε και το μάθημα της Δασολογίας. Όμως, ούτε ο Καποδίστριας αφέθηκε στη ζωή, για να προσφέρει τις πολύτιμες και τις ιστορικά μοναδικές για Έλληνα πολιτικό υπηρεσίες του, ούτε ο Παλαιολόγος έμεινε ακαταδίωκτος για να εργασθεί υπέρ της ελληνικής γεωργίας.

Στα πρώτα χρόνια του Όθωνα, δημοσιεύθηκε τον Σεπτ/βριο του 1836 το Δ/γμα «Περί διοργανισμού των Δασονομείων» και το από 17.11.1836 Δ/γμα «Περί ιδιωτικών δασών». Με το πρώτο ιδρύθηκε Δασική Υπηρεσία, ενώ με το δεύτερο έγινε προσπάθεια να καταγραφεί η περιουσία του Δημοσίου και εκείνη που ανήκε σε ιδιώτες, Μονές, Δήμους κλπ. Αυτοί έπρεπε σε διάστημα ενός έτους να προσκομίσουν τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία να αποδεικνύεται η πριν από την απελευθέρωση ιδιοκτησία τους. Βέβαια, ουδέποτε τηρήθηκε η διαδικασία αυτή, οπότε σερνόταν η όλη σοβαρή υπόθεση επίλυσης του ιδιοκτησιακού προβλήματος της χώρας μέχρι τις μέρες μας.Ευελπιστούντες ό,τι με την διδικασία κατάρτισης του κτηματολογίου που ήδη βαίνει προς την ολοκλήρωσή του επι τέλους θα επιλυθεί.

Η στελέχωση των επτά «Δασονομικών Υπηρεσιών» έγινε από Βαυαρούς αξιωματικούς και στρατιώτες μέχρι το 1837, οπότε άρχισαν να μπαίνουν και Έλληνες πολίτες.Μεταξύ αυτών και ο γνωστός συγγραφέας των χρόνων της επανάστασης Φωτάκος, ως Δασονόμος Μαντινείας.

Το Δασονομικό σύστημα που δημιούργησαν οι Βαυαροί είχε σωστές βάσεις, οι οποίες και επέζησαν, όπως η προσπάθεια επιβολής νόμιμης τάξης στα ιδιοκτησιακά δικαιώματα και η δημιουργία μιας ενιαίας Δασικής Υπηρεσίας. Όμως, το προσωπικό ήταν «άγευστο δασολογικών γνώσεων» και η ασκηθείσα δασική πολιτική καταπιεστική, ξένη προς τον πένητα λαό, που ζούσε την απόλυτη φτώχεια, πολλοί ήταν ανάπηροι του Αγώνα, διακονεύοντας στους δρόμους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η απαγόρευση της ρητινοσυλλογής, μοναδικού εσόδου πληθυσμών πλησίον δημοσίων δασών χαλεπίου πεύκης, αλλά και η κατόπιν αδείας καυσοξύλευση για κάλυψη ατομικών αναγκών.

Παναγής Βαλσαμάκης

Η πολιτειακή μεταβολή που επήλθε στις τρείς Σεπτ/βρίου 1843, άλλαξε τη δασική πολιτική, χωρίς όμως θεαματικά αποτελέσματα στη διαχείριση των δασών.Οι νέοι δασικοί υπάλληλοι που ανέλαβαν τα Δασονομεία, Δασοφυλάκεια κλπ, ήταν ελάχιστα εγγράμματοι και χωρίς συνείδηση υπαλληλικής ευθύνης. Μόλις το 1847 εμφανίζονται οι δύο πρώτοι Έλληνες Δασολόγοι Ευγένιος Οριγώνης και Παναγής Βαλσαμάκης, που είχαν σπουδάσει Δασολογία στη Γερμανία. Ο πρώτος υπηρέτησε ως Επιθεωρητής Δασών και ο δεύτερος τοποθετήθηκε στο Υπουργείο Οικονομικών στο Τμήμα Δασών. Μέσα στο γενικότερο κλίμα συνεχών πολιτειακών (εκθρόνιση Όθωνα, βασιλεία Γεωργίου) και κυβερνητικών μεταβολών, οι δύο αυτοί πρωτεργάτες της επιβολής τάξεως στη διαχείριση των δασών, τίποτε το αξιόλογο δεν μπόρεσαν να πετύχουν. Μόνη τους έγνοια ήταν η διατήρηση του προσωπικού της Δασονομικής Υπηρεσίας,προκειμένου να μην παρουσιάζει παθητικό στον κρατικό προϋπολογισμό. Απαρτίζονταν δε το προσωπικό από 10 Δασάρχες, 40 Δασονόμους, 105 Δασοφύλακες και 30 έκτακτους με 5μηνη θητεία την ξηροθερμική περίοδο.

Και φθάνουμε στο 1877, οπότε με τον νόμο ΧΙΓ καταργείται η Δασική Υπηρεσία. Οι υπάλληλοι απολύονται και τα καθήκοντα μεταβιβάζονται στη Χωροφυλακή και στους Οικονομικούς Εφόρους. «Η φύλαξη των δασών και η καταδίωξη των περί τα δάση ανομημάτων ανατίθεται εις την Χωροφυλακήν, ενεργούσα υπό τας δ/γάς του οικείου Μοιράρχου ή Υπομοιράρχου». Στο αρχείο του Δασαρχείου Καλαμπάκας αναφέρεται στη θέση του Δασάρχη ο Ανθυπομοίραρχος Χασακής Θεόδωρος.

Ο νόμος αυτός αποτελούσε αναμφίβολα οπισθοδρόμηση των δασικών μας πραγμάτων. Ο Δασολόγος και Ακαδημαϊκός Πέτρος Κοντός, η μεγαλύτερη φυσιογνωμία του δασολογικού μας κόσμου, αναφέρει ότι ήταν αποτέλεσμα του έντονου λαϊκισμού των Κυβερνήσεων Βούλγαρη, Δεληγιάννη, αλλά και του κοινωνικού κλίματος της εποχής, που ήταν δυσμενές για τα δάση. Και δεν αφορούσε τις αντιλήψεις των απαίδευτων τάξεων του λαού, αλλά των ηγετικών στελεχών της κοινωνίας. Ο Υπουργός Δ. Χρηστίδης είχε χορηγήσει σε ισχυρό παράγοντα του τόπου άδεια υλοτομίας σε ένα δάσος, η οποία θα το εξαφάνιζε. Όταν αυτό επισημάνθηκε στον Υπουργό, αυτός φωνασκώντας είπε «χρήματα θέλω όχι δάση». Ο δε Άρειος Πάγος με την υπ’ αριθ. 164/1883 απόφασή του απεφάνθη ότι «η συντήρηση των δασών δεν ενδιαφέρει το Κράτος».

Συνεχίζοντας ο Κοντός αναφέρει ότι « στούς σπερμοφυείς πολύτιμους δρυμούς της Θεσσαλίας έγιναν αποψιλωτικές υλοτομίες και μεταβλήθηκαν σε μικρής αξίας πρεμνοφυούς μορφής. Την εγκληματικη αυτή αποψίλωση και προλεταροποίηση των ελληνικών δρυμών δεν υπάρχει λέξις διά να την χαρακτηρίσει. ….Αλλά ως να μην έφτανε αυτό άρχισαν και τα σπερμοφτή δάση οξυάς να υλοτομούνται αποψιλωτικώς.Οι λέξεις έχασαν την σημασία τους.».

Στα δάση ελάτης της περιοχής του Απροποτάμου ξυλέμποροι αποψίλωσαν μεγάλες εκτάσεις κατά μήκος της κοίτης του ποταμού Αχελώου.Η ξυλεία μεταφερόταν με το υδάτινο ρεύμα του στο Μεσολόγγι για την κατασκευή σταφιδοκυβωτίων.

Ο πρώτος Δασολόγος που το καλοκαίρι του 1900 επισκέφθηκε την Θεσσαλία, «την κατ’ εξοχήν δασική χώρα της Ελλάδας», ήταν ο Κων/νος Σάμιος. Στην έκθεσή του «Ανά τα δάση της Πίνδου και των Αγράφων», αναφέρει ότι με τον Πηνειό και τα παραποτάμια του μεταφέρθηκαν εκατοντάδες χιλιάδων στρωτήρων, που υλοτομήθηκαν από τα δάση αυτά και θεμελίωσαν το Θεσσαλικό σιδηρόδρομο και πολλά χιλιόμετρα του Πελοπονησιακού.

Η αντιεπιστημονική και ληστρική αυτή μεταχείριση των δασών μας κράτησε μέχρι το 1921. Χρειάσθηκε από το 1877 να περάσουν 44 χρόνια και 100 από την Ελληνική Επανάσταση, για να ψηφισθεί ο νόμος 2637/28-7-1921 που απάλλαξε οριστικά το Σώμα της Χωροφυλακής από δασικά καθήκοντα. Στο μεταξύ η Δασική Υπηρεσία διέθετε ειδικό δασικό προσωπικό από σχολές του εξωτερικού, την Δασοκομική Σχολή Βυτίνας (1896-1931), αλλά και την Δασολογική Σχολή Αθηνών, που από το 1917 λειτουργούσε ως παράρτημα του Πολυτεχνείου μέχρι τη μεταφορά της στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης το 1927. Αξίζει εδώ να αναφέρουμε ότι σε μια εκδρομή αυτής της Σχολής, το καλοκαίρι του 1923, εκδηλώθηκε και το ενδιαφέρον για την ίδρυση του Παν/κού Δάσους Περτουλίου. Μετά από πρόταση του τότε Δασάρχη Τρικάλων Γεωργίου Ρούλια, ο Δ/ντής της Σχολής Π. Κοντός και ο Καθηγητής Αν. Οικονομόπουλος, με τη συνοδεία στρατιωτικού αποσπάσματος λόγω ληστοκρατίας, μέσω Χρυσομηλιάς ανακάλυψαν το δάσος Περτουλίου. Από την πρώτη στιγμή προκάλεσε στους εκδρομείς εντύπωση εικόνας «δασικής οάσεως» μεταξύ όλων των άλλων δασών που είχαν επισκεφθεί. Αργότερα, λειτούργησε εκεί και το πρώτο πριστήριο ξυλείας, κίνητρο και πρότυπο για την δημιουργία στο Νομό πολλών άλλων ιδιωτικών. Έτσι, δικαιολογείται και η λειτουργία, μέχρι τελευταία 60 περίπου, μικρών και μεγάλων ξυλοβιομηχανιών με μεγάλη προσφορά στην αντιμετώπιση της ανεργίας στην ανοικοδόμηση των κατεστραμένων από τον πόλεμο οικισμών και στην οικονομική ανάπτυξη του νομού Τρικάλων.

Πάντως η περίοδος αυτή ανωμαλίας της Δασικής Υπηρεσίας έληξε και με την γενικότερη ανόρθωση του Κράτους κατά την Βενιζελική τετραετία 1928-1932. Ψηφίστηκε τότε ο νόμος 4173/1929, πού έθεσε τα θεμέλια της αειφόρου εκμετάλλευσης των δασών και που οι δ/ξεις του επηρέασαν τις μετέπειτα μέχρι στις ημέρες μας, νομομοθετικές ρυθμίσεις. Παράλληλα, οργανώθηκε η Υπηρεσία χειμάρρων με τέσσερα κέντρα διευθέτησης εκ των οποίων ένα είχε έδρα τα Τρίκαλα. Ο σπουδαιότερος όμως νόμος που απομάκρυνε τους δοσοεπιχει ρηματίες από την εκμετάλλευση των δημοσίων δασών, είναι ο Α. Ν. 1836/1937 «περί διαχειρίσεως των δημοσίων δασών απευθείας από το κράτος». Αφού μόνο το κράτος μπορεί να διασφαλίσει κατά τον καλύτερο τρόπο τις έμμεσες ωφέλειες του δάσους. Το σύστημα της Κρατικής Εκμεταλλεύσης Δασών (Κ.Ε.Δ), χρηματοδοτούμενο από Κ.Τ.Γ.Κ και Δασών εφαρμόσθηκε κατ’ αποκλειστικότητα μέχρι το 1986 σε όλα τα δημόσια δάση. Διασφάλισε την προστασία τους και με τις εργασίες οδοποιϊας, αναδασώσεων και συγκομιδής του ξύλου, παρείχε εργασία στο φτωχότερο τμήμα του Ελληνικού πληθυσμού, στον ημιορεινό και ορεινό αγρότη. Χάρη δε στα έργα δασικής οδοποιϊας συνδέθηκαν με αυτ/δρομο και όλα σχεδόν τα χωριά της ορεινής περιοχής του Νομού μας.

Το 1946-47 ο τότε Δασάρχης Καλαμπάκας Δημήτριος Γκίκας στα πλαίσια της τακτικής αυτής και για την βιομηχανική αξιοποίηση της παραγομένης ακατέργαστης ξυλείας, ιδίως από πολλά καμένα δάση πεύκης, εγκατέστησε και λειτούργησε στο χώρο όπου σήμερα είναι το 1ο και 2ο γυμνάσιο, την πρώτη μονάδα πριονιστηρίου. Με τα προϊόντα του, που κάλυπταν αποκλειστικά ανάγκες του Υπουργείου Ανασυγκρότησης, ανοικοδομήθηκε η μεταβληθείσα από τους Γερμανούς κατακτητές σε ερείπια πόλη της Καλαμπάκας. Το 1949 οικοδομήθηκε και το παραδοσιακό κτίριο στο κέντρο της πόλης, όπου και σήμερα στεγάζεται το Δασαρχείο.

Αργότερα το 1957 ιδρύθηκε η νέα βιομηχανία ξύλου με ανεκτίμητη προσφορά στην αξιοποίηση της πρώτης ύλης των δασών μας, αλλά κυρίως στην δημιουργία θέσεων εργασίας σε μια μικρή επαρχιακή πόλη, ξεχασμένη από κάθε κεντρική προσπάθεια βιομηχανικής αποκέντρωσης. Σήμερα που έπαψε να λειτουργεί, προβάλλει προς τα επάνω το ψηλό μαύρο φουγάρο της, ορατό από κάθε γωνιά της έτσι για να θυμίζει στον καθένα ότι στο παρελθόν υπήρξε μια υπηρεσία που μόχθησε για το Ελληνικό δάσος για την στήριξη του φτωχού ημιορεινού και ορεινού πληθυσμού, χωρίς κρατική συμπαράσταση και χωρίς δυστυχώς κοινωνική κατανόηση.

Πάντως αμέσως μετά τον πόλεμο και την εμφύλια διαμάχη αξιόλογο ποσό της συμμαχικής οικονομικής βοήθειας, αξιοποιήθηκε σε έργα δασικής ανάπτυξης (αναδάσωση καμένων εκτάσεων, δασική οδοποιΐα, χείμαρροι, ορεινοί βοσκότοποι κλπ). Το κόστος των έργων αυτών υπολογίζεται στο 1/3 του κανονικού, αφού η επίβλεψη, η εκτέλεση και κυρίως οι μελέτες γίνονταν από την Δασική Υπηρεσία. Ιδιαίτερη μνεία, όσον αφορά τα δασικά έργα στο Νομό μας, πρέπει να γίνει στα φράγματα και στις προστατευτικές αναδασώσεις, στις λεκάνες απορροής των χειμάρρων Πορταϊκού και Μαλακασιώτη. Το 1964 ιδρύθηκε ως Τμήμα του Κέντρου Δασικής Εκπαίδευσης Καλαμπάκας η μοναδική στην χώρα μας Ξυλογλυπτική Σχολή. Στο Δασαρχείο Τρικάλων άρχισε να λειτουργεί η Ελεγχόμενη Κυνηγετική Περιοχή Κόζιακα και στην περιοχή του Ασπροποτάμου στη θέση Κουκουφλί ο μοναδικός στη χώρα Πεστροφογεννητικός σταθμός παραγωγής ιχθυδίων άγριας πέστροφας.

Τα τελευταία όμως τριάντα χρόνια η Δασική Υπηρεσία περνάει μια μεγάλη κρίση, που εν πολλοίς μοιάζει με αυτήν του τέλους του 19ού αιώνα. Ευτυχώς που η Χωροφυλακή δεν υπάρχει, οπότε εξέλειψε και ο κίνδυνος κατάργησής της, όπως συνέβη με το νόμο ΙΧΓ/1877 που προναφέραμε. Όμως, το ίδιο πνεύμα λαϊκισμού και κομματισμού κινούμενο στο ίδιο κλίμα, εφεύρε την ανάθεση σε αυτήν παρά την υπολειτουργία της και των καθήκοντων της Αγροφυλακής!… Δηλαδή τη φύλαξη αγρών και μποστανιών…..Μποσταντζήμπασης εξάλλου επί Τουρκοκρατίας λεγόταν και ο δασοφύλακας των κτημάτων και των δασών του Σουλτάνου!….

Είχε προηγηθεί μία συνεχής νομοθέτηση Δ/ξεων , όπως το Π.Δ.126/86 που ανάθεσε την εκμετάλλευση των δημοσίων δασών στους Α.Δ.Συνεταιρισμούς. Εμμέσως κατάργησε την εκμετάλλευση με αυτεπιστασία που για σχεδόν πενήντα χρόνια δοκιμάσθηκε, ανόρθωσε όλα τα δημόσια δάση και δημιούργησε συνθήκες απασχόλησης στους ορεινούς κατοίκους του νομού. Ενώ με την νέα ανάθεση επανήλθε η αταξία των δασεμπόρων στην εκμετάλλευση.

ΟΙ προσπάθειες μείωσης και υποβάθμισης ήταν συνεχείς. Όμως η Γενική Δ/ση Δασών του Υπουργείου Γεωργίας τις ανέκοπτε προβάλλοντας το τεράστιο έργο της Υπηρεσίας στο ορεινό χώρο,τη συνταγματική της κατοχύρωση με το άρθρο 24 του Συντάγματος και την ιστορικότητά της, αφού είναι από τις πρώτες που ίδρυσε το Ελληνικό Κράτος το 1836.

Εφευρέθηκαν όμως οι δ/ξεις του νόμου 2563/1997, οι οποίες απέσπασαν την Υπηρεσία από το αρμόδιο καθ’ ύλην Υπ. Γεωργίας και την διαμοίρασαν στις επτά Αποκεντρωμένες Περιφερειακές Δ/νσεις, που ανήκουν στο Υπουργείο Εσωτερικών, άσχετο με τα δάση. Χαρακτηριστικό του εχθρικού αυτού κλίματος και ο αποκλεισμός των δασών από το οργανόγραμμα του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής, που ιδρύθηκε το 2009. Και είναι να απορεί κανείς πώς ο αβάσιμος αυτός αποκλεισμός, που αποτελεί «παγκόσμια πρωτοτυπία», δεν ήλθε σε γνώση των αρμοδίων υπηρεσιών της Ε.Ε., όπου τα δάση είναι η προμετωπίδα ανάσχεσης και περιορισμού του φαινομένου της κλιματικής αλλαγής.

Τελευταία βέβαια το 2021 η πολιτεία ψήφισε την ένταξή της στο Υπουργείο Περιβάλλοντος, χωρίς όμως να αποκαταστήσει και μια στοιχειώδη και ανεκτή έστω λειτουργικότητα, ελλείψει πιστώσεων και προσωπικού.

Ακολούθησε ο Ν. 2612/1998, που μετέφερε την αρμοδιότητα της δασοπυρόσβεσης με όλα τα κονδύλια και με όλη την υποδομή της Δασικής Υπηρεσίας στο Πυροσβεστική Σώμα. Έριξε όλο το βάρος της προσπάθειας κατάσβεσης στην καταστολή της πυρκαϊάς και περιθωριοποίησε τη μεγάλη αξία της πρόληψης, που αφέθηκε στην γυμνή από προσωπικό και πιστώσεις Δασική Υπηρεσία. Ασφαλώς και χρειάζονται οι επίγειες δυνάμεις της Πυροσβεστικής. Οι εναέριες όμως πάντοτε ως εξαίρεση και όχι ως κανόνας.

Τελικά μετά την τελευταία 30ετή περίοδο οπισθοδρόμησης και διωγμών, η Δασική Υπηρεσία σήμερα χωρίς πιστώσεις και χωρίς την στελέχωσή της με προσωπικό, μετεωρίζεται μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας.

Θλίβεται κανείς με την εικόνα εγκατάλειψης των εργοταξίων στα δημόσια δάση, την κατάργηση των δασικών φυτωρίων, την υποβάθμιση του θεμελιώδους θέματος εκπόνησης-επαλήθευσης μελετών διαχείρισης δασών και με την μη συντήρηση των πολλών έργων δασικής ανάπτυξης, που εκτέλεσε η Υπηρεσία στο παρελθόν και ιδίως την περίοδο 1950-2000.

Η κατάσταση αυτή των δασικών μας πραγμάτων επείγει να αλλάξει όσο ποτέ άλλοτε, αφού ο κίνδυνος της κλιματικής αλλαγής είναι υπαρκτός και το δάσος αποτελεί καθοριστικό παράγοντα στην αντιμετωπισή του.

Εξάλλου, σήμερα που γίνεται αγώνας για τη σύγκλιση με τις άλλες χώρες της Ε.Ε., όπου οι Δασικές Υπηρεσίες είναι σε μεγάλη εκτίμηση, αποτελεί όχι μνημονιακή, αλλά οφειλόμενη υποχρέωση της πολιτείας να προβεί στις αναγκαίες διορθωτικές θεσμικές ρυθμίσεις των λαθεμένων επιλογών της τελευταίας 30ετίας, ώστε να αποκλεισθεί ο δρόμος επιστροφής στην αυγή του 21ου μιας δασοϊστορικής περιόδου κρίσης πριν από 148 χρόνια στα τέλη του 19ου αιώνα.

Καλαμπάκα, Ν/βριος 2025

Ηλίας Αθ. Ζαλαβράς
τ. Δασάρχης

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αν. Οικονομόπουλου, Η Δασοπονία Περτουλίου. Θεσ/κη, 1964.
Αν. Στεφάνου, Αι Δρυάδες των αρχαίων Ελλήνων και τα δάση των νεότερων. Αθήνα, 1935.
Πέτ. Κοντού, Δασική πολιτική ιδία εν Ελλάδι. Αθήνα, 1929.
Πάν. Γρίσπου, Δασική Ιστορία της Νεώτέρας Ελλάδος. Αθήνα, 1973.
Κων. Σάμιου, Ανα τα δάση της Πίνδου και των Αγράφων. Αθήνα, 1905.
Χρ. Μουλόπουλου, Οι χείμαρροι της παλαιάς Ελλάδος. Αθήνα, 1929.
Σπ. Ντάφη, Εφημορμένη Δασοκομική. Θεσ/κη, 1970.

Exit mobile version