Παρατηρήσεις επί των προτεινόμενων νέων προδιαγραφών διαχείρισης δασών

Το κείμενο που ακολουθεί στάλθηκε στο ΥΠΕΝ ως απόψεις του Εργαστηρίου Δασικής Διαχειριστικής του Δ.Π.Θ. επί των κειμένων της ανάρτησης διαβούλευσης για την οριστικοποίηση των νέων Προδιαγραφών Μελετών Δασών & Δασικών Οικοσυστημάτων.

Του Δρ. Σπύρου Γαλατσίδα*

Εισαγωγή – Το πλαίσιο διαχείρισης των ευρωπαϊκών δασών

Το πλαίσιο διαχείρισης των ευρωπαϊκών δασών διαμορφώνεται από το 1990 σε κοινή πανευρωπαϊκή βάση, μέσω των υπουργικών διασκέψεων για την προστασία των δασών στην Ευρώπη (Ministerial Conference on the Protection of Forests in Europe – MCPFE, foresteurope.org). Στις διασκέψεις συμμετέχει και η χώρα μας με το αρμόδιο για τα δάση υπουργείο (σήμερα Υπουργείο Περιβάλλοντος & Ενέργειας – ΥΠΕΝ) και επομένως αποδέχεται τις αποφάσεις αυτών των διασκέψεων. Προς το παρόν η συμμόρφωση με τις αποφάσεις των υπουργικών διασκέψεων είναι εθελοντική, όμως από το 2011 έχει αρχίσει η διαδικασία σύναψης νομικά δεσμευτικής συμφωνίας των χωρών μελών για την εφαρμογή των αποφάσεων (http:// www.foresteurope.org/docs/MC/MC_oslo_lba_mandate.pdf).

Η δεύτερη υπουργική διάσκεψη (Helsinki, 1993) όρισε ως αειφορική διαχείριση των δασών τη «φροντίδα και χρήση του δάσους κατά τέτοιο τρόπο και με τέτοιο ρυθμό, ώστε να διατηρείται η βιοποικιλότητά του, η παραγωγικότητά του, η ικανότητα αναγέννησής του, η ζωτικότητά του και οι δυνατότητές του να καλύπτει, σήμερα και στο μέλλον, τις οικολογικές, οικονομικές και κοινωνικές του λειτουργίες σε τοπικό, εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο χωρίς να επιφέρει ζημιές σε άλλα οικοσυστήματα» (Γαλατσίδας 2012[1], μετάφραση από http:// www.foresteurope.org/docs/MC/MC_helsinki _resolutionH1.pdf).

Βασική συνέπεια αυτού του ορισμού είναι η στροφή της διαχείρισης από την αειφορική παραγωγή προϊόντων και ωφελειών από το δάσος στη φροντίδα του ίδιου του δάσους ως φυσικού οικοσυστήματος, ώστε το δασικό οικοσύστημα να βρίσκεται σε κατάσταση που να μπορεί να προσφέρει όλες τις υπηρεσίες του (ecosystem services) στις σημερινές και μελλοντικές γενιές.

Οι υπηρεσίες του δασικού οικοσυστήματος διακρίνονται σε: παραγωγικές (ξύλο και μη ξυλώδη προϊόντα, βοσκήσιμη ύλη, θηράματα κλπ.), περιβαλλοντικές (βιοποικιλότητα, συνεισφορά στο μετριασμό της κλιματικής αλλαγής), προστατευτικές (από διάβρωση, χιονοστιβάδες, γαιολισθήσεις, αέρια μόλυνση, θόρυβο, κλπ.) και κοινωνικές (απασχόληση, αισθητικές, πολιτιστικές και λοιπές αξίες.) (FAO Forest Resources Assessment 2000, FOREST EUROPE – Expert Group and Workshop on a pan- European approach to valuation of forest ecosystem services 2014, http://foresteurope.org/wp-content/uploads /2016/08/PES_Valuation_report_.pdf).

Από τα παραπάνω κείμενα (και πληθώρα αντίστοιχων σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο) γίνεται φανερό ότι η διαχείριση ενός δάσους πρέπει να ασχολείται με το σύνολο των υπηρεσιών του δασικού οικοσυστήματος και μάλιστα οι προσπάθειες σήμερα επικεντρώνονται στην αποτίμηση (valuation) αυτών των λειτουργιών.

Για την αξιολόγηση της διαχείρισης ενός δάσους από πλευράς αειφορίας οι υπουργικές διασκέψεις έχουν θεσπίσει μια σειρά από κριτήρια και δείκτες αειφορικής διαχείρισης, ήδη από τη διάσκεψη του 1998 στη Λισαβώνα, και αναθεωρήσεις αυτών – το 2003 στη Βιέννη και το 2015 στη Μαδρίτη (MCPFE 1993, MCPFE 2003, MCPFE 2015). Τα κριτήρια και οι δείκτες χρησιμοποιούνται αφενός για να αξιολογηθεί η αειφορικότητα του σχεδίου διαχείρισης ενός δάσους (αλλά και ευρύτερων γεωγραφικών περιοχών) και αφετέρου δίνουν τις κατευθυντήριες γραμμές ανάπτυξης και υλοποίησης του σχεδίου διαχείρισης.

Υλοποιώντας τα παραπάνω, η διάσκεψη της Λισαβώνας επίσης, καθιέρωσε Πανευρωπαϊκές Οδηγίες Επιχειρησιακού Επιπέδου για την Αειφορική Διαχείριση των Δασών (RESOLUTION L2: Pan-European Criteria, Indicators and Operational Level Guidelines for Sustainable Forest Management). Σ’ αυτές περιλαμβάνονται: οδηγίες για το σχεδιασμό της διαχείρισης ενός δάσους (Guidelines for Forest Management Planning) και οδηγίες για τις πρακτικές διαχείρισης (Guidelines for Forest Management Practices) που πρέπει να ακολουθούνται. Οι οδηγίες αναπτύσσονται επί τη βάση των κριτηρίων, αναλύοντας δηλ. κάθε κριτήριο σε επιμέρους οδηγίες και σχετιζόμενες πρακτικές διαχείρισης.

Συνδυάζοντας τα κριτήρια και τους δείκτες αειφορικής διαχείρισης, τις οδηγίες για το σχεδιασμό της διαχείρισης και τα χαρακτηριστικά των λειτουργιών του δάσους για τις οποίες πρέπει να γίνει σχεδιασμός, προκύπτουν οι ανάγκες σε πληροφόρηση (απογραφή δάσους, forest inventory) που είναι απαραίτητες για την περιγραφή της υπάρχουσας κατάστασης του δάσους, την αποτίμηση της τρέχουσας κατάστασης κάθε λειτουργίας (forest function valuation) και την αξιολόγηση του παραγωγικού δυναμικού του δάσους ως προς όλες τις λειτουργίες (forest function potential). Η σύγκριση της τρέχουσας κατάστασης με το παραγωγικό δυναμικό κάθε λειτουργίας θα δώσει το χαρακτήρα των μέτρων που πρέπει να ληφθούν ώστε η σχεδιαζόμενη παραγωγή, για όλες τις λειτουργίες του δάσους, να είναι αειφορική.

Αυτή η λογική σειρά ενεργειών, απογραφή του δάσους – περιγραφή της υπάρχουσας κατάστασης – αποτίμηση τρέχουσας κατάστασης λειτουργιών – αξιολόγηση δυναμικού λειτουργιών – προτάσεις μέτρων, οδηγεί στην αειφορική διαχείριση ενός δασικού οικοσυστήματος, δηλαδή στο σχεδιασμό όλων των λειτουργιών του οικοσυστήματος, ώστε αυτές να είναι διαθέσιμες για το κοινωνικό σύνολο στον καλύτερο δυνατό βαθμό σύμφωνα με τις δυνατότητες παραγωγής του οικοσυστήματος.

Παρατηρήσεις επί του Α´ σχετικού της ανάρτησης διαβούλευσης: «Πρότυπες Τεχνικές Προδιαγραφές Εκπόνησης Διαχειριστικών Σχεδίων Δασικών Οικοσυστημάτων»

Καμία από τις παραπάνω αποφάσεις και οδηγίες δεν αναφέρεται (ούτε φαίνεται να έχει ληφθεί υπόψη) στο υπό διαβούλευση σχέδιο προδιαγραφών. Αναφέρονται άλλες οδηγίες – για τα πουλιά, τους οικοτόπους, τα νερά, INSPIRE – που φυσικά πρέπει να ληφθούν υπόψη, όμως οπωσδήποτε, η βάση για τις προδιαγραφές διαχείρισης δασών πρέπει να διαμορφώνεται από τις οδηγίες των υπουργικών διασκέψεων για τα δάση στην Ευρώπη (MCPFE).

Κατά συνέπεια, από το προτεινόμενο σχέδιο προδιαγραφών λείπουν εντελώς βασικές λειτουργίες του δασικού οικοσυστήματος για τις οποίες πρέπει να γίνει σχεδιασμός σε επίπεδο δάσους, όπως για παράδειγμα: η συνεισφορά του δάσους στο μετριασμό της κλιματικής αλλαγής μέσω της δέσμευσης διοξειδίου του άνθρακα (MCPFE, Κριτήριο 1), η προστασία του εδάφους και του νερού ως φυσικών πόρων (MCPFE, Κριτήριο 1 και 5), η βιοποικιλότητα σε όλα τα επίπεδά της (από το γενετικό μέχρι του τοπίου) ως παράγοντας υγείας και ζωτικότητας του οικοσυστήματος (MCPFE, Κριτήριο 2) αλλά και ως εν δυνάμει φυσικός πόρος που χρήζει προστασίας (MCPFE, Κριτήριο 4), οι ιστορικές, πολιτιστικές και πνευματικές αξίες περιοχών του δάσους ως μέρος της κοινωνικής συνεισφοράς του δάσους (MCPFE, Κριτήριο 6).

Μια συνολική θεώρηση της λειτουργίας «συνεισφορά του δάσους στο μετριασμό της κλιματικής αλλαγής» θα δώσει απαντήσεις σε ερωτήματα όπως τα παρακάτω: τι θα πρέπει να μετρήσουμε στο δάσος ώστε να είμαστε σε θέση να εκτιμήσουμε το απόθεμα άνθρακα των συστάδων μας; Ποια είναι η σημασία του Χ επιπέδου άνθρακα στις συστάδες του δάσους; Ποια μέτρα πρέπει να λάβουμε για να διατηρήσουμε υψηλά επίπεδα αποθέματος άνθρακα στο δάσος; Τι επίδραση θα έχουν τα προτεινόμενα μέτρα κάρπωσης των συστάδων στο απόθεμα άνθρακα; Πως μπορούμε να τροποποιήσουμε τα μέτρα κάρπωσης ώστε να διατηρήσουμε υψηλό το απόθεμα άνθρακα και ταυτόχρονα να επιτύχουμε αειφορική παραγωγή ξύλου;

Ομοίως για τη λειτουργία της βιοποικιλότητας: σε ποιο επίπεδο βιοποικιλότητας (γενετικό, ειδών, οικοσυστημάτων, τοπίου) θα πρέπει να επικεντρωθεί η διαχείριση και γιατί; Τι στοιχεία βιοποικιλότητας θα πρέπει να συγκεντρωθούν κατά τη φάση της απογραφής του δάσους; Ποιος είναι ο καταλληλότερος βαθμός προστασίας της βιοποικιλότητας; Ποια μέτρα θα λάβουμε για την επίτευξη και διατήρηση αυτού του βαθμού προστασίας; Μακροσκελείς λίστες (κατάλογοι) σπάνιων και κινδυνευόντων ειδών, αν δε συνοδεύονται από ανάλυση των αιτίων που οδηγούν σε σπανιότητα- κίνδυνο και από προτάσεις κατάλληλων μέτρων προστασίας, απλά γεμίζουν τα παραρτήματα των μελετών.

Με την ίδια λογική πρέπει να αναλυθούν όλες οι λειτουργίες του δασικού οικοσυστήματος, να προσδιοριστούν οι ανάγκες απογραφής, οι τρόποι αποτίμησης τους και οι διαδικασίες επιλογής των κατάλληλων μέτρων που θα οδηγήσουν σε αειφορική διαχείριση του όλου δασικού οικοσυστήματος.

Όμως, και για την ίδια την παραγωγή ξύλου χρειάζεται μια συνολική θεώρηση, η οποία λείπει από το προτεινόμενο σχέδιο προδιαγραφών[2]. Θα συνεχίσουμε να παράγουμε προϊόντα που εγκαταλείπονται στο δάσος λόγω χαμηλής τιμής πώλησης ή λόγω μη απορρόφησης από την αγορά; Μήπως θα πρέπει να στραφούμε σε νέα προϊόντα και αγορές; Η ενέργεια από ξύλο αποτελεί ένα δείκτη του Κριτηρίου 6 (MCPFE). Επιπλέον, το ίδιο κριτήριο, ζητά από το διαχειριστικό σχεδιασμό «να λαμβάνει δεόντως υπόψη τον ρόλο της δασοπονίας στην αγροτική ανάπτυξη και ιδιαίτερα να μελετά νέες δυνατότητες απασχόλησης σε σχέση με τις κοινωνικό- οικονομικές λειτουργίες των δασών». Η βιομάζα είναι η κύρια ανανεώσιμη πηγή ενέργειας στο μίγμα τόσο του στόχου 20-20-20 (Οδηγία 2009/28/ΕΚ[3]) όσο και του στόχου 40-27-27 (COM-2013-169[4]). Κατά τον καθηγητή κ. Φιλίππου, τα ελληνικά δάση παρουσιάζουν μεγάλη συσσώρευση βιομάζας, η οποία μπορεί να αποληφθεί προς όφελος της εθνικής οικονομίας (Φιλίππου 2014, Η αξιοποίηση της δασικής βιομάζας για παραγωγή ενέργειας). Θα συνεχίσουμε, επομένως, να παράγουμε προϊόντα ξύλου χαμηλής αξίας και ζήτησης ή θα πρέπει να στραφούμε στην αξιοποίηση της ξυλώδους βιομάζας για παραγωγή ενέργειας. Όμως, μια τέτοια στροφή απαιτεί μακροχρόνιο σχεδιασμό και πρόβλεψη της παραγωγής με ικανοποιητική ακρίβεια – ώστε να υπάρχει συνεχής τροφοδότηση της αγοράς ενέργειας με τελικά προϊόντα, μακροχρόνιες συμβάσεις μεταξύ δασικών υπηρεσιών και δασικών συνεταιρισμών αλλά και όλων των υπολοίπων κρίκων της εφοδιαστικής αλυσίδας μέχρι τον τελικό καταναλωτή, και άλλες δράσεις που θα δημιουργήσουν μια νέα αγορά για την ξυλώδη βιομάζα των δασών μας.

Μια ακόμα σοβαρή παράλειψη του προτεινόμενου σχεδίου προδιαγραφών είναι η έλλειψη πρόβλεψης για την επιστημονική παρακολούθηση του δασικού οικοσυστήματος. «Η επιστημονική παρακολούθηση (monitoring) των δασικών πόρων και η αξιολόγηση της διαχείρισής τους πρέπει να γίνεται περιοδικά και τα αποτελέσματά τους πρέπει να τροφοδοτούν τη διαδικασία σχεδιασμού» (Κριτήριο 1, MCPFE) και επίσης, «η υγεία και η ζωτικότητα των δασών πρέπει να παρακολουθείται περιοδικά» (Κριτήριο 2, MCPFE). Το τι ακριβώς θα πρέπει να παρακολουθείται, με ποιο τρόπο, ανά ποια χρονικά διαστήματα, κλπ. είναι θέματα που θα αναδειχθούν από την ανάλυση της υπάρχουσας κατάστασης του δάσους και την αξιολόγηση όλων των λειτουργιών του δασικού οικοσυστήματος. Έτσι, θα απαντηθεί και το ερώτημα για τη διάρκεια ισχύος ενός σχεδίου διαχείρισης και του χρόνου μετά την παρέλευση του οποίου θα πρέπει να αναθεωρείται.

Επιπρόσθετα, το προτεινόμενο σχέδιο προδιαγραφών δεν ακολουθεί τα στάδια ανάπτυξης ενός σχεδιασμού (planning) ως διαδικασίας του μάνατζμεντ, η οποία σκιαγραφήθηκε παραπάνω, στην τελευταία παράγραφο του εισαγωγικού μέρους. Θα αναφερθώ μόνο σε ένα σημείο για να καταδειχθεί η μίξη διαφόρων σταδίων του σχεδιασμού στα περιεχόμενα του προτεινόμενου σχεδίου: το πρώτο κεφάλαιο έχει τον τίτλο «1. ΓΕΝΙΚΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΑΝΑΛΥΣΗ». Η «περιγραφή» είναι τελείως διαφορετικό πράγμα από την «ανάλυση» και δεν μπορούν να βρίσκονται στο ίδιο κεφάλαιο. Η περιγραφή δίνει την υπάρχουσα κατάσταση στο δάσος, όπως αυτή προκύπτει από τους παράγοντες που έχουμε απογράψει, ενώ η ανάλυση είναι η νοηματοδότηση των στοιχείων της απογραφής ως προς τους στόχους του σχεδιασμού, η οποία και οδηγεί στη λήψη των κατάλληλων μέτρων διαχείρισης. Η περιγραφή θα μας δώσει ότι η κλίση της πλαγιάς είναι 30% και η ανάλυση θα μας οδηγήσει στο συμπέρασμα (εννοείται σε συνδυασμό και με άλλους παράγοντες) ότι η κλίση αυτή είναι αρκετή για να προκαλέσει διάβρωση του εδάφους και επομένως πρέπει να λάβουμε μέτρα αποτροπής της διάβρωσης[5]. Το ίδιο στοιχείο απογραφής (κλίση 30%) μπορεί να αξιοποιηθεί (να αποκτήσει άλλο νόημα) κατά την ανάλυση και άλλων λειτουργιών του δασικού οικοσυστήματος.

Συνέπεια της μη ορθολογικής ανάπτυξης των σταδίων σχεδιασμού είναι και η μη ορθολογική αξιοποίηση των στοιχείων που συγκεντρώνονται κατά την απογραφή, στο προτεινόμενο σχέδιο προδιαγραφών. Για παράδειγμα, τα κλιματικά στοιχεία που προτείνεται να συγκεντρωθούν χρησιμοποιούνται για να γίνουν ομβροθερμικά διαγράμματα και θεματικοί χάρτες μέσων τιμών. Στο πως, όμως, θα αξιοποιηθούν αυτά τα αποτελέσματα για τη διαχείριση του δάσους δεν αναφέρεται τίποτα. Θα αξιοποιηθούν τα ομβροθερμικά και οι θεματικοί χάρτες στην αξιολόγηση της ξυλοπαραγωγής ή κάποιας άλλης λειτουργίας; Αρκούν τα ομβροθερμικά και οι προτεινόμενοι θεματικοί χάρτες για να αξιολογήσουμε όλες τις λειτουργίες του δασικού οικοσυστήματος ή χρειάζονται και άλλα κλιματικά δεδομένα;

Η κριτική επί του προτεινόμενου σχεδίου προδιαγραφών θα μπορούσε να συνεχισθεί έτι περαιτέρω με αναφορές και σε άλλες αδυναμίες (π.χ. αδυναμία πρόβλεψης της μελλοντικής εξέλιξης του δάσους, σχέση των προτεινόμενων σχεδίων διαχείρισης υδάτων (7.7) και βοσκόμενων εκτάσεων (7.3) με τα αντίστοιχα ολοκληρωμένα σχέδια διαχείρισης των λεκανών απορροής της χώρας και τις διαχειριστικές μελέτες για τους βοσκοτόπους), όμως θεωρώ ότι τα όσα εκτέθηκαν μέχρι τώρα συνιστούν ελλείψεις κεφαλαιώδους σημασίας, οι οποίες δεν είναι δυνατό να διορθωθούν μέσω κριτικής του προτεινόμενου σχεδίου προδιαγραφών.

Παρατηρήσεις επί του Β´ σχετικού της ανάρτησης διαβούλευσης: «Πρότυπες Τεχνικές Προδιάγραφες Δειγματοληψιών Ξυλαποθέματος για την Εκπόνηση Δασικών Διαχειριστικών Σχεδίων»

Μια γενική παρατήρηση επί του Β’ σχετικού της ανάρτησης αφορά στο ύφος των κειμένων, καθώς οι διατυπώσεις που χρησιμοποιούνται αφήνουν μια αβεβαιότητα στις προτάσεις («μπορεί να χρησιμοποιηθεί…, προτείνεται η εφαρμογή…»), χωρίς να διασαφηνίζονται τα θέματα στα οποία ο μελετητής μπορεί να λάβει αποφάσεις σύμφωνα με την επιστημονική του γνώση και τα θέματα στα οποία πρέπει δεσμευτικά να ακολουθήσει τα προτεινόμενα, ως νόρμες προδιαγραφών.

Ειδικότερες παρατηρήσεις για επιμέρους θέματα του ως άνω σχετικού ακολουθούν. Αρχικά προτείνεται από τους συγγραφείς, η υπάρχουσα διαίρεση του δάσους σε διαχειριστικές[6] κλάσεις, τμήματα και υποτμήματα (συστάδες) να ενσωματωθεί σε ένα ευρύτερο σχήμα ιεραρχικής ταξινόμησης του χώρου. Δεν εξηγούνται, όμως, οι λόγοι που οδήγησαν στην ανάπτυξη αυτού του σχήματος, οι ανάγκες διαχείρισης του δάσους που έρχεται να καλύψει και οι στόχοι που επιδιώκει να ικανοποιήσει.

Το εφαρμοζόμενο σήμερα σύστημα διαίρεσης του δάσους εξυπηρετεί τις ανάγκες διοίκησης και λειτουργικής διαχείρισης του δάσους (κατά χώρο οργάνωσης της παραγωγής) και, εξ’ όσον γνωρίζω, κανένας δεν έχει διαπιστώσει δυσλειτουργίες ούτε έχει ζητήσει τροποποίησή του. Το προτεινόμενο σχήμα των επτά συνολικά μονάδων διαίρεσης του χώρου (από την περιφέρεια τοπίου έως την πρωτογενή υποσυστάδα) δεν προσφέρει τίποτα στη διοίκηση και τη λειτουργική διαχείριση του δάσους. Μάλλον σύγχυση θα προκαλέσει τόσο στους μελετητές όσο και τους εφαρμοστές δασολόγους.

Στο τρίτο κεφάλαιο του ως άνω σχετικού, αρχίζει να διαφαίνεται ο λόγος δημιουργίας του προτεινόμενου σχήματος ιεραρχικής ταξινόμησης του χώρου. Το όλο σχήμα δημιουργείται για να στρωματωθεί ο χώρος σε ομοιογενείς καταστάσεις, ώστε να εφαρμοστεί στρωματωμένη δειγματοληψία, η οποία έχει ως στόχο την εκτίμηση του ξυλαποθέματος με ικανοποιητική ακρίβεια. Έτσι, σύμφωνα με το σκεπτικό της ομάδας εργασίας, για να αποκτήσω εικόνα της κατανομής του ξυλαποθέματος στο χώρο, πρέπει να συνδυάσω δεδομένα από πλήθος επιπέδων πληροφοριών (11 Bullets υπάρχουν στη σχετική λίστα της χωρικής βάσης δεδομένων) και στη συνέχεια να εφαρμόσω το προτεινόμενο σχήμα ταξινόμησης του χώρου για να αποκτήσω τα στρώματα δειγματοληψίας (χωρίς να είναι σαφές σε ποιο ακριβώς επίπεδο ταξινόμησης θα εμφανιστούν αυτά).

Ένα από τα επίπεδα πληροφοριών που αναφέρεται στην παραπάνω λίστα της χωρικής βάσης πληροφοριών είναι και η «κατανομή όγκου του ξυλαποθέματος (από προηγούμενες διαχειριστικές μελέτες)». Μα, αν έχω ήδη την κατανομή του ξυλαποθέματος, για ποιό λόγο να εφαρμόσω όλη την προτεινόμενη διαδικασία και να μην προχωρήσω άμεσα στη δημιουργία των στρωμάτων δειγματοληψίας[7] του ξυλαποθέματος;

Στη συνέχεια του κεφαλαίου 3, αναφέρεται (σωστά) ότι η κατανομή του ξυλαποθέματος εξαρτάται κυρίως από το δασοπονικό είδος και την ποιότητα τόπου. Αγνοείται, όμως, η ηλικία των συστάδων (ομήλικων), η οποία έχει ουσιαστική επίδραση στο ύψος του ξυλαποθέματος μιας συστάδας. Η χρήση των τριών αυτών χαρακτηριστικών των συστάδων εμπεριέχει πρακτικά το σύνολο της μεταβλητότητας του ξυλαποθέματος και με βάση αυτά μπορεί να γίνει στρωμάτωση, χωρίς να χρειάζεται καθόλου το σχήμα ιεραρχικής ταξινόμησης του χώρου.

Σχετικά με τη μέθοδο δειγματοληψίας – αναφέρονται τρία δειγματοληπτικά σχήματα – φαίνεται οι συντάκτες του υπό διαβούλευση κειμένου να προτείνουν τη στρωματωμένη δειγματοληψία, παραβλέπουν μειονεκτήματα της απλής τυχαίας και αναφέρουν τα μειονεκτήματα της συστηματικής. Για την άρση παρερμηνειών, πρέπει να επισημανθεί ότι όλα τα δειγματοληπτικά σχήματα έχουν πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα (π.χ. η απλή τυχαία απαιτεί πολύ μεγαλύτερο μέγεθος δείγματος για να επιτύχει την ίδια ακρίβεια με άλλα πιο σύνθετα σχήματα). Η συστηματική δειγματοληψία απορρίπτεται από τους θεωρητικούς των μαθηματικών, αφού η επιλογή του πρώτου μέλους του δείγματος και ο καθορισμός του επαναληπτικού κανόνα καθορίζουν όλες τις υπόλοιπες δειγματοληπτικές μονάδες. Όμως, οι επιστήμονες των εφαρμοσμένων μαθηματικών (και η δασική βιομετρία είναι εφαρμοσμένη επιστήμη) τη δέχονται – αναγνωρίζοντας τα πλεονεκτήματά της και επισημαίνοντας τις αδυναμίες της – και την εφαρμόζουν προτείνοντας τη χρήση των τύπων της απλής τυχαίας για τον υπολογισμό των παραμέτρων της. Γι’ αυτό άλλωστε, περιγράφεται αναλυτικά και σε όλα τα εγχειρίδια δασικών απογραφών (forest inventory), ορισμένα από τα οποία αναφέρονται και στη βιβλιογραφία των συντακτών του υπό διαβούλευση κειμένου.

Οι συντάκτες του σχεδίου προτείνουν εφαρμογή απλής τυχαίας δειγματοληψίας «με ενσωμάτωση τυχόν 2ου επιπέδου συστηματικής δειγματοληψίας όπου και όταν κρίνεται απαραίτητο». Πού και πότε κρίνεται απαραίτητο; Ποιός αποφασίζει και με ποιά κριτήρια, αν είναι τελικά απαραίτητο; Η ασάφεια, που αναφέρθηκε αρχικά σαν γενική παρατήρηση, κυριαρχεί εδώ.

Εκτός των ανωτέρω σχεδίων δειγματοληψίας, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, υπάρχουν και άλλα κατάλληλα για την απογραφή του ξυλαποθέματος σχέδια, ιδίως αν γνωρίζουμε (ή μπορούμε να εκτιμήσουμε ικανοποιητικά) την κατανομή του ξυλαποθέματος (π.χ. 3P ή PPS – είμαι σίγουρος ότι ένας ειδικός στη δασική δειγματοληψία μπορεί να προτείνει και άλλα αποδοτικά δειγματοληπτικά σχέδια). Επομένως, κανένα δειγματοληπτικό σχέδιο δεν πρέπει να αποκλείεται, εφόσον η χρησιμοποίησή του τεκμηριώνεται επιστημονικά.

Αναφορικά με το μέγεθος των δειγματοληπτικών επιφανειών, ενώ οι συντάκτες βρήκαν στη βιβλιογραφία ότι σε πρακτικό επίπεδο το μέγεθος κυμαίνεται από 0,01 ha έως 0,10 ha, αυτοί προτείνουν 0,05 ha και 0,10 ha, ανάλογα με τη σύνθεση ειδών και την ηλικία. Η διαφοροποίηση στο μέγεθος της δειγματοληπτικής επιφάνειας πρέπει να γίνεται με εξισορρόπηση στατιστικών (ακρίβειας εκτιμήσεων) και οικονομικών κριτηρίων. Πόσο αποδοτικό (σε χρόνο, χρήμα και απόκτηση δεδομένων) είναι να παχυμετρείς 50 και περισσότερα δέντρα της ίδιας διαμέτρου στο μισό στρέμμα μιας νεαρής συστάδας κωνοφόρων (κορμιδίων);

Τα κεφάλαια 7.1 έως 7.5 θεωρώ ότι δεν έχουν θέση σε ένα κείμενο προδιαγραφών. Τα όργανα μέτρησης των χαρακτηριστικών των δέντρων είναι (θα πρέπει να είναι) γνωστά στο δασολόγο μελετητή. Επίσης, όλα συνοδεύονται από οδηγίες χρήσης ή αυτές βρίσκονται σε όλα τα βιβλία δασικής βιομετρίας (τουλάχιστον για τα κλασικά όργανα). Αν πρέπει οι προδιαγραφές να περιέχουν οδηγίες χρήσης των οργάνων, τότε θα πρέπει να κυνηγάμε την τεχνολογική εξέλιξη και να προσθέτουμε κεφάλαια με οδηγίες χρήσης νέων οργάνων (π.χ. ηλεκτρονικό παχύμετρο με gator eyes και datalogger δεν περιλαμβάνεται στις προτεινόμενες προδιαγραφές, θα απαγορεύεται η χρήση του;). Η οργάνωση του προσωπικού εξαρτάται άμεσα από τα διαθέσιμα όργανα μέτρησης και τον αντίστοιχο εξοπλισμό (οι Ελβετοί απογράφουν τα δάση με μονομελή συνεργεία). Αν ένα συνεργείο δεν είναι εξοπλισμένο με τα προτεινόμενα όργανα δεν θα συμμορφώνεται προς τις προδιαγραφές;

Τα κεφάλαια 7.6 και 7.7 αποτελούν περιγραφή του τρόπου χρήσης των οργάνων μέτρησης και υπολογισμού των αντίστοιχων μεγεθών (για μεμονωμένα δέντρα), τα οποία περιλαμβάνονται επίσης σε όλα τα βιβλία δασικής βιομετρίας. Τι εξυπηρετεί η παράθεσή τους εδώ; Εκτός από τους τρόπους που αναφέρονται στα κεφάλαια αυτά, υπάρχουν στα βιβλία δασικής βιομετρίας και άλλοι τρόποι μετρήσεων και υπολογισμών. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν αυτοί ή πρέπει υποχρεωτικά να χρησιμοποιηθούν μόνο όσοι περιλαμβάνονται στο προτεινόμενο σχέδιο;

Σε συνέχεια των παραπάνω, θα ανέμενε κανείς ένα κεφάλαιο 7.8 όπου οι παρατιθέμενες πληροφορίες των προηγούμενων κεφαλαίων θα συστηματοποιούνταν και θα προσδιοριζόταν ακριβώς τα χαρακτηριστικά των δειγματοληπτικών επιφανειών που θα μετρηθούν-εκτιμηθούν. Η έλλειψη ενός τέτοιου κεφαλαίου, τελικά αφήνει τελείως ασαφές το τι θα μετρηθεί σε κάθε δειγματοληπτική επιφάνεια, πως θα υπολογισθεί ο όγκος, η προσαύξηση, η ηλικία, η ποιότητα τόπου, κλπ. κάθε επιφάνειας και πως τα στοιχεία των δειγματοληπτικών επιφανειών θα αναχθούν σε στοιχεία υποτμήματος (Συστάδας). Άδηλο δηλ. το πως από τις δειγματοληπτικές επιφάνειες θα φτάσουμε στα Φύλλα Περιγραφής Συστάδας.

Η συστηματοποίηση των προς απογραφή στοιχείων οδηγεί στη διαμόρφωση ενός εντύπου απογραφής, το οποίο πρέπει να συμπληρωθεί επί τόπου, ώστε να εξασφαλισθεί ότι γίνονται όλες οι απαραίτητες μετρήσεις και εκτιμήσεις. Ένα τέτοιο έντυπο απογραφής λείπει εντελώς από το προτεινόμενο σχέδιο απογραφής.

Η εκτίμηση των βασικών δασοαποδοτικών μεγεθών των δειγματοληπτικών επιφανειών (και η επακόλουθη αναγωγή των στοιχείων σε επίπεδο Συστάδας) στις απογραφές διαχείρισης σε όλο τον κόσμο, κατά κανόνα γίνεται με τη χρήση αντίστοιχων δασοαποδοτικών μοντέλων. Τέτοια μοντέλα υπάρχουν και στη χώρα μας: επιμέρους μοντέλα – από αρκετούς ερευνητές, ολοκληρωμένα μοντέλα (στοχευμένα προς τη διαχείριση του δάσους) – από τον Απατσίδη (για τα βασικά δασοπονικά είδη της Νοτίου Ελλάδας) και τον Γκατζογιάννη (για τα βασικά δασοπονικά είδη της Βορείου Ελλάδας). Μπορούν να χρησιμοποιηθούν αυτά τα μοντέλα[8] ή η χρήση τους θέτει τη διαχειριστική μελέτη εκτός προδιαγραφών;

Συμπερασματικά

Από τις παρατηρήσεις που παρατέθηκαν γίνεται σαφές ότι τόσο το προτεινόμενο σχέδιο προδιαγραφών (Α’ σχετικό ανάρτησης) όσο και το σχέδιο απογραφής του ξυλαποθέματος (Β’ σχετικό ανάρτησης) παρουσιάζουν κεφαλαιώδους σημασίας ελλείψεις και αδυναμίες που δεν μπορούν να θεραπευθούν στα πλαίσια μιας διαβούλευσης.

Η διαχειριστική πράξη στη χώρα μας έχει αφεθεί να λειτουργεί με τις ίδιες προδιαγραφές εδώ και σχεδόν 60 έτη και επομένως η αφομοίωση νέων πολιτικών που να ανταποκρίνονται στις σύγχρονες ανάγκες διαχείρισης δεν είναι δυνατόν να γίνει από τη μια μέρα στην άλλη. Μια σταδιακή μετάβαση από το καθεστώς των παλιών προδιαγραφών σε ένα σύγχρονο πλαίσιο διαχείρισης θα μπορούσε να οδηγήσει σε εξοικείωση των μελετητών και των εφαρμοστών δασολόγων με τις νέες έννοιες και με όλες τις πλευρές της αειφορικής διαχείρισης των δασικών οικοσυστημάτων. Η δημιουργία ενός οδικού χάρτη μετάβασης σε διάστημα 3-5 ετών, μέσω π.χ. εκπόνησης πιλοτικών διαχειριστικών μελετών σε επιλεγμένα δάση της χώρας που θα λειτουργούσαν ως πρότυπα ενημέρωσης μελετητών και εφαρμοστών, θα μπορούσε να είναι μια λύση στο πρόβλημα. Στην εκπόνηση τέτοιων μελετών-προτύπων πρέπει να στρατευτεί το σύνολο της επιστημονικής κοινότητας, μιας και η διαχείριση οικοσυστήματος απαιτεί διεπιστημονική προσέγγιση (βλ. υπηρεσίες του δασικού οικοσυστήματος), με τη δημιουργία ομάδων εργασίας ανά επιστημονικό πεδίο.

Η δασική διαχειριστική κεφαλαιοποιεί τις γνώσεις όλων σχεδόν των πεδίων της δασολογικής επιστήμης. Τα σχέδια διαχείρισης των δασών και η εφαρμογή τους στην πράξη αποτελούν έκφραση της επιστημονικής γνώσης και καθορίζουν την εικόνα που εμφανίζει ο κλάδος της δασοπονίας προς άλλους κλάδους και την κοινωνία ευρύτερα. Η αειφορική διαχείριση των δασικών οικοσυστημάτων, όπως εκφράζεται από τις αποφάσεις των MCPFE, μας δίνει τις δυνατότητες να αναβαθμίσουμε τη διαχείριση των ελληνικών δασών σε ολοκληρωμένη φροντίδα του δασικού οικοσυστήματος, ώστε αυτό να μπορεί να παρέχει σήμερα και στο μέλλον όλες τις υπηρεσίες του. Το Εργαστήριο Δασικής Διαχειριστικής του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης βρίσκεται, αυτονόητα, στη διάθεση του Υπουργείου για την ανάπτυξη μιας τέτοιας προσπάθειας.

Ορεστιάδα 31/1/2017

* Ο Δρ. Σπύρος Γαλατσίδας είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Δασικής Διαχειριστικής – Διαχείρισης των μη Ξυλοπαραγωγικών Λειτουργιών του Δάσους.

———  ———

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] Σπύρος Γαλατσίδας. 2012. Κεφ. 6. Το πλαίσιο διαχείρισης των ελληνικών δασών. Το Δάσος – Μια Ολοκληρωμένη Προσέγγιση Επιμέλεια: Αριστοτέλης Χ. Παπαγεωργίου, Γεώργιος Καρέτσος, Γεώργιος Κατσαδωράκης. WWF Ελλάς. Σελ. 201-211.

[2] Αφήνω ασχολίαστη την αναφορά, στην εισαγωγή του προτεινόμενου σχεδίου, περί ανεκτίμητης αξίας των μη υλικών ωφελειών του δάσους και της ευχέρειας πληρωμής εισαγόμενου ξύλου, η οποία έχει ξεπεραστεί από την πραγματικότητα μετά από τόσα χρόνια κρίσης που διέρχεται η χώρα μας.

[3] Σχετικά με την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές έως το έτος 2020.

[4] ΠΡΑΣΙΝΗ ΒΙΒΛΟΣ. Πλαίσιο για τις πολιτικές που αφορούν το κλίμα και την ενέργεια με χρονικό ορίζοντα το έτος 2030.

[5] Πρόκειται για τον πολύ εύστοχο διαχωρισμό μεταξύ data και information στην αμερικάνικη βιβλιογραφία.

[6] Κακώς αναφέρονται ως «δασοπονικές» κλάσεις στο κείμενο.

[7] Βέβαια, η γνώση της κατανομής του ξυλαποθέματος επιτρέπει την υλοποίηση και ποιο αποδοτικών δειγματοληπτικών σχεδίων, όπως η 3P (Probability Proportional to Prediction) ή PPS (Probability Proportional to Size).

[8] Το Εργαστήριο Δασικής Διαχειριστικής του Δ.Π.Θ. έχει ενσωματώσει αυτά, καθώς και άλλα μοντέλα, σε μια εφαρμογή βάσεων δεδομένων απογραφών διαχείρισης, όπου όλα τα δασοαποδοτικά στοιχεία υπολογίζονται αυτόματα (http://utopia.duth.gr/sgalatsi/project_kouponia.html).

———  ———

.


.
Δημοσιεύτηκε στο dasarxeio.com | 03.02.2017

Advertisements

One thought on “Παρατηρήσεις επί των προτεινόμενων νέων προδιαγραφών διαχείρισης δασών

  1. Αγαπητέ κύριε Γαλατσίδα,

    οι παρατηρήσεις σου πάνω στα υπό διαβούλευση σχέδια προδιαγραφών εκπόνησης δασοπονικών μελετών είναι πολύ εύστοχες και εποικοδομητικές.

    Τρεις επισημάνσεις:

    1) Αποτελεί θετικό γεγονός και ενθαρρυντικό βήμα ότι το Τμήμα Δασολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης στέκεται απέναντι στον κίνδυνο υποβάθμισης της δασοπονίας που επαπειλείται με τα σχέδια προδιαγραφών που εκπόνησαν ΓΕΩΤΕΕ (με τη σύμπραξη καθηγητών της δασολογίας ΑΠΘ) και ΤΕΙ Δασοπονίας Δράμας.

    2) Τα στελέχη της Κεντρικής Δασικής Διοίκησης πρέπει να λάβουν πολύ σοβαρά υπόψη τους τις επισημάνσεις που κάνεις για ανταπόκριση οποιουδήποτε σχεδίου προδιαγραφών στις σχετικές οδηγίες της ΕΕ, γιατί είναι ζήτημα υποχρεωτικής πλέον εναρμόνισης της ελληνικής δασοπονίας με το προωθούμενο σύστημα πληροφοριών και διαχείρισης των δασών και του φυσικού περιβάλλοντος γενικότερα σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

    3) Ένας εκσυγχρονισμός του υφιστάμενου πλαισίου προδιαγραφών, μπορεί κύριε Γαλατσίδα, να γίνει άμεσα, γιατί η σχετική προετοιμασία, στην οποία πολύ σωστά αναφέρεστε, έχει γίνει ήδη από το Ινστιτούτο Δασικών Ερευνών του ΕΘΙΑΓΕ (σήμερα ΕΛΓΟ ΔΗΜΗΤΡΑ) και ενσωματώνεται στα ακόλουθα εργαλεία:

    Α) Στο σχέδιο προδιαγραφών του ΙΔΕ (Γκατζογιάννης 2008)

    Β) Στο αμοιβολόγιο που συνοδεύει το σχέδιο αυτό (Γκατζογιάννης κ.ά. 2004)

    Γ) Στο διαχειριστικό σχέδιο του Δημόσιου Δάσους Παλαιοκάστρου Χαλκιδικής (2007 – 2016), καθώς και στο διαχειριστικό σχέδιο του Πανεπιστημιακού δάσους Ταξιάρχη (2013 -2022), τα οποία εκπονήθηκαν με βάση κοινό πρωτόκολο απογραφής και διαχείρισης και μπορούν να λειτουργήσουν ως οδηγοί και υποδείγματα εφαρμογής του ως άνω σχεδίου προδιαγραφών.

    Ή υποδομή αυτή είχε ήδη προετοιμαστεί από το 2008 σε συνεργασία με τη Γενική Δνση Δασών και είχε λάβει μάλιστα θετική κρίση από όλες τις περιφερειακές δασικές υπηρεσίες της χώρας στη σχετική διαβούλευση που έγινε το 2009. Το ότι δεν εγκρίθηκε τελικά αυτό οφείλεται σε τρεις ακατανόητους λόγους: α) στην άστοχη παρέμβαση του ΓΕΩΤΕΕ, το οποίο αντί να απαντήσει στο «Σχέδιο Γκατζογιάννη (2008)» κατά τη σχετική διαβούλευση, εκπόνησε εκ των ενόντων το υπό διαβούλευση σήμερα σχέδιο, β) στο γεγονός ότι στην ομάδα του ΓΕΩΤΕΕ συμμετείχε ο επί πενταετία (2010-2014) Ειδικός Γραμματέας Δασών, ο οποίος επέμενε να βρει τρόπο έγκρισης των προδιαγραφών του παρά τα διαπιστωμένα (και από τον ίδιο) λάθη του σχεδίου αυτού, γι’ αυτό και το εμβόλιμο σχέδιο του ΤΕΙ και γ) στο ότι ο Προϊστάμενος του Τμήματος Δασοπονικών Μελετών, ενώ είχε εισηγηθεί θετικά στον Υφυπουργό Γεωργίας κο Κιλτίδη (2009) για την έγκριση του σχεδίου Γκατζογιάννη, εντούτοις, στη συνέχεια και για να υποστηρίξει το σχέδιο του προϊσταμένου του, δήλωνε σε σχετική ημερίδα ότι το σχέδιο Γκατζογιάννη είναι πολύ προωθημένο για τα ελληνικά δεδομένα.

    Για τα ως άνω εργαλεία βλέπε εργασίες Ε7 και Α45 στο φάκελο:

    https://www.dropbox.com/sh/e986ywci5dwre5r/AACe4KpSEpmJxMlJQVAjEPTxa?dl=0

    και εργασίες Δ10 και Δ19 στο φάκελο:

    https://www.dropbox.com/sh/c8j92zw6y88p1sf/AADpOmHoS8kWGPsgWR9WesT9a?dl=0

    Θεσσαλονίκη, 4 – 2 -2017

    Στέλιος Γκατζογιάννης

    sgatzo@gmail.com, http://gatzogiannis.blogspot.gr

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s