
Σχέδιο Νόμου για τις Δασικές Πυρκαγιές:
Η τοποθέτηση του εκπροσώπου του ΓΕΩΤ.Ε.Ε. στην κοινή συνεδρίαση της Διαρκούς Επιτροπής Παραγωγής & Εμπορίου και της Ειδικής Μόνιμης Επιτροπής Προστασίας του Περιβάλλοντος της Βουλής των Ελλήνων
Τις θέσεις του Επιμελητηρίου επί των διατάξεων του Σχεδίου Νόμου (Σ/Ν) του Υπουργείου Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας «Ενεργή μάχη: Ολοκληρωμένη αναμόρφωση του συστήματος πρόληψης, ετοιμότητας και απόκρισης έναντι δασικών πυρκαγιών και λοιπών φυσικών, τεχνολογικών ή ανθρωπογενών καταστροφών – Πρόβλεψη μηχανισμών άντλησης επιχειρησιακών διδαγμάτων – Ενίσχυση της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Εγκλημάτων Εμπρησμού – Αναβάθμιση Πυροσβεστικής Ακαδημίας – Ρυθμίσεις θεμάτων αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Αποκατάστασης Καταστροφών και Κρατικής Αρωγής και λοιπές διατάξεις – Τροποποιήσεις ν. 4662/2020, ν. 4555/2018, ν. 4797/2021 και ν. 5116/2024», ανέπτυξε ο εκπρόσωπος του ΓΕΩΤ.Ε.Ε. κ. Νικόλαος Μποκάρης, Δασολόγος, Ταμίας του Διοικητικού Συμβουλίου του Επιμελητηρίου, κατά τη συζήτησή του Σ/Ν στην κοινή συνεδρίαση της Διαρκούς Επιτροπής Παραγωγής & Εμπορίου και της Ειδικής Μόνιμης Επιτροπής Προστασίας του Περιβάλλοντος της Βουλής των Ελλήνων.
Πιο συγκεκριμένα, ο κ. Μπόκαρης κατά την τοποθέτησή του ανέφερε τα εξής:
«κ .Πρόεδρε, ευχαριστούμε για την πρόσκληση.
Με το υπό συζήτηση Σ/Ν, επιχειρείται η νομοθέτηση διατάξεων που αφορούν την προστασία και διαχείριση των δασών και την αντιμετώπιση των δασικών πυρκαγιών με επισπεύδον Υπουργείο το Υπουργείο Κλιματικής Κρίσης & Πολιτικής Προστασίας και όχι το Υπουργείο Περιβάλλοντος & Ενέργειας, στο οποίο ανήκει η Δασική Υπηρεσία που έχει τις σχετικές με το θέμα αρμοδιότητες, ιδιαιτέρως σε ό,τι αφορά την πρόληψη των δασικών πυρκαγιών.
Η επιλογή αυτή (που τείνει πλέον να γίνει κανονικότητα) εγείρει μείζονα ερωτήματα που έχουν να κάνουν τόσο με την πληρότητα, όσο και με την ορθότητα των υπό εξέταση διατάξεων, καθώς αυτές ούτε προτάθηκαν, αλλά ούτε και επεξεργάστηκαν από την Δασική Υπηρεσία, χωρίς τη συμμετοχή και έγκριση της οποίας, σημειωτέον, απαγορεύεται οποιαδήποτε παρέμβαση εντός των δασών και δασικών εκτάσεων εν γένει.
Η απουσία της Δασικής Υπηρεσίας από το σχεδιασμό και την επεξεργασία των προτεινόμενων διατάξεων αποτελεί, κατά την άποψή μας, τον μεγαλύτερο κίνδυνο για την αποτελεσματικότητα και επιτυχία της εφαρμογής τους.
Για το ΓΕΩΤ.Ε.Ε. είναι σημαντική η προσπάθεια για την οργάνωση του συστήματος πολιτικής προστασίας, όμως από την άλλη πλευρά δεν είναι αμελητέα ούτε και ήσσονος σημασίας και η ανάγκη οργάνωσης του μηχανισμού που θα χειρίζεται τα θέματα της πρόληψης λαμβάνοντας υπόψη την οικονομική και περιβαλλοντική σημασία των δασών και, κυρίως, δίνοντας ΤΗΝ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΔΑΣΩΝ, είτε συζητάμε για τα προληπτικά και προκατασταλτικά μέτρα, είτε για τη δασοπυρόσβεση.
Αυτός ο μηχανισμός για εμάς τους Γεωτεχνικούς είναι η Δασική Υπηρεσία για την οποία όμως, δυστυχώς, η νομοθετική και η εκτελεστική εξουσία δεν έχουν κάνει σε θεσμικό επίπεδο τίποτα από το έτος 1998 για να βελτιώσουν το θεσμικό και νομικό πλαίσιο άσκησης της πρόληψης από την αρμόδια Υπηρεσία. Δυστυχώς και οι διατάξεις του παρόντος νομοσχεδίου αντιμετωπίζουν αποσπασματικά τα θέματα πρόληψης, διασπώντας αρμοδιότητες προστασίας των δασών που σύμφωνα με το Σύνταγμα θα έπρεπε να αποτελούν αρμοδιότητα του Κράτους, στην τοπική.
Και δεν είναι τυχαίο ότι αν ερωτηθούν οι πολίτες, ακόμη και εσείς κκ Βουλευτές, για το ποιος ασκεί θεσμικά σήμερα την αρμοδιότητα της πρόληψης, μάλλον θα έχουμε πολύ διαφορετικές απαντήσεις που θα ξεκινούν από τη γνωστή διάχυση αρμοδιοτήτων και συνεπώς ευθυνών (στην περίπτωση αποτυχίας) από την Τοπική αυτοδιοίκηση και τους συνδέσμους δήμων και θα φτάνουν στην περιφέρεια ή στους εθελοντές.
Εν κατακλείδι, από τη μια πλευρά έχουμε την πολύ σημαντική οργανωτική μεταρρύθμιση της παρούσας Κυβέρνησης που μετεξέλιξε την προϋπάρχουσα Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας και δημιούργησε το Υπουργείο Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής προστασίας και του μηχανισμού που επιχειρεί να βελτιώσει το παρόν νομοσχέδιο και από την άλλη βλέπουμε να απαξιώνεται ακόμη περισσότερο η λειτουργία της Δασικής Υπηρεσίας που έχει την αρμοδιότητα της πρόληψης, των Δασικών Πυρκαγιών.
Σημειώνουμε δε ότι η αρμοδιότητα του έργου της πρόληψης από τη δασική υπηρεσία συνεχίζει (και αυτό είναι απορίας άξιο) να περιγράφεται σε μια ασαφή παράγραφό ενός παρωχημένου νόμου του 2612/1998 τον οποίο η Ελλάδα τον έχει πληρώσει πολύ ακριβά, μετρώντας απώλειες τόσο περιβαλλοντικές όσο και οικονομικές και κοινωνικές με αποκορύφωμα την τραγωδία του Ματίου.
Το ΓΕΩΤ.Ε.Ε. θεωρεί ότι η πολιτεία, και κυρίως το Υπ. Περιβάλλοντος, θα έπρεπε να αντιμετωπίσει με τον ίδιο αναλυτικό και ενδελεχή τρόπο και τα οργανωτικά και επιχειρησιακά θέματα που αφορούν στην πρόληψη των δασικών πυρκαγιών.
Όφειλε να έχει οργανώσει τη Δασική Υπηρεσία να έχει εξασφαλίσει ανθρώπινους και οικονομικούς πόρους και να έχει περιγράψει με ειδικές νομοθετικές προβλέψεις (που θα έπρεπε να έχει εισηγηθεί) το έργο της πρόληψης για να μπορέσουμε να πετύχουμε τον κοινό στόχο όλων μας που είναι η μείωση του αριθμού των δασικών πυρκαγιών και η μείωση των εκτάσεων των δασών που καταστρέφονται κάθε χρόνο και δυστυχώς λόγω της κλιματικής αλλαγής δεν είναι πάντα εφικτό να ξαναδημιουργηθούν.
Αντί για αυτό βλέπουμε ρυθμίσεις άλλου Υπουργείου, με τις οποίες υποβαθμίζεται ακόμη περισσότερο η Δασική Υπηρεσία και μεταφέρεται το κέντρο βάρους της δασικής διαχείρισης, συνδεόμενο με τις δασικές πυρκαγιές, στην αυτοδιοίκηση ή την Πολιτική Προστασία και προβληματιζόμαστε για το ποιος εισηγείται τι και με ποιο σκοπό και αν το ΥΠΕΝ και οι αρμόδιες Δασικές Υπηρεσίες του έχουν επεξεργαστεί τελικά τις εισαγόμενες ρυθμίσεις.
Για όλους αυτούς τους λόγους το ΓΕΩΤ.Ε.Ε. εκτιμά ότι το συζητούμενο Νομοσχέδιο σε ότι αφορά τουλάχιστον στα θέματα πρόληψης κινείται σε λανθασμένη κατεύθυνση και εκτιμούμε ότι οι ρυθμίσεις που εισάγει για την πρόληψη είναι αποσπασματικές και ασαφείς και θα αποδειχθούν ανεφάρμοστες και χαοτικές στην πράξη.
Παρατηρήσεις κατ‘ άρθρο:
Όσον αφορά τις Επιτροπές των Άρθρων 7 και 8, κατά την άποψη μας λειτουργώντας απολογιστικά θα αξιοποιηθούν για να δικαιολογήσουν πιθανές αποτυχίες.
Αντιθέτως, απαιτείται η ενίσχυση των υπαρχουσών κρατικών δομών (Δασική Υπηρεσία, ΑΕΙ, Ινστιτούτα Δασικής Έρευνας, Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών κ.λπ.) που διαθέτουν ήδη επιστημονικά δεδομένα και κατάλληλη επιστημονική ειδίκευση, αλλά απαξιώνονται διαχρονικά.
Με το Άρθρο 10, το «Στρατηγικό Σχέδιο Ολοκληρωμένης Διαχείρισης Δασικών Πυρκαγιών» εκπονείται κατόπιν εισήγησης του Συμβουλίου Επιτελικού Σχεδιασμού του Πυροσβεστικού Σώματος. Σε αυτό προβλέπεται «ενσωμάτωση μέτρων πρόληψης, όπως καθαρισμοί ζωνών, συντήρηση αντιπυρικών λωρίδων» αλλά και «πρόβλεψη μηχανισμών αποκατάστασης φυσικού περιβάλλοντος». Το Πυροσβεστικό Σώμα, από μηχανισμός άμεσης επέμβασης, αναλαμβάνει ρόλο φορέα σχεδιασμού δασικής πολιτικής. Η υπαγωγή της επιστημονικής πρόληψης (δασοκομία) στις προτεραιότητες της καταστολής (πυρόσβεση) ακυρώνει την έννοια της αειφορίας και υπηρετεί μόνο το δόγμα της «ασφάλειας».
Άρθρο 18, η κατάρτιση των «Ειδικών Σχεδίων Πρόληψης» (που περιλαμβάνουν καθαρισμούς, διαχείριση βλάστησης και αντιπυρικές ζώνες) ανατίθεται στις Αυτοτελείς Διευθύνσεις Πολιτικής Προστασίας των Περιφερειών και τα Αυτοτελή Τμήματα Πολιτικής Προστασίας των Δήμων, που δεν διαθέτουν ούτε τη γνώση (καθώς δεν διαχειρίζονται τα δάση), ούτε το προσωπικό, ούτε τους πόρους για κάτι τέτοιο. Η ρύθμιση αυτή οδηγεί σε μεγαλύτερο κατακερματισμό της πρόληψης και ανοίγει τον δρόμο για τη γενίκευση της ιδιωτικοποίησης, μέσω αναθέσεων έργων σε εργολάβους, ενώ συγκρούεται με το άρθρο 24 του Συντάγματος που προβλέπει πως κάθε επέμβαση σε δάσος προϋποθέτει επιστημονική μελέτη και έγκριση από τις αρμόδιες Δασικές αρχές.
Στα Άρθρα 32, και Άρθρο 33 το νομοσχέδιο εισάγει τον θεσμό της «προδιαγεγραμμένης καύσης» ως εργαλείο πρόληψης. Η επιλογή αυτή, που παρουσιάζεται ως «εκσυγχρονισμός», δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια πρακτική, γνωστή στον δασικό κόσμο, που εφαρμοζόταν βάσει πολλαπλών και συγκεκριμένων διαχειριστικών στόχων, πέραν της αντιπυρικής προστασίας, όπως την αύξηση της βοσκήσιμης ύλης, την ενεργοποίηση της φυσικής αναγέννησης φωτόφυλλων ειδών, την διατήρηση της βιοποικιλότητας σε δάση που, βάσει φυσικής διαδοχής και σχέσεων
ανταγωνισμού των κυρίαρχων ειδών, είχαν την τάση να συγκροτούν κλειστά δάση πυκνής συγκόμωσης.
Κατά την άποψη μας η υιοθέτηση αυτών των πρακτικών έπρεπε να είναι πιο μελετημένη και προσεκτική.
Δεν υπήρξε επαρκής διερεύνηση, συζήτηση και διάλογος, σε επίπεδο φορέων και επιστημόνων, για τη χρήση της τεχνικής της προδιαγεγραμμένης καύσης. Η τεχνική αυτή, αν και επιμέρους τεκμηριωμένη επιστημονικά, πρωτίστως όταν εφαρμόζεται σε απολύτως ελεγχόμενες συνθήκες και μόνον περιοριστικά σε επιδεχόμενα συγκεκριμένους χειρισμούς οικοσυστήματα, απαιτεί γνώσεις, δεξιότητες και εξαιρετικό συγχρονισμό των υπηρεσιών ή/και φορέων που θα την εφαρμόσουν, αλλιώς μπορεί να μετατραπεί, από όπλο στη φαρέτρα των επιλογών για την αντιμετώπιση των δασικών πυρκαγιών, σε μηχανισμό καταστροφής του δάσους και των δασικών οικοσυστημάτων.
Η επιλογή της προδιαγεγραμμένης καύσης, που ως μέτρο συγκρούεται με διακηρύξεις και στόχους της ίδιας της κυβέρνησης και της ΕΕ (βλ. Κανονισμός (ΕΕ) 2018/841), αφού η πρακτική της καύσης μειώνει την ικανότητα του δάσους να λειτουργεί ως δεξαμενή άνθρακα ενώ ταυτόχρονα απελευθερώνει τον αποθηκευμένο άνθρακα του εδάφους, δεν μπορεί να υιοθετηθεί ως μια γενικευμένη πρακτική αντιπυρικής προστασίας διότι, λόγω των ιδιαιτεροτήτων των ελληνικών οικοσυστημάτων, εγείρονται σοβαρότατες επιστημονικές αντιρρήσεις. Η προσέγγιση αυτή ενέχει σοβαρούς κινδύνους να υποτιμηθεί ο πολλαπλός ρόλος του δάσους, εστιάζοντας αποκλειστικά στη μείωση της καύσιμης ύλης, εργαλειοποιώντας τη φωτιά, χωρίς τις απαραίτητες εγγυήσεις για την οικολογική ισορροπία.\
Τα μεσογειακά είδη (πουρνάρι, σχίνος, κουμαριά, ρείκι) είναι αρτίβλαστα. Μετά την καύση, το ριζικό σύστημα ενεργοποιεί λανθάνοντες οφθαλμούς, οδηγώντας σε εκρηκτική αναβλάστηση, με έρευνες να δείχνουν ότι η βιομάζα των μεσογειακών θάμνων ανακάμπτει σε ποσοστό άνω του 60- 70% εντός 12-18 μηνών. Συνεπώς, για να διατηρηθεί η ζώνη «καθαρή», η καύση θα πρέπει να επαναλαμβάνεται ετησίως, κάτι το οποίο θα οδηγήσει σε εξάντληση του οικοσυστήματος. Η επαναλαμβανόμενη χρήση φωτιάς καταστρέφει την οργανική ουσία και τον χούμο που συγκρατεί το έδαφος. Το γυμνό έδαφος, εκτεθειμένο στις ραγδαίες φθινοπωρινές βροχές, είναι ευάλωτο στη διάβρωση με μακροπρόθεσμο κίνδυνο την υποβάθμιση ή μέχρι και την ερημοποίηση. Θα πρέπει να σκεφτούμε πως στην Ελλάδα σπάνια υπάρχουν αμιγή δάση που επιτρέπουν ασφαλή υπόροφη καύση. Τα δάση μας είναι μικτά (πεύκα με πυκνό υπόροφο αειφύλλων). Η έλλειψη ασφαλούς απόστασης μεταξύ των ορόφων βλάστησης σημαίνει πως μια φωτιά εδάφους μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε επικόρυφη, καταστρέφοντας το δάσος που υποτίθεται ότι προστατεύουμε. Η καύση θανατώνει την εδαφική μικροπανίδα, τα έντομα και τους μικροοργανισμούς που είναι απαραίτητοι για την υγεία του δάσους, καθώς και τα ενδιαιτήματα ερπετών και πτηνών.
Το Άρθρο 34 επιτρέπει την πιλοτική εφαρμογή της προδιαγεγραμμένης καύσης ακόμη και πριν την ολοκλήρωση των απαιτούμενων μελετών.
Στο Άρθρο 43 επιχειρείται η αναβάθμιση του ρόλου των εθελοντικών ομάδων και των ΜΚΟ.
Πλέον, θεσμοθετείται η δυνατότητα άμεσης χρηματικής ενίσχυσής τους, πέραν της παροχής υλικών και μέσων που ίσχυε με το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο.
Αντί να προσληφθεί μόνιμο προσωπικό στη Δασική Υπηρεσία και την Πυροσβεστική που «αιμορραγούν» από κενά, το κράτος επιλέγει να επιδοτεί την κάλυψη πάγιων αναγκών με δυναμικό χωρίς εργασιακά δικαιώματα, χωρίς ασφάλιση. Η δυνατότητα ροής χρήματος προς τέτοιους ιδιωτικούς φορείς ανοίγει την πόρτα σε ένα καθεστώς πελατειακών σχέσεων, συντήρησης μηχανισμών, αδιαφάνειας και διαπλοκής, υπό το πρόσχημα του εθελοντισμού.»
Από το Γεωτεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας
Categories: Πυρκαγιές - Αναδασώσεις