ΔΑΣΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ ΑΠΡ 2017 (I) – Συστηματική παρουσίαση και λίγες παρατηρήσεις

ΔΑΣΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ ΑΠΡ 2017 (I)

Ν. 4467/2017

«Τροποποιήσεις διατάξεων της δασικής νομοθεσίας και άλλες διατάξεις»

Συστηματική παρουσίαση και λίγες παρατηρήσεις

Δημήτριος Η. Παπαστερίου
Ομότιμος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ

Ι.   Προδιάθεση [1-3]

ΙΙ.  Οι επεμβάσεις [4-72]

Α. Εισαγωγικές παρατηρήσεις [4-6]

Β. Καταγραφή επεμβάσεων ν. 4467/2017 στο ν. 998/1979 [7-67]

α. Τα κοινόχρηστα ακίνητα δασικού χαρακτήρα που διατέθηκαν ως κληροτεμάχια [58-62]

β. Υπαγωγή των ακινήτων αυτών στις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 67 ν. 998/1979 [63]

γ. Οι εσωτερικές παραπομπές [63-67]

Γ. Προσεγγίσεις [68-72]

ΙΙΙ. Μερικές πρώτες παρατηρήσεις στις επεμβάσεις στον ν. 998/1979 [73-85]

Ι. Προδιάθεση
 1 Ο βομβαρδισμός των επεμβάσεων στη δασική νομοθεσία συνεχίζεται και μάλιστα με εντεινόμενο ρυθμό, σχεδόν σε όλα τα βασικά νομοθετήματα και σε ποικίλα αντικείμενα ρυθμίσεως. Μετά τις επεμβάσεις που έγιναν το Μάρτιο του 2017 με το δεύτερο άρθρο του Μνημονίου με το Αζερμπαϊτζάν (ν. 4462/2017, ΦΕΚ Α΄ 89/28.3.2017) έχουμε τις επεμβάσεις του Απριλίου 2017 (με τον ν. 4467/2017), ελπίζοντας ότι ο Μάιος 2017 θα χαρακτηρίζεται από ένα ευπρεπές διάλειμμα («time out»), για ξεκούραση, περισυλλογή και σοβαρότητα.
2 Με την επέμβαση του Απριλίου 2017 τροποποιούνται διατάξεις των ακόλουθων νόμων:
α. Ν. 998/1979 (Α΄ 289): Ο κύριος στόχος των περισσότερων επεμβάσεων.
β. Ν. 3889/2010 (Α΄182): Μερικές σημαντικές επεμβάσεις.
γ. Ν. 3208/2003 (Α΄ 303): Μεμονωμένη επέμβαση.
δ. Ν. 4389/2016 (Α΄ 94): Τροποποίηση έτους 2017 σε νόμο έτους 2016.
ε. Ν. 4280/2014 (Α΄159): Και ξαφνικά το άρθρο 5 του π.δ. 32/2016.
3 Πρόκειται στην ουσία για επεμβάσεις στους κυριότερους νόμους που συνθέτουν τη δασική νομοθεσία. Σε ορισμένες -λίγες όμως περιπτώσεις- υπάρχει ρητή ρύθμιση που σχετίζεται με το Κτηματολογικό Δίκαιο. Είναι εντυπωσιακό ότι τον Απρίλιο 2017 η πολιτεία αποφεύγει να πάρει θέση στο κατά πόσο με τη σωρεία των εισαγόμενων επεμβάσεων υπάρχει πεδίο εφαρμογής της υποχρεώσεως για δήλωση κατά το άρθρο 2 ν. 2308/1995, καθώς και της υποχρεώσεως για καταχώριση σύμφωνα με το άρθρο 12 ν. 2664/1998. Η «σιωπή» της πολιτείας σε ένα τόσο κρίσιμο ζήτημα, όπως είναι οι σχέσεις Δασικού και Κτηματολογικού Δικαίου, επιτρέπει στη θεωρία να διατυπώσει επιστημονικές θέσεις και επιβάλλει στη νομολογία, για άλλη μια φορά, να λειτουργήσει ως παράγοντας διαπλάσεως του δικαίου στην έννομη τάξη μας.
ΙΙ. Οι επεμβάσεις
Α. Εισαγωγικές παρατηρήσεις
4 Στο νόμο 4467/2017 (αλλιώς δασικό νόμο του Απριλίου 2017) πραγματοποιούνται είκοσι δύο 22 επεμβάσεις (προσθήκες και αντικαταστάσεις). Πρόκειται για επεμβάσεις με αντικείμενο την αναδάσωση, ορισμένες δασοκομικές εργασίες, τη γεωργική εκμετάλλευση εκτάσεων δασικού χαρακτήρα (ιδίως αυτών που εκχερσώθηκαν προ του 1975), τον τομέα των λοιπών επιτρεπτών επεμβάσεων, τη γεωργική εκμετάλλευση εκτάσεων δασικού χαρακτήρα που εκχερσώθηκαν μεταξύ 1975-2007, τους δασικούς χάρτες και τις αιτήσεις τακτοποίησης γεωργικών εκμεταλλεύσεων, καθώς και τους δασωµένους αγρούς και τις χορτολιβαδικές εκτάσεις.
5 Τόσο ο αριθμός των επεμβάσεων όσο και το περιεχόμενό τους προβάλλουν μια σημαντική εξέλιξη στο πεδίο του δασικού φαινομένου. Τη θέση αυτή ενισχύει και ο μεγάλος και σημαντικός αριθμός ποικίλων εκπροσώπων κατά τη διάρκεια της συζητήσεως στη Διαρκή Επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου της Βουλής του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας «Τροποποιήσεις διατάξεων της δασικής νοµοθεσίας και άλλες διατάξεις».
6 Εάν υπήρχε διαβούλευση, οι παραπάνω εκπρόσωποι θα μπορούσαν να συμβάλουν στη διαμορφούμενη κατάσταση πραγμάτων. Η απουσία τους σε ένα τόσο σημαντικό ζήτημα είναι επιλογή, που χρωματίζει αρνητικά το σύνολο των νομοθετικών επεμβάσεων, το οποίο μπορεί άνετα να ενταχθεί στο πεδίο μιας «νομοθετικής δασικής φρενίτιδας»[1]: Πρόκειται για την πολλοστή βελτίωση και επιτάχυνση, σε διάστημα ολίγων ετών[2].
Β. Καταγραφή των επεμβάσεων ν. 4467/2017 στο ν. 998/1979
Στον ν. 998/1979 επιφέρονται οι ακόλουθες επεμβάσεις:
1. Μετά το τρίτο εδάφιο της παρ. 8 του άρθρου 45 του ν. 998/1979 προστίθεται νέο εδάφιο ως εξής: [άρθρο 1, «Αναδάσωση και άλλες δασοκοµικές εργασίες», παρ. 1].
7 «Όταν η έκταση στην οποία πραγματοποιείται η επέµβαση είναι µικρότερη ή ίση µε τέσσερα (4) στρέµµατα, ο δικαιούχος της επέµβασης υποχρεούται να καταβάλει τη δαπάνη για την υλοποίηση της αναδάσωσης σύµφωνα µε τα οριζόµενα στα επόµενα εδάφια και δεν απαιτείται η σύνταξη της σχετικής µελέτης.
.. Το ποσό της δαπάνης αναδάσωσης κατατίθεται υπέρ του πράσινου ταµείου στον ειδικό κωδικό Ειδικός Φορέας Δασών και διατίθενται αποκλειστικά για σκοπούς αναδάσωσης ή δάσωσης»
[3].
8 Η παρ. 8 του άρθρου 45 ν. 998/1979 ρυθμίζει την υπαγωγή στο νόμο αυτό των ακόλουθων δημόσιων εκτάσεων. Πρόκειται: α) για χορτολιβαδικές εκτάσεις, που βρίσκονται επί ημιορεινών, ορεινών και ανώμαλων εδαφών και συγκροτούν φυσικά οικοσυστήματα αποτελούμενα από φρυγανική, ποώδη ή άλλη αυτοφυή βλάστηση ή από δασική μεν βλάστηση που δε συνιστά δασοβιοκοινότητα και β) για βραχώδεις ή πετρώδεις εκτάσεις των ημιορεινών, ορεινών και ανώμαλων εδαφών».
9 Εάν εμφανισθεί επιτρεπόμενη επέμβαση σε έκταση τόσο μικρή (μικρότερη ή ίση με τέσσερα (4) στρέμματα), τότε αφενός ο δικαιούχος της επεμβάσεως βαρύνεται με την υποχρέωση να καταβάλει τη δαπάνη της αναδασώσεως, αφετέρου απαλλάσσεται από την υποχρέωση συντάξεως της σχετικής μελέτης. Πρόκειται για δύο νέες ρυθμίσεις.
10 Η καταβολή της δαπάνης για την υλοποίηση της αναδασώσεως μπορεί να κατατίθεται υπέρ του Πράσινου Ταμείου, αλλά δεν συμβάλλει στην αναδάσωση, πολύ περισσότερο μάλιστα όταν την αγνοεί. Εδώ τίθεται το ζήτημα κατά πόσο προσβάλλεται το άρθρο 117, παρ. 3, Συντ. Άλλο αναδάσωση (με τις συγκεκριμένες έννομες συνέπειες) και άλλο «τίμημα» αντί της αναδασώσεως. Η συγκεκριμένη ρύθμιση ελέγχεται ως αντισυνταγματική. Εξ άλλου, η εισαγόμενη ρύθμιση καταθέσεως στο Πράσινο Ταμείο, μπορεί «εύκολα» να αλλοιωθεί με άλλο νόμο, όταν μια επικαλούμενη «χρεία» το επιβάλλει.
11 Όσον αφορά στην απαλλαγή από την υποχρέωση συντάξεως σχετικής μελέτης, παρά τις όποιες επιφυλάξεις αυτή μπορεί να χαρακτηρισθεί ως κατάλληλο μέτρο, αν καταστεί δυνατό να ξεπερασθούν οι παραπάνω ουσιαστικές επιφυλάξεις.
2. Στο τέλος του τρίτου εδαφίου της παρ. 8 του άρθρου 45 του ν. 998/1979 προστίθεται εδάφιο ως εξής: [άρθρο 1, «Αναδάσωση και άλλες δασοκοµικές εργασίες», παρ. 2].
12 «Στην περίπτωση µη εξεύρεσης έκτασης προς αναδάσωση ή δάσωση, ο δικαιούχος της επέµβασης, κατόπιν συντάξεως µελέτης µε δαπάνη του ιδίου εγκεκριµένη από τη δασική υπηρεσία, είναι υποχρεωµένος να προβεί σε δασοκοµικές εργασίες ή στην εκτέλεση ειδικών δασοτεχνικών έργων επί των εκτάσεων που θα υποδειχθούν από τη δασική υπηρεσία, µε σκοπό τη βελτίωση ή και προστασία τους».
13 Η μη εξεύρεση εκτάσεως προς αναδάσωση ή δάσωση πρέπει να είναι, «καλώς εχόντων των πραγμάτων», σπανιότατη περίπτωση. Πολύ περισσότερο, όταν στο νόμο ορίζεται ότι: «Η έκταση αυτή πρέπει να βρίσκεται στην ίδια περιοχή ή σε όμορη αυτής, ελλείψει δε έκτασης εντός της ιδίας διοικητικής ενότητας ή όμορης αυτής, σε άλλη που θα υποδειχθεί από τη δασική υπηρεσία» [άρθρο 45, παρ. 8, εδ. β΄, ν. 998/1979]. Η κρίση για την αδυναμία αυτή, δεν προσφέρεται σε πειστική αξιολόγηση.
14 Οι δασοκομικές εργασίες ή η εκτέλεση ειδικών δασοτεχνικών έργων επί των εκτάσεων που θα υποδειχθούν από τη δασική υπηρεσία φαίνεται να μην είναι σοβαρό «αντίμετρο»[4]. Ο νόμος προσφεύγει σε «αντίμετρα», προκειμένου να μετριάσει τις επιπτώσεις από την εισαγόμενη αδυναμία «εξεύρεσης έκτασης προς αναδάσωση ή δάσωση». Τόσο τα αντίμετρα όσο και η αδυναμία ανήκουν στις αρμοδιότητες των δασικών υπηρεσιών. Υπάρχει, όμως, ευρύ πεδίο καταστρατηγήσεων. Ο προσδιορισμός των «αντιμέτρων», καθώς και ο εντοπισμός της αδυναμίας υπάγονται στον έλεγχο των αρμόδιων δικαστηρίων.
3. Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 47 του ν. 998/1979 (Α΄ 289) προστίθεται εδάφιο ως εξής[5]: [άρθρο 2, «Γεωργική εκµετάλλευση εκτάσεων δασικού χαρακτήρα και ιδίως αυτών που εκχερσώθηκαν προ του 1975», παρ. 1].
15 «Εντός των ως άνω εκτάσεων επιτρέπονται κατασκευές που εξυπηρετούν τη γεωργική εκµετάλλευση, όπως δεξαµενές νερού, γεωτρήσεις, µετρητές ΔΕΗ, υπόστεγα κατ΄ εφαρµογή της σχετικής περί των κατασκευών αυτών νοµοθεσίας».
16 Το άρθρο 47, παρ. 1, εδ. β΄, ν. 998/1979 ρυθμίζει περιπτώσεις επιτρεπόμενης εκχερσώσεως «…δασικών εκτάσεων ή η χρήση … ασκεπούς έκτασης ή διάκενου εντός δάσους ή δασικής έκτασης, εμβαδού έως 30 στρέμματα όταν πρόκειται για φυσικά πρόσωπα …». Στις εκτάσεις αυτές επιτρέπονται οι «κατασκευές που εξυπηρετούν τη γεωργική εκμετάλλευση». Στις παραπάνω κατασκευές εντάσσονται (μάλλον ενδεικτικά) δεξαμενές νερού, γεωτρήσεις, μετρητές ΔΕΗ και υπόστεγα (κατ΄ εφαρµογή της σχετικής περί των κατασκευών αυτών νοµοθεσίας). Ως γεωργική εκμετάλλευση νοείται, κατά την ίδια διάταξη, η εκμετάλλευση «για γεωργική ή δενδροκομική καλλιέργεια ή για φύτευση σε ανάμειξη αγρίων και οπωροφόρων ή καρποφόρων δένδρων ή για φύτευση δασικών ειδών για την απόδοση προϊόντων, ιδίως, κάστανων, καρυδιών και τρούφας, ή για δημιουργία αμπελώνων ή φυτειών αρωματικών φυτών», καθώς και «η διά εμβολιασμού εξημέρωση άγριων οπωροφόρων ή καρποφόρων δένδρων».
17 Εκτός από τους μετρητές ΔΕΗ, οι υπόλοιπες επιτρεπόμενες κατασκευές, τόσο ως ανέγερση όσο και ως χρήση, είναι δυνατόν να προξενήσουν σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στο δασικό περιβάλλον. Μερικές, μάλιστα, από αυτές προϋποθέτουν και τη διάνοιξη δασικών οδών, για τις οποίες δεν εισάγεται κάποια ρητή ρύθμιση στην προκειμένη περίπτωση. Εξ άλλου, πρέπει να αξιολογηθεί εδώ η εφαρμογή των αρχών της προλήψεως και της προφυλάξεως[6] στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η όποια γεωργική ή δενδροκομική εκμετάλλευση, που κατά νόμο επιτρέπεται, μπορεί να επιχειρείται στο μέτρο και στο βαθμό που δεν είναι απαραίτητες δεξαμενές νερού ή γεωτρήσεις. Δημιουργείται η αίσθηση ότι στο βωμό της «γεωργικής αναπτύξεως» αναδύονται επιτρεπόμενες κατασκευές, που υπερβαίνουν κατά πολύ τη συνταγματική ρύθμιση του άρθρου 24, παρ. 2, εδ. ε΄.
4. Στο τέλος της παρ. 5 του άρθρου 47 του ν. 998/1979 προστίθεται εδάφιο ως εξής: [άρθρο 2, «Γεωργική εκµετάλλευση εκτάσεων δασικού χαρακτήρα και ιδίως αυτών που εκχερσώθηκαν προ του 1975», παρ. 2].
18 «Εντός των ως άνω εκτάσεων επιτρέπονται κατασκευές που εξυπηρετούν τη γεωργική εκµετάλλευση, όπως δεξαµενές νερού, γεωτρήσεις, µετρητές ΔΕΗ, υπόστεγα κατ΄ εφαρµογή της σχετικής περί των κατασκευών αυτών νοµοθεσίας»[7].

Στο άρθρο 47, παρ. 5, εδ. α΄, ν. 998/1979 ορίζεται ότι: «Για λόγους δημοσίου συμφέροντος, δάση, δασικές εκτάσεις και εκτάσεις με τη μορφή της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 5 του άρθρου 3 του παρόντος που εκχερσώθηκαν για γεωργική χρήση, πριν τεθεί σε ισχύ το Σύνταγμα του 1975 και διατηρούν τη χρήση αυτή μέχρι σήμερα, δεν υπάγονται στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας, απαγορευμένης κάθε άλλης χρήσης από τον κάτοχό τους».

Ισχύουν σχετικά όσα παραπάνω αναφέρονται[8].

5. Η παρ. 7 του άρθρου 47 του ν. 998/1979 αντικαθίσταται ως εξής: [άρθρο 2, «Γεωργική εκµετάλλευση εκτάσεων δασικού χαρακτήρα και ιδίως αυτών που εκχερσώθηκαν προ του 1975», παρ. 3].
19 «7. Για την κατοχή του ακινήτου λαµβάνονται υπόψη ιδίως πράξεις αποδοχής κληρονοµιάς, ιδιωτικά συµφωνητικά µε βέβαιη χρονολογία, ένορκες βεβαιώσεις, καθώς και άδειες των δασικών υπηρεσιών για χρήσεις που προβλέπονται από τη δασική νοµοθεσία[9].
.. «Μόνη η ένορκη βεβαίωση δεν επαρκεί για την απόδειξη της κατοχής[10], μπορεί να συνεκτιμηθεί όμως με την παράλληλη προσκόμιση και άλλων εγγράφων, ιδίως δηλώσεων στη ΔΟΥ, στο Κτηματολόγιο, στον ΟΓΑ ή τον ΕΛΓΑ»[11].
20 Πρόκειται για μια λανθασμένη νομοθετική επιλογή. Το παράθυρο των «ένορκων βεβαιώσεων» για απόδειξη της κατοχής του ακινήτου έχει τόσο βεβαρημένο παρελθόν, ώστε μόνο σε επανάληψη των καταστρατηγήσεων της δασικής νομοθεσίας μπορεί και πάλι να οδηγήσει. Πρόκειται στην ουσία για «ψευδοκατόχους», που, κατά την ισχύουσα νομοθεσία, έχουν το δικαίωμα να υποβάλουν αίτημα εξαγοράς στο αρμόδιο δασαρχείο, αίτημα το οποίο μπορεί να γίνει δεκτό, ενόψει μάλιστα και των εισαγόμενων νέων διευκολύνσεων καταβολής του τιμήματος εξαγοράς, με αποτέλεσμα ο Γενικός Γραμματέας της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης να εκδώσει τίτλο κυριότητας υπέρ του «ψευδοκακατόχου» της εκτάσεως και να ακολουθήσει μεταγραφή ή καταχώριση του τίτλου[12]. Είναι τόση και τέτοια η δυνατότητα καταστρατηγήσεων!
21 Η απόδειξη της κατοχής σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, ιδίως όταν συντρέχουν περισσότερα αποδεικτικά μέσα και για μεγάλο χρονικό διάστημα, μπορεί με ασφάλεια να οδηγήσει στη βεβαιότητα υπάρξεως κατοχής, ώστε να είναι εντελώς περιττές οι ένορκες βεβαιώσεις.
6. Η παρ. 8 του άρθρου 47 του ν. 998/1979 αντικαθίσταται ως εξής: [άρθρο 2, «Γεωργική εκµετάλλευση εκτάσεων δασικού χαρακτήρα και ιδίως αυτών που εκχερσώθηκαν προ του 1975», παρ. 4].
22 «8. Το τίμημα εξαγοράς ορίζεται στο 1/4 της αντικειµενικής αξίας και όπου δεν έχει καθορισθεί αντικειµενική αξία της αγοραίας αξίας όπως αυτή θα εκτιμηθεί από την οικεία ΔΟΥ και µπορεί να καταβάλλεται και σε µηνιαίες δόσεις, που δεν υπερβαίνουν τις εκατό (100).
.. Σε κάθε περίπτωση το ύψος κάθε δόσης δεν µπορεί να είναι µικρότερο των τριάντα (30) ευρώ.
.. Το τίµηµα κατατίθεται υπέρ του Ειδικού Φορέα Δασών του Πράσινου Ταµείου και διατίθεται αποκλειστικά για την ανάπτυξη και προστασία των δασών».
23 Πρόκειται για μια σημαντική διευκόλυνση εξαγοράς δημόσιων εκτάσεων (δηλαδή δασών, δασικών εκτάσεων και εκτάσεων με μορφή της περιπτώσεως α΄ της παραγράφου 5 του άρθρου 3 ν. 998/1979), που εκχερσώθηκαν[13] για γεωργική χρήση, πριν τεθεί σε ισχύ το Σύνταγμα του 1975[14] και διατηρούν τη χρήση αυτή μέχρι σήμερα), για τους κατόχους, δυστυχώς, όμως, και για τους «ψευδοκατόχους».
.. Σε όλη τη διαδικασία σημαντικό κριτήριο εξακολουθεί να είναι κυρίως το «να μην παραβλάπτεται η λειτουργία του δασικού οικοσυστήματος από την απώλεια του δασικού πλούτου», κριτήριο που ισχύει και στις παρούσες ευνοϊκές και ειδικές περιπτώσεις, καθότι απορρέει από τον συνδυασμό των άρθρων 24 και 117, παρ. 3, Συντ.
7. Στο άρθρο 47 του ν. 998/1979 προστίθενται παράγραφοι 13 και 14 ως εξής [άρθρο 2, «Γεωργική εκµετάλλευση εκτάσεων δασικού χαρακτήρα και ιδίως αυτών που εκχερσώθηκαν προ του 1975», παρ. 5].
24 «13. Αν ο ενδιαφερόµενος δεν επιθυµεί την εξαγορά, µπορεί να ζητήσει την έκδοση απόφασης έγκρισης επέµβασης, σύµφωνα µε τα οριζόµενα στο άρθρο 47Β[15].

14. Μετά την έκδοση απόφασης έγκρισης είτε της εξαγοράς είτε της επέµβασης, ο κάτοχος έχει υποχρέωση εντός ενός (1) έτους να υποβάλει δήλωση στο ΟΣΔΕ (Ολοκληρωµένο Σύστηµα Διαχείρισης και Ελέγχου), αντίγραφο της οποίας κατατίθεται στην οικεία δασική υπηρεσία, προκειµένου να συµπληρωθεί ο φάκελος.

Στις περιπτώσεις που έχει κατατεθεί δήλωση στο ΟΣΔΕ οφείλεται η συµπλήρωση του φακέλου».

8. Ο τίτλος του άρθρου 47Α του ν. 998/1979 αντικαθίσταται ως εξής[16]: [άρθρο 3 «Λοιπές επιτρεπτές επεμβάσεις», παρ. 1].
25

«Λοιπές εκµεταλλεύσεις πρωτογενούς τοµέα».

Ακριβέστερο θα ήταν προσθήκες στις υπάρχουσες εκμεταλλεύσεις.

9. Στην παρ. 1 του άρθρου 47Α του ν. 998/1979, µετά τη λέξη «µελισσοκοµείων» προστίθενται οι λέξεις: [άρθρο 3 «Λοιπές επιτρεπτές επεμβάσεις», παρ. 2].
26 «… χερσαίων εγκαταστάσεων µονάδων υδατοκαλλιέργειας µετά των απαιτουµένων συνοδευτικών και υποστηρικτικών εγκαταστάσεων για τη λειτουργική ικανότητα της δραστηριότητας, …».
27 Η εγκατάσταση των μονάδων αυτών πρέπει να μην αντιτίθεται στις διατάξεις του Περιβαλλοντικού Δικαίου. Η σχετική νομολογία είναι σαφέστατη[17].
28 Οι όροι «απαιτούμενες συνοδευτικές και υποστηρικτικές εγκαταστάσεις» είναι τεχνικοί νομικοί όροι, εξειδικεύονται στη συγκεκριμένη περίπτωση και υπάγονται σε δικαστικό έλεγχο.
10. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 47Α του ν. 998/1979 αντικαθίσταται ως εξής[18]: [άρθρο 3 «Λοιπές επιτρεπτές επεμβάσεις», παρ. 3].
29 «Απαγορεύεται η εγκατάσταση των µονάδων της παρ.1 σε εκτάσεις των περιπτώσεων β΄ και δ΄ της παραγράφου 1, καθώς και της περίπτωσης α΄ της παρ. 2 του άρθρου 4».
30 Η απαγόρευση εγκαταστάσεως αφορά στις μονάδες «μελισσοκομείων, χερσαίων εγκαταστάσεων μονάδων υδατοκαλλιέργειας μετά των απαιτουμένων συνοδευτικών και υποστηρικτικών εγκαταστάσεων για τη λειτουργική ικανότητα της δραστηριότητας» εκτροφείων θηραμάτων, εκτροφείων γουνοφόρων και επισκέψιμων κτηνοτροφικών μονάδων εκτροφής απειλουμένων με εξαφάνιση αυτοχθόνων φυλών αγροτικών ζώων, με σκοπό τη διάσωση, διάδοση, προβολή και παραδοσιακή διαχείριση του προαναφερθέντος ζωικού κεφαλαίου και των προϊόντων του».
31 Πρόκειται για απαγόρευση εγκαταστάσεως των παραπάνω μονάδων στις ακόλουθες εκτάσεις:
i. Σε «β) Δάση και δασικαί εκτάσεις, αι οποίαι ασκούν ιδιαιτέραν προστατευτικήν επίδρασιν επί των εδαφών και των υπογείων υδάτων, ως αι κείμεναι εντός λεκανών απορροής χειμάρρων, αι υπερκείμεναι πόλεων, χωρίων ή οικισμών, αι ασκούσαι προστασίαν επί παρακειμένων φυσικών ή πολιτιστικών μνημείων ή σημαντικών τεχνικών έργων (προστατευτικά δάση και δασικαί εκτάσεις)» [άρθρο 4, παρ. 1, περίπτ. β΄, ν. 998/1979].
.. ii. Σε «δ) Δάση και δασικαί εκτάσεις προσφερόμεναι δι’ αναψυχήν του πληθυσμού ή αποτελούσαι παράγοντα συνθηκών διαβιώσεως αυτού εν τη περιοχή ή της τουριστικής αναπτύξεως ταύτης (δάση και δασικαί εκτάσεις αναψυχής)» [άρθρο 4, παρ. 1, περίπτ. δ΄, ν. 998/1979].
.. iii. Σε «α) Πάρκα και άλση εντός των πόλεων ή των οικιστικών περιοχών» (άρθρο 4, παρ, 2, περιπτ. α΄, ν. 998/1979).
32 Με τη συγκεκριμένη ρύθμιση επέρχεται μια σημαντική άμβλυνση των επιτρεπόμενων εγκαταστάσεων, καθότι αποκλείεται η εγκατάστασή τους σε ευαίσθητες δασικές περιοχές. Ανήκει στις θετικές ρυθμίσεις της νομοθετικής επεμβάσεως του Απριλίου 2017 στο πεδίο του Κτηματολογικού Δασικού Δικαίου.
11. Η παρ. 2 του άρθρου 51 του ν. 998/1979 αντικαθίσταται ως εξής: [άρθρο 3 «Λοιπές επιτρεπτές επεμβάσεις», παρ. 4].
33 «2. Σε δηµόσιες εκτάσεις των περιπτώσεων α΄ και β΄ της παραγράφου 5 του άρθρου 3 και, ελλείψει αυτών, σε δασικές εκτάσεις των κατηγοριών της παραπάνω παραγράφου, επιτρέπεται η εγκατάσταση µονάδων µεταποίησης γεωργικών προϊόντων που παράγονται στην περιοχή, τυροκοµικών µονάδων επεξεργασίας γάλακτος, οινοποιείων, αποσταγµατοποιείων, ποτοποιείων, εµφιαλωτηρίων, ελαιοτριβείων και σφαγείων[19].
Εξαιρετικώς, επιτρέπεται η µετεγκατάσταση νοµίµως λειτουργούντων ελαιοτριβείων, λόγω ένταξης των περιοχών λειτουργίας τους σε Ζώνες Οικιστικού Ελέγχου, σε δάση των κατηγοριών της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου ως και η επέκταση, κατόπιν της έγκρισης της παραγράφου 2 του άρθρου 45, νοµίµως λειτουργούντων µονάδων µεταποίησης γεωργικών προϊόντων σε δασικού χαρακτήρα εκτάσεις, στις οποίες έχει διενεργηθεί µέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόµου επέµβαση ανεξαρτήτως της έκδοσης σχετικών πράξεων από την οικεία δασική αρχή
».
34 Η διατύπωση «… ανεξαρτήτως της έκδοσης σχετικών πράξεων από την οικεία δασική αρχή» μπορεί να δημιουργήσει σωρεία προβλημάτων. Σύμφωνα με το άρθρο 45, παρ. 2, εδ. γ’, ν. 998/1979, κατά κανόνα απαιτείται εισήγηση της οικείας δασικής αρχής προκειμένου ο Γενικός Γραμματέας της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης να χορηγήσει την έγκριση. Με την παραπάνω διατύπωση ενδέχεται να υπάρξουν περιπτώσεις συγκρουσιακών καταστάσεων.
12. Στο άρθρο 57 του ν. 998/1979 προστίθεται παράγραφος 8 ως εξής: [άρθρο 3 «Λοιπές επιτρεπτές επεμβάσεις», παρ. 5].
35 «8. Επιτρέπονται οι εγκαταστάσεις και υποδοµές αστεροσκοπείων ιδιοκτησίας του Δηµοσίου, νοµικών προσώπων δηµοσίου δικαίου ή άλλων φορέων του ευρύτερου δηµόσιου τοµέα, καθώς και η κατασκευή των απαραίτητων συνοδών έργων[20] αυτών σε δάση, δασικές εκτάσεις και δηµόσιες εκτάσεις των περιπτώσεων α΄ και β΄ της παραγράφου 5 του άρθρου 3».
36 Ορθώς εντάσσονται στις επιτρεπόμενες επεμβάσεις οι εγκαταστάσεις και υποδομές των συγκεκριμένων αστεροσκοπείων στις συγκεκριμένες περιοχές δασικού χαρακτήρα.
13. Προσθήκη νέας ρυθμίσεως [άρθρο 3 «Λοιπές επιτρεπτές επεμβάσεις», παρ. 6].
37 «6. Υφιστάμενες κατά την έναρξη ισχύος της παρούσας παραγράφου εγκαταστάσεις και υποδομές αστεροσκοπείων ιδιοκτησίας του Δηµοσίου, νομικών προσώπων δηµοσίου δικαίου ή άλλων φορέων του ευρύτερου δηµόσιου τοµέα, καθώς και τα υφιστάμενα συνοδά αυτών έργα, χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας, σε δάση, δασικές εκτάσεις και δηµόσιες εκτάσεις των περιπτώσεων α΄ και β΄ της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979, οφείλουν να λάβουν, εντός χρονικού διαστήματος τριών (3) ετών από την έναρξη ισχύος της παρούσας παραγράφου, τις προβλεπόμενες από το άρθρο 45 του ν. 998/1979 εγκρίσεις ή πράξεις.
Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων κατεδάφισης και κήρυξης των εκτάσεων ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, οι οποίες µετά την έκδοση των προβλεπόμενων από τη δασική νομοθεσία εγκρίσεων ή πράξεων του άρθρου 45 του ν. 998/1979, παύουν να ισχύουν»[21].
14. Το άρθρο 47Β΄ του ν. 998/1979 αντικαθίσταται ως εξής: [άρθρο 4 «Γεωργική εκµετάλλευση εκτάσεων δασικού χαρακτήρα που εκχερσώθηκαν µεταξύ 1975-2007», παρ. 1].
38 «1. Δάση, δασικές εκτάσεις, καθώς και εκτάσεις της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 5 του άρθρου 3, που εκχερσώθηκαν για γεωργική εκµετάλλευση χωρίς άδεια της οικείας δασικής αρχής µετά την 11η Ιουνίου 1975 και έως την 7η Μαρτίου 2007, υπό την προϋπόθεση ότι διατηρούν τη χρήση αυτή µέχρι σήµερα και εφόσον πληρούνται για τις εκτάσεις αυτές οι προϋποθέσεις της παραγράφου 12 του άρθρου 47, µπορεί να λάβουν έγκριση επέµβασης σύµφωνα µε το άρθρο 45 και την παρ. 2 του άρθρου 47, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτηµα από τον ενδιαφερόµενο.
Στις διατάξεις του παρόντος υπάγονται και εκτάσεις κηρυγµένες ως αναδασωτέες.
Η έγκριση επέµβασης χορηγείται αποκλειστικά για γεωργική και δενδροκοµική καλλιέργεια.
Μέσα στις ανωτέρω εκτάσεις επιτρέπονται οι κατασκευές που εξυπηρετούν τη γεωργική εκµετάλλευση, όπως δεξαµενές νερού, γεωτρήσεις, µετρητές ΔΕΗ, υπόστεγα κατ΄ εφαρµογή της σχετικής περί των κατασκευών αυτών νοµοθεσίας.
2. Οι κάτοχοι των εκτάσεων της παραγράφου 1 υποχρεούνται στην καταβολή χρηµατικού ανταλλάγµατος για την απώλεια του φυσικού αγαθού από την αλλαγή χρήσης της έκτασης κατ΄ εφαρµογή της παραγράφου 8 του άρθρου 45 και αντισταθµιστικής δαπάνης για να υλοποιηθεί αναδάσωση ή δάσωση. Το οριζόµενο συνολικό τίµηµα (αντάλλαγµα χρήσης και δαπάνη αναδάσωσης) µπορεί να αναπροσαρµόζεται µε βάση την κοινή υπουργική απόφαση που ορίζεται στο άρθρο 45 παράγραφος 8 και δεν µπορεί να είναι ίσο ή µικρότερο του ανταλλάγµατος χρήσης που καθορίζεται στην ίδια κοινή υπουργική απόφαση για τις εκτάσεις των παραγράφων 5 έως 13 του άρθρου 47 του παρόντος νόµου.
Το τίµηµα αυτό µπορεί να καταβάλλεται σε µηνιαίες δόσεις, µη δυνάµενες να υπερβούν τον αριθµό των εκατό (100) και υπό την προϋπόθεση ότι το ύψος έκαστης δόσης δεν είναι µικρότερο των τριάντα (30) ευρώ.
Η καταβολή του τιµήµατος αυτού αποτελεί προϋπόθεση για τη νοµιµοποίηση της αλλαγής χρήσης της έκτασης.
Το ποσό της δαπάνης αναδάσωσης κατατίθεται υπέρ του Πράσινου Ταµείου στον ειδικό κωδικό Ειδικός Φορέας Δασών και διατίθεται αποκλειστικά για σκοπούς αναδάσωσης ή δάσωσης.
Μετά την εξόφληση του ανωτέρω ανταλλάγµατος εκδίδεται από τον Συντονιστή της οικείας Αποκεντρωµένης Διοίκησης και έως ότου διορισθεί, του ασκούντα καθήκοντα Γενικού Γραµµατέα Αποκεντρωµένης Διοίκησης, διαπιστωτική πράξη αλλαγής χρήσης της έκτασης.
Η ανωτέρω διαπιστωτική πράξη µεταγράφεται στα Βιβλία Μεταγραφών του οικείου Υποθηκοφυλακείου ή καταχωρείται στο Κτηµατολογικό Βιβλίο του οικείου Κτηµατολογικού Γραφείου, ατελώς.
Η χρήση της έκτασης µπορεί να µεταβιβάζεται από τον κάτοχο αυτής, µετά την εξόφληση του ανταλλάγµατος χρήσης.
Για τη µεταβίβαση της χρήσης της έκτασης εφαρµόζονται αναλογικά οι διατάξεις του άρθρου 1033 ΑΚ.
Για τη µεταγραφή στο οικείο Υποθηκοφυλάκειο ή την καταχώριση στο οικείο Κτηµατολογικό Γραφείο της πράξης µεταβίβασης κατά το προηγούµενο εδάφιο καταβάλλονται µόνον τα πάγια τέλη της παρ. 1 του άρθρου 17 του ν. 3226/2004, αξίας εννέα (9) ευρώ.
3. Κατ΄ εξαίρεση των οριζοµένων στην παράγραφο 2 του άρθρου 47, για τις εκτάσεις της παραγράφου 1 που αποδεικνύεται ότι είναι ενταγµένες στο ΟΣΔΕ δεν απαιτείται σύνταξη οικονοµοτεχνικής µελέτης, αλλά αντί αυτής συντάσσεται σχετική γνωµοδότηση από την αρµόδια δασική αρχή, στην οποία επαληθεύονται τα στοιχεία της έκτασης ως προς τα όρια, τις πλευρικές διαστάσεις, τη θέση, την περιφέρεια, το εµβαδόν και την κλίση του εδάφους.
Επίσης, αναφέρονται τυχόν διοικητικές πράξεις που έχουν εκδοθεί για την προστασία της έκτασης και υπολογίζεται το αντάλλαγµα χρήσης της παραγράφου 8 του άρθρου 45.
Επί των εκτάσεων της παραγράφου 1 δεν εκδίδεται πράξη χαρακτηρισµού.
Για τον υπολογισµό του ανταλλάγµατος χρήσης αρκεί η διαπίστωση από τη δασική υπηρεσία της µορφής που είχε η έκταση πριν την εκχέρσωση.
Η έγκριση επέµβασης διαρκεί για όσο χρόνο χρησιµοποιείται η έκταση αποκλειστικά και µόνο για γεωργική ή δενδροκοµική καλλιέργεια.
Τυχόν μεταβολή του σκοπού της επέμβασης συνεπάγεται την ανάκληση της απόφασης έγκρισης επέμβασης του άρθρου 45 και την επιβολή των ποινικών κυρώσεων της παραγράφου 2 του άρθρου 71, με διπλασιασμό της προβλεπόμενης στο άρθρο αυτό χρηματικής ποινής.
4. Έως την εξόφληση του ανταλλάγµατος χρήσης διοικητικές πράξεις και πρωτόκολλα που έχουν εκδοθεί για την προστασία των εκτάσεων της παραγράφου 1 αναστέλλονται.
Μετά την εξόφλησή του, οι ανωτέρω διοικητικές πράξεις ανακαλούνται.
Τυχόν καταβληθέντα ποσά δεν επιστρέφονται ούτε συµψηφίζονται µε το ποσό που έχει οριστεί ως αντάλλαγµα χρήσης.
5. Μετά την έκδοση απόφασης χορήγησης έγκρισης επέµβασης ο κάτοχος έχει υποχρέωση εντός ενός (1) έτους να υποβάλει δήλωση στο ΟΣΔΕ, αντίγραφο της οποίας πρέπει να κατατεθεί στην οικεία δασική υπηρεσία, προκειµένου να ολοκληρωθεί ο φάκελος.
Αν έχει κατατεθεί δήλωση στο ΟΣΔΕ οφείλεται η συµπλήρωση του φακέλου µε την παρούσα έγκριση επέµβασης.
Η αλλαγή του σκοπού της έγκρισης επέµβασης συνεπάγεται ανάκληση της έγκρισης της παραγράφου 1 του άρθρου 47Β΄, καθώς και την επιβολή των ποινικών κυρώσεων της παραγράφου 2 του άρθρου 71 µε διπλασιασµό της προβλεπόµενης στο άρθρο αυτό χρηµατικής ποινής.
Επιπλέον, τυχόν αλλαγή του σκοπού της έγκρισης επέµβασης µετά τη χορήγηση της ανωτέρω διαπιστωτικής πράξης εκ µέρους του αρχικού ή του εκάστοτε χρήστη της έκτασης, συνεπάγεται την αυτοδίκαιη ακυρότητα της σχετικής διαπιστωτικής πράξης ή της σχετικής πράξης µεταβίβασης της χρήσης, ως προς το τµήµα που άλλαξε χρήση και την υπαγωγή του τµήµατος αυτού στις διατάξεις της δασικής νοµοθεσίας.
6. Αναστέλλεται η λήψη και εφαρµογή διοικητικών πράξεων και πρωτοκόλλων για την προστασία των εκτάσεων της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου από την ηµεροµηνία κατάθεσης αίτησης υπαγωγής στο παρόν άρθρο και έως την οριστική γνωµοδότηση των αρµοδίων υπηρεσιών.
Αναστέλλεται επίσης η κήρυξη των αιτούµενων εκτάσεων ως αναδασωτέων έως το ως ανωτέρω αναφερόµενο χρονικό διάστηµα.
Η εφαρµογή της παρούσας διάταξης έχει εφαρµογή και για όσες αιτήσεις έχουν ήδη κατατεθεί µέχρι 23.12.2016».
39 Οι διατάξεις του συγκεκριμένου νέου άρθρου -όπως και του προηγουμένου- ρυθμίζουν ζητήματα γεωργικής εκμεταλλεύσεως.
Αντικείμενο ρυθμίσεως είναι:
i. δάση, δασικές εκτάσεις, καθώς και εκτάσεις της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 5 του άρθρου 3[22],
ii. που εκχερσώθηκαν για γεωργική εκµετάλλευση χωρίς άδεια της οικείας δασικής αρχής[23],
iii. µετά την 11η Ιουνίου 1975 και έως την 7η Μαρτίου 2007[24],
iv. υπό την προϋπόθεση ότι διατηρούν τη χρήση αυτή µέχρι σήµερα[25]
v. και εφόσον πληρούνται για τις εκτάσεις αυτές οι προϋποθέσεις της παραγράφου 12 του άρθρου 47[26].
 40 Στο προηγούμενο νομικό καθεστώς, η αντίστοιχη διάταξη του παλαιού άρθρου 47Β άρχιζε με τη διατύπωση «για λόγους δημοσίου συμφέροντος …». Στην προσπάθειά μας να ερμηνεύσουμε την απάλειψη της συγκεκριμένης διατυπώσεως -η οποία σημειωτέο είναι ως επιλογή σημαντική, όπως εξίσου σημαντική ήταν και η ύπαρξή της στην καταργηθείσα διάταξη- καταλήγουμε στις ακόλουθες παρατηρήσεις:
Ενδεχόμενο πρώτο: Ήταν ορθή, κατά την τότε νομική αξιολόγηση, η αναφορά στους «λόγους δημοσίου συμφέροντος». Στην περίπτωση αυτή, η απάλειψή της δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ορθή.
Ενδεχόμενο δεύτερο: Ήταν εσφαλμένη, κατά την τότε νομική αξιολόγηση, η αναφορά στους «λόγους δημοσίου συμφέροντος». Στο πλαίσιο αυτό η απάλειψή της μπορεί να χαρακτηρισθεί ορθή. Αλλά αυτό σημαίνει, τουλάχιστον κατά μια, πάντως σοβαρή, εκδοχή, ότι είναι ανύπαρκτοι οι λόγοι δημόσιου συμφέροντος ή ότι δε συντρέχουν επαρκώς στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Ενδεχόμενο τρίτο: Η αναφορά στους «λόγους δημόσιου συμφέροντος» ήταν εσφαλμένη, διότι πράγματι δεν υπήρχαν λόγοι δημοσίου συμφέροντος, αλλά η επίκλησή τους κρίθηκε αναγκαία για να θεμελιώσει την εισαγωγή των συγκεκριμένων ρυθμίσεων. Εάν, όμως, γίνει δεκτό, ότι μια τέτοια θεμελίωση είναι απρόσφορη -άποψη που πρέπει να γίνει δεκτή- τότε τόσο παλαιό νομικό καθεστώς όσο και το νέο προσβάλλουν τη συνταγματική τάξη πραγμάτων, όπως αυτή αναδύεται από τα άρθρα 24 και 117, παρ. 3, Συντ.
 41 Σημαντικό είναι να επισημανθεί η νέα ρύθμιση, κατά την οποία: «Στις διατάξεις του παρόντος υπάγονται και εκτάσεις κηρυγμένες ως αναδασωτέες».
Η ρύθμιση αυτή αποτελεί δυσάρεστη έκπληξη. Είναι μια καταφανής και επικίνδυνη -σε «βαθμό ενδεχόμενου δόλου»- καταστρατήγηση των άρθρων 24 και 117, παρ. 3, Συντ. Ο νόμος δεν επιτρέπεται να αγνοεί ή να προσβάλλει σε τέτοιο προκλητικό βαθμό το Σύνταγμα. Ούτε επιτρέπεται σε τέτοιο προκλητικό βαθμό να αγνοούνται δικαστικές αποφάσεις.
 42 Είναι απορίας άξιο για ποιον λόγο εντάχθηκε μια τέτοια διάταξη σε κείμενο νόμου το έτος 2017. Δεν είναι αρκετές οι ετήσιες πυρκαγιές; Δεν αρκούν οι μηνιαίες αθετήσεις κτηματολογικών δασικών πράξεων; Δεν έχουμε γίνει απαθείς θεατές καθημερινών καταπατήσεων εκτάσεων δασικού χαρακτήρα; Δεν αρκεί η τόσο έντονη πρόκληση των συνεχών επιτρεπτών επεμβάσεων, που συνεχώς παραβιάζονται; Δεν είναι επαρκής η συνεχιζόμενη πολυετής ανοχή των ανεπίτρεπτων επεμβάσεων σε δάση και δασικές εκτάσεις; Δεν φθάνει να εισάγονται ρυθμίσεις για «οικιστικές πυκνώσεις» και για «οιονεί αγροτικές πυκνώσεις»; Δεν είναι ντροπή να εισπράττονται επιδοτήσεις για ανύπαρκτες αγροτικές εκτάσεις και στη συνέχεια να καταβάλλεται προσπάθεια «μετονομοσίας» δασικών εκτάσεων σε αγροτικές; Δεν είναι διπλάσια και τριπλάσια ντροπή να επιτρέπονται επεμβάσεις σε αναδασωτέες περιοχές, με επίκληση ενός υφέρποντος «δημόσιου συμφέροντος» που ούτε δημόσιο είναι ούτε βέβαια και συμφέρον στην κυριολεξία του όρου; Μπορούμε, επιτέλους, με καθαρή συνείδηση, να σταθούμε μπροστά στην αιωνόβια βελανιδιά των 1.300 ετών -ένα δένδρο που πρόσφατα ορθώς χαρακτηρίσθηκε «διατηρητέο μνημείο της φύσης»[27]– και να της υποσχεθούμε ότι θα γίνουμε λιγότερο πονηροί και περισσότερο σοβαροί, ότι θα υπηρετήσουμε, έστω και ως ιδιότυπο «lucitum inetvallum», το αίτημα της αλήθειας; Και της αειφορίας;
15. Προσθήκη νέας ρυθμίσεως [άρθρο 4 «Γεωργική εκµετάλλευση εκτάσεων δασικού χαρακτήρα που εκχερσώθηκαν µεταξύ 1975-2007», παρ. 2].
43 «2. Στις διατάξεις του παρόντος άρθρου υπάγονται και οι εκκρεµείς υποθέσεις του άρθρου 47Β΄ του ν. 998/1979, όπως αυτό προστέθηκε µε την παρ. 3 του άρθρου 12 του ν. 4315/2014 και ίσχυε πριν την αντικατάστασή του µε τις διατάξεις του παρόντος»[28].
16. Η παρ. 6 του άρθρου 78 του ν. 998/1979 αντικαθίσταται ως εξής: [άρθρο 4 «Γεωργική εκµετάλλευση εκτάσεων δασικού χαρακτήρα που εκχερσώθηκαν µεταξύ 1975-2007», παρ. 3].
44 «6. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας καθορίζονται ο τρόπος και η διαδικασία χορήγησης της έγκρισης γεωργικής εκµετάλλευσης, τα απαιτούµενα δικαιολογητικά, οι υποχρεώσεις του δικαιούχου και κάθε αναγκαία λεπτοµέρεια για την εφαρµογή των άρθρων 47 και 47Β΄»[29].
17. Η παρ. 7 του άρθρου 78 του ν. 998/1979 αντικαθίσταται ως εξής: [άρθρο 4 «Γεωργική εκµετάλλευση εκτάσεων δασικού χαρακτήρα που εκχερσώθηκαν µεταξύ 1975-2007», παρ. 4].
45 «7. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας καθορίζεται ο τύπος του τίτλου κυριότητας της παραγράφου 11 του άρθρου 47 και ο τύπος της διαπιστωτικής πράξης της παραγράφου 2 του άρθρου 47 Β ́»[30].
18. Στην παρ. 4 του άρθρου 45 του ν. 998/1979[31] προστίθεται δεύτερο εδάφιο ως εξής: [άρθρο 5 «Δασικοί χάρτες και αιτήσεις τακτοποίησης γεωργικών εκµεταλλεύσεων», παρ. 1].
46 «Για τις επεµβάσεις του παρόντος Κεφαλαίου απαιτείται η έκδοση πράξης χαρακτηρισµού. Σε όσες περιοχές υπάρχει θεωρηµένος ή αναρτηµένος δασικός χάρτης λαµβάνεται υπόψη ο χαρακτήρας ή η µορφή που απεικονίζεται στο χάρτη».
47 Η πράξη χαρακτηρισμού, μια σημαντική κτηματολογική δασική πράξη, εκδίδεται από τον αρμόδιο δασάρχη ή κατά περίπτωση από τον αρμόδιο Διευθυντή Δασών (άρθρο 14, παρ. 1, ν. 998/1979), μέχρι την ανάρτηση του δασικού χάρτη, πρέπει να είναι ειδικώς αιτιολογημένη[32] και αποτελεί το σημείο εκκινήσεως για το χαρακτηρισμό μιας εκτάσεως ως δασικής ή μη[33]. Η εισαγόμενη νέα ρύθμιση καλύπτει ένα ουσιαστικό κενό που υπήρχε στη δασική νομοθεσία. Εξακολουθεί, όμως, ο νόμος να μη συνδέει ρητά τις πράξεις χαρακτηρισμού με τις υποχρεώσεις δηλώσεως και καταχωρίσεως του Κτηματολογικού Δικαίου[34].
48 Η επόμενη ρύθμιση, αν και έχει περισσότερο διευκρινιστικό χαρακτήρα, δεν ορίζει από ποια όργανα λαμβάνεται υπόψη ο χαρακτήρας και η μορφή της επίμαχης περιοχής. Προφανώς δε λαμβάνεται υποχρεωτικά υπόψη από τα εξωδικαστικά όργανα. Με αυτή την έννοια δεν αποδυναμώνει την κύρωση των δασικών χαρτών, η οποία αποτελεί κατά νόμο και την απαραίτητη προϋπόθεση για την αξιολόγηση της συγκεκριμένης περιοχής. Κατά την άποψή μας, τα δικαστήρια δεν πρέπει να δίδουν ιδιαίτερη βαρύτητα στην εφαρμογή ή μη της συγκεκριμένης διατάξεως.
19. Η περίπτωση α΄ της παρ. 1 του άρθρου 67 του ν. 998/1979 αντικαθίσταται ως εξής: [άρθρο 6 «Περί δασωµένων αγρών και χορτολιβαδικών εκτάσεων», παρ. 1].
49 «α. Εκτάσεις που εµφανίζονται στις αεροφωτογραφίες του 1945, ή, εφόσον αυτές δεν είναι ευκρινείς του 1960, µε αγροτική µορφή που δασώθηκαν µεταγενέστερα, “ανεξάρτητα από τη µορφή που απέκτησαν αργότερα”, επί των οποίων το Δηµόσιο δεν θεµελιώνει δικαιώµατα κυριότητας βάσει τίτλου, αναγνωρίζονται ως ιδιωτικές µε απόφαση του Γενικού Γραµµατέα της οικείας Αποκεντρωµένης Διοίκησης µετά από εισήγηση του αρµοδίου Δασάρχη ή του Διευθυντή Δασών εάν δεν υφίσταται Δασαρχείο στο νοµό, εφόσον ο ιδιώτης προσκοµίσει τίτλους ιδιοκτησίας, οι οποίοι ανάγονται πριν από την 23η Φεβρουαρίου 1946 και έχουν µεταγραφεί.
.. Πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής που έχουν εκδοθεί για τις ανωτέρω εκτάσεις ανακαλούνται ακόμη και αν τελεσιδίκησαν δικαστικά».
50 Η εντός εισαγωγικών φράση «ανεξάρτητα από τη µορφή που απέκτησαν αργότερα», είναι μια νέα ρύθμιση που μεταβάλλει ουσιαστικά το όλο πεδίο εφαρμογής της προηγούμενης ρυθμίσεως. Η νέα ρύθμιση σημαίνει ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα διατηρούν δασικό χαρακτήρα. Πρώτα από όλα ο νόμος θα έπρεπε ρητά να αναφερθεί στο ενδεχόμενο υπάρξεως μεταγενέστερα δασικού χαρακτήρα. Στη συνέχεια, και αυτό είναι πολύ πιο σημαντικό, η προσθήκη αυτή σημαίνει, ότι, παρά το δημόσιο χαρακτήρα τους σήμερα ως δασικές περιοχές, μπορεί, υπό τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να αναγνωρίζονται ως ιδιωτικές. Η μετάβαση όμως από το ένα καθεστώς (δημόσιες εκτάσεις) σε άλλο νομικό καθεστώς (ιδιωτικές εκτάσεις) σημαίνει εκπαραθύρωση του Δημοσίου. Μια τέτοια δυνατότητα εξελίξεων φέρνει το Γενικό Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοικήσεως (ήδη Συντονιστή) προ των ευθυνών του. Αλλά και τα αρμόδια δικαστήρια σε κατάσταση εγρηγόρσεως, δοθείσης σχετικής ευκαιρίας, να εξετάσουν εάν η συγκεκριμένη προσθήκη είναι «συνταγματικά ανεκτή»[35]. Κατά την άποψή μας, φαίνεται να μην είναι.
51 Σε σχέση με τα πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής η εισαγόμενη ρύθμιση είναι επικίνδυνη. Ο νόμος έρχεται να αναιρέσει τελεσίδικες (ευτυχώς όχι αμετάκλητες) δικαστικές αποφάσεις. Ανεξάρτητα από το περιεχόμενο της συγκεκριμένης ρυθμίσεως, in abstracto, νόμος είναι «ό,τι θέλει κάνει». Δεν είναι, όμως, έτσι τα πράγματα. Και βέβαια δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να εξελίσσονται με αυτό τον τρόπο. Ο νόμος (σε τελευταία ανάλυση η νομοθετούσα Βουλή) οφείλει να σέβεται τις αποφάσεις των δικαστηρίων, πολύ περισσότερο όταν αυτές είναι τελεσίδικες. Η άρση της τελεσιδικίας με νόμο έρχεται, κατά τη γνώμη μας, σε πλήρη αντίθεση με τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της διακρίσεως των εξουσιών.
52 Η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών και η εξ αυτής απορρέουσα ανεξαρτησία των δικαστηρίων τα προστατεύουν έναντι καταχρήσεων των πολιτικών εξουσιών, της νομοθετικής και ιδίως της εκτελεστικής εξουσίας. Πρόκειται για την αρχή του κράτους δικαίου[36].
20. Η παρ. 3 του άρθρου 67 του ν. 998/1979 αντικαθίσταται ως εξής: [άρθρο 6 «Περί δασωµένων αγρών και χορτολιβαδικών εκτάσεων», παρ. 2].
53 «3. Ο ειδικότερος χαρακτηρισµός της έκτασης ως δάσους ή δασικής, προκειµένης της εφαρµογής των διατάξεων του άρθρου αυτού, διενεργείται, εάν µεν υπάρχει αναρτηµένος δασικός χάρτης από την Επιτροπή Δασολογίου Περιφερειακής Ενότητας της παρ. 5 του άρθρου 26 του ν. 3889/2010[37], άλλως µε πράξη χαρακτηρισµού κατά τη διαδικασία του άρθρου 14, η οποία εκδίδεται ακόµη και αν η συγκεκριµένη έκταση έχει κηρυχθεί αναδασωτέα (εδ. α΄).
.. Εκτάσεις για τις οποίες ισχύουν τελεσίδικες πράξεις χαρακτηρισµού του άρθρου 14 και πληρούν τις προϋποθέσεις της παρούσας διάταξης µπορεί να υπαχθούν στην παράγραφο 1 εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτηµα από τον ενδιαφερόµενο (εδ. β΄).
.. Ο κατά τα ανωτέρω χαρακτηρισµός διενεργείται κατόπιν εξέτασης από τον Δασάρχη ή αν δεν υφίσταται δασαρχείο, από τον Προϊστάµενο της Διεύθυνσης Δασών του νοµού, των τίτλων ιδιοκτησίας του ενδιαφεροµένου και των συνυποβληθέντων από αυτόν σχετικών πιστοποιητικών µεταγραφής και τοπογραφικού διαγράµµατος (εδ. γ΄).
.. Εάν η έκταση χαρακτηρισθεί ως µη υπαγόµενη στην παράγραφο 1 του άρθρου 3, η σχετική πράξη αναδάσωσης ανακαλείται» (εδ. δ΄).
54 1. Σε σχέση με το εδ. α΄: Η ανάρτηση του δασικού χάρτη περιέχει συγκεκριμένους νομικούς χαρακτηρισμούς, σε σχέση με το κατά πόσον η επίμαχη έκταση έχει ή όχι δασικό χαρακτήρα. Σε κάθε περίπτωση αποδίδει μια αιτιολογημένη θέση της αρμόδιας δασικής υπηρεσίας, που κατάρτισε και θεώρησε το δασικό χάρτη. Προς τι απαιτείται -πρόσθετος- ειδικότερος χαρακτηρισμός της εκτάσεως ως δάσους ή δασικής για την εφαρμογή του συγκεκριμένου άρθρου; Φαίνεται ο νόμος να μην εμπιστεύεται την προηγηθείσα κρίση της δασικής υπηρεσίας. Έτσι, καταφεύγει σε μια πρόσθετη δεύτερη κρίση. Από ποιο όργανο; Εναλλακτικά, ο πρόσθετος αυτός χαρακτηρισμός πραγματοποιείται: είτε από την Επιτροπή Δασολογίου Περιφερειακής Ενότητας (της παρ. 5 του άρθρου 26 ν. 3889/2010)· είτε με πράξη χαρακτηρισμού, κατά τη διαδικασία του άρθρου 14, η οποία εκδίδεται ακόμη και αν η συγκεκριμένη έκταση έχει κηρυχθεί αναδασωτέα.
.. Η Επιτροπή Δασολογίου Περιφερειακής Ενότητας -στην οποία σημειωτέο δε συμμετέχει νομικός- με σύνθεση εκπροσώπων της δασικής υπηρεσίας – καλείται να αποδεχθεί ή να απορρίψει την προηγηθείσα κρίση της δασικής υπηρεσίας. Ίσως υφέρπει περίπτωση δευτεροβάθμιας κρίσης!
.. Η πράξη χαρακτηρισμού κατά τη διαδικασία του άρθρου 14 ν. 998/1979 εκδίδεται από τον κατά τόπο αρμόδιο Δασάρχη ή το Διευθυντή Δασών, εάν στο νομό δεν υφίσταται Δασαρχείο. Δηλαδή ο νόμος επανέρχεται στην κρίση του οργάνου από το οποίο έχει ξεκινήσει η όλη διαδικασία. Πρόκειται για μια περίπτωση ιδιότυπης «νομικής ανακύκλωσης».
.. Η επιλογή μεταξύ αρμοδιότητας της Επιτροπής Δασολογίου και του Δασάρχη είναι το αν υπάρχει αναρτημένος δασικός χάρτης ή όχι. Αυτό φαίνεται να προκύπτει από τη λέξη «άλλως». Αν υπάρχει ανάρτηση, αρμοδιότητα αποκτά η Επιτροπή Δασολογίου, αν δεν υπάρχει ανάρτηση δασικού χάρτη αρμόδιος είναι ο Δασάρχης.
55 Κατά την ίδια νέα διάταξη η πράξη χαρακτηρισμού του αρμόδιου Δασάρχη «εκδίδεται ακόμη και αν η συγκεκριμένη έκταση έχει κηρυχθεί αναδασωτέα». Οι αναδασωτέες εκτάσεις διέπονται, όπως είναι γνωστό, από το άρθρο 117, παρ. 3, Συντ. Στο άρθρο αυτό ορίζεται ότι, «Δημόσια ή ιδιωτικά δάση και δασικές εκτάσεις που καταστράφηκαν ή καταστρέφονται από πυρκαγιά ή που με άλλο τρόπο αποψιλώθηκαν ή αποψιλώνονται δεν αποβάλλουν για το λόγο αυτό το χαρακτήρα που είχαν πριν καταστραφούν, κηρύσσονται υποχρεωτικά αναδασωτέες και αποκλείεται να διατεθούν για άλλο προορισμό».

Σύμφωνα με τη νομολογία:

i. «… την αναδάσωση, την αναδημιουργία δηλαδή της δασικής βλαστήσεως που έχει κατά οποιοδήποτε τρόπο καταστραφεί ή σημαντικώς αραιωθεί ή κατ’ άλλον τρόπο υποβαθμιστεί (άρθρ. 37 παρ. 1). Η αναδάσωση, που είναι υποχρεωτική εάν δάσος ή δασική έκταση καταστραφεί ή αποψιλωθεί, πλην άλλων, με παράνομη υλοτομία (άρθρ. 38 παρ. 1), κηρύσσεται με διοικητική πράξη που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρ. 41 παρ. 1)…»[38].
.. ii. «…Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, κάθε αποψιλούμενη έκταση με δασικό χαρακτήρα, δημόσια ή ιδιωτική, κηρύσσεται υποχρεωτικώς αναδασωτέα με μόνη την αντικειμενική διαπίστωση της συνδρομής των κατά την ανωτέρω συνταγματική διάταξη προϋποθέσεων. Η απόφαση για την αναδάσωση πρέπει να είναι πλήρως αιτιολογημένη ως προς τον χαρακτηρισμό της εκτάσεως ως δάσους ή δασικής εκτάσεως, η αιτιολογία δε αυτή μπορεί να προκύπτει και από τα λοιπά στοιχεία του φακέλου (ΣτΕ 2405/09, 4456/10, 4539/11 κ.ά.) …»[39] .

Οι θέσεις της νομολογίας δεν αφήνουν περιθώρια αμφισβητήσεων. Το ίδιο και οι απόψεις της θεωρίας[40].

21. Στην παρ. 4 του άρθρου 67 του ν. 998/1979 µετά το δεύτερο εδάφιο προστίθεται εδάφιο ως εξής: [άρθρο 6 «Περί δασωµένων αγρών και χορτολιβαδικών εκτάσεων», παρ. 3].
56 «Στις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 µπορεί να υπαχθούν και τα κοινόχρηστα ακίνητα δασικού χαρακτήρα που διατέθηκαν ως κληροτεµάχια, τα οποία εµφανίζονται στις αεροφωτογραφίες του 1945, ή εφόσον αυτές δεν είναι ευκρινείς του 1960, µε αγροτική µορφή που δασώθηκαν µεταγενέστερα»[41].
57 Πρώτα θα εντοπίσουμε τα «κοινόχρηστα ακίνητα του δημοσίου που διατέθηκαν ως κληροτεμάχια» και στη συνέχεια θα αναφερθούμε «στις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 67 ν. 998/1979 (το οποίο φέρει τον παράτιτλο «Αγροί που άλλαξαν μορφή»
α. Τα κοινόχρηστα ακίνητα δασικού χαρακτήρα που διατέθηκαν ως κληροτεμάχια
58 Ο νόμος ρυθμίζει ένα νέο νομικό καθεστώς για ορισμένα ακίνητα δασικού χαρακτήρα, τα οποία εξειδικεύει. Τα ακίνητα πρέπει να είναι:
Κοινόχρηστα. Προφανώς ο χαρακτηρισμός των ακινήτων ως κοινοχρήστων πρέπει να ανατρέχει στη χρονική περίοδο,  κατά την οποία πραγματοποιήθηκε η διάθεσή τους (από την Πολιτεία) ως κληροτεμαχίων. Οι διαθέσεις αυτές πρέπει να έγιναν πριν από το 1945 ή τουλάχιστον πριν από το 1960, αφού, κατά το νόμο, πρέπει να εμφανίζονται τα ακίνητα αυτά στις αεροφωτογραφίες των αντίστοιχων ετών. Συνεπώς, σε πρώτη ματιά, διαθέσεις μεταγενέστερες των παραπάνω ετών δεν καλύπτονται από τη συγκεκριμένη ρύθμιση. Αναδύεται όμως το ζήτημα πως θα αντιμετωπισθούν οι περιπτώσεις «επικυρώσεως ανώμαλων δικαιοπραξιών», ζήτημα που δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί στο πλαίσιο του παρόντος.
59 Δασικού χαρακτήρα. Ο χαρακτηρισμός των κοινοχρήστων αυτών ακινήτων, ως δασικού χαρακτήρα πρέπει να καλύπτει οπωσδήποτε τη σημερινή κατάσταση πραγμάτων. Αν τα ακίνητα δεν είναι σήμερα δασικού χαρακτήρα, δεν εφαρμόζεται η ερμηνευόμενη διάταξη. Αναδύεται το ειδικότερο ζήτημα από πότε κατά νόμο απαιτείται να υπάρχει ο δασικός αυτός χαρακτήρας. Κατά τη γνώμη μας, πρέπει να υπάρχει τουλάχιστον από το έτος 1945 ή το αργότερο από το έτος 1960. Αν και τότε δεν υπάρχει δασικός χαρακτήρας, δεν πρέπει να εφαρμόζεται η συγκεκριμένη διάταξη.
60 Να έχουν διατεθεί ως κληροτεμάχια. Η διάθεση αυτή εξετάσθηκε ήδη παραπάνω. Εδώ μπορεί να προστεθεί ότι πρέπει η διάθεση να είναι σύννομη, μη αμφισβητούμενη, οριστική.
61 Να εµφανίζονται µε αγροτική µορφή στις αεροφωτογραφίες του 1945, ή, εφόσον αυτές δεν είναι ευκρινείς, του 1960. Η σχετική κρίση που ανήκει στην εκάστοτε αρμόδια δασική υπηρεσία, πρέπει να είναι αιτιολογημένη και υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο. Επομένως ο νόμος αναφέρεται σε ακίνητα αγροτικής μορφής κατά τις συγκεκριμένες χρονικές περιόδους. Ο όρος «αγροτική μορφή», που είναι προφανώς ευρύτερος του όρου «αγρός» ή «αγροτική έκταση», είναι νομικός όρος, εξειδικεύεται στη συγκεκριμένη περίπτωση και υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο.
62 Να έχουν δασωθεί μεταγενέστερα. Αυτό σημαίνει ότι η δάσωση των αγροτικής μορφής εκτάσεων πρέπει να έγινε μεταγενέστερα των ετών 1945 ή 1960, αντίστοιχα. Πρόκειται για διαπίστωση ενός πραγματικού γεγονότος, που εμπίπτει στην αρμοδιότητα της οικείας δασικής υπηρεσίας, η θέση της οποίας υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο.
β. Υπαγωγή των ακινήτων αυτών στις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 67 ν. 998/1979
63 Για την κατανόηση της παραπάνω διατάξεως είναι απαραίτητη η προσφυγή σε σειρά εσωτερικών παραπομπών από διάταξη σε διάταξη.
γ. Οι εσωτερικές παραπομπές
1. Το προστιθέμενο εδάφιο στην παρ. 4 του άρθρου 67 ν. 998/1979 παραπέμπει στις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του ίδιου άρθρου.
α. Στην παρ. 2 ορίζεται ότι: «2. Εάν οι εκτάσεις της περιπτώσεως α΄ εντάσσονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 3 του παρόντος νόμου, διατηρούν τη μορφή τους και η διαχείρισή τους γίνεται, σύμφωνα με τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας.
Εάν αντιθέτως αυτές εντάσσονται στην παράγραφο 2 τότε δεν υπάγονται στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας».
64 β. Στην παράγραφο 3 ορίζονται τα ακόλουθα: «3. Ο ειδικότερος χαρακτηρισμός της έκτασης ως δάσους ή δασικής, προκειμένης της εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου αυτού, διενεργείται, εάν μεν υπάρχει αναρτημένος δασικός χάρτης από την Επιτροπή Δασολογίου Περιφερειακής Ενότητας της παρ. 5 του άρθρου 26 του ν. 3889/2010, άλλως με πράξη χαρακτηρισμού, κατά τη διαδικασία του άρθρου 14, η οποία εκδίδεται ακόμη και αν η συγκεκριµένη έκταση έχει κηρυχθεί αναδασωτέα.
Εκτάσεις για τις οποίες ισχύουν τελεσίδικες πράξεις χαρακτηρισµού του άρθρου 14 και πληρούν τις προϋποθέσεις της παρούσας διάταξης µπορεί να υπαχθούν στην παράγραφο 1 εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτηµα από τον ενδιαφερόµενο.
 Ο κατά τα ανωτέρω χαρακτηρισμός διενεργείται κατόπιν εξέτασης από τον δασάρχη ή αν δεν υφίσταται δασαρχείο, από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Δασών του νομού των τίτλων ιδιοκτησίας του ενδιαφερομένου και των συνυποβληθέντων από αυτόν σχετικών πιστοποιητικών μεταγραφής και τοπογραφικού διαγράμματος.
 Εάν η έκταση χαρακτηρισθεί ως μη υπαγόμενη στην παράγραφο 1 του άρθρου 3, η σχετική πράξη αναδάσωσης ανακαλείται» [άρθρο 6 «Περί δασωµένων αγρών και χορτολιβαδικών εκτάσεων», παρ. 2: «2. Η παρ. 3 του άρθρου 67 του ν. 998/1979 αντικαθίσταται ως εξής:»
65 γ. Επομένως έχουμε μια παραπέρα διπλή παραπομπή πρώτα στις εκτάσεις της περιπτώσεως α΄ (του άρθρου 67, παρ. 1, ν. 998/1979) και ύστερα στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 3 ν. 998/1979.
66 γ¹. Σε σχέση με τις εκτάσεις της παραπάνω περιπτώσεως α΄ ορίζονται στο νόμο τα ακόλουθα: «α. Εκτάσεις που εμφανίζονται στις αεροφωτογραφίες του 1945, ή, εφόσον αυτές δεν είναι ευκρινείς, του 1960, με αγροτική μορφή που δασώθηκαν μεταγενέστερα, ανεξάρτητα από τη µορφή που απέκτησαν αργότερα, επί των οποίων το Δημόσιο δεν θεμελιώνει δικαιώματα κυριότητας βάσει τίτλου, αναγνωρίζονται ως ιδιωτικές με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης μετά από εισήγηση του αρμοδίου δασάρχη ή του Διευθυντή Δασών εάν δεν υφίσταται Δασαρχείο στο νομό, εφόσον ο ιδιώτης προσκομίσει τίτλους ιδιοκτησίας οι οποίοι ανάγονται πριν από την 23η Φεβρουαρίου 1946 και έχουν μεταγραφεί.
Πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής που έχουν εκδοθεί για τις ανωτέρω εκτάσεις ανακαλούνται ακόμη και αν τελεσιδίκησαν δικαστικά». [Άρθρο 6 «Περί δασωµένων αγρών και χορτολιβαδικών εκτάσεων», παρ. 1: «1. Η περίπτωση α΄ της παρ. 1 του άρθρου 67 του ν. 998/1979 αντικαθίσταται ως εξής:»
67 γ².  Στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 3 ν. 998/1979 ορίζονται τα ακόλουθα: «1. Ως δάσος ή δασικό οικοσύστημα νοείται το οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό πάνω στην αναγκαία επιφάνεια του εδάφους, τα οποία, μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα χλωρίδα και πανίδα, αποτελούν μέσω της αμοιβαίας αλληλεξάρτησης και αλληλοεπίδρασής τους, ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές).
2. Δασική έκταση υπάρχει όταν στο παραπάνω σύνολο η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά».
Στο σημείο αυτό ολοκληρώθηκε ο εντοπισμός των εσωτερικών παραπομπών.
Γ. Προσεγγίσεις
68 Η πορεία από τον αγρό στο δάσος και από το δάσος στον αγρό είναι μια πορεία, όπως ιστορικά καταγράφεται, του ανθρώπου προς τη φύση. Δημιουργία του ανθρώπου είναι ο αγρός, δημιουργία της φύσης είναι το δάσος. Στην οργανωμένη κοινωνία, δηλαδή στην πολιτεία, άλλοτε σε στιγμές υπερβάσεως και άλλοτε σε χρονικά διαστήματα υποχωρήσεως, αντιμετωπίζεται η σχέση Δάσους – Αγρού ως σχέση πρόσφορη προς συνεχείς, εναλλασσόμενες και πολλές φορές αντιφατικές επεμβάσεις. Κάποτε ο άνθρωπος ζούσε από το δάσος, Σήμερα φαίνεται να προτιμά να ζει από τον αγρό, ενώ αναπνέει από το δάσος. Χωρίς την αναπνοή, όμως, δεν υπάρχει αγρός, γιατί δεν υπάρχει άνθρωπος.
69 Η διαπάλη μεταξύ δασοκτόνων και αγροκτόνων ρυθμίσεων σε τελευταία ανάλυση είναι, αυτή καθεαυτή, ανθρωποκτόνος. Όταν ο άνθρωπος παύει να καλλιεργεί για πολλά χρόνια, η φύση τον αναπληρώνει. Όταν ο άνθρωπος θέλει να επανέλθει στην καλλιέργεια για να ικανοποιήσει τρέχοντα συμφέροντα, στρέφεται με ποικίλους τρόπους κατά της φύσης, επιδιώκοντας ακόμη και με νόμους να την πληγώσει, εθελοτυφλώντας για τις συνέπειες για τις επόμενες γενιές.
70 Εάν γίνεται δεκτό, όχι ως υπόθεση εργασίας αλλά ως όρος ζωής, ότι η προστασία του δάσους υπερέχει μιας προσωρινής «ψευδοαγροτικής» ρυθμίσεως, τότε η συγκεκριμένη εξεταζόμενη διάταξη των αγρών που άλλαξαν μορφή δεν είναι απλώς «συνταγματικά ανεκτή», αλλά είναι προφανώς αντισυνταγματική, επειδή προσβάλλει το περιβαλλοντικό Σύνταγμα στα άρθρα 24 και 117, παρ. 3. Κατά τη γνώμη μας, μόνο έτσι υπηρετείται η αξία του ανθρώπου και μόνο έτσι προστατεύεται πραγματικά η προσωπικότητά του.
22. Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 67 του ν. 998/1979 αντικαθίσταται ως εξής: [άρθρο 6 «Περί δασωµένων αγρών και χορτολιβαδικών εκτάσεων», παρ. 4].
71 «Εκκρεµείς υποθέσεις του άρθρου 14 στον Δασάρχη ή στις Επιτροπές του άρθρου 10 εξετάζονται, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτηµα, από τον ενδιαφερόµενο».
Η διάταξη είναι χαρακτηριστική μιας δήθεν «φιλοαγροτικής» τοποθετήσεως του νόμου. Όσα αναφέρονται παραπάνω καταλαμβάνουν και τη συγκεκριμένη διάταξη.
72 Στον ν. 4467/2017 υπάρχουν επεμβάσεις στους νόμους 3889/20210, 3208/2003, 4280/2014 και 4389/2016. Οι επεμβάσεις αυτές θα ερευνηθούν σε επόμενη μελέτη.
ΙΙΙ. Μερικές πρώτες παρατηρήσεις στις επεμβάσεις στον ν. 998/1979
73 Η απουσία της διαβουλεύσεως είναι σημαντική. Η επιλογή του κατεπείγοντος, ενόψει του συνόλου των επεμβάσεων, δεν φαίνεται να μπορεί να θεμελιωθεί στο περιεχόμενό τους.
74 Η απουσία ρυθμίσεως ζητημάτων που εντάσσονται στο ευρύ πεδίο του Κτηματολογικού Δασικού Δικαίου είναι χαρακτηριστική. Ο συνδυασμός της δασικής νομοθεσίας προς την κτηματολογική νομοθεσία είναι σε νομοθετικό πεδίο ελλιπής, αν όχι ανύπαρκτος. Ειδικότερα, οι σχέσεις των δασικών οργάνων προς τα κτηματολογικά όργανα διέπονται από συνεχείς  διακυμάνσεις, μετακυλήσεις και εναλλαγές, με κριτήρια λιγότερο νομικά και περισσότερο άλλης μορφής.
75 Σε πολλά σημεία οι επεμβάσεις «όζουν» αντισυνταγματικότητας. Μάλιστα, σε ορισμένες περιπτώσεις η αντίθεσή τους στα άρθρα 24 και 117, παρ. 3, είναι προφανής.
Πολλές διατάξεις του ν. 4467/2017 δεν συμπλέουν με τις θέσεις της νομολογίας του ΣτΕ, κυρίως με βάση τις αποφάσεις 2818/1997 και 805/2016.
76 Επισημάναμε ότι με το προβλεπόμενο στα άρθρα 153-155 ν. 4386/2016 «σύστημα προθεσμιών» απαιτείται η πάροδος τουλάχιστον 36 μηνών για την ύπαρξη δασολογίου, υπό τις εξής συρρέουσες προϋποθέσεις:
α. Οι προβλεπόμενες προθεσμίες θα τηρηθούν σε όλες τις περιπτώσεις.
β. Η τήρηση των προθεσμιών αυτών θα πραγματοποιηθεί· παρά το συνεχή χαρακτηρισμό από τη νομολογία του ΣτΕ ότι οι προθεσμίες αυτές είναι ενδεικτικές.
γ. Θεωρείται δεδομένη η συνεργασία των προβλεπόμενων οργάνων.
δ. Δεν θα υπάρξουν εμπόδια λόγω ελλείψεως οικονομικών πόρων, υποστελεχώσεως προσωπικού και απουσίας υλικοτεχνικής υποδομής.
Η επισήμανση αυτή υπήρξε εξαιρετικά αισιόδοξη.
77 Μια ρεαλιστικότερη αντιμετώπιση της καταστάσεως προβάλλει την εικόνα του ανεφίκτου. Υπάρχει λύση; Υπό σοβαρές προϋποθέσεις δεν πρέπει να αποκλεισθεί. Επιβάλλεται, όμως, αλλαγή πορείας. Ενδεχομένως να βελτιωθεί η όλη κατάσταση, όταν εκλείψουν οι συντεχνιακές πιέσεις, όταν η Πολιτεία αντιληφθεί ότι πρέπει να διατεθούν πόροι, στελέχη και υλικοτεχνική υποδομή σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό, όταν απομακρυνθούμε από την επιβολή αρμοδιοτήτων χωρίς αμοιβή των σχετικών οργάνων και όταν το Κράτος συνειδητοποιήσει την ανάγκη υπάρξεως ενός και μόνο αποφασίζοντος αρμόδιου οργάνου[42].
78 Εάν, ως υπόθεση εργασίας, οι παραπάνω επισημάνσεις γίνονται αποδεκτές, τότε οι νομοθετικές επεμβάσεις του τρέχοντος έτους (2017) δεν προσφέρονται ούτε προς σημαντική βελτίωση ούτε προς αποτελεσματική επιτάχυνση των θεσμών των δασικών χαρτών, του δασολογίου και του δασικού κτηματολογίου.
79 Υπό τα νομικά καθεστώτα του άρθρου 2 του Μνημονίου για το Αζερμπαϊτζάν (ν. 4462/2017) καθώς και των διατάξεων του νόμου 4467/2017 «Τροποποιήσεις διατάξεων της δασικής νοµοθεσίας και άλλες διατάξεις»:
Προσβάλλεται το καθεστώς των αναδασώσεων. Στο βαθμό που θα αρχίσουν να εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις, οι πράξεις των δασικών οργάνων θα αντιτίθενται προς το άρθρο 117, παρ. 3, Συντ., θα προσβάλλονται ενώπιον του ΣτΕ και θα αναμένεται η έκδοση των σχετικών αποφάσεων, που, κατά τη γνώμη μου, θα κρίνονται σε πολύ μεγάλο βαθμό αντισυνταγματικές.
80 Οι εισαγόμενες δασοκομικές εργασίες, ως «αντάλλαγμα» της αναδασώσεως, προσκρούουν στο Σύνταγμα. Επιτρεπόμενη επέμβαση σε έκταση μικρότερη των τεσσάρων στρεμμάτων είναι εξαιρετικά «περίεργη επιτρεπόμενη επέμβαση». Εάν εξαιρέσουμε τις ανεγέρσεις «μονοκατοικιών», μια τέτοια επιτρεπόμενη επέμβαση στην περίπτωση που «δεν βρίσκεται» έκταση προς αναδάσωση ή δάσωση, μπορεί να οδηγήσει σε καταστρατήγηση του άρθρου 117, παρ. 3, με πιθανότητες που εγγίζουν το όριο της βεβαιότητας. Οι δασοκομικές εργασίες στις περιπτώσεις αυτές φέρουν τον χαρακτηριστικό «δούρειου ίππου».
81 Οι ευνοϊκές ρυθμίσεις για τη γεωργική εκμετάλλευση εκτάσεων δασικού χαρακτήρα υπερβαίνουν κατά πολύ το όριο των «συνταγματικά ανεκτών» ρυθμίσεων. Η ρύθμιση ότι, ενώ απαγορεύεται η εκχέρσωση δασών προς απόδοση σε αγροτική χρήση οποιασδήποτε φύσης καλλιέργεια, επιτρέπονται «κατασκευές που εξυπηρετούν τη γεωργική εκμετάλλευση», (όπως δεξαμενές νερού, γεωτρήσεις και υπόστεγα, περιπτώσεις ενδεικτικά αναφερόμενες), αποδυναμώνει σε τέτοιο βαθμό την απαγόρευση εκχερσώσεως, ώστε να αντιτίθεται στα άρθρα 24 και 117, παρ. 3, Συντ.
82 Ο τομέας των λοιπών επιτρεπτών επεμβάσεων διογκώνεται σε βάρος του δασικού πλούτου της χώρας. Έτσι, οι μονάδες «χερσαίων εγκαταστάσεων υδατοκαλλιέργειας µετά των απαιτουµένων συνοδευτικών και υποστηρικτικών εγκαταστάσεων για τη λειτουργική ικανότητα της δραστηριότητας» πρέπει αφενός να αντιμετωπίζονται θετικά, αφετέρου να περιορίζονται τα «απαιτούμενα συνοδευτικά και “υποστηρικτικά” έργα» στα απολύτως αναγκαία. Ιδίως προσοχή στα λεγόμενα «υποστηρικτικά» έργα.
83 Οι δασωμένοι αγροί  καλύπτουν στην ουσία «αγρωμένα» δάση.
84 Οι αποχαρακτηρισμοί και οι απομακρύνσεις των χορτολιβαδικών εκτάσεων από το δασικό πλούτο της χώρας υπηρετούν ποικίλα συμφέροντα.
85 Τέλος, οι αναβελτιώσεις και αναπεπιταχύνσεις στον τομέα των δασικών χαρτών απομακρύνουν κατά τρόπο αποτελεσματικό την κατάρτιση δασολογίου και την επίτευξη δασικού κτηματολογίου.

→ ΔΑΣΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ ΑΠΡ 2017 (II) →

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1]. Η χρήση του όρου «φρενίτιδα» μπορεί, ενόψει των αναμενόμενων νέων νομοθετικών εξελίξεων ακόμη και εντός του έτους 2017, να είναι επιεικώς ανακριβής. Για παράδειγμα, αναμένεται ακόμη η κωδικοποίηση του Δασικού Δικαίου.

[2]. Είναι η δεύτερη νομοθετική επέμβαση εντός του έτους 2017. Μάλιστα, κατά δηλώσεις αρμοδίων, επίκεινται και άλλες βελτιώσεις και επιταχύνσεις.

[3]. Βλ. σχετικά υπό το προηγούμενο νομικό καθεστώς Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, § 15, αρ. 82 επ.

[4]. Οι ίδιες εργασίες και έργα στις επιλεγόμενες εκτάσεις έχουν κατά τη διατύπωση του νόμου «σκοπό τη βελτίωση ή και προστασία τους». Όμως, μια τέτοια βελτίωση και προστασία δεν μπορεί να οδηγήσει σε ουσιαστικά αποτελέσματα. Εξ άλλου, η παραπάνω βελτίωση και προστασία των επίμαχων εκτάσεων εντάσσεται, έτσι και αλλιώς, στις κύριες υποχρεώσεις της δασικής υπηρεσίας.

[5]. Βλ. ενδεικτικά ΣτΕ 2752/2013, ΝΟΜΟΣ [Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, § 24, αρ. 20].

[6]. Βλ. ενδεικτικά ΣτΕ 2752/2013, ΝΟΜΟΣ [Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, § 24, αρ. 20].

[7]. Βλ. σχετικά Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, § 16, αρ. 83.

[8]. Υπό 3.

[9]. Είναι χαρακτηριστικό και του νέου νόμου ότι κρίνει απαραίτητο να προσδιορίσει τα μέσα αποδείξεως της κατοχής του ακινήτου. Μάλιστα, στην αιτιολογική έκθεση περιέχονται σχετικά τα ακόλουθα: «Οι ένορκες βεβαιώσεις εντάσσονται στα επώνυμα αποδεικτικά μέσα που προβλέπονται στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και κατά συνέπεια  δεν μπορούν να αποκλεισθούν (δηλαδή και χωρίς νόμο;) από τα αποδεικτικά της κατοχής ακινήτου στοιχεία με τη ρητή όμως πρόβλεψη ότι θα συνεκτιμώνται συνδυαστικά και με άλλα έγγραφα. Σύμφωνα άλλωστε με τους εθιμικούς κανόνες (;;) που εφαρμόζονταν στις χρήσεις γης και στα ζητήματα γαιοκτησίας, το δικαίωμα καλλιέργειας της γης προέκυπτε συνήθως από τη χρόνια χρήση της χωρίς να συντάσσονται τίτλοι. Επομένως (;), με την προσθήκη των ένορκων βεβαιώσεων χορηγείται ακόμη ένα εργαλείο στους καλλιεργητές που επιθυμούν να ενταχθούν στις διαδικασίες του άρθρου 47 παράγραφοι 5 επ.».

Σε σχέση με τις παραπάνω θέσεις της αιτιολογικής εκθέσεως διατυπώνονται τα ακόλουθα:

Πρώτο, ότι με νόμο και βέβαια μπορεί να αποκλεισθούν οι ένορκες βεβαιώσεις, Άλλωστε, και ο παρών νόμος αποκλίνει από τις αντίστοιχες διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας – σχετικά άρθρα 421-424 ΚΠολΔ- η πιστή εφαρμογή των οποίων φαίνεται να μην συμβαδίζει με τις θέσεις της αιτιολογικής εκθέσεως ούτε και να ανταποκρίνεται σε αυτές.

Δεύτερο, το ότι δικαίωμα καλλιέργειας της γης προέκυπτε συνήθως από τη χρόνια χρήση της χωρίς να συντάσσονται τίτλοι δε δημιούργησε καθόλου εθιμικούς κανόνες που εφαρμόζονταν στις χρήσεις γης και στα ζητήματα γαιοκτησίας. Άλλο είναι το θέμα αν υπάρχει σχετικό έθιμο σε συγκεκριμένη περιοχή που να έχει αναγνωρισθεί κατά το νόμο από δικαστική απόφαση. Αλλά ακόμη και αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, ως υπόθεση εργασίας,  δεν οδηγεί «άνευ ετέρου» στο συμπέρασμα ότι επιτρέπονται κατά την ελληνική έννομη τάξη οι ένορκες βεβαιώσεις ως αποδεικτικά μέσα στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Τρίτο, η συμπερασματική κρίση (επομένως με την προσθήκη των ένορκων βεβαιώσεων χορηγείται ακόμη ένα εργαλείο στους καλλιεργητές που επιθυμούν να ενταχθούν στις διαδικασίες του άρθρου 47 παράγραφοι 5 επ. ) δεν είναι απροσμάχητη. Η χορήγηση του πρόσθετου αυτού (έστω και συνδυαστικού) εργαλείου μπορεί να οδηγήσει  σε αποδοχή εκχερσώσεων εκτάσεων δασικού χαρακτήρα και από την άποψη αυτή δεν μπορεί να είναι ούτε «συνταγματικά ανεκτή».

[10]. Για την εμπράγματη σχέση της κατοχής, βλ. Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, § 20, αρ. 103-112, κατοχή που πρέπει να αντιδιαστέλλεται από την έννοια της διακατοχής στο πεδίο του Δασικού Δικαίου (βλ. Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, § 20, αρ. 112).

[11]. Είναι μια σημαντική περίπτωση παρουσίας της κατοχής, ως εμπράγματης σχέσης, στο Κτηματολογικό Δασικό Δίκαιο.

[12] Βλ. Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, § 16, αρ. 84 επ.

[13]. Όπως επισημάναμε (Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, § 16, αρ. 83), δεν μπορεί να γίνει δεκτό να καλύπτονται και οι παράνομες εκχερσώσεις.

[14]. Επαναλαμβάνουμε και εδώ ότι με το κριτήριο «πριν τεθεί σε ισχύ το Σύνταγμα του 1975» φαίνεται να αγνοείται μέχρι το χρονικό αυτό σημείο προηγηθείσα νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία συνέβαλε αποφασιστικά στην εισαγωγή των διατάξεων του άρθρου 24 Συντ. Σπυρόπουλος/Κοντιάδης/Ανθόπουλος/Γεραπετρίτης (-Πρεβεδούρου), ΕρμΣυντ (2017) άρθ. 95, αρ. 1.

[15]. Βλ. νέα ρύθμιση υπό το άρθρο αυτό παρακάτω περιθ. αρ. 38-42.

[16]. Ο προηγούμενος τίτλος ήταν «Κτηνοτροφική εκμετάλλευση».

[17]. Βλ. ΣτΕ Ολ 2489/2006, (υπό 11)· [Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, § 10, αρ. 119]. Επίσης την απόφαση ΣτΕ 942/2016, (υπό 12), κατά την οποία «…όπως έχει κριθεί με την απόφαση 2489/2006 της Ολομέλειας του Δικαστηρίου, κατά την έννοια των διατάξεων του ν. 1650/1986 (Α΄ 160), όπως είχαν πριν την συμπλήρωσή τους με το άρθρο 6 του ν. 2242/1994 (Α΄ 162), και των διατάξεων της 69269/5387/1990 κ.υ.α. (Β΄ 678), ερμηνευομένων εν όψει των επιταγών του άρθρου 24 του Συντάγματος, η εγκατάσταση μονάδας ιχθυοκαλλιέργειας, που από τη φύση της επάγεται οχλήσεις και για τις οικιστικές περιοχές και για το περιβάλλον, είναι επιτρεπτή, εν όψει των ορισμών των άρθρων 24 παρ. 2 και 106 παρ. 1 του Συντάγματος, μόνο σε περιοχές που εκ των προτέρων και με βάση νόμιμα κριτήρια έχουν καθορισθεί ως περιοχές προοριζόμενες για την ανάπτυξη της δραστηριότητας αυτής. Τα κριτήρια αυτά πρέπει να ανάγονται τόσο στην ανάγκη ανάπτυξης της παραγωγικής αυτής δραστηριότητας όσο και στην ανάγκη προστασίας του φυσικού, οικιστικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος, ούτως ώστε η ανάπτυξη που επιδιώκεται με την εγκατάσταση της επιχειρηματικής μονάδας να παραμένει στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας. Μέχρις ότου δε εκπονηθούν και εγκριθούν τα ολοκληρωμένα χωροταξικά σχέδια, και εφ’ όσον το ζήτημα του τόπου άσκησης της σχετικής δραστηριότητας δεν ρυθμίζεται με εγκεκριμένο ρυθμιστικό ή πολεοδομικό σχέδιο ή με Ζώνη Οικιστικού Ελέγχου, η εγκατάσταση μονάδων ιχθυοκαλλιέργειας επιτρέπεται, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, κατ’ εξαίρεση, μόνον σε ζώνες ανάπτυξης ιχθυοτροφείων, εγκρινόμενες κατά το άρθρο 24 του ν. 1650/1986, με το οποίο, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 2742/1999 (Α΄ 207), προβλεπόταν ο καθορισμός «ζωνών ανάπτυξης παραγωγικών δραστηριοτήτων». Δεν συγχωρείται δηλαδή η έκδοση διοικητικών πράξεων, με τις οποίες καθορίζεται θέση για την λειτουργία ιχθυοτροφικής μονάδας, πριν θεσπισθεί στην περιοχή ζώνη ανάπτυξης ιχθυοτροφείων κατά τη διαδικασία του άρθρου 24 του ν. 1650/1986, εκτός αν προβλέπεται χωροθέτηση ιχθυοτροφείου από εγκεκριμένη ΖΟΕ ή από εγκεκριμένο χωροταξικό ή ρυθμιστικό ή άλλο αντίστοιχο σχέδιο. Περαιτέρω, ήταν μεν ανεκτή συνταγματικώς η παρασχεθείσα με το άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 2242/1994 δυνατότητα, αν δεν έχουν ακόμη εγκριθεί χωροταξικά σχέδια και προγράμματα, να καθορίζεται η θέση εγκατάστασης δραστηριοτήτων κατά την προβλεπόμενη από τον ν. 1650/1986 διαδικασία προέγκρισης χωροθέτησης, μετά από συνεκτίμηση, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, στοιχείων χωροταξικού σχεδιασμού της ευρύτερης περιοχής, για εύλογη μεταβατική περίοδο, ορισθείσα με την ίδια διάταξη σε μία τριετία από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (3.10.1994), δηλαδή για χρονικό διάστημα επαρκές, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, ώστε να ολοκληρωθούν και εγκριθούν οι Ειδικές Χωροταξικές Μελέτες, ιδίως για τις παράκτιες περιοχές και τις μικρές νήσους που αποτελούν ευαίσθητα οικοσυστήματα (βλ. και την αιτιολογική έκθεση της σχετικής τροπολογίας που κατετέθη στο αρχικό σχέδιο νόμου και απετέλεσε εν συνεχεία το άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 2242/1994), αντίκειται όμως στο Σύνταγμα η δυνατότητα επ’ αόριστον χρήσης της ευχέρειας αυτής, η οποία χορηγήθηκε αρχικώς με το άρθρο 18 του ν. 2732/1999 (Α΄ 154) και διατηρήθηκε, ακολούθως, με το άρθρο 18 παρ. 4 του ν. 2741/1999 (Α΄ 199), μάλιστα δε και με αναδρομική ισχύ (ΣτΕ 1673/2010 κ.ά.) …».

[18]. Προσθήκη βάσει του άρθρου 3 «Λοιπές επιτρεπτές επεμβάσεις», παρ. 2, ν. 4467/2017.

[19]. Απαλείφεται η εγκατάσταση των «χερσαίων εγκαταστάσεων μονάδων υδατοκαλλιέργειας», που υπήρχε υπό το προηγούμενο νομικό καθεστώς.

[20]. Τα «απαραίτητα συνοδά έργα» είναι νομικός τεχνικός όρος, εξειδικεύεται στη συγκεκριμένη περίπτωση και υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο.

[21]. Πρόκειται για αναμενόμενες και ορθές συμπληρωματικές ρυθμίσεις.

[22]. Πρόκειται για τις «χορτολιβαδικές εκτάσεις που βρίσκονται επί ημιορεινών, ορεινών και ανώμαλων εδαφών και συγκροτούν φυσικά οικοσυστήματα αποτελούμενα από φρυγανική, ποώδη ή άλλη αυτοφυή βλάστηση ή από δασική μεν βλάστηση που δεν συνιστά δασοβιοκοινότητα». Εντύπωση προξενεί το γεγονός ότι οι συγκεκριμένες «χορτολιβαδικές εκτάσεις» δεν εντάσσονται στις δασικές εκτάσεις, διότι αλλιώς δεν έχει λόγο υπάρξεως η ειδική αναφορά σε αυτές και μάλιστα ενώ προηγούνται στο κείμενο του νόμου οι δασικές εκτάσεις. Οι χορτολιβαδικές εκτάσεις, τόσο οι δημόσιες όσο και οι ιδιωτικές, είναι προφανές ότι είναι εκτάσεις δασικού χαρακτήρα και υπό την έννοια αυτήν υπάγονται στο νομικό καθεστώς των άρθρων 24 και 117, παρ. 1 Συντ.

[23]. Δηλαδή πρόκειται για παράνομες εκχερσώσεις, που κατά τη νεότερη νομοθετική αξιολόγηση πρέπει υπό προϋποθέσεις να αποχαρακτηρισθούν, που σημαίνει να μεταπέσουν στην κατηγορία των «νόμιμων εκχερσώσεων», δεδομένου ότι η εκχέρσωση, αυτή καθ΄ εαυτή, ως πραγματικό γεγονός δε μεταβάλλεται, ούτε καν ως πλάσμα.

[24]. Το χρονικό διάστημα από «την 11η Ιουνίου 1975 και έως την 7η Μαρτίου 2007» είναι ένα «τυχαίο» χρονικό διάστημα, με την έννοια ότι δε συνδέεται με ουσιαστικά κριτήρια δασικού χαρακτήρα, αλλά αφενός με τη θέση σε ισχύ του Συντάγματος του 1975 (που θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία), αφετέρου με την ημερομηνία που ξεκίνησε η αεροφωτογράφηση του συνόλου της χώρας από την ΕΚΧΑ ΑΕ (που επίσης είναι μια τυχαία ημερομηνία, άσχετη με ουσιαστικά κριτήρια δασικού χαρακτήρα).

[25]. Πρόκειται για εισαγωγή ενός πραγματικού γεγονότος ως κριτηρίου, η διαπίστωση του οποίου εξετάζεται κάθε φορά στη συγκεκριμένη περίπτωση.

[26]. Σύμφωνα με τις διατάξεις της συγκεκριμένης παραγράφου «Δεν υπάγονται στις διατάξεις των παραγράφων 5 έως 11 του άρθρου αυτού οι εκτάσεις που υπάγονται σε ειδικό καθεστώς προστασίας, σύμφωνα με το άρθρο 19 του ν. 1650/1986, [όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 5 του ν. 3937/2011 (Α΄ 60)], εκτός αν η γεωργική εκμετάλλευση προβλέπεται από το ως άνω ειδικό καθεστώς προστασίας».

Τυχόν εκδοθέντες τίτλοι κυριότητας ανακαλούνται και το τίμημα επιστρέφεται».

Στο άρθρο 19 ν. 1650/1986, υπό τον παράτιτλο «κριτήρια χαρακτηρισμού και αρχές προστασίας» (όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 5 ν. 3937/2011) προσδιορίζονται οι περιοχές απόλυτης προστασίας της φύσης (παρ. 1), οι περιοχές προστασίας της φύσης (παρ. 2), τα φυσικά πάρκα (παρ. 3), τα εθνικά πάρκα (παρ. 3),  οι περιοχές προστασίας οικοτόπων (παρ. 4), καθώς και τα προστατευόμενα τοπία (παρ. 5). Βλ. σχετικά Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, § 11(Γ), αρ. 86-129 (με παραπέρα παραπομπές).

[27].  dasarxeio.com. 12/4/2017.

[28]. Και για τη διάταξη αυτή ισχύουν, τηρουμένων των αναλογιών, όσα αναφέρθηκαν παραπάνω υπό τον αρ. 14 (περιθ. αρ. 39 επ.)

[29]. Η νομιμότητα των σχετικών αποφάσεων του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας εξαρτάται πρώτα από τη θέση που θα ακολουθηθεί σε σχέση με την αποδοχή του περιεχομένου των σχετικών ρυθμίσεων των άρθρων 47 και 47Β, όσο και από το –αναμενόμενο- συγκεκριμένο περιεχόμενο των σχετικών υπουργικών αποφάσεων.

[30]. Ισχύει το περιεχόμενο της προηγούμενης υποσημειώσεως.

[31]. Στο άρθρο αυτό ορίζεται ότι: «Σε περίπτωση που για τη συγκεκριμένη δραστηριότητα ή έργο απαιτείται Απόφαση Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων (ΑΕΠΟ) ή υπαγωγή σε Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις (ΠΠΔ), με απόφαση του αρμόδιου Υπουργού ή του οικείου Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, τότε η έγκριση επέμβασης ενσωματώνεται αντίστοιχα σε αυτές».

[32]. ΣτΕ 3371/1995, (υπό 3). Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, § 8, αρ. 590-591· § 11(Β), αρ. 9 επ.

[33]. Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, § 8, αρ. 113-114· § 11(Β), αρ. 9 επ.

[34]. Βλ. προηγούμενη υποσημείωση.

[35]. Την ενδιάμεση αυτή κατάσταση μεταξύ συνταγματικότητας και αντισυνταγματικότητας εισήγαγε το Συμβούλιο της Επικρατείας 4499/2012 (Ολ)· επίσης, ΣτΕ 4891/2013 (υπό 12).

[36]. Σπυρόπουλος/Κοντιάδης/Ανθόπουλος/Γεραπετρίτης (- Σπυρόπουλος), ΕρμΣυντ (2017) άρθ. 1, αρ. 13. Επίσης, Σπυρόπουλος/Κοντιάδης/Ανθόπουλος/Γεραπετρίτης (-Βλαχογιάννης), ΕρμΣυντ (2017) άρθ. 26, αρ. 4-11, ιδίως 29. Σπυρόπουλος/ Κοντιάδης/ Ανθόπουλος/Γεραπετρίτης (-Τασόπουλος), ΕρμΣυντ (2017) άρθ. 87, αρ. 31 επ,

[37].  Σύμφωνα με το άρθρο 154, παρ. 9, ν. 4389/2016, «Μετά την παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 3208/2003, προστίθεται παράγραφος 6, ως εξής:

6. Μέχρι την κατάρτιση και τήρηση Δασολογίου συστήνεται Επιτροπή Δασολογίου Περιφερειακής Ενότητας στην έδρα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, με αρμοδιότητα τον, κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1, 2, 3, 4 και 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979, ειδικότερο χαρακτηρισμό των περιλαμβανομένων στον κυρωμένο δασικό χάρτη περιοχών δασικού χαρακτήρα, προκειμένης της εφαρμογής των περί των επιτρεπτών επεμβάσεων ως και των λοιπών διατάξεων της δασικής νομοθεσίας.

Η παραπάνω επιτροπή συγκροτείται με απόφαση του Συντονιστή της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης και αποτελείται από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Συντονισμού και Επιθεώρησης Δασών ως πρόεδρο, τον Προϊστάμενο της οικείας Διεύθυνσης Δασών και έναν δασολόγο τού οικείου Δασαρχείου που αφορά ο δασικός χάρτης.

Σε περίπτωση Διεύθυνσης Δασών χωρίς Δασαρχείο στην επιτροπή συμμετέχει ένας δασολόγος της οικείας Διεύθυνσης Δασών ή δασολόγος που υπηρετεί σε όμορη Περιφερειακή Ενότητα.

Με την ίδια απόφαση ορίζονται και αναπληρωτές των παραπάνω, καθώς και ο γραμματέας της, ο οποίος είναι υπάλληλος ΔΔΕ διοικητικού υπηρεσίας της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης.

Κατά των ανωτέρω αποφάσεων μπορεί να υποβληθεί προσφυγή ενώπιον του Τεχνικού Συμβουλίου Δασών από όποιον έχει έννομο συμφέρον εντός προθεσμίας σαράντα πέντε (45) ημερών.

Τα μέλη της παραπάνω επιτροπής δεν αμείβονται».

[38]. ΣτΕ Ολ 32/2013, ΕΔΔΔ 2013 100, Αρμ 2013 1161, ΝοΒ 2013 776.

[39]. ΣτΕ 1599/2014, ΝΟΜΟΣ, (υπό 6). Επίσης: ΣτΕ 1532/2006, (υπό 8). ΣτΕ 452/2014, ΝΟΜΟΣ. Βλ. ενδεικτικά Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, § 8, αρ. 84-91. Μαριά, Η νομολογιακή ερμηνεία της συνταγματικής διάταξης του άρθρου 117 § 3 για τις αναδασώσεις, ΝοΒ 2010 1936. Σπυρόπουλος/Κοντιάδης/Ανθόπουλος/Γεραπετρίτης (-Βασιλειάδης) ΕρμΣυντ (2017) άρθ. 117, αρ. 4-13. Παυλάκη, Η συνταγματική προστασία  του περιβάλλοντος (άρθρο 24 Συντ). σε dasarxeio.com , 13/3/2017, κυρίως υπό III (με πλούσιες παραπομπές σε νομολογία και θεωρία). Την  ίδια, Προϋποθέσεις κήρυξης αναδάσωσης, σε dasarxeio.com, 13/2/2017. Την ίδια, Νομιμότητα επεμβάσεων σε εκτάσεις προ της ισχύος του Συντάγματος, σε dasarxeio.com, 28/10/2016.

[40]. Βλ. προηγούμενη υποσημείωση. Επίσης: Παπαθανασόπουλο, ΔικΔασΟικοσ, σ. 72 επ. , ιδίως 83 επ. Μακρή. ΔασΔικ, σ. 100-101 και 195.

[41]. Για την έννοια και τα είδη των κλήρων (κληροτεμαχίων) βλ. Παπαστερίου, ΕποικΔ, § 4, αρ. 50 επ.

[42]. Βλ. Παπαστερίου, ΚτημΔασΔ, § 26(Β), αρ. 127-128.

* Ο κ. Δημήτριος Παπαστερίου είναι Ομότιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής ΑΠΘ. Στο πλούσιο συγγραφικό του έργο περιλαμβάνεται και το επίτομο έργο «Δασικό δίκαιο και Εθνικό Κτηματολόγιο» που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Σάκκουλα (Αθήνα – Θεσσαλονίκη).


nomiki_epikairotita-001


.
Δημοσιεύτηκε στο dasarxeio.com | 23.04.2017

.

Advertisements