![]() |
Παναγιώτης Γαλάνης, Δικηγόρος, Διδάκτωρ και Μεταδιδάκτωρ Νομικής ΕΚΠΑ, Διδάσκων Νομικής ΕΚΠΑ info@pgalanislaw.gr , www.pgalanislaw.gr |
Η μελέτη αυτή αφορά τη Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων ως εργαλείο περιβαλλοντικής αδειοδότησης αφενός και ως σχετιζόμενη με τον χωρικό σχεδιασμό αφετέρου.
Α) Η εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου στην Ελλάδα
Παράλληλα με την Εκτίμηση Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΕΠΕ), τίθεται στο ενωσιακό δίκαιο περιβάλλοντος και η υποχρέωση Στρατηγικής Εκτίμησης Επιπτώσεων (ΣΠΕ), η οποία ενσωματώθηκε στο εθνικό μας δίκαιο. Αποτελεί τη φυσική συνέχεια της Οδηγίας 85/337. Προκρίνει την καταγραφή των περιβαλλοντικών παραμέτρων-επιπττώσεων του σχεδιασμού ή του προγράμματος στα δάση, στην υγεία, την κοινωνικοικονομική σύνθεση, στο έδαφος, την ατμόσφαιρα και το κλίμα, στην αρχιτεκτονική-πολιτιστική κληρονομιά. Αξιολογεί ακριβώς την ένταση των παραμέτρων[1].
Πριν από την έγκριση σχεδίων και προγραμμάτων (και δη και προγραμμάτων έργων) επιβάλλεται στον χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό η εκπόνηση της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, η οποία αποτελεί κατά την κρατούσα άποψη ατομική διοικητική πράξη. Πλην όμως, η πράξη έγκρισης είναι μεικτού περιεχομένου, ήτοι, ατομική κατά το μέρος που χαράσσει τα όρια του σχεδίου και των ζωνών εντός αυτού αλλά και κανονιστική κατά το μέρος που καθορίζει τις χρήσεις γης ή τις επιτρεπόμενες δραστηριότητες. Ως εκ τούτου, η αντίστοιχη Στρατηγική Μελέτη (ΣΜΠΕ) που συνοδεύει το σχέδιο έχει ατομικό και κανονιστικό χαρακτήρα[2]. Σημειώνεται πως η ΣΜΠΕ που συνοδεύει το πρώτο επίπεδο σχεδιασμού θεωρείται ατομική πράξη από τη νομολογία[3]. Ελέγχεται ακυρωτικά όσον αφορά την αιτιολογία, την τήρηση ουσιωδών τύπων, την εφαρμογή επιστημονικών μεθόδων, όπως και η ΜΠΕ[4]. Η ΑΕΠΟ θεσπίζεται με αυτοτελή διοικητική πράξη πριν από την έκδοση οποιασδήποτε συναφούς πράξης και πριν την εκτέλεση του έργου και προϋποθέτει κατά ορθή άποψη την ΣΜΠΕ. Η ΜΠΕ διαφοροποιείται από τη ΣΜΠΕ και επειδή η πρώτη περιέχει ποσοτικές μεθόδους, ενώ η δεύτερη ποιοτικές. Η ΣΜΠΕ δεν υπόκειται καταρχήν σε χρονικό όριο, εν αντιθέσει με την ΑΕΠΟ.
Η Στρατηγική Περιβαλλοντική Εκτίμηση (ΣΠΕ) πραγματοποιείται πριν από την έγκριση ενός σχεδίου ή προγράμματος ή την έναρξη της σχετικής νομοθετικής διαδικασίας, με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, για σχέδια ή προ− γράμματα εθνικού, περιφερειακού, νομαρχιακού ή τοπικού χαρακτήρα τα οποία ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον και ειδικότερα:… β) για όλα τα σχέδια και προγράμματα τα οποία στο σύνολό τους ή εν μέρει εφαρμόζονται σε περιοχές του εθνικού σκέλους του Ευρωπαϊκού Οικολογικού Δικτύου Natura 2000 (Τόποι Κοινοτικής Σημασίας (ΤΚΣ) και Ζώνες Ειδικής Προστασίας (ΖΕΠ) και τα οποία ενδέχεται να τις επηρεάσουν σημαντικά.
Εξαιρούνται τα σχέδια διαχείρισης και τα προγράμματα δράσης που συνδέονται άμεσα ή είναι απαραίτητα για τη διαχείριση και προστασία των περιοχών αυτών.
Προκειμένου να κριθεί αν τα σχέδια και προγράμματα που αναφέρονται στην ανωτέρω παράγραφο, και δεν αφορούν σχέδια και προγράμματα της παραγράφου (α), ενδέχεται να επηρεάσουν σημαντικά περιοχές του εθνικού σκέλους του Ευρωπαϊκού Οικολογικού Δικτύου Natura 2000 ((Τόποι Κοινοτικής Σημασίας (ΤΚΣ) και Ζώνες Ειδικής Προστασίας (ΖΕΠ)), και επομένως αν πρέπει να υποβληθούν σε διαδικασία ΣΠΕ, πρέπει να ακολουθηθεί η διαδικασία περιβαλλοντικού προελέγχου του άρθρου 5.
Στη ΣΜΠΕ περιγράφονται και αξιολογούνται οι ενδεχόμενες σημαντικές επιπτώσεις που θα έχει στο περιβάλλον εφαρμογή του σχεδίου ή προγράμματος, καθώς και λογικές εναλλακτικές δυνατότητες, σε περιεκτική μορφή, λαμβανομένων υπόψη των στόχων και του γεωγραφικού πεδίου εφαρμογής του σχεδίου ή προγράμματος. Το περιεχόμενο της ΣΜΠΕ περιγράφεται αναλυτικά στο παράρτημα ΙΙΙ του άρθρου 11 της σχετικής απόφασης.
Η ΣΜΠΕ ανταποκρίνεται στην ανάγκη του γενικού (χωρικού) σχεδιασμού και της συνολικής εκτίμησης, όπως αυτή ανεδείχθη μέσα από τη νομολογία του ΣτΕ.Η Οδηγία 2001/42 πράγματι ήταν σταθμός για τη χώρα μας και για τη ΣΜΠΕ. Αποσκοπούσε στη διατήρηση και βελτίωση του περιβάλλοντος, στην προστασία της υγείας του ανθρώπου, την ορθολογική χρήση των φυσικών πόρων, την ενσωμάτωση των περιβαλλοντικών ζητημάτων στη λήψη αποφάσεων, την εξασφάλιση κοινών διαδικαστικών απαιτήσεων στα κράτη μέλη και την ικανοποίηση περιβαλλοντικών ρυθμίσεων/συνθηκών. Σχετίζεται με την αναβάθμιση της κοινωνικής συμμετοχής που τίθεται ως στόχος στην ευρωπαϊκή πολιτική. Σκοπείται συνολικά η βελτίωση της συνοχής των ευρωπαϊκών πολιτικών, η εμπλοκή των επιχειρήσεων και πολιτών, οι επενδύσεις και η τεχνολογική συνιστώσα, η βελτίωση της επικοινωνίας και κινητοποίηση. Ως θετικά σημεία της Οδηγίας ΣΜΠΕ προβάλλονται η ουσιαστική συμμετοχή του κοινού στη διαβούλευση, η συνεκτίμηση των πορισμάτων αυτής και η παροχή πληροφοριών επί του τελικού αποτελέσματος της διαβούλευσης. Η διαβούλευση εμπεριέχει τη μεταφορά πληροφοριών και την κατάθεση απόψεων για την περιβαλλοντική μελέτη. Συνάπτεται με την απαίτηση γενικού σχεδιασμού[5] και με την αρχή του σεβασμού της φέρουσας ικανότητας του οικοσυστήματος[6], αλλά και με την απαίτηση συνολικής εκτίμησης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων.
Η Οδηγία αυτή αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα «διαδικαστικοποίησης» που αποτελεί και γενικό χαρακτηριστικό γνώρισμα του ευρωπαϊκού δικαίου περιβάλλοντος, αφού θεσπίζει περισσότερο διαδικασίες παρά ρυθμίσεις ουσιαστικού δικαίου. Η ΣΠΕ στην Ελλάδα καλείται να τοποθετηθεί απέναντι στο δίλημμα: δεσμευτικοί κανόνες αλλά άκαμπτοι ή ευέλικτοι και ευκόλως καταστρατηγήσιμοι; Σχετίζεται με την υιοθέτηση γραμμών και στόχων.
Στην ελληνική έννομη τάξη υπήρχαν και πριν τη ΣΜΠΕ εκτιμήσεις περιβαλλοντικών επιπτώσεων σε σχέδια/προγράμματα, π.χ. συνολική και ολοκληρωμένη μελέτη εκτροπής του Αχελώου, η ΜΠΕ για την ανάπτυξη των χερσαίων και θαλάσσιων εγκαταστάσεων του Λιμένος Πειραιά και η ΜΠΕ για τα Ολυμπιακά Έργα στον Φαληρικό όρμο.
Η ΣΜΠΕ ρυθμίζεται με την υπ’ αριθμ. ΥΠΕΧΩΔΕ/ΕΥΠΕ/οικ. 107017 απόφαση με τίτλο Εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων, σε συμμόρφωση με τις διατάξεις της οδηγίας 2001/42//ΕΚ «σχετικά με την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων» του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Ιουνίου 2001[7]. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 περ. α΄ της εν λόγω ΚΥΑ σε συνδυασμό και με το Παράρτημα Ι του άρθρου 11, επιβάλλεται υποχρέωση διενέργειας «στρατηγικής περιβαλλοντικής εκτίμησης» για τις περιπτώσεις σχεδίων και προγραμμάτων, που ενδέχεται να έχουν σοβαρές επιπτώσεις στο περιβάλλον και αφορούν, μεταξύ άλλων, στην βιομηχανία και στον χωροταξικό σχεδιασμό ή χρήσεις γης, και τα οποία καθορίζουν το πλαίσιο για την έκδοση αδειών για έργα και δραστηριότητες της πρώτης κατηγορίας, υποκατηγοριών 1 και 2, του Παραρτήματος Ι (πίνακες 1-10) της ΚΥΑ 15393/2332/2002 (Β΄ 1022)[8].
Συνοπτικώς, προϋποθέσεις εφαρμογής της είναι οι κάτωθι:
- Το πεδίο εφαρμογής της είναι ευρύτατο. Τα σχέδια/προγράμματα πρέπει να εκπονούνται από μια αρχή σε περιφερειακό/τοπικό επίπεδο ή να εκπονούνται από μια αρχή για να εγκριθούν. Θα πρέπει να ανταποκρίνεται σε κάθε κατηγορία. Λείπουν τομείς, όπως αλιεία, δασοπονία, τηλεπικοινωνίες. Προβλέπεται διαδικασία screening.
- Χρειάζεται τα σχέδια/προγράμματα να απαιτούνται βάσει νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων.
- Δεν επελέγη το στάδιο scoping από τον εθνικό νομοθέτη (έκταση και επίπεδο πληροφοριών της ΣΜΠΕ), κάτι που κρίνεται ως προβληματικό.
- Δεν αποτελεί ρητή απαίτηση των διατάξεων της ΣΠΕ με τις οποίες άλλωστε δεν προκρίνεται συγκεκριμένη μέθοδος διαρθρώσεως του ειδικότερου περιεχομένου της ΣΜΠΕ η διακεκριμένη αναφορά στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των επιμέρους εδαφικών υποδιαιρέσεων της περιοχής μελέτης και των προστατευόμενων περιοχών, ούτε η αναλυτική παρουσίαση των επιπτώσεων σε καθεμιά εξ αυτών[9].
Β) Ειδικότερες προϋποθέσεις και διαδικασίες ΣΠΕ στο ελληνικό δίκαιο
Η Στρατηγική Περιβαλλοντική Εκτίμηση (ΣΠΕ) πραγματοποιείται πριν από την έγκριση ενός σχεδίου ή προγράμματος ή την έναρξη της σχετικής νομοθετικής διαδικασίας, με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, για σχέδια ή προ− γράμματα εθνικού, περιφερειακού, νομαρχιακού ή τοπικού χαρακτήρα τα οποία ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον και ειδικότερα:
α) για τα σχέδια και προγράμματα που εκπονούνται για έναν ή περισσότερους από τους τομείς γεωργίας, δασοπονίας, αλιείας, ενέργειας, βιομηχανίας, μεταφορών, διαχείρισης αποβλήτων, διαχείρισης υδάτινων πόρων, τηλεπικοινωνιών, τουρισμού, πολεοδομικού ή χωροταξικού σχεδιασμού ή χρήσης γης και τα οποία καθορίζουν το πλαίσιο για μελλοντικές άδειες έργων και δραστηριοτήτων της πρώτης (Α) κατηγορίας (υποκατηγορίες 1 και 2) του Παραρτήματος Ι (πίνακες 1−10) της υπ’ αριθμ. 15393/2332/2002 ΚΥΑ. Τα προαναφερόμενα σχέδια και προγράμματα περιλαμβάνονται στο Παράρτημα Ι του άρθρου 11. Το παράρτημα αυτό μπορεί να συμπληρώνεται με αποφάσεις του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ[10] μετά από εισήγηση της αρμόδιας υπηρεσίας περιβάλλοντος του ΥΠΕΧΩΔΕ (ΕΥΠΕ/ΥΠΕΧΩΔΕ), όταν περιέρχονται σε γνώση της σχέδια και προγράμματα τα οποία εμπίπτουν στις ανωτέρω διατάξεις.
β) για όλα τα σχέδια και προγράμματα τα οποία στο σύνολό τους ή εν μέρει εφαρμόζονται σε περιοχές του εθνικού σκέλους του Ευρωπαϊκού Οικολογικού Δικτύου Natura 2000 (Τόποι Κοινοτικής Σημασίας (ΤΚΣ) και Ζώνες Ειδικής Προστασίας (ΖΕΠ) και τα οποία ενδέχεται να τις επηρεάσουν σημαντικά. Εξαιρούνται τα σχέδια διαχείρισης και τα προγράμματα δράσης που συνδέονται άμεσα ή είναι απαραίτητα για τη διαχείριση και προστασία των περιοχών αυτών. Προκειμένου να κριθεί αν τα σχέδια και προγράμματα που αναφέρονται στην ανωτέρω παράγραφο, και δεν αφορούν σχέδια και προγράμματα της παραγράφου (α), ενδέχεται να επηρεάσουν σημαντικά περιοχές του εθνικού σκέλους του Ευρωπαϊκού Οικολογικού Δικτύου Natura 2000 (Τόποι Κοινοτικής Σημασίας (ΤΚΣ) και Ζώνες Ειδικής Προστασίας (ΖΕΠ)), και επομένως αν πρέπει να υποβληθούν σε διαδικασία ΣΠΕ, πρέπει να ακολουθηθεί η διαδικασία περιβαλλοντικού προελέγχου του άρθρου 5.
γ) υποβάλλονται επίσης τα σχέδια ή προγράμματα που αναφέρονται στο Παράρτημα ΙΙ του άρθρου 11, μόνον όταν η κατά περίπτωση αρμόδια αρχή κρίνει με γνωμοδότησή της, σύμφωνα με τη διαδικασία περιβαλλοντικού προελέγχου του άρθρου 5, ότι ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον.
Τα ακόλουθα σχέδια και προγράμματα δεν υπόκεινται στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας απόφασης:
- σχέδια και προγράμματα που εξυπηρετούν αποκλειστικά σκοπούς εθνικής άμυνας ή καταστάσεων έκτακτης ανάγκης,
- δημοσιονομικά σχέδια και προγράμματα ή σχέδια και προγράμματα που αφορούν τον προϋπολογισμό.
- σχέδια και προγράμματα συγχρηματοδοτούμενα κατά τις αντίστοιχες τρέχουσες περιόδους προγραμματισμού για τους κανονισμούς του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθμ. 1260/1999 και (ΕΚ) αριθμ. 1257/1999.
Αρμόδια αρχή για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας απόφασης ορίζεται: 1) η αρμόδια Υπηρεσία Περιβάλλοντος του ΥΠΕΧΩΔΕ (ΕΥΠΕ/ΥΠΕΧΩΔΕ) για σχέδια και προγράμματα τα οποία: α) αναφέρονται σε Εθνικό, ΔιαΠεριφερειακό και Περιφερειακό επίπεδο, β) εμπίπτουν γεωγραφικά στο σύνολό τους ή εν μέρει σε περιοχές του εθνικού σκέλους του Ευρωπαϊκού Οικολογικού Δικτύου Natura 2000, γ) εγκρίνονται με νόμους, ΠΥΣ ή υπουργικές αποφάσεις, δ) αφορούν τροποποιήσεις των σχεδίων και προγραμμάτων που αναφέρονται στα εδάφια (α), (β) και (γ) της παρούσας παραγράφου. 2) η αρμόδια υπηρεσία Περιβάλλοντος της οικείας Περιφέρειας για σχέδια και προγράμματα τα οποία αναφέρονται σε Διανομαρχιακό, Νομαρχιακό ή τοπικό επίπεδο της ίδιας Περιφέρειας και δεν εμπίπτουν γεωγραφικά στο σύνολό τους ή εν μέρει σε περιοχές του εθνικού σκέλους του Ευρωπαϊκού Οικολογικού Δικτύου Natura 2000.
Διαδικασία περιβαλλοντικού προελέγχου για την υποβολή σε ΣΠΕ των σχεδίων και προγραμμάτων των παραγράφων 1β και 2 του άρθρου 3:
- Κάθε σχέδιο ή πρόγραμμα από τα αναφερόμενα στις παραγράφους 1β και 2 του άρθρου 3, υποβάλλεται σε διαδικασία περιβαλλοντικού προελέγχου προκειμένου η αρμόδια αρχή που προβλέπεται στην παράγραφο 3 να κρίνει κατά τους ειδικότερους όρους του άρθρου αυτού, εάν το εν λόγω σχέδιο ή πρόγραμμα ενδέχεται να έχει σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον και πρέπει κατά συνέπεια να υποβληθεί σε ΣΠΕ. Για το σκοπό αυτό η αρχή σχεδιασμού υποβάλλει αίτηση στην αρμόδια αρχή, η οποία συνοδεύεται από φάκελο με τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα IV του άρθρου 11, σε οχτώ (8) τουλάχιστον αντίγραφα
- Σε περίπτωση που ο φάκελος της παραγράφου 1 δεν είναι πλήρης, η αρμόδια αρχή, το αργότερο εντός είκοσι (20) ημερών από την υποβολή του, ενημερώνει εγγράφως την αρχή σχεδιασμού για τις απαιτούμενες πληροφορίες, στοιχεία και τεκμηριώσεις, με τα οποία πρέπει να συμπληρωθεί ο φάκελος
- Η αρμόδια αρχή αφού εξετάσει το φάκελο και διαπιστώσει ότι είναι πλήρης, και πριν αξιολογήσει το περιεχόμενό του, τον διαβιβάζει εντός είκοσι (20) ημερών από την υποβολή του (ή την υποβολή των απαραίτητων συμπληρωματικών στοιχείων εφόσον απαιτούνται), στις κατά περίπτωση δημόσιες αρχές που αναφέρονται παρακάτω, για να διατυπώσουν τη γνώμη τους και ειδικότερα:
- α) Σε περίπτωση που αρμόδια αρχή είναι η προβλεπόμενη στην παράγραφο 1 του άρθρου 4, ο φάκελος διαβιβάζεται:
- α.1) στα Υπουργεία Πολιτισμού, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Εμπορικής Ναυτιλίας κατά περίπτωση,
- α.2) στις αρμόδιες κατά περίπτωση Υπηρεσίες του ΥΠΕΧΩΔΕ,
- α.3) στους Οργανισμούς Αθήνας ή Θεσσαλονίκης κατά περίπτωση ή στους Οργανισμούς του άρθρου 3 του Ν. 2508/1997, εφόσον αυτοί έχουν συσταθεί.
- β) Σε περίπτωση που αρμόδια αρχή είναι η προβλεπόμενη στην παράγραφο 2 του άρθρου 4, ο φάκελος διαβιβάζεται στις αντίστοιχες με τις αρχές του εδαφίου α, αρμόδιες υπηρεσίες της οικείας Περιφέρειας και σε περίπτωση που δεν υφίστανται τέτοιες, στις αντίστοιχες κεντρικές ή Νομαρχιακές υπηρεσίες κατά την κρίση της αρμόδιας Περιφερειακής Υπηρεσίας.
- γ) Η ως άνω αρμόδια αρχή της παραγράφου α ή β μπορεί σε εξαιρετικές περιπτώσεις και εάν το κρίνει απαραίτητο, να ζητά τη γνώμη και άλλων δημόσιων αρχών.
- Μέσα σε σαράντα (40) ημέρες από την παραλαβή του φακέλου οι δημόσιες αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 3 διαβιβάζουν τη γνώμη τους στην αρμόδια αρχή
- Είναι δυνατόν κατά τη διαδικασία διαβούλευσης με τις κατά περίπτωση δημόσιες αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 3, η αρμόδια αρχή να ζητά από τη αρχή σχεδιασμού πρόσθετες πληροφορίες, στοιχεία και τεκμηριώσεις για την αξιολόγηση της σημαντικότητας των ενδεχόμενων επιπτώσεων του σχεδίου ή προγράμματος στο περιβάλλον
- Η αρμόδια αρχή από την παραλαβή των γνωμοδοτήσεων από τις προαναφερόμενες δημόσιες αρχές ή άλλως από την παρέλευση της προθεσμίας των σαράντα (40) ημερών και ανεξάρτητα από το αν έχουν διαβιβασθεί ή όχι οι γνωμοδοτήσεις αυτές, αξιολογεί εάν το προτεινόμενο σχέδιο ή πρόγραμμα ενδέχεται να έχει σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον και πρέπει κατά συνέπεια να υποβληθεί σε ΣΠΕ και εντός δεκαπέντε (15) ημερών προβαίνει σε θετική γνωμοδότηση ή αρνητική απόφαση ως προς την υποχρέωση υποβολής σε διαδικασία ΣΠΕ
- Η θετική γνωμοδότηση ή αρνητική απόφαση της αρμόδιας αρχής υπογράφεται από το Γενικό Διευθυντή Περιβάλλοντος ΥΠΕΧΩΔΕ ή τον αρμόδιο Γενικό Διευθυντή της οικείας Περιφέρειας κατά περίπτωση. Η θετική γνωμοδότηση ισχύει για περιορισμένο χρονικό διάστημα που καθορίζεται σ’ αυτήν
- Η αρμόδια αρχή διαβιβάζει στην αρχή σχεδιασμού αντίγραφο της θετικής γνωμοδότησης ή αρνητικής απόφασης συνοδευόμενο από σχετικό φάκελο
- Η αρχή σχεδιασμού προβαίνει εντός δέκα (10) ημερών από την παραλαβή της, σε δημοσιοποίηση της θετικής γνωμοδότησης ή αρνητικής απόφασης της αρμόδιας αρχής για την ενημέρωση του κοινού και ειδικότερα κατά τις προβλέψεις του νόμου.
Το ειδικότερο περιεχόμενο της ΣΜΠΕ είναι το εξής:
- Στη ΣΜΠΕ περιγράφονται και αξιολογούνται οι ενδεχόμενες σημαντικές επιπτώσεις που θα έχει στο περιβάλλον εφαρμογή του σχεδίου ή προγράμματος, καθώς και λογικές εναλλακτικές δυνατότητες, σε περιεκτική μορφή, λαμβανομένων υπόψη των στόχων και του γεωγραφικού πεδίου εφαρμογής του σχεδίου ή προγράμματος. Το περιεχόμενο της ΣΜΠΕ περιγράφεται αναλυτικά στο παράρτημα ΙΙΙ του άρθρου 11 της παρούσας απόφασης.
- Η ΣΜΠΕ περιλαμβάνει τις πληροφορίες που ευλόγως μπορεί να απαιτούνται για την εκτίμηση των ενδεχόμενων σημαντικών επιπτώσεων που θα έχει στο περιβάλλον η εφαρμογή του σχεδίου ή προγράμματος, λαμβάνοντας υπόψη τις υφιστάμενες γνώσεις και μεθόδους εκτίμησης, το περιεχόμενο και το επίπεδο λεπτομερειών του σχεδίου ή του προ− γράμματος, το στάδιο της διαδικασίας εκπόνησής του και το βαθμό στον οποίο οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις δύνανται να αξιολογηθούν καλύτερα σε διαφορετικά επίπεδα σχεδιασμού ώστε να αποφεύγεται η επανάληψη εκτίμησής τους.
- Ως προς την έκταση και το βαθμό λεπτομέρειας των πληροφοριών που πρέπει να περιλαμβάνονται στην ΣΜΠΕ, η αρχή σχεδιασμού μπορεί, πριν ή κατά το στάδιο εκπόνησης της ΣΜΠΕ να ζητήσει εγγράφως από την αρμόδια αρχή περαιτέρω διευκρινίσεις. Η αρμόδια αρχή εφόσον το κρίνει σκόπιμο και πριν απαντήσει εγγράφως στην αρχή σχεδιασμού, ζητά τη γνώμη των κατά περίπτωση δημόσιων αρχών που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 5 της παρούσας.
- Κάθε σχετική διαθέσιμη πληροφορία όσον αφορά τις επιπτώσεις των σχεδίων και προγραμμάτων στο περιβάλλον, η οποία προήλθε από κάποιο άλλο επίπεδο λήψης αποφάσεων ή από άλλες διατάξεις της εθνικής ή κοινοτικής νομοθεσίας, μπορεί να χρησιμοποιείται για την παροχή των πληροφοριών που περιέχονται στο Παράρτημα ΙΙΙ του άρθρου 11 της παρούσας.
- Το ΥΠΕΝ λαμβάνει κάθε αναγκαίο μέτρο που θα διασφαλίζει ότι το περιεχόμενο των ΣΜΠΕ είναι ποιοτικά επαρκές ώστε να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της παρούσας απόφασης. Η αρμόδια Υπηρεσία του ΥΠΕΝ ανακοινώνει στην Επιτροπή, τα τυχόν μέτρα που λαμβάνει όσον αφορά την ποιότητα αυτών των μελετών.
Στην πράξη ή απόφαση έγκρισης του σχεδίου ή προγράμματος πρέπει να αναφέρεται ρητά η απόφαση έγκρισης της ΣΜΠΕ.
Με την Αριθμ. ΥΠΕΝ/ΔΙΠΑ/38181/2695 (ΦΕΚ Β 1923/18-04-2022) επέρχονται τροποποιήσεις στη διαδικασία ΣΠΕ. Η απόφαση αφορά τις υποχρεώσεις της αρμόδιας «αρχής σχεδιασμού» και ρυθμίζει ειδικότερες λεπτομέρειες της διαδικασίας.
Γ) Ειδικά η συμμετοχή του κοινού στη ΣΠΕ κατά το ελληνικό δίκαιο
Το ενωσιακό δίκαιο διαθέτει επαρκές νομικό οπλοστάσιο για την ενεργό συμμετοχή του κοινού για περιβαλλοντικά θέματα εν γένει. Πρόκειται για τα εξής νομικώς δεσμευτικά κείμενα: η Οδηγία 4/2003 (EE L 41/26/14.2.2003) για την πρόσβαση του κοινού σε περιβαλλοντικές πληροφορίες, η Οδηγία 35/2003 (ΕΕ L 156/17/25.6.2003) για τη συμμετοχή του κοινού στην κατάρτιση ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων, που αφορούν το περιβάλλον και με την τροποποίηση, όσον αφορά τη συμμετοχή του κοινού και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη, των Οδηγιών 85/337/ΕΟΚ και 96/61/ΕΚ, η Οδηγία 2/2007 (ΕΕ L 108/1/25.4.2007) για τη δημιουργία υποδομής χωρικών πληροφοριών στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα (Οδηγία Inspire), και ο Κανονισμός 166/2006 (ΕΕ L 33/1/4.2.2006) σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκού Μητρώου έκλυσης και μεταφοράς ρύπων και για την τροποποίηση των Οδηγιών 91/689/ΕΟΚ και 96/61/ΕΚ, αλλά και η Οδηγία ΣΠΕ (2001/42).
Όπως επισημαίνεται στην ελληνική βιβλιογραφία, μία σημαντική διαφορά μεταξύ της Οδηγίας ΣΜΠΕ και της Οδηγίας ΜΠΕ είναι ότι η Οδηγία ΣΜΠΕ είναι ευρύτερη στο πεδίο εφαρμογής της και εστιάζεται στη λήψη αποφάσεων στα πλαίσια των σχεδίων και των προγραμμάτων που προτείνονται ή υιοθετούνται από τις δημόσιες αρχές. Η ΣΜΠΕ πραγματοποιείται πολύ νωρίτερα στη διαδικασία λήψης αποφάσεων από την ΜΠΕ και επιτρέπει τον προσδιορισμό και την πιθανή πρόληψη των δυσμενών περιβαλλοντικών επιδράσεων πριν από την αρχή της επίσημης διαδικασίας λήψης αποφάσεων ειδικών έργων. Βασικό στοιχείο της Οδηγίας ΣΜΠΕ είναι ότι καθορίζει τη διαδικασία «περιβαλλοντικής εκτίμησης» των σχεδίων και των προγραμμάτων που εμπίπτουν στο πεδίο της. Συχνά στην πράξη οι εμπλεκόμενοι, όταν αναφέρονται στην περιβαλλοντική εκτίμηση, επικεντρώνονται μόνο στην μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων.
Ιδίως στην όλη διαδικασία της ΣΠΕ θεωρείται κομβικής σημασίας, μολονότι η ελληνική εμπειρία τείνει να είναι αρνητική.
Δ) Η σχέση της ΣΠΕ με τον χωρικό σχεδιασμό
Αναγκαίο στοιχείο της επιστημονικής εγκυρότητάς της είναι η συμμετοχή στην κατάρτισή της επιστημόνων με την απαιτούμενη για την καταγραφή και αξιολόγηση των επιπτώσεων του σχεδίου/προγράμματος κατάρτιση[11]. Απαλλαγή από τη ΣΜΠΕ δεν χωρεί, εκτός αν υπερκείμενος σχεδιασμός έχει ήδη υποβληθεί σε αυτή[12]. Έχει κριθεί ότι η ένταξη στον Γενικό Πολεοδομικό Σχεδιασμό περιοχών χωρίς προηγούμενη ΣΜΠΕ είναι παράνομη[13].
Πριν από την έγκριση σχεδίων και προγραμμάτων επιβάλλεται στον χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό η εκπόνηση της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, η οποία αποτελεί ατομική εκτελεστή διοικητική πράξη. Πλην όμως, η πράξη έγκρισης είναι μεικτού περιεχομένου, ήτοι, ατομική κατά το μέρος που χαράσσει τα όρια του σχεδίου και των ζωνών εντός αυτού αλλά και κανονιστική κατά το μέρος που καθορίζει τις χρήσεις γης ή τις επιτρεπόμενες δραστηριότητες. Ως εκ τούτου, η ΣΜΠΕ που συνοδεύει το σχέδιο έχει ατομικό και κανονιστικό χαρακτήρα[14].
Ε) Συνολική και συνοπτική αποτίμηση της ΣΠΕ στην Ελλάδα
Ο θεσμός της ΣΠΕ στην Ελλάδα αποτελεί το «μοντέλο του Ιανού». Αντικρίζεται αφενός με θετικό μάτι, αφετέρου εγείρει προκλήσεις για την κλασική νομική αντίληψη του ηπειρωτικού δικαίου, αλλά και διαδικαστικά εμπόδια που δέον να ξεπεραστούν, ώστε να υπάρξει συνολική εφαρμογή όλων των διατάξεών της.
Τα σημεία κριτικής που θα μπορούσαν να επισημανθούν συνοπτικώς αφορούν:
- Την έλλειψη συμπαγούς νομολογιακής ερμηνείας ως προς τη φύση της ΣΠΕ ως διοικητικής πράξης
- Την αναγκαία σύμπραξη των τεχνοκρατών, από τους οποίους και εξαρτάται εν πολλοίς η ορθή εφαρμογή της
- Την ευχερέστερη και θερμότερη συμμετοχή των ΟΤΑ στη διαδικασία ΣΠΕ
- Την παρακολούθηση της εφαρμογής και των αποτελεσμάτων της
- Την έλλειψη στην παρούσα χρονική συγκυρία από το ελληνικό δίκαιο της ορθής εφαρμογής της αρχής της ορθολογικής διενέργειας των περιβαλλοντικών εκτιμήσεων
- Την αναφορά της αμιγώς σε «σχέδια» και «προγράμματα» και όχι «πολιτικές». Ωστόσο, αυτή φαίνεται ότι εντάσσεται προεχόντως στη λογική της «Εκτίμησης Ρυθμιστικών Επιπτώσεων» (Regulatory Impact Assessment – RIA). Κατά τη διάρκεια της Συνόδου Κορυφής του Cardiff, συμφωνήθηκε διακρατικά η πρόταση επιμέρους πολιτικών της περιβαλλοντικής αδειοδότησης στο κρίσιμο πεδίο [COM(98)333].
Ταυτόχρονα, δύνανται να προκύψουν τροποποιήσεις σχεδίων που να απαιτούν εκ νέου εκτίμηση. Τα δε κράτη πρέπει να εξαλείφουν τις παράνομες επιπτώσεις της παράβασης της κοινοτικής νομοθεσίας[15].Η νομολογία του Δικαστηρίου για το «άμεσο αποτέλεσμα» των Οδηγιών έχει εφαρμογή και στην Οδηγία ΣΠΕ.
Συμπερασματικά, η ΣΠΕ στην Ελλάδα καλείται να τοποθετηθεί απέναντι στο δίλημμα: δεσμευτικοί κανόνες αλλά άκαμπτοι ή ευέλικτοι και ευκόλως καταστρατηγήσιμοι; Σχετίζεται με την υιοθέτηση γραμμών και στόχων, αλλά απαιτείται και ταυτόχρονη ωριμότητα του νομικού μας πολιτισμού.
[1] Π. Γαλάνης, Περιβαλλοντική Εκτίμηση και Αδειοδότηση – Μια μεταβαλλόμενη γεωμετρία, εκδ. Νομ. Βιβλιοθήκη, 2022, 202-213.
[2] ΣτΕ 650/2019.
[3] ΣτΕ 1014/2018, 1895/2017, 3874/2014.
[4] ΣτΕ 3874/2014.
[5] Βλ. ενδεικτικώς ΣτΕ 50/1993, 1079/1999. Με τη ΣτΕ 2844/1993, η άσκηση παραγωγικής δραστηριότητας εξαρτήθηκε από την ύπαρξη προηγούμενης χωροταξικής ρύθμισης.
[6] ΣτΕ 2805/1997.
[7] Η Οδηγία ΣΠΕ μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με την ΚΥΑ 107017/28.8.2006 (Β΄ 1225).
[8] Ενδεικτικώς: ΣτΕ 670/2017.
[9] ΣτΕ 3874/2014, 2741/2014, 2816/2013, 2814/2013, 1421/2013 κλπ.
[10] Νυν ΥΠΕΝ (Υπουργός/Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας).
[11] ΣτΕ 2713/2013, 2712/2013, 674/2010, 2640/2009 κλπ.
[12] ΣτΕ 2355/2017, ΟλΣτΕ 2996/2014.
[13] ΣτΕ 2068/2018.
[14] ΣτΕ 650/2019.
[15] ΔΕΚ, Υπόθ. C-201/02, Απόφ. της 7ης Ιανουαρίου 2004, ECLI:EU:C:2004:12, βλ. αντίστοιχες αποφάσεις ΣτΕ 2818/1997, 1979/2002, 960/2015 κλπ.
Categories: Νομοθεσία, Περιβάλλον
