
Αντώνης Ραλλάτος
Δασολόγος, μέλος ΔΣ της ΠΕΔΔΥ
Εισαγωγή
Η προστασία του Περιβάλλοντος, συνδέεται στενά με τους όρους διαβίωσης του λαού, των εργαζόμενων της νεολαίας, των λαϊκών στρωμάτων. Δάση, υδάτινοι πόροι, οικοσυστήματα, ατμόσφαιρα, θάλασσα, παραλίες, ελεύθεροι χώροι, διατροφικά προϊόντα, διαχείριση στερεών και υγρών αποβλήτων αποτελούν παράγοντες, που συνδέονται άμεσα με την ποιότητα ζωής της λαϊκής οικογένειας, με τους όρους εργασίας τους, με ζητήματα του εργασιακού περιβάλλοντος, της υγείας και ασφάλειας της εργασίας.
Παράγοντες που υφίστανται τα αποτελέσματα από την απάνθρωπη φύση του σημερινού κοινωνικοοικονομικού συστήματος που σαπίζει.
Μια από τις πιο χαρακτηριστικές και τραγικές εκφράσεις αυτής της λεηλασίας είναι η κατάσταση των δασικών οικοσυστημάτων, τα οποία έχουν μετατραπεί σε εμπόρευμα , υποβαθμίζονται και καταστρέφονται με γοργούς ρυθμούς: από τις πυρκαγιές και τη συνεχιζόμενη αποψίλωση για τη μετατροπή τους σε πρώτη ύλη για παραγωγή ενέργειας, (ξύλα, πέλετ, παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας κλπ), σε γεωργικές ή κτηνοτροφικές εκτάσεις, σε οικόπεδα, βίλες, οικισμούς, ξενοδοχεία, βιομηχανίες, αποθήκες και χώρους απόθεσης απορριμμάτων, από ασθένειες.
Επισημαίνουμε βέβαια, ότι η δασοπροστασία, μετατρέπεται, από την πολιτική όλων των κυβερνήσεων που διαχειρίζονται το υπάρχον σύστημα, σε πεδίο επενδύσεων, εκμετάλλευσης και αξιοποίησης των δασών, σε πλήρη ευθυγράμμιση με τα συμφέροντα των πολυεθνικών μονοπωλιακών ομίλων. Μάλιστα υποτάσσουν τη Δασοπροστασία, (και θα επανελθουμε με άλλο άρθρο), στη «νέα στρατηγική ανθεκτικότητας» της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, στο πλαίσιο της πολεμικής προετοιμασίας τους με την οποία συμφωνούν όλα τα αστικά κόμματα, κι ας προσπαθούν να μας πείσουν σε Ελλάδα και διεθνώς, ότι η εξασφάλιση της ανθεκτικότητας των Δασών θα τα προστατέψει και από τις πυρκαγιές Οι πολιτικές ευθύνες τους είναι τεράστιες.
Η δασοπροστασία ως θεμελιώδης πλευρά της ολοκληρωμένης διαχείρισης των δασών
Η προστασία των δασών (Δασοπροστασία), αποτελεί –και πρέπει να αποτελεί– μια θεμελιώδη και κεφαλαιώδη πλευρά της ολοκληρωμένης διαχείρισης των δασών.
Σε αυτό το πλαίσιο η πραγματική προστασία αφορά το σύνολο της έρευνας της μελέτης των έργων και των ενεργειών ώστε να αυξηθεί στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό η συνολική προστασία του κάθε δάσους από όλους τους κινδύνους (ασθένειες από μύκητες, βακτήρια, σπανιότερα ιούς, έντομα), πυρκαγιές, παράσυρση εδαφών, οικολογική υποβάθμιση, μείωση της φυσικής αναγέννησης, καταπατήσεις εκχερσώσεις παράνομη αλλαγή της χρήσης, υποβάθμιση βιοποικιλότητας, μείωσης – εξαφάνισης αγρίας πανίδας και ορνιθοπανίδας, ιχθυοπανίδας αν στο δάσος υπάρχει ποτάμι, ρύπανση και η εξασφάλιση των προϋποθέσεων γι’ αυτό.
Η κυβέρνηση και σύσσωμη η αστική αντιπολίτευση επιχειρούν να ταυτίσουν την προστασία των δασών μόνο με την προστασία τους από τις δασικές πυρκαγιές, αυτό είναι πολιτικά απαράδεκτο.
Η πολιτική αυτή υπονομεύει την ολοκληρωμένη διαχείριση και προστασία των δασών τα αντιμετωπίζει ως εμπόρευμα, και σύμφωνα με την αντίληψη του κόστους – οφέλους.
Ακομη πιο προκλητική είναι η αναγωγή των εκκενώσεων περιοχών, της λειτουργίας του «112» και της επιτήρησης με drones στο «μαγικό κουτί» της προστασίας από τις δασικές πυρκαγιές. Όλα τα στατιστικά στοιχεία δείχνουν ότι το πρόβλημα δεν είναι ο έγκαιρος εντοπισμός της εστίας μια πυρκαγιάς αλλά κυρίως η έγκαιρη άφιξη των δυνάμεων και η πρώτη προσβολή.
Η Δασοπροστασία δεν κρίνεται από την ικανότητα εκκένωσης χωρίς νεκρούς ούτε μόνο η ικανότητα κατάσβεσης μια δασικής πυρκαγιάς.
Είναι αποκαλυπτικό ότι εδώ και δεκαετίες δεν έχει εκπονηθεί καμία μελέτη ολοκληρωμένης διαχείρισης και προστασίας των δασών, που να αντιμετωπίζει ενιαία, συστηματικά και να περιλαμβάνει και το σύνολο των αναγκαίων μέτρων για τη δασοπροστασία.
Η κρατική πολιτική περιορίζεται σε αποσπασματικές παρεμβάσεις, χωρίς συνολικό σχεδιασμό, ιδιαίτερα για τα πιο ευάλωτα πευκοδάση στα χαμηλά υψόμετρα, που αποτελούν και τις κύριες εστίες καταστροφικών πυρκαγιών κάθε καλοκαίρι.
Η διαχείριση των Δασών, ή το γενικό σχέδιο ( master plan) για κάθε δασικό σύμπλεγμα, που δεν γίνεται από τις δασικές υπηρεσίες, αφού δεν υπάρχει τέτοια πολιτική κατεύθυνση, έπρεπε να περιλαμβάνει πλήρεις και τεκμηριωμένες μελέτες και δασοτεχνικά έργα.
Μια από τις μελέτες είναι η μελέτη αντιπυρικής προστασίας που πέρα από την ανάλυση των συνθηκών σε κάθε συγκεκριμένο δάσος, θα πρότεινε και συγκεκριμένα έργα και εργασίες –όπως δασοκομική διαχείριση, αραίωση της βλάστησης, καθαρισμούς, διάνοιξη και συντήρηση δασικού οδικού δικτύου, εγκατάσταση ή πύκνωση του αναγκαίου δικτύου υδατοδεξαμενών, πύκνωση και επέκταση του δικτύου πυροσβεστικών κρουνών, πυροφυλακείων κλπ Ένα από τα πιο σημαντικά στοιχεία είναι το σχέδιο διασποράς των επίγειων δυνάμεων, μέσα στο δάσος πριν την έναρξη οποιασδήποτε πυρκαγιάς, με στόχο ο χρόνος πρώτης προσβολής σε οποιαδήποτε εστία να είναι αυτό που προβλέπει η επιστήμη, 10-15 λεπτών από την εκδήλωση πυρκαγιάς.
Σε αυτή τη βάση το σχέδιο θα έπαιρνε υπόψη της γεωμορφολογικές συνθήκες, (κλίσεις εδάφους, ανάγλυφου, κατάσταση οδικού δικτύου κλπ) τη σύνθεση της δασικής βλάστησης, (που είναι πυκνό δάσος , ψηλά δένδρα θάμνοι κλπ), τα μετεωρολογικά στοιχεία (κυρίες και βασικές κατευθύνσεις, ένταση ανέμων κλπ). Όλα αυτά θα υλοποιούνταν αν οι διαχρονικά ασκούμενη δασική πολιτική υλοποιούσε μια τέτοια κατεύθυνση που δηλαδή ως προς τον κίνδυνο των δασικών πυρκαγιών θα έδινε το βάρος στην πρόληψη. Όμως η ασκούμενη δασική πολιτική μετατοπίζει το βάρος στη «διαχείριση της κρίσης» αντί για την πρόληψη.
Η έννοια της «ανθεκτικότητας»αξιοποιείται έντονα και στο πεδίο των δασών. Έτσι με το πρόσχημα της προσαρμογής στην λεγόμενη κλιματική κρίση, εμφανίζονται προγράμματα και μέτρα που δήθεν θα εξασφαλίσουν την ανθεκτικότητα των δασών.
Στην πραγματικότητα, όμως, η κυβέρνηση στο όνομα της Δασοπροστασίας εξειδικεύει και υλοποιεί στην Ελλάδα, την ανθεκτικότητα ως εργαλείου που υπηρετεί τη στρατηγική του κεφαλαίου και των ιμπεριαλιστικών οργανισμών ΕΕ, ΝΑΤΟ, της πολεμικής προετοιμασίας και της καταστολής του λαού.
Η «ανθεκτικότητα» γίνεται επίσης άλλο ένα εργαλείο προώθησης της αντιλαϊκής πολιτικής, που φορτώνει στις πλάτες του λαού τις συνέπειες των καταστροφών και ταυτόχρονα ενισχύει την κρατική καταστολή, την επιτήρηση, τη θωράκιση του συστήματος απέναντι στο λαϊκό κίνημα.
Η Πολιτική της ΕΕ για τα Δάση και το Περιβάλλον και οι ελληνικές κυβερνήσεις
Η πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα δάση και το περιβάλλον διαμορφώθηκε σταδιακά από τη δεκαετία του 1990 και μετά, με βασικό (EK 1996, Στρατηγική της ΕΕ για τα Δάση (1998).
Η πολιτική αυτή επικαιροποιήθηκε το 2013 με τη Νέα Στρατηγική για τα Δάση, ενώ το 2021, η ΕΕ διαμόρφωσε τη Στρατηγική για τα Δάση έως το 2030, η οποία ουσιαστικά όπως και η προηγούμενη το 2013 σύνδεσαν τα δάση με τη στρατηγική της πράσινης μετάβασης του ευρωπαϊκού “new deal” και της καινοτομίας.
Οι πολιτικές κατευθύνσεις για τα δάση, της ΕΕ, των Ελληνικών κυβερνήσεων, καθορίζονται από την στρατηγική της πράσινης μετάβασης, της ευρωπαϊκής κοινωνικής συμφωνίας, του πράσινου new deal και των κοινών αποφάσεων ΕΕ και ΝΑΤΟ περί ανθεκτικότητας. Στο πλαίσιο αυτό επιδιώκουν την αύξηση της παράγωγης ενέργειας από βιομάζα και δασική βιομάζα ως κομμάτι της ώστε η βιομάζα να γίνει η τρίτη στην κατάταξη στο ενεργειακό μείγμα μέχρι το 2050.
Δασικές πυρκαγιές στην Ελλάδα – Στατιστικά στοιχεία, ιστορική αναδρομή και διαχρονικές πολιτικές ευθύνες
Στη χώρα μας, η τραγική επανάληψη καταστροφικών πυρκαγιών, από τη δεκαετία του ’90 μέχρι σήμερα, αποτελεί την καλύτερη απόδειξη της αποτυχίας της πολιτικής όλων των κυβερνήσεων στη διαχείρισης και δασοπροστασία. Οι ελληνικές κυβερνήσεις, υλοποίησαν πιστά τις κατευθύνσεις της ΕΕ, εντάσσοντας την αντιμετώπιση των πυρκαγιών στο πλαίσιο της «ανθεκτικότητας» και της «πολιτικής προστασίας», απογυμνώνοντάς την από τον προληπτικό χαρακτήρα της και δίνοντας έμφαση κυρίως στην καταστολή της πυρκαγιάς, αφού πρώτα αυτή εκδηλωθεί. Έτσι, οδηγούμαστε στη σημερινή κατάσταση, με τα δάση-εμπορεύματα να παραμένουν απροστάτευτα και να παραδίδονται στις φλόγες, ανοίγοντας το δρόμο για νέες χρήσεις γης, επενδύσεις κλπ.
Η εξέλιξη των δασικών πυρκαγιών, η χρήση της γης και οι κοινωνικοοικονομικές και πολιτικές εξελίξεις
Οι τεράστιες καταστροφές από τις δασικές πυρκαγιές δεν αποτελούν φυσικό φαινόμενο αποκομμένο από την κοινωνία. Αντίθετα, πρόκειται για βαθιά κοινωνικό και πολιτικό ζήτημα, που έχει διαμορφωθεί κάτω από τις πολιτικές επιλογές, όλων των μέχρι σήμερα κυβερνήσεων που αποτελούν η μια συνεχεία της άλλης στον τομέα της δασικής διαχείρισης, της χρήσης γης και της περιβαλλοντικής νομοθεσίας.
Η γη και ειδικότερα τα δασικά οικοσυστήματα – δάση, δασικές εκτάσεις, προστατευόμενες περιοχές– αντιμετωπίστηκαν ιστορικά ως μέσο εξυπηρέτησης της επενδυτικής δραστηριότητας και ως εμπόρευμα.
Από τη δεκαετία του 1950 έως τη δεκαετία του 1990, η εσωτερική μετανάστευση και η αύξηση της οικοδομικής δραστηριότητας οδήγησαν σε τεράστιες πιέσεις για αλλαγή χρήσης δασικής γης, ειδικά γύρω από τα μεγάλα αστικά κέντρα και τουριστικά νησιά. Οι δασικές πυρκαγιές χρησιμοποιήθηκαν ως μέθοδος «εκκαθάρισης» εκτάσεων για μελλοντική οικοδόμηση.
Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι εκτάσεις αυτές δεν κηρύσσονταν αναδασωτέες, με πρόφαση ασάφειες στο ιδιοκτησιακό καθεστώς ή ασαφείς χαρακτηρισμούς. Έτσι, παραδόθηκαν σε οικοδομικούς συνεταιρισμούς, ιδιώτες ή μετατράπηκαν σε «αγροτικές» γαίες με πλαστά συμβόλαια, ανοίγοντας το δρόμο για τη «νόμιμη» οικοδόμηση και τουριστική αξιοποίηση.
Όλες οι αστικές κυβερνήσεις, έκαναν τα αδύνατα – δυνατά, στην προσπάθειά τους να κρύψουν ότι στις 10ετιες 60” ,70”,.80”,90” , οι εμπρησμοί ήταν πάνω από το 65% των αίτιων των πυρκαγιών και κατέστρεφαν πάνω από το 85% των καμένων δασικών οικοσυστημάτων σύμφωνα με στοιχεία της Δασικής Υπηρεσίας και ότι οι πυρκαγιές ήταν βασικό εργαλείο μεταβολής του χαρακτήρα των καμένων δασών και δασικών εκτάσεων σε τουριστικές και άλλες επιχειρήσεις, οικόπεδα, οικισμούς, πολυτελείς βίλες, “δασικά χωριά” κλπ. Άλλωστε για αυτό ο σχεδιασμός χρήσεων γης γίνεται ή νομιμοποιείται στη βάση των αναγκών και επιλόγων των μονοπωλιακών ομίλων.
Οι κυβερνήσεις χρησιμοποιούν τα δασικά οικοσυστήματα, που αποτελούν στο μεγαλύτερο μέρος τους κρατική περιουσία, ως πεδίο ενίσχυσης και εξυπηρέτησης της κερδοφορίας διάφορων κατά καιρούς τμημάτων του κεφάλαιου (κατασκευαστικού, τουριστικού, βιομηχανικού κλπ) χωρίς να παραγνωρίζεται η προσπάθεια σταθεροποίησης και της κοινωνικής συμμαχίας της αστικής τάξης με μικροαστικά στρωματά των πόλεων και της περιφέρειας πού έχουν συμφέρον από τις αγοραπωλησίες στη γη.
Η αυθαίρετη δόμηση , οι οικισμοί, η εκτός σχεδίου δόμηση σε δάση και δασικές εκτάσεις, οι οικοδομικοί συνεταιρισμοί, οι άναρχες επεκτάσεις των πόλεων, είναι τα χαρακτηριστικά που ώθησαν στα ύψη για δεκαετίες τα κέρδη του κατασκευαστικού κεφάλαιου.
Έτσι η εκ των υστέρων οριοθέτηση από τις πολεοδομικές υπηρεσίες των «προ του 1923 οικισμών», έχει ως αποτέλεσμα να βρεθούν κρατικά δάση και δασικές εκτάσεις εντός των ορίων τους. Το ΣτΕ έχει κρίνει επανειλημμένα τις αποφάσεις αυτές ανίσχυρες, αλλά οι πολεοδομίες συνεχίζουν ακάθεκτες με αποτέλεσμα την οικοπεδοποίηση δασών και αναδασωτέων εκτάσεων, με το πρόσχημα ότι τελούν σε έγκυρο πολεοδομικό σχεδιασμό και βρίσκονται πλέον εκτός πλαισίου δασοπροστασίας.
Παράλληλα, σε πολλές περιοχές της χώρας έχει αναπτυχθεί μια βιομηχανία δημιουργίας τίτλων ιδιοκτησίας σε βάρος κρατικών δασικών, αλλά και εγκαταλελειμμένων εκτάσεων. Με τη συνεργασία ψευδομαρτύρων και συμβολαιογραφικών γραφείων επιτήδειοι κατασκευάζουν τίτλους ιδιοκτησίας προ του 1946, επιτυγχάνουν τη μετεγγραφή τους και διεκδικούν την υλοποίησή τους.
Οικοδομικοί συνεταιρισμοί φερόμενοι ως ιδιοκτήτες δασών και δασικών εκτάσεων, χωρίς να έχουν αναγνωριστεί ποτέ τα δικαιώματά τους έναντι του Κράτους, διαμορφώνουν οικοδομικά τετράγωνα, ανοίγουν και ονοματοδοτούν δρόμους. Είναι χαρακτηριστικό ότι πχ μόνο στα Δάση γύρω από την Αθήνα στην Αττική, μετά το 1974 δραστηριοποιούνται 128 οικοδομικοί συνεταιρισμοί που διεκδικούν πάνω από 133.000 στρέμματα, πολλά εκ των οποίων δάση και δασικές εκτάσεις. Μεγάλες δασικές εκτάσεις κατέχει επίσης η Ιερά Μονή Πεντέλης, κάποιες από τις οποίες έχει ήδη πουλήσει σε ιδιώτες και σε οικοδομικούς συνεταιρισμούς. Οι νέοι αγοραστές βέβαια μπορεί να αγόρασαν δάσος, αλλά επιθυμούν να το μετατρέψουν σε οικόπεδα και πολύ συχνά το καταφέρνουν. Έτσι τα δάση στην Πεντέλη, τον Υμηττό, το όρος Αιγάλεω, την Πάρνηθα βρίσκονται υπό διαρκή πίεση.
Η καταστροφική απόφαση της κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ το 1998 να αφαιρέσει την ευθύνη δασοπυρόσβεσης από τη Δασική Υπηρεσία και να τη μεταφέρει στο Πυροσβεστικό Σώμα, χωρίς καμία επιστημονική τεκμηρίωση ή παράλληλη ενίσχυση της πρόληψης, διέσπασε την ενιαία διαχείριση του δάσους και διαχώρισε την πρόληψη από την καταστολή. Το αποτέλεσμα ήταν η πλήρης αποδιοργάνωση, η ανεπάρκεια στην πρόληψη και η έμφαση αποκλειστικά στην καταστολή, με τα γνωστά τραγικά αποτελέσματα: 84 νεκροί το 2007, πάνω από 100 το 2018, 28 το 2023, εκατομμύρια καμένα στρέμματα και πλήθος χαμένων περιουσιών.
Η δασική νομοθεσία με διαδοχικές παρεμβάσεις των κυβερνήσεων ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ, άνοιγαν τις πόρτες της κερδοφόρας εκμετάλλευσης των δασών.
Οι Δασικές Πυρκαγιές σε Αριθμούς: Ανθρώπινες Απώλειες, Καμένη Γη και Στατιστικά δεδομένα Δασοπυροπροστασίας
Η επαναλαμβανόμενη τραγωδία των δασικών πυρκαγιών στην Ελλάδα δεν αποτελεί φυσικό φαινόμενο, ούτε σύμπτωση. Είναι το αποτέλεσμα μιας μακρόχρονης και συστηματικής πολιτικής που αντιμετωπίζει το δάσος –και συνολικά το φυσικό περιβάλλον ως πεδίο εκμετάλλευσης, εμπορευματοποίησης. Οι διαχρονικές ευθύνες όλων των κυβερνήσεων είναι τεράστιες.
Τα στατιστικά δεδομένα που ακολουθούν και τα συγκεκριμένα παραδείγματα, δείχνουν τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στις δασικές καταστροφές και στην αστική κρατική πολιτική.
Η ανάλυση των αιτίων των δασικών πυρκαγιών στην Ελλάδα δείχνει ότι η πλειονότητα αυτών σχετίζεται άμεσα με ανθρώπινες δραστηριότητες. Ο παρακάτω πίνακας και διάγραμμα παρουσιάζουν την εκτιμώμενη κατανομή των αιτίων (μέσος όρος), σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία της Δασικής Υπηρεσίας 1960 – 1998, της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας 2010 – 2023 και του EFFIS.
| Αιτία | Ποσοστό (%) |
|---|---|
| Εμπρησμός από πρόθεση | 40 |
| Αμέλεια | 25 |
| Φυσικά αίτια (κεραυνοί) | 5 |
| Άγνωστα/Μη διερευνημένα | 30 |
Οι εμπρησμοί από πρόθεση (40%) και ένα ποσοστό 25% από τα άγνωστα αίτια που θεωρούνται εμπρησμοί και που δεν ανακαλύφθηκαν ευθύνονται αθροιστικά για το 65% περίπου των αιτιών, μέχρι το 1998, ενώ τα φυσικά αίτια είναι σχετικά σπάνια.
Τα στατιστικά στοιχεία από το 2010 μέχρι το 2023 δεν μπορούν να συγκριθούν με τα προηγούμενα γιατί εκτός από τις δασικού χαρακτήρα εκτάσεις, περιλαμβάνουν και γεωργικές εκτάσεις.
Σύμφωνα όμως με απόψεις της Δασικής υπηρεσίας, στο διάστημα από 2010 – 2023 οι επιβεβαιωμένοι εμπρησμοί και οι εμπρησμοί που δεν ανακαλυφθήκαν και υπολογίσθηκαν στα ποσοστά ως άγνωστα αίτια, μόνο για δάση και δασικές εκτάσεις, αθροιστικά είναι κάτω από 50% των αιτιών, γιατί το νομικό πλαίσιο που έχει ψηφιστεί από το 2000 και μέχρι το 2023 δίνει τη δυνατότητα διεύρυνσης των επεμβάσεων και αλλαγής της χρήσης και του χαρακτήρα, μιας δασικού χαρακτήρα έκτασης, χωρίς να χρειάζεται να αξιοποιηθεί ο εμπρησμός από πρόθεση.
Βέβαια η σχέση μεταξύ των δασικών πυρκαγιών και της χρήσης γης στην Ελλάδα είναι ιδιαίτερα σημαντική. Πλήθος μελετών και δορυφορικών παρατηρήσεων επιβεβαιώνουν ότι σημαντικός αριθμός πυρκαγιών εκδηλώνονται σε περιοχές που βρίσκονται στα όρια του αστικού και περιαστικού ιστού, όπου η πίεση για αλλαγή χρήσης γης είναι έντονη. Οι συχνές πυρκαγιές σε ζώνες που συνορεύουν με δάση ή δασικές εκτάσεις λειτουργούν ως εργαλείο αποχαρακτηρισμού, ανοίγοντας τον δρόμο για παράνομες επεκτάσεις οικισμών και τουριστικών επενδύσεων από μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους.
Στο διάγραμμα που ακολουθεί αναδεικνύεται με σαφήνεια η άρρηκτη σχέση ανάμεσα στις δασικές πυρκαγιές και την πίεση για αλλαγή της χρήσης γης, ιδιαίτερα μέσω αυθαίρετης δόμησης. Σε όλες τις περιοχές που εξετάζονται –Ανατολική Αττική, Βόρεια Εύβοια, Ηλεία και Έβρος– παρατηρείται κοινό μοτίβο: υψηλός αριθμός πυρκαγιών συνοδεύεται από σημαντικό αριθμό καταγγελιών και παράνομων επεκτάσεων.
Συσχέτιση πυρκαγιών με αλλαγή χρήσης γης και αυθαίρετη δόμηση.
Αποτυπώνεται μια σαφή χωρική συσχέτιση ανάμεσα στις επαναλαμβανόμενες πυρκαγιές και στις ενέργειες που σχετίζονται με την αλλαγή του καθεστώτος χρήσης γης. Το γεγονός ότι οι περιοχές με τις περισσότερες πυρκαγιές είναι ταυτόχρονα εκείνες με τις περισσότερες παραβάσεις υποδηλώνει ότι η πυρκαγιά δεν είναι μόνο αποτέλεσμα τυχαίων ή φυσικών παραγόντων, αλλά εμπλέκεται σε ένα σύστημα χωρικών και οικονομικών συμφερόντων.
Μετά από επανειλημμένες πυρκαγιές ένα δάσος μπορεί να υποβαθμιστεί σε δασική έκταση, στη συνέχεια σε χορτολιβαδική και στο τέλος σε «άρτιο και οικοδομήσιμο οικόπεδο», με δεδομένο ότι σήμερα έχουν σχεδόν σταματήσει οι τεχνητές αναδασώσεις λόγω μη χρηματοδότησης.
Η Πορεία των καμένων εκτάσεων
Η ανάλυση των καμένων εκτάσεων στην Ελλάδα από τη δεκαετία του 1960 έως και τη δεκαετία του 2020 αποκαλύπτει σημαντικές διακυμάνσεις, οι οποίες συχνά συνδέονται με πολιτικές, θεσμικές και περιβαλλοντικές συνθήκες. Από το διάγραμμα της μέσης ετήσιας καμένης έκτασης στην Ελλάδα ανά δεκαετία, σύμφωνα με δεδομένα της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Πληροφοριών για τις Πυρκαγιές (EFFIS), προκύπτει ότι η μέση ετήσια καμένη έκταση έχει αυξηθεί δραματικά σε σχέση με τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, στοιχείο που αποδεικνύει και την αποτυχία της πολιτικής αντιμετώπισης των δασικών πυρκαγιών.
Μέση Ετήσια Καμένη Έκταση στην Ελλάδα ανά Δεκαετία (Πηγή: EFFIS, Copernicus)
Τη δεκαετία του 1960, η μέση ετήσια καμένη έκταση δεν ξεπερνούσε τα 10.000 εκτάρια, ενώ ήδη από το 1980 και μετά, παρατηρείται εκτόξευση των καμένων εκτάσεων, με μέσο όρο 47.000 εκτάρια. Οι δεκαετίες του 1990 και 2000 σημαδεύτηκαν από τις καταστροφικές πυρκαγιές του 1998, 2000 και 2007 αντίστοιχα, ενώ το 2021 και το 2023 αποτέλεσαν ιστορικά ρεκόρ, εντάσσοντας τη δεκαετία του 2020 στην πιο καταστροφική περίοδο της ελληνικής ιστορίας ως προς τις πυρκαγιές, με μέσο όρο άνω των 85.000 εκτάρια ετησίως.
Απώλειες ανθρώπινων ζωών
Η συνεχής αύξηση των καμένων δασικών εκτάσεων αποτελεί όχι μόνο περιβαλλοντικό δείκτη υποβάθμισης, αλλά και αποτέλεσμα της συνέχισης της ίδιας δασικής πολιτικής διαχρονικά. Οι συνέπειες των δασικών πυρκαγιών δεν περιορίζονται στην καταστροφή των δασών και της άγριας πανίδας και ορνιθοπανίδας, της βιοποικιλότητας ή στην αλλαγή χρήσης γης, αλλά επεκτείνονται δραματικά στις ανθρώπινες ζωές, πλήττοντας κατά κύριο λόγο τα λαϊκά στρώματα και τις αγροτικές περιοχές.
Τα λαϊκά στρώματα, αποτελούν το μεγαλύτερο ποσοστό των θυμάτων σε περιόδους μεγάλης καταστροφής, αποδεικνύοντας την αποτυχία και του μηχανισμού προστασίας έγκαιρης προειδοποίησης ή απομάκρυνσης. Η επανάληψη σοβαρών απωλειών σε διαφορετικά χρόνια, όπως το 1998, το 2007, το 2021 και το 2023, δείχνει ότι οι θάνατοι από πυρκαγιές δεν είναι μεμονωμένα περιστατικά, αλλά αποτυχία της κυβερνητικής πολιτικής και στην προστασία του της ζωής του λαού, στην αποτυχία της πολιτικής προστασίας και διαχείρισης κινδύνων.
Η τραγωδία στο Μάτι το 2018, με 103 νεκρούς, αποτελεί την χειρότερη καταγεγραμμένη απώλεια ανθρώπινων ζωών από δασική πυρκαγιά στην Ευρώπη τις τελευταίες δεκαετίες, τη δεύτερη παγκόσμια στον 21ο αιώνα.
Αποτέλεσε τραγική απόδειξη των συνεπειών της έλλειψης σχεδιασμού χρήσεων γης, πολεοδομικού σχεδιασμού, του εγκλωβισμού οικισμών χωρίς υποδομές διαφυγής, της πλήρους ανικανότητας προστασίας, ακόμα και σε περιαστικό περιβάλλον λίγα χιλιόμετρα από το κέντρο της Αθήνας. Είναι το τραγικό σύμβολο όχι μόνο της ανθρώπινης απώλειας, αλλά και της πολιτικής ευθύνης που προκύπτει όταν το δάσος, η προστασία του και οι ζωές που εξαρτώνται από αυτό, αντιμετωπίζονται ως εμπόρευμα και εμπόδια στην κερδοφορία από την εμπορία της γης και της κατοικίας του κατασκευαστικού κεφάλαιου και των εμπόρων της γης.
Ο παρακάτω πίνακας παρουσιάζει ποσοτικοποιημένα τις σημαντικότερες καταστροφικές πυρκαγιές στην Ελλάδα την περίοδο 2007-2023.
| Έτος | Καμένη Έκταση (στρέμματα) | Ανθρώπινες Απώλειες | Περιοχές |
|---|---|---|---|
| 2007 | 2.700.000 | 84 | Ηλεία, Αρκαδία, Εύβοια |
| 2018 | 14.313 | 103 | Μάτι (Ανατολική Αττική) |
| 2021 | 1.300.000 | 1 | Β. Εύβοια, Αττική, Γορτυνία |
| 2023 | 960.000 | 28 | Έβρος, Δαδιά, Ροδόπη |
Διαχρονικές ευθύνες των αστικών κυβερνήσεων ( ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ) και η στάση απέναντι στην κυβέρνηση
Οι πολιτικές ευθύνες από την ασκούμενη πολιτική όλων των μέχρι σήμερα κυβερνήσεων, της αστικής τάξης, ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και ως αντιπολίτευση για τις εγκληματικές καταστροφές στα Δάση, είναι τεράστιες. Παρά τις επιμέρους διαφοροποιήσεις είναι η μια συνεχεία της άλλης υπηρετούν την ίδια στρατηγική.
Είτε με τη μορφή της κρατικής παρέμβασης είτε με τη μορφή ιδιωτικοποίησης ούτε μπορούν ούτε θέλουν να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα των Δασών, του Φυσικού Περιβάλλοντος, τις επιπτώσεις από τις καταστροφές, με κριτήριο την ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών, αφού οι νομοί της αγοράς, η ενίσχυση και η θωράκιση της κερδοφορίας των μονοπωλιακών ομίλων, υποτάσσουν τη γη και τις χρήσεις της, τα δασικά οικοσυστήματα, το Περιβάλλον, τη φύση, στο καπιταλιστικό κέρδος.
Οι αντιλαϊκές επιλογές της κυβέρνησης ΝΔ για τα δάση: Μια στρατηγική παράδοσης και εμπορευματοποίησης
Η κυβέρνηση υπονομεύει την ολοκληρωμένη διαχείριση και προστασία των δασικών οικοσυστημάτων από κάθε κίνδυνο, με την παράλληλη απαξίωση της δασικής επιστημονικής γνώσης, με τη μη αξιοποίηση των εκατοντάδων ειδικών επιστημόνων, την οποία υλοποιούν όλες οι μέχρι σήμερα κυβερνήσεις.
Αυτό εξυπηρετεί μαζί με την στρατηγική της ανθεκτικότητας η μετατροπή της αντιμετώπισης των δασικών πυρκαγιών από πολιτικό και επιστημονικό ζήτημα ολοκληρωμένης διαχείρισης και προστασίας από κάθε κίνδυνο συμπεριλαμβανομένων και των δασικών πυρκαγιών, σε επιχειρησιακό πρόβλημα, που αντικειμενικά «μετατρέπεται» σε τέτοιο, απ’ τη στιγμή που ξεσπάσει η δασική πυρκαγιά εξυπηρετεί και την στρατηγική της ανθεκτικότητας και την υπονόμευση της ολοκληρωμένης διαχείρισης και προστασίας των δασικών οικοσυστημάτων.
Δεν μπορεί καμία κυβέρνηση να αποκρύψει πλέον ότι το “επιτελικό” και εχθρικό για το λαό και το Περιβάλλον κράτος των επιχειρηματικών ομίλων, εξυπηρετεί τη στρατηγική τους που αντιμετωπίζει τα δαση και το περιβάλλον ως εμπόρευμα και πηγή κέρδους.
Εκχώρηση δασών στους επιχειρηματικούς ομίλους
Η κυβέρνηση της ΝΔ, με τον Νόμο 5106/2024, εκχώρησε τη διαχείριση των κρατικών δασικών οικοσυστημάτων – που καλύπτουν το 70% των δασών της χώρας – σε ξυλοβιομήχανους και ξυλέμπορους, στο πλαίσιο της «πράσινης μετάβασης» και της επιδίωξης της ΕΕ για «κλιματική ουδετερότητα», που υλοποιείται με τη συνενοχή όλων των μέχρι σήμερα κυβερνήσεων ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ, ΠΑΣΟΚ και των άλλων αστικών κομμάτων. Έτσι επιταχύνονται τα σχέδια εμπορευματοποίησης των δασών, υπονομεύοντας την προστασία τους και εντάσσοντας τα δάση στην αγορά δικαιωμάτων ρύπων. Δηλαδή θα μπορούν οι ενεργοβόρες βιομηχανίες να αντισταθμίζουν την εκπομπή ρύπων με αγορά δικαιωμάτων που θα προκύπτουν από την διαχείριση των δασών από τους ξυλοβιομήχανους που μετατρέπεται σε μηχανισμό κερδοφορίας και “πλυντήριο” για τους μεγάλους ομίλους.
Συνεχίζει τη διάσπαση της ενιαίας διαχείρισης και προστασίας των δασών και ο διαχωρισμός της πρόληψης από την κατάσβεση των δασικών πυρκαγιών.
Η κυβέρνηση της ΝΔ όπως και οι προηγούμενες του ΣΥΡΙΖΑ και του ΠΑΣΟΚ, δεν μπορεί ούτε θέλει να υλοποιήσει συνολικά και συνδυαστικά τη διαχείριση και προστασία των δασών. Συνεχίζει να δίνει το βάρος στην κατάσβεση και μάλιστα από τις εναέριες δυνάμεις, παρόλο που η δασολογική επιστήμη επιβεβαιώνει ότι το κύριο βάρος πρέπει να δίνεται στην πρόληψη και στις επίγειες δυνάμεις που γνωρίζουν τις τοπικές συνθήκες του δάσους, που βρίσκονται διασπαρμένες μέσα στο δάσος με ιδιαίτερη για κάθε δασικό σύμπλεγμα διασπορά και μπορούν άμεσα να προσβάλλουν κάθε πυρκαγιά πριν εξελιχθεί.
Η ανάγκη να δίνεται το βάρος στην πρόληψη και την προκαταστολή των δασικών πυρκαγιών, έχει τεκμηριωθεί σε πολυάριθμες μελέτες διεθνώς, υπογραμμίζοντας ότι μπορεί να μειώσει δραστικά το κόστος καταστολής και αποκατάστασης. Διάφορες αναλύσεις καταλήγουν ότι κάθε ευρώ που επενδύεται στη πρόληψη, μπορεί να εξοικονομήσει κατά μέσο όρο 2,1-8.00 ευρώ από μελλοντικά κόστη καταστολής και ζημιών.
Συνεχίζει επισης τη διατήρηση της σημερινής απαράδεκτης κατάστασης στην οργάνωση των επίγειων δυνάμεων και μέσων.
Ενώ αφήνει την αντιπυρική προστασία στο νέο δόγμα των παρεμβάσεων, είτε με το 112 και τις εκκενώσεις περιοχών, είτε με τα drones.
Υποχρηματοδότηση και δραματικές ελλείψεις
Η κυβέρνηση της ΝΔ οξύνει τα προβλήματα υποχρηματοδότησης, του τομέα δασικών Οικοσυστημάτων που αποτελούν το 65% του χερσαίου εδάφους της Ελλάδας. Οι ελλείψεις σε προσωπικό μέσα και υποδομές στις κρατικές υπηρεσίες που έχουν την ευθύνη της διαχείρισης και προστασίας των δασών (πυροσβεστική, δασική) είναι τεράστιες
Οι δασικές υπηρεσίες λειτουργούν με το 30%-40% του απαιτούμενου προσωπικού (Δασολόγοι, δασοφύλακες, οδηγοί, οικονομικό, διοικητικό προσωπικό κλπ), ενώ λείπουν 10.000 δασεργάτες, (σήμερα δεν υπάρχει ούτε ένας). Η χρηματοδότηση είναι ανύπαρκτη. Τα ποσά που προβλέπονται από τον τακτικό προϋπολογισμό και τις δημόσιες επενδύσεις, είναι το 0,007% του ΑΕΠ, ενώ από όλες τις πηγές χρηματοδότησης προβλέπονται αθροιστικά το 0,07% του ΑΕΠ, δηλαδή περίπου 15 εκατομμύρια ευρώ το χρόνο από τον προϋπολογισμό και τις δημόσιες επενδύσεις, ενώ το 1 χιλιόμετρο της Εγνατίας Οδού στοίχισε κατά μέσο όρο περίπου 8,8 εκατομμύρια ευρώ.
Στην πυροσβεστική υπηρεσία, τα μέσα καταστολής, είναι κατά μέσο όρο το 1/3 αυτών που χρειάζονται για αποτελεσματική καταστολή και οι ελλείψεις σε μόνιμο προσωπικό είναι ανάλογες. Περίπου 4.000 είναι οι κενές οργανικές θέσεις των πυροσβεστών. Ενώ η χρηματοδότηση είναι χαμηλότερη από τις ανάγκες.
Το πρόγραμμα αντιNERO: Πεδίο κερδοφορίας.
Το πρόγραμμα αντιNERO έχει ανατεθεί στο ΤΑΙΠΕΔ, που με αμφισβητούμενες διαδικασίες επιλογής ανάδοχων, υλοποιεί ουσιαστικά δασοτεχνικά έργα, με κριτήρια το πολιτικό κόστος, την “κυκλοφορία” του χρήματος και την εκλογική πελατεία και όχι την διαχείριση και προστασία των δασών. Είναι έργα αποσπασματικά που εκτελούνται με πρόχειρες ή κατόπιν εορτής μελέτες, με υπέρογκο κόστος και σε αρκετές περιπτώσεις χωρίς επιστημονικά κριτήρια ενώ καλύπτουν μόλις το 2-3%, ή κατ άλλους το πολύ το 5% των αναγκών. Θυμίζουμε βεβαία ότι σε 2 χρονιά τα αείφυλλα θα έχουν αναγεννηθεί και αναπτυχθεί όπως πριν το αντιNERO. Και τότε τι θα κάνει η κυβέρνηση;
Αναδασώσεις – δώρα στους επιχειρηματικούς ομίλους
Το «Εθνικό Σχέδιο Αναδασώσεων» (2020-2030) της ΝΔ μετατρέπει τις αναδασώσεις, σε αντικείμενο κερδοφορίας για μεγάλες επιχειρήσεις. Ο θεσμός του “αναδόχου αναδάσωσης” παραδίδει την αποκατάσταση των δασών σε επιχειρηματικούς ομίλους, οι οποίοι θα πάρουν πίσω τα χρήματα που ξόδεψαν με τη μορφή bonus, που θα τα αξιοποιούν στο χρηματιστήριο ρύπων, για να συνεχίζουν να ρυπαίνουν απρόσκοπτα. Δεν είναι τυχαίο ότι ανάδοχοι είναι πετρελαϊκοί και άλλοι ρυπογόνοι επιχειρηματικοί όμιλοι. Το πρόγραμμα καλύπτει ελάχιστες ανάγκες και προωθεί την εντατικοποίηση της επιχειρηματικής δράσης στα δάση.
Ο κανονισμός πυροπροστασίας: Χαράτσια στις λαϊκές οικογένειες.
Η κυβέρνηση μετακυλίει την κρατική ευθύνη της πυροπροστασίας στα λαϊκά νοικοκυριά, μέσω του κανονισμού πυροπροστασίας ακινήτων. Επιβάλλει νέα χαράτσια, με πανάκριβες τεχνικές εκθέσεις και έργα πυροπροστασίας που πρέπει να πληρώσουν οι ιδιοκτήτες, στο όνομα της «ατομικής ευθύνης».
Κλιματική κρίση ως βολικό άλλοθι.
Για το χαρακτήρα, την ένταση, την έκταση, ακόμα και την ύπαρξη της κλιματικής κρίσης υπάρχουν διαφορετικές, ακομη και αντίθετες επιστημονικές απόψεις. Η συζήτηση είναι σε εξέλιξη και την παρακολουθούμε συστηματικά, όμως δεν θα απασχολήσει αυτό το άρθρο.
Η κυβέρνηση, όπως και οι προηγούμενες, χρησιμοποιεί την “κλιματική κρίση”, ως βολική δικαιολογία για τις δασικές καταστροφές. Όμως, οι μεγάλες πυρκαγιές και οι καύσωνες δεν είναι νέο φαινόμενο. Οι μεγάλοι καύσωνες, ο σχηματισμός «θερμικών θόλων» δεν είναι κάποιο πρωτόγνωρο φαινόμενο ούτε στην Ελλάδα (1958 με 600 νεκρούς, 1973, 1977, 1987 με 1300 νεκρούς, 1994, 2000, 2007 κλπ.) ούτε διεθνώς.
Οι “mega πυρκαγιές”, είναι το αποτέλεσμα της συσσώρευσης μεγάλων ποσοτήτων καύσιμης ύλης, γιατί τα δάση δεν διαχειρίζονται και κατά την καύση, σε μια δασική πυρκαγιά, αναπτύσσονται αυτές οι τεράστιες ποσότητες δένδρων, κλαδιών, θάμνων κλπ αναπτύσσει, τεράστιες θερμοκρασίες. Αυτό, σε συνδυασμό με το ότι η τακτική της άμεσης – πρώτης προσβολής δεν υλοποιείται, ούτε μπορεί να υλοποιηθεί από τις δυνάμεις κατάσβεσης, λόγω του συγκεκριμένου αντιπυρικού σχεδιασμού όλων των μέχρι σήμερα κυβερνήσεων.
Σε κάθε περίπτωση αν η αιτία των καταστροφών είναι η “κλιματική κρίση” γιατί τότε η κυβέρνηση της ΝΔ, (όπως και οι προηγούμενες), δεν παίρνει τα απαραίτητα, αναγκαία πρόσθετα μέτρα πρόληψης και διαχείρισης ώστε να αντιμετωπίσει τις δύσκολες συνθήκες; Η πραγματική αιτία είναι η απουσία ουσιαστικής πρόληψης και διαχείρισης. Οι καταστροφές είναι αποτέλεσμα μιας πολιτικής που συνειδητά αδιαφορεί για τις λαϊκές ανάγκες και παραδίδει το δάσος στην αγορά και τα επιχειρηματικά συμφέροντα.
Η κυβέρνηση διατηρεί επισης όλο το αντιδασικό νομικό πλαίσιο, η ύπαρξη του οποίου ευνοεί και νομιμοποιεί τους αποχαρακτηρισμούς και την αλλαγή χρήσης των δασών και των δασικών εκτάσεων υπηρετώντας την εμπορευματοποίηση της δασικής γης.
Υλοποιεί την ίδια καταστροφική δασική πολιτική, ακολουθώντας τις οδηγίες του ΣΕΒ, των τραπεζών, εξασφαλίζοντας ένα νομικό πλαίσιο για τις «fast track» άδειες, τις κατά παραγγελιά περιβαλλοντικές μελέτες, για αποχαρακτηρισμούς προστατευόμενων περιοχών. Για μετατροπή τους σε πάρκα ανεμογεννητριών και φωτοβολταϊκών. Πλαίσιο που εντείνει την εμπορευματοποίηση της δασικής γης, διευρύνει τους τομείς των επενδύσεων τις επιτρεπτές επεμβάσεις μέσα στα δάση τις οποίες επιδοτούν. Δεν προστατεύουν τα μοναδικά οικοσυστήματα, που ανέξοδα δεσμεύουν διοξείδιο του άνθρακα και παράγουν οξυγόνο.
Συμπεράσματα
Η δασική πολιτική της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας είναι ενταγμένη στη στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την «πράσινη μετάβαση», με στόχο να παραδοθούν τα δασικά οικοσυστήματα στα χέρια των επιχειρηματικών ομίλων. Μέσα από νομοθετικές παρεμβάσεις και αντιλαϊκά μέτρα, η κυβέρνηση ενισχύει την εμπορευματοποίηση των δασών, υποβαθμίζει την πρόληψη και την ουσιαστική προστασία, και μετακυλίει τα βάρη στις λαϊκές οικογένειες. Αυτές οι επιλογές, αντί να θωρακίζουν τα δάση και να προασπίζουν το περιβάλλον, τα μετατρέπουν σε πεδίο επενδυτικής κερδοφορίας και τα υποτάσσουν στη λογική του κέρδους.
Η πολιτική αυτή, είναι σε αντίθετη κατεύθυνση με τις πραγματικές ανάγκες προστασίας της ζωής και της λαϊκής περιουσίας, των δασών, του Περιβάλλοντος, από τις δασικές πυρκαγιές και κάθε άλλο κίνδυνο.
Οι εξελίξεις αυτές “ολοκληρώνουν” μια πορεία καταστροφής των δασών της οποίας σταθμός αποτέλεσε η διάσπαση της διαχείρισης από την προστασία των δασών και της πρόληψης από την καταστολή, με τη μεταφορά της δασοπυρόσβεσης στην πυροσβεστική υπηρεσία το 1998.
Η υλοποίηση αυτού το σχεδίου θα οδηγήσει μεσομακροπρόθεσμα σε υποβάθμιση των δασών, με αρνητικά αποτελέσματα σε περιβάλλον, οικονομία και κοινωνία. Θα υποβαθμιστούν τα δάση, θα επηρεαστεί η ποιότητα ζωής, ο υδροφόρος ορίζοντας, θα ενταθούν τα πλημμυρικά φαινόμενα και η παράσυρση εδαφών. Θα αυξηθεί ακόμη περισσότερο η τιμή του ξύλου και του πέλετ, με επιπτώσεις και στην τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας.
Η ολοκληρωμένη διαχείριση και προστασία για να υλοποιηθεί συμπεριλαμβανόμενης και της ενιαίας αντιπυρικής προστασίας, όπως και η μη εργαλειοποίηση της Δασολογικής επιστήμης στα γρανάζια της διαχρονικά ασκούμενης κυβερνητικής πολιτικής και της πολιτικής της ΕΕ, επιβάλλει άλλες οικονομικές πολιτικές και κοινωνικές προϋποθέσεις. Ιδού πεδίον δόξης λαμπρό!
♦÷♦÷♦
