Το καθεστώς ιδιοκτησίας γαιών στις Κυκλάδες στην πρόσφατη νομολογία του Αρείου Πάγου

Το καθεστώς ιδιοκτησίας γαιών στις Κυκλάδες στην πρόσφατη νομολογία του Αρείου Πάγου

Αθανάσιος Παπαθανασόπουλος,
Δικηγόρος παρ΄ Αρείω Πάγω, Διδάκτωρ Νομικής

nisia_aigaio

Στη μελέτη αναλύεται το γαιοκτητικό καθεστώς στο νεοσύστατο Ελληνικό Κράτος, η εφαρμογή του οθωμανικού δικαίου στις περιοχές του Παλαιού Βασιλείου και το ειδικό καθεστώς των Κυκλάδων και λοιπών νήσων του Αιγαίου. Επίσης γίνεται αναφορά στο άρθρο 62 του ν. 998/1979 περί τεκμηρίου κυριότητας του Δημοσίου επί δασικών και χορτολιβαδικών εκτάσεων και στα σχετικά με την αμφισβήτηση παγιωμένων ιδιωτικών εμπραγμάτων δικαιωμάτων.

Εισαγωγή

Η διαμόρφωση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των γαιών της Ελληνικής Επικράτειας συνδέεται άρρηκτα με την ιστορική καταγωγή της γαιοκτησίας στην Ελλάδα, εν όψει του γεγονότος ότι το Ελληνικό Κράτος διαδέχθηκε το Οθωμανικό Κράτος λόγω πολέμου, αλλά και με την υπογραφή διεθνών Συνθηκών. Ως εκ τούτου, το γαιοκτητικό καθεστώς που διαμορφώθηκε μετά τον υπέρ της Ανεξαρτησίας Αγώνα καθορίστηκε από το περιεχόμενο των διεθνών Συνθηκών, από την πρώιμη ελληνική νομοθεσία, αλλά και από το οθωμανικό δίκαιο, δυνάμει του οποίου είχαν καθοριστεί τα εμπράγματα δικαιώματα στις περιοχές του Οθωμανικού Κράτους που ενσωματώθηκαν στην Ελληνική Επικράτεια.

Παρά το γεγονός ότι, εν όψει των ιστορικών στοιχείων και κατ΄ εφαρμογή και ερμηνεία όλων των παραπάνω διατάξεων, παγιώθηκε από την παλαιότερη νομολογία το γαιοκτητικό καθεστώς των διαφορετικών περιοχών της χώρας, η σύγχρονη νομολογία του Αρείου Πάγου ανακινεί οψίμως το παγιωμένο γαιοκτητικό καθεστώς της χώρας, συμβάλλοντας καθοριστικά στη δημιουργία και συντήρηση μίας διαρκούς κλιμακούμενης διαμάχης μεταξύ του Ελληνικού Κράτους και των πολιτών του ως προς τη δημόσια ή ιδιωτική ιδιοκτησία σημαντικών κατηγοριών εδαφών της χώρας, με βάση μία σύγχρονη, καινοφανή ερμηνεία απωτάτου χρόνου κανόνων, οι οποίοι, δύο αιώνες μετά, εξακολουθούν να καθορίζουν τα περιουσιακά δικαιώματα των Ελλήνων στον 21ο αιώνα. Η περίπτωση των Κυκλάδων αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα παραδείγματα, δυστυχώς όμως όχι το μόνο.

Ι. Το γαιοκτητικό καθεστώς μετά την Ελληνική Επανάσταση

Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 και ο υπέρ της Ανεξαρτησίας αγώνας οδήγησαν στη δημιουργία της ανεξάρτητης Ελληνικής Επικράτειας, που αναγνωρίσθηκε με το Πρωτόκολλο των Μεγάλων Δυνάμεων (Ρωσίας, Γαλλίας, Μεγάλης Βρετανίας) της 21 Ιανουαρίου/3 Φεβρουαρίου 1830 «περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος».

Από τα άρθρα 5 και 6 του παραπάνω Πρωτοκόλλου και των σχετικών διατάξεων των ερμηνευτικών Πρωτοκόλλων της 4/16 Ιουνίου 1830 και της 19 Ιουνίου/1 Ιουλίου 1830, σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις της από 27 Ιουνίου/9 Ιουλίου 1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως «περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος», αλλά και τις διατάξεις των άρθρων 16, 18 και 21 του νόμου της 21 Ιουνίου/10 Ιουλίου 1837 «περί διακρίσεως κτημάτων», συνάγεται ότι περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου οι εξουσιαζόμενες πριν από την Επανάσταση από το Σουλτάνο εκτάσεις, τα οθωμανικά κτήματα, τα οποία κατά τη διάρκεια του πολέμου καταλήφθηκαν με τις στρατιωτικές δυνάμεις και δημεύτηκαν, καθώς και εκείνα τα οποία, κατά τον χρόνο υπογραφής των ως άνω τριών Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες από την Ελληνική Επικράτεια Οθωμανούς πρώην κυρίους τους και δεν είχαν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου περί διακρίσεως κτημάτων, όχι όμως και όσα κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης και ακολούθως κατέχονταν από Έλληνες ιδιώτες, με διάνοια κυρίου, έστω και χωρίς έγκυρο και ισχυρό τίτλο[1].

Κατά συνέπεια, το Ελληνικό Κράτος υπήρξε καθολικός διάδοχος του Οθωμανικού μόνο στις περιοχές, οι οποίες κατακτήθηκαν ενόπλως, ενώ στην περιοχές, οι οποίες παραχωρήθηκαν στο Ελληνικό Κράτος δυνάμει των Διεθνών Συνθηκών, διατηρήθηκαν τα ιδιωτικά εμπράγματα δικαιώματα[2], ενώ ο χρόνος εντός του οποίου έπρεπε να πραγματοποιηθεί η εκποίηση από τους φεύγοντες Οθωμανούς των ιδιοκτησιών τους καθορίστηκε από το άρθρο 7 της ρηθείσας Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως.

Τα κτήματα, τα οποία περιλαμβάνονταν σε περιοχές που εντάχθηκαν στην Ελληνική Επικράτεια δικαιώματι πολέμου ανήκουν ανέκαθεν στο Ελληνικό Δημόσιο, ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους, ομοίως δε ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο και τα κτήματα που δεν μεταβιβάστηκαν από τους φεύγοντες Οθωμανούς ιδιοκτήτες τους κατά τις προβλέψεις της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, αλλ΄ εγκαταλείφθηκαν από αυτούς και παρέμειναν αδέσποτα[3]. Σε κάθε περίπτωση, τα κτήματα εντός της Ελληνικής Επικράτειας διέπονταν πλέον από το ελληνικό δίκαιο και συγκεκριμένα από το βυζαντινορρωμαϊκό δίκαιο, σύμφωνα με το βασιλικό διάταγμα της 23 Φεβρουαρίου/7 Μαρτίου 1835 «περί πολιτικού νόμου» και τον νόμο της 21 Ιουνίου/10 Ιουλίου 1837 «περί διακρίσεως κτημάτων».

Ειδικότερα όσον αφορά στα δάση, με το έχον ισχύ νόμου βασιλικό διάταγμα της 17/29 Νοεμβρίου 1836 «περί ιδιωτικών δασών» θεσπίσθηκε μαχητό τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Δημοσίου επί όλων των δασών της Ελληνικής Επικράτειας, το οποίο ανατρέπεται με την απόδειξη του ιδιωτικού χαρακτήρα τους κατά τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των άρθρων 1 και 3 του εν λόγω βασιλικού διατάγματος[4].

Τόσο οι παραπάνω περιπτώσεις διαδοχής μεταξύ του Οθωμανικού και του Ελληνικού Δημοσίου (γαίες δημόσιες, αδέσποτες ή καταληφθείσες δικαιώματι πολέμου) όσο και η εφαρμογή του τεκμηρίου κυριότητας για τα δάση και τα λιβάδια αποτελούν πρωτότυπο τρόπο κτήσης για το Ελληνικό Δημόσιο της κυριότητας των παραπάνω εκτάσεων[5], υπό την προϋπόθεση ότι το Ελληνικό Δημόσιο αποδεικνύει, κατά τις σχετικές διακρίσεις, τον χαρακτήρα του ακινήτου ως αδέσποτου πριν την έναρξη ισχύος του νόμου περί διακρίσεως κτημάτων είτε την κατάληψη του ακινήτου δικαιώματι πολέμου είτε τον χαρακτήρα του ως δάσους ή λιβαδιού πριν την έναρξη ισχύος των σχετικών βασιλικών διαταγμάτων[6].

Ειδικότερα στην περίπτωση που το Ελληνικό Δημόσιο στήριζε το πρωτότυπο δικαίωμα κυριότητάς του στη διαδοχή του έναντι του Οθωμανικού κράτους δικαιώματι πολέμου, όφειλε να αποδεικνύει τον τίτλο, επί του οποίου στηρίζεται το αξιούμενο δικαίωμα κυριότητός του[7]. Συνεπώς, τα δικαστήρια εξέταζαν προσεκτικά εάν επληρούντο σε κάθε περίπτωση οι προϋποθέσεις κτήσης κυριότητας υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και δη ότι οι ιδιοκτησίες ήταν οθωμανικές, κατεχόμενες από οθωμανούς ή εγκαταλελειμμένες από αυτούς και στη συνέχεια καταληφθείσες, ως αδέσποτες, δικαιώματι πολέμου[8], χωρίς να αναγνωρίζουν καθολικό δικαίωμα του Ελληνικού Δημοσίου ως διαδόχου του Οθωμανικού Δημοσίου επί όλων των γαιών. Έτσι, δεν αναγνωριζόταν δικαίωμα κυριότητας του Δημοσίου επί ακινήτων κατεχομένων πριν την Επανάσταση από Έλληνες[9]ή επί ακινήτων που κατέλαβε το Δημόσιο και τα οποία ήταν «έρημα νομέα», όχι όμως «έρημα κυρίου», δηλαδή εγκαταλελειμμένα με πρόθεση παραίτησης από την κυριότητα και, ως εκ τούτου, αδέσποτα[10]. Ως εκ των ανωτέρω, το Δημόσιο οφείλει σε κάθε περίπτωση να αποδεικνύει τον ισχυρισμό του ότι συγκεκριμένο ακίνητο περιήλθε στην κυριότητά του δικαιώματι πολέμου[11] και ειδικότερα να αποδεικνύει ότι συγκεκριμένο ακίνητο αποτελούσε γαία εξουσιαζόμενη πριν την Επανάσταση από τον Σουλτάνο ή γαία ανήκουσα σε Οθωμανό ιδιώτη καταληφθείσα με στρατιωτικά μέσα άλλως εγκαταλελειμμένη από τον Οθωμανό κύριό της και καταληφθείσα από το Δημόσιο ως αδέσποτη[12].

xora_amorgos

Χώρα Αμοργού

Εξ άλλου, από τον συνδυασμό των σχετικών διατάξεων του Βυζαντινορρωμαϊκού Δικαίου [ν. 2 παρ. 2 Πανδ. (41.4) Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) και ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14)], του άρθρου 21 του νόμου της 21 Ιουνίου/ 10 Ιουλίου 1837 «περί διακρίσεως κτημάτων», τις διατάξεις του νόμου ΔΞΗ΄/1912 και του άρθρου 51 ΕισΝΑΚ συνάγεται ότι η κυριότητα επί ακινήτων του Δημοσίου περιέρχεται με έκτακτη χρησικτησία στους χρησιδεσπόζοντες ιδιώτες, οι οποίοι είχαν συμπληρώσει -μετά των τυχόν προκτητόρων των οποίων οι ίδιοι τυγχάνουν ειδικοί ή καθολικοί διάδοχοι- έως την 11.09.1915 τριακονταετή καλόπιστη διανοία κυρίου νομή επί των εν λόγω ακινήτων, ακόμη και επί δημοσίων δασών, εφ΄ όσον τα εκ του βδ του 1836 δικαιώματα του Δημοσίου επί των δασών δεν είναι απαράγραπτα, αλλά δεκτικά κτητικής παραγραφής[13].

Κατά συνέπεια, για τις εκτάσεις του Παλαιού Βασιλείου, οι οποίες εντάχθηκαν αμέσως στην Ελληνική Επικράτεια, ιδιωτικό δικαίωμα κυριότητας ήταν δυνατό να θεμελιωθεί με έκτακτη χρησικτησία επί οποιουδήποτε δημοσίου κτήματος, περιλαμβανομένων των δασών, υπό την προϋπόθεση ότι αποδεικνυόταν καλόπιστη νομή επί τριάντα τουλάχιστον έτη, η οποία άρχισε να ασκείται το αργότερο μέχρι την 11.09.1885.

Η σύνθεση της Ελληνικής Επικράτειας από τα εδάφη που την απαρτίζουν εμφανίζει ιδιαιτερότητες ως προς το ιδιαίτερο ιστορικό καθεστώς, τον χρόνο και τον τρόπο προσάρτησης της κάθε έκτασης. Έτσι, οι εκτάσεις που προσαρτήθηκαν πρώτες μετά την έναρξη του υπέρ της ανεξαρτησίας Αγώνα (Πελοπόννησος, Στερεά Ελλάδα, Κυκλάδες, Νήσοι Σαρωνικού, Εύβοια, Φθιώτιδα), που συχνά αποκαλούνται «Παλαιό Βασίλειο», υπάγονται στο βδ του 1836 περί ιδιωτικών δασών και το εξ αυτού συναγόμενο τεκμήριο κυριότητας του ελληνικού δημοσίου, ενώ εξαιρούνται του τεκμηρίου οι λεγόμενες «Νέες Χώρες» (Ήπειρος, Μακεδονία, Κρήτη, Νήσοι Αιγαίου)[14].

Το τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Δημοσίου διατηρήθηκε στη σύγχρονη νομοθεσία με τις διατάξεις του άρθρου 62 του ν. 998/1979, οι οποίες ωστόσο εξαιρούν ρητώς του τεκμηρίου τις Περιφέρειες των Πρωτοδικείων των Ιονίων Νήσων, της Κρήτης και των Νομών Λέσβου, Σάμου και Χίου, των νήσων Κυθήρων, Αντικυθήρων και Κυκλάδων και της Μάνης. Η εξαίρεση αυτών των περιοχών από το τεκμήριο κυριότητας οφείλεται σε ιστορικούς λόγους και αφορά σε περιοχές που υπό το οθωμανικό καθεστώς διατήρησαν την αυτονομία τους καθώς και ορισμένα προνόμια, όπως τα ιδιωτικά ιδιοκτησιακά δικαιώματα, σε περιοχές των οποίων οι γαίες ουδέποτε υποτάχθηκαν στην οθωμανική κυριαρχία και σε περιοχές, στις οποίες η Πολιτεία δεν είχε εμπράγματα δικαιώματα επί των γαιών[15].

Μάνη, φωτ.: Γιάννης Βουρλίτης

Μάνη, φωτ.: Γιάννης Βουρλίτης

Ειδικότερα ως προς το γαιοκτητικό καθεστώς των Κυκλάδων, αυτό διαμορφώνεται από το ιδιαίτερο ιστορικό προσάρτησής του στο Οθωμανικό κράτος. Τον 16ο αιώνα, αποσκοπώντας στην εκδίωξη των Γενουατών και Ενετών, οι οποίοι είχαν καταλάβει τις Κυκλάδες νήσους από τον 12ο αιώνα, οι Κυκλάδες υποτάχθηκαν οικειοθελώς και ενσωματώθηκαν ειρηνικά στο Οθωμανικό κράτος. Ως ανταμοιβή για την υποταγή τους, ο Σουλτάνος παραχώρησε ιδιαίτερα προνόμια προς τους χριστιανούς κατοίκους των Κυκλάδων, μεταξύ άλλων χαρακτηρίζοντας το σύνολο των γαιών των νήσων αυτών ως ιδιωτικές γαίες καθαράς ιδιοκτησίας, μη εξουσιαζόμενες από τον Σουλτάνο, καθεστώς που ισχύει και για τα λοιπά νησιά του Αιγαίου (με την εξαίρεση αυτών που βρίσκονται στα παράλια της Ανατολής, όπως η Χίος, η Σάμος, η Μυτιλήνη, αλλά και η Κρήτη)[16].

Πράγματι, από τα ιστορικά στοιχεία προκύπτει ότι στις περισσότερες νήσους του Αιγαίου, όπως οι Κυκλάδες και οι Σποράδες, ίσχυε καθεστώς αυτοδιοίκησης, σύμφωνα με το οποίο η διοίκηση των νήσων αποτελούσε αρμοδιότητα του Διερμηνέα (δραγομάνου) του Στόλου, αξίωμα το οποίο ασκούσαν Έλληνες[17], ενώ την εσωτερική διακυβέρνηση ασκούσαν ομογενείς προεστοί ή δημογέροντες, εκλεγόμενοι από τους κατοίκους, και όχι σπαχήδες, βοεβόδες ή άλλα οθωμανικά διοικητικά όργανα, ενώ οι νησιώτες απολάμβαναν του προνομίου της διατήρησης της ιδιωτικής και κοινοτικής τους ιδιοκτησίας[18].

Τα παραπάνω ιστορικά δεδομένα έγιναν διαχρονικώς δεκτά από τη νομολογία, σύμφωνα με την οποία το γεγονός ότι οι νήσοι του Αιγαίου περιελάμβαναν γαίες, οι οποίες στο σύνολό τους αποτελούσαν ιδιωτικές εκτάσεις πλήρους ιδιοκτησίας, μη εξουσιαζόμενες από τον Σουλτάνο, θεωρήθηκε παγίως ως «πασίδηλο» και «παγκοίνως γνωστό»[19]. Η άνω παγία νομολογία αφορά τις γαίες των συγκεκριμένων νήσων του Αιγαίου αδιακρίτως, ανεξάρτητα από τον ειδικότερη μορφή τους, αποκλείοντας ακόμη και το νόμιμο τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Δημοσίου επί των δασών και των λιβαδιών. Άλλωστε, για τους παραπάνω ιστορικούς λόγους, ο αποκλεισμός εφαρμογής του τεκμηρίου κυριότητας κατοχυρώθηκε και νομοθετικώς για πολλές περιοχές της Ελληνικής Επικράτειας, μεταξύ των οποίων οι περισσότερες νήσοι του Αιγαίου, περιλαμβανομένων ρητώς των Κυκλάδων, με τη διάταξη του άρθρου 62 παρ. 2 του ν. 998/1979, η οποία εισήγαγε εξαίρεση στη διάταξη του άρθρου 62 παρ. 1, με την οποία επαναδιατυπώθηκε το τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Δημοσίου επί των δασών, των δασικών και των χορτολιβαδικών εκτάσεων.

Συνεπώς, προκειμένου περί όλων των παραπάνω γαιών, εφ΄ όσον το Ελληνικό Δημόσιο δεν διαθέτει πρωτότυπο τίτλο κτήσης κυριότητας κατά τη σύστασή του μετά την Επανάσταση, ο οποίος έγκειται στην ύπαρξη του αμάχητου τεκμηρίου που πηγάζει από τα Πρωτόκολλα της Ανεξαρτησίας της Ελλάδας σε συνδυασμό με τη νομοθεσία περί δημοσίων κτημάτων ή στα νόμιμα τεκμήρια για τα δάση και τα λιβάδια, κάθε επικαλούμενο δικαίωμα κυριότητας επί των γαιών αυτών, απουσία δικονομικού προνομίου, πρέπει να στηρίζεται αποδεδειγμένα στον νόμιμο τρόπο κτήσης των επικαλουμένων εμπραγμάτων δικαιωμάτων, αδιαφόρως εάν το δικαίωμα κυριότητας επικαλείται το Δημόσιο ή ιδιώτης[20].

Εξ άλλου, για τις γαίες των Κυκλάδων γίνεται δεκτό ότι οι πάσης φύσεως μεταβιβάσεις, ως επί ακινήτων καθαράς ιδιοκτησίας, επιτρεπόταν να λάβουν χώρα ακόμη και με απλά ιδιωτικά έγγραφα, τα οποία αποτελούσαν νόμιμο τρόπο μεταβίβασης καθ΄ όσον σύμφωνα με τον ιερό Μουσουλμανικό Δίκαιο, που κατίσχυε των νεότερων Οθωμανικών νόμων, τα ακίνητα καθαράς ιδιοκτησίας εξομοιώνονταν με κινητά και δεν απαιτείτο μεταγραφή τους στα κτηματολογικά βιβλία[21]. Περαιτέρω, αφ΄ ενός το γεγονός ότι τα νησιά αυτά κατοικούντο από Χριστιανούς και αφ΄ ετέρου το γεγονός ότι το Οθωμανικό Κράτος δεν ασκούσε εμπράγματα δικαιώματα επί των γαιών των νήσων αυτών αποκλείει στην πράξη της ύπαρξη στις περιοχές αυτές τίτλων μεταβίβασης ή παραχώρησης δικαιωμάτων φυσικής εξουσίασης του οθωμανικού δικαίου (χοτζέτια, ταπία).

ΙΙ. Η πρόσφατη νομολογία του Αρείου Πάγου

Με την υπ΄ αριθ. 454/2011 απόφαση του Γ΄ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου[22] παραπέμφθηκε στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ως θέμα γενικότερου ενδιαφέροντος, το ζήτημα της κτήσης ιδιοκτησίας από το Ελληνικό Δημόσιο δικαιώματι πολέμου σε νήσο των Κυκλάδων. Το σκεπτικό της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου[23] έχει ως εξής:

Σύμφωνα με τον Οθωμανικό νόμο Περί Γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274, οι γαίες διακρίνονται στις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ), στις οποίες περιλαμβάνονται τα βοσκοτόπια και τα δάση, τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια), τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ) και τις νεκρές γαίες (μεβάτ). Εξ άλλου, σύμφωνα με τα Πρωτόκολλα του Λονδίνου της 3.2.1830, 4/16.6.1830 και 19.6/1.7.1830, σε συνδυασμό με την από 9.7.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, το Ελληνικό Δημόσιο αποκτά την κυριότητα στα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία είχε καταλάβει κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα και είχε δημεύσει κατά τη διάρκεια του πολέμου, καθώς και σε εκείνα τα οποία, κατά τον χρόνο της υπογραφής των Πρωτοκόλλων, είχαν εγκαταλειφθεί από τους αποχωρούντες Οθωμανούς κυρίους τους, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου της 21.6/3.7.1837 «περί διακρίσεως δημόσιων κτημάτων», περιερχόμενα κατά το άρθρο 16 αυτού στην κυριότητα του Δημοσίου ως αδέσποτα.

tinos_

Τήνος

Κατά το σκεπτικό του Αρείου Πάγου, τα παραπάνω ισχύουν κατ΄ αρχήν και για τις νήσους του Αιγαίου, όμως λόγοι ιστορικής ιδιαιτερότητας διαμόρφωσαν ιδιαίτερο ιδιοκτησιακό καθεστώς στις Κυκλάδες, αφού οι γαίες των νησιών αυτών χαρακτηρίσθηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές, ανήκουσες στην κατηγορία των ακινήτων καθαράς ιδιοκτησίας, τα οποία, μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από τον Σουλτάνο, ουδέ κατεχόμενα από Οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου. Ωστόσο, πάντοτε κατά το σκεπτικό του Αρείου Πάγου, το παραπάνω προνομιακό καθεστώς των γαιών των Κυκλάδων ισχύει μόνο προκειμένου περί γαιών καθαράς ιδιοκτησίας, ενώ για εκτάσεις που αφορούσαν τα δάση, τους αιγιαλούς, τα κοινόχρηστα, τις βοσκές και τις εκτάσεις που, λόγω της μορφής τους, δεν εξουσιάζονταν από κανένα, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου. Και τούτο, διότι οι εκτάσεις αυτές παρέμειναν προσδιορισμένες κατά την ταυτότητά τους ως τμήμα της χώρας του Οθωμανικού Κράτους και ουδέποτε εξουσιάστηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλ΄ υπήγοντο στην απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού.

Αν και η συγκεκριμένη κρίση του Αρείου Πάγου, στηρίζεται εν πολλοίς στον ιδιαίτερο χαρακτήρα των υπό κρίση εδαφών ως ανεπίδεκτων φυσικής εξουσίασης, εφ΄ όσον εν προκειμένω επρόκειτο για τα γκρεμνά της καλδέρας της Σαντορίνης, για τα οποία προέκυπτε ειδικώς αφ΄ ενός ότι η μορφολογία του εδάφους (απότομες κλίσεις, σύσταση εδάφους), οι φυσικοί παράγοντες (ένταση ανέμων, βροχές, διαφορά θερμοκρασίας) και τα εξ αυτών φυσικά φαινόμενα (διάβρωση, διολίσθηση εδάφους) καθιστούσαν αδύνατη τη φυσική εξουσίαση και εκμετάλλευσή τους από τον άνθρωπο και αφ΄ ετέρου η έκπαλαι διαχείριση των γκρεμνών ως δημοσίων εδαφών, σύντομα αποδείχθηκε ότι η εν λόγω απόφαση δεν αποσκοπούσε απλώς στην προστασία της καλδέρας, αφού το σκεπτικό της υιοθετήθηκε εκ νέου αυτολεξεί από πλέον πρόσφατες αποφάσεις του Αρείου Πάγου, οι οποίες μάλιστα αφορούν στα λιβάδια και τα βοσκοτόπια των Κυκλάδων[24], παρά την αντίθετη επιμονή δικαστηρίων της ουσίας[25].

Έτι περαιτέρω, η εκ των άνω αποφάσεων 1830/2014, αναιρεί την 133/2012 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, παρά την επίκληση από το παραπονούμενο Δημόσιο του βδ/τος της 3/15.12.1833 για τα λιβάδια, όχι λόγω εσφαλμένης εφαρμογής των διατάξεων του διατάγματος αυτού, αλλά για παραβίαση των διατάξεων των Πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, με το σκεπτικό ότι, εφ΄ όσον δεν προέκυψε ότι το επίδικο ακίνητο εξουσιάστηκε από οποιονδήποτε ιδιώτη, ώστε ν΄ αποτελέσει αντικείμενο καθαρής κυριότητας ή δικαιώματος που μετεξελίχθηκε σε κυριότητα, το ακίνητο αυτό περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ως διαδόχου του Τουρκικού Κράτους «δικαιώματι πολέμου».

ΙΙΙ. Κριτική θεώρηση της πρόσφατης νομολογίας του Αρείου Πάγου

1. Ο χρόνος εφαρμογής της Οθωμανικής γαιοκτητικής νομοθεσίας

Οι σημαντικότερες οθωμανικές διατάξεις εν αναφορά προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς των οθωμανικών γαιών και ειδικότερα των δασών είναι αυτές του Νόμου «Περί Γαιών» της 7ης Ραμαζάν 1274 και της Οδηγίας περί Ταπίων της 7ης Σαμπάν 1276, δηλαδή κατά το χριστιανικό ημερολόγιο των ετών 1858 και 1874, αντιστοίχως, ο δε ειδικός νόμος περί δασών της 11ης Σεββάλ 1286, ανάγεται στο χριστιανικό έτος 1870.

Σύμφωνα με τα άρθρα 51 και 55 ΕισΝΑΚ, η προ της εισαγωγής του Αστικού κώδικα κτήση εμπραγμάτων δικαιωμάτων κρίνεται βάσει του δικαίου που ίσχυε κατά τον χρόνο, κατά τον οποίο έλαβαν χώρα τα γενεσιουργά των δικαιωμάτων αυτών πραγματικά γεγονότα[26].

Κατά συνέπεια, όλες οι παραπάνω διατάξεις της οθωμανικής νομοθεσίας εφαρμόζονται μόνο επί των εδαφών που κατά την εισαγωγή των διατάξεων αυτών τελούσαν ακόμη υπό οθωμανική κατοχή ή στις οποίες εξακολουθούσε η εφαρμογή του οθωμανικού δικαίου. Αντιθέτως, το σύνολο των διατάξεων αυτών δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστεί στις γαίες του Παλαιού Βασιλείου, οι οποίες υπήχθησαν στην ελληνική νομοθεσία πολύ πριν θεσπιστούν και τεθούν σε ισχύ οι εν λόγω οθωμανικές διατάξεις. Στις εκτάσεις αυτές, στις οποίες αρχήθεν ίσχυσε η ελληνική νομοθεσία, το οθωμανικό δίκαιο, ως αλλοδαπό δίκαιο, δεν έβρισκε πλέον πεδίο εφαρμογής, πλην ως ερμηνευτικό βοήθημα στο πλαίσιο της διάγνωσης από τη δικαιοσύνη και τις αρμόδιες επιτροπές των ιδιοκτησιακών ζητημάτων και της εξέτασης των ιδιοκτησιακών εγγράφων που είχαν καταρτιστεί κατά τους κανόνες του οθωμανικού δικαίου. Ακόμη και στην περίπτωση αυτή, ως οθωμανικό δίκαιο νοείται ορθώς όχι το σύνολο της παραπάνω μεταγενέστερης οθωμανικής νομοθεσίας, αλλά το προϋπάρχον ιεροκρατικό μη συστηματοποιημένο δίκαιο, όπως διαμορφωνόταν και εφαρμοζόταν μέσα από τις αποφάσεις των ιεροδικών (καδήδων) και τις ερμηνείες των νομοδιδασκάλων (μουφτήδων)[27]. Εν τούτοις, στη θεωρία και τη νομολογία γίνεται συχνά επίκληση της κατηγοριοποίησης των γαιών δυνάμει της νεότερης οθωμανικής νομοθεσίας εν αναφορά προς παλαιότερο χρόνο, κατά τον οποίο η κατηγοριοποίηση αυτή δεν υφίστατο και συνεπώς δεν παρήγε νομικά αποτελέσματα, με αποτέλεσμα να προκαλείται εννοιολογική σύγχυση[28].

anafi

Ανάφη, 1941

Συγκεκριμένα, το οθωμανικό δίκαιο υποδιαιρείται χρονικά σε τρία στάδια. Το παλαιότερο ισλαμικό ιεροκρατικό δίκαιο (Seri΄a) πηγάζει ευθέως από την εφαρμογή του Κορανίου. Μετά την ίδρυση του κράτους των Οσμανιδών, περί το 1300 μ.Χ., ξεκίνησε προοδευτικά η δημιουργία της πολιτικής οθωμανικής νομοθεσίας, με την έκδοση νομοθετικών διατάξεων (Kanun) και την εν συνεχεία κωδικοποίησή τους (Kanunname), από τους Σουλτάνους. Η διαμόρφωση της έννοιας της «δημόσιας ιδιοκτησίας» άρχισε σταδιακά να διαμορφώνεται με βάση τους γενικούς κωδικοποιημένους κανόνες του Σουλτάνου Mehmed II, οι οποίοι εκδόθηκαν κατά τα έτη 855 έως 886, ήτοι κατά το χριστιανικό ημερολόγιο τα έτη 1451 έως 1481, όπως τροποποιήθηκαν με τους κανόνες του Σουλτάνου Bayezid II του έτους 907 (1501) και μεταγενέστερα τους κανόνες του Σουλτάνου Suleyman I. Τέλος, η ολοκλήρωση της οθωμανικής γαιοκτητικής νομοθεσίας επήλθε με τη μεταρρυθμιστική νομοθεσία (tanzimat) των διαταγμάτων των ετών 1839 και 1856, που οδήγησαν στον κωδικοποιημένο νόμο περί Γαιών της 7ης Ramazan 1274, ήτοι του χριστιανικού έτους 1858, με τον οποίο διαχωρίζονται οι γαίες σε πέντε κατηγορίες (ιδιόκτητες, δημόσιες, αφιερωμένες, κοινόχρηστες, νεκρές). Ειδικότερα για τα δάση, η τυπική υπαγωγή ορισμένων κατηγοριών δασών στην οθωμανική κρατική ιδιοκτησία ανάγεται στο άρθρο 1 του ειδικού περί δασών νόμου της 11ης Sevval 1286 (1870)[29].

Κατά συνέπεια, κατά τον χρόνο διαμόρφωσης του γαιοκτητικού καθεστώτος των Κυκλάδων, ήτοι στις αρχές του 16ου αιώνα, δεν υφίστατο η διάκριση των γαιών του νόμου περί Γαιών ούτε το ιδιοκτησιακό καθεστώς των δασών του ειδικού νόμου περί δασών, αλλ΄ ίσχυαν οι κανόνες του ιεροκρατικού δικαίου, σύμφωνα με τους οποίους η γη ανήκει στον Θεό και στον επί γης αντιπρόσωπό του, τον Καλίφη – Σουλτάνο. Η έννοια της κυριότητας στο ιερό μουσουλμανικό δίκαιο δεν συμπίπτει με εκείνη του ρωμαϊκού και του σύγχρονου δικαίου, δηλαδή ενός δικαιώματος που περιλαμβάνει μερικότερες ειδικές εξουσίες (usus, fructus, abusus, νομή, κληρονομική διαδοχή κ.λπ.), αλλά νοείται ως ενιαία εξουσία, προσεγγίζοντας περισσότερο την έννοια της ιδιοκτησίας (mulk), την οποία κατέχει ο Σουλτάνος, ως εκπρόσωπος του Θεού, και την παραχωρεί νομίμως είτε λόγω καλλιέργειας, σε εκείνον ο οποίος επανέφερε διά της καλλιέργειας στη ζωή νεκρή γη, μη κατεχόμενη από άλλον, είτε υπό την ιδιότητα του λαφύρου. Στη δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνονται οι κατακτηθείσες γαίες, ανεξαρτήτως της μορφολογίας, της φύσης και του προορισμού τους, και οι οποίες διακρίνονται στις δεκατιζόμενες γαίες, που παραχωρούνται στους κατακτητές – αγωνιστές της ισλαμικής πίστεως ή στους προκατόχους των γαιών, εφ΄ όσον εκείνοι μυήθηκαν στο Ισλάμ πριν την κατάκτησή τους, και στις φορολογούμενες γαίες, που παραχωρούνται στους αλλόθρησκους προκατόχους τους έναντι καταβολής φόρου[30].

Ειδικότερα ως προς τα δάση και τις βοσκές, αξίζει παρενθετικώς να σημειωθεί ότι ακόμη και κατά τη νεότερη, ολοκληρωμένη γαιοκτητική οθωμανική νομοθεσία, τα δάση και οι βοσκές μπορούσαν να αποτελέσουν ακίνητα καθαράς ιδιοκτησίας, είτε απ΄ ευθείας, κατά τις ρητές διατάξεις της οθωμανικής νομοθεσίας[31] είτε συνεπεία παραχώρησης από το οθωμανικό Δημόσιο επί τέτοιων εδαφών ιδιωτικών δικαιωμάτων εξουσίασης (tassaruf) προσιδιαζόντων σε εμπράγματο ιδιοκτησιακό δικαίωμα[32]. Σε κάθε περίπτωση, η ύπαρξη κατά παραχώρηση εμπράγματων δικαιωμάτων επί δασών και βοσκοτόπων κατά το οθωμανικό δίκαιο, δεκτικών κατοχύρωσης κατά το ελληνικό δίκαιο ως δικαιωμάτων ιδιωτικής κυριότητας, αναγνωρίστηκε ρητώς από τα έχοντα ισχύ νόμου βδ/γμα του 1833 και του 1836 για τα λιβάδια και τα δάση, αντιστοίχως, και τη σχετική με αυτά νομολογία.

Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα ιστορικά στοιχεία, οι γαίες των Κυκλάδων παραχωρήθηκαν από τον Σουλτάνο στους Χριστιανούς κατοίκους τους εν όψει της οικειοθελούς υποταγής τους στην κυριαρχία του με την ιδιότητα του λαφύρου, ως φορολογούμενες γαίες, κατ΄ εφαρμογή του ισχύοντος ιεροκρατικού δικαίου. Ως εκ τούτου, η τοιαύτη παραχώρηση αφ΄ ενός έλαβε χώρα κατά «πλήρη ιδιοκτησία», εφ΄ όσον δεν χωρούσε παραχώρηση μερικότερων εμπραγμάτων δικαιωμάτων και αφ΄ ετέρου αφορούσε στο σύνολο των γαιών των Κυκλάδων, ανεξαρτήτως της μορφολογίας, της φύσης και του προορισμού τους, και χωρίς ασφαλώς να είναι δυνατόν να εμφιλοχώρησαν οι διακρίσεις του μεταγενέστερου κατά τρεις αιώνες οθωμανικού νόμου περί Γαιών, ώστε το σύνολο το γαιών των Κυκλάδων υπήχθησαν στην έννοια των ακινήτων «καθαράς ιδιοκτησίας» (mulk).

Σε αντιπαραβολή με όλα τα παραπάνω, το σκεπτικό της υπ΄ αριθ. 1/2013 και των ομοίων με αυτή μεταγενέστερων αποφάσεων του Αρείου Πάγου αναφέρει: «Εξ άλλου, κατά τα άρθρα 1-3 του Οθωμανικού νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274 οι γαίες διακρίνονται στις ακόλουθες πέντε κατηγορίες … Επακολούθησαν τα πρωτόκολλα του Λονδίνου της 3.2.1830, 4/16.6.1830 και 19.6-1.7.1830 … σε συνδυασμό με την από 9.7.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως … Λόγοι ιστορικής ιδιαιτερότητας διαμόρφωσαν ιδιαίτερο νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς στις Κυκλάδες. Ειδικότερα οι γαίες των νησιών αυτών χαρακτηρίσθηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές ανήκουσες στην κατά τα άρθρα 1 και 2 του από 7ης Ραμαζάν έτους 1274 Οθωμανικού νόμου «περί γαιών» κατηγορία των καθαράς ιδιοκτησίας ακινήτων, τα οποία εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των μέχρι τότε κυρίων αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο όμως καταβολής εγγείου φόρου … Τούτο, όμως, συμβαίνει εφ΄ όσον πρόκειται περί γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, ενώ και για τα νησιά των Κυκλάδων, μεταξύ των οποίων και η Σαντορίνη, σύμφωνα με τα ως άνω Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, για εκτάσεις που αφορούσαν τα δάση, τους αιγιαλούς, τα κοινόχρηστα, τις βοσκές και τις εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου. Και τούτο, διότι οι εκτάσεις αυτές παρέμειναν προσδιορισμένες κατά την ταυτότητά τους ως τμήμα της χώρας του Οθωμανικού Κράτους και οι οποίες ουδέποτε εξουσιάστηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλ΄ υπήγοντο υπό την απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού».

Στο παραπάνω σκεπτικό, ο Άρειος Πάγος αναφέρεται στη διάκριση των γαιών σύμφωνα με τον οθωμανικό νόμο περί Γαιών, τον οποίο «επακολούθησαν» τα Πρωτόκολλα του Λονδίνου και η Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, γεγονός που υποδηλώνει πλήρη σύγχυση ως προς τη χρονική τοποθέτηση του οθωμανικού νόμου περί Γαιών, ο οποίος στην πραγματικότητα θεσπίστηκε σχεδόν τριάντα χρόνια μετά την υπογραφή των Πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως. Περαιτέρω, αν και ορθώς γίνεται δεκτό ότι οι γαίες των Κυκλάδων αναγνωρίστηκαν ως ιδιωτικές φορολογούμενες γαίες κατ΄ εφαρμογή του ιεροκρατικού δικαίου, ταυτόχρονα κατηγοριοποιούνται με βάση τον κατά τρεις αιώνες μεταγενέστερο του χρόνου διαμόρφωσης του εν λόγω γαιοκτητικού καθεστώτος νόμο περί Γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274 (1858). Ακολούθως συνδέεται η εφαρμογή των Πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως με τις κατηγορίες γαιών που κατά τη διάκριση του νόμου περί Γαιών δε αποτελούν ακίνητα καθαράς ιδιοκτησίας, δηλαδή τις δημόσιες γαίες (δάση βοσκές), τις κοινόχρηστες υπέρ των κοινοτήτων γαίες (αιγιαλοί, κοινόχρηστα) και τις νεκρές γαίες (εκτάσεις μη εξουσιαζόμενες από κανένα).

Δεν χωρεί αμφιβολία ότι η ταυτόχρονη αντιμετώπιση του γαιοκτητικού καθεστώτος των Κυκλάδων υπό το πρίσμα του ιεροκρατικού δικαίου και του νόμου περί Γαιών είναι από ιστορική και νομική άποψη αδιανόητη και αδύνατη. Καθίσταται επίσης πρόδηλο ότι η ερμηνεία των Πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως με βάση το περιεχόμενο του νόμου περί Γαιών συνιστά εσφαλμένη εφαρμογή όλων των ειρημένων διατάξεων, αλλά και των άρθρων 51 και 55 ΕισΝΑΚ. Τέλος, η παραδοχή ότι τα δάση και οι βοσκές περιλαμβάνονται αυτοδικαίως στην οθωμανική δημόσια κτήση ως ανεπίδεκτα ιδιωτικής εξουσίασης, αποκλειομένων των εννοιών του ιδιωτικού δάσους και της ιδιωτικής βοσκής αποτελεί εσφαλμένη ερμηνεία και ευθεία παραβίαση των διατάξεων του νόμου περί Γαιών και του Ειδικού νόμου περί Δασών.

Τήνος Εξωμβούργο, φωτ.: Ευγενία Κουμαντάρου

Τήνος Εξωμβούργο, φωτ.: Ευγενία Κουμαντάρου

2. Το τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου έναντι του άρθρου 62 παρ. 2 του ν. 998/1979

Οι υπό ανάλυση αποφάσεις του Αρείου Πάγου δεν αναφέρουν ως πρωτότυπο τίτλο κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επί των γαιών των Κυκλάδων το τεκμήριο κυριότητας που συνάγεται από τα β.δ. του 1833 και του 1836 για τα λιβάδια και τα δάση, αντιστοίχως, αλλά την εφαρμογή των Πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, που επίσης θεμελιώνει πρωτότυπο τίτλο κτήσης κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου. Εν τούτοις, κριτήριο στην πρόσφατη νομολογία του Αρείου Πάγου για την αποδοχή της θεμελίωσης του δικαιώματος κυριότητας του Δημοσίου στις γαίες των Κυκλάδων αποτελεί προδήλως ο χαρακτήρας ή μη των γαιών αυτών ως δασών ή λιβαδιών[33].

Εξ άλλου, η εκ των προσφάτων αποφάσεων του Αρείου Πάγου 1842/2014, προκειμένου να απορρίψει προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης, σύμφωνα με τον οποίο κατά παράβαση του άρθρου 62 του ν. 998/1979 δεν τάχθηκε το βάρος της απόδειξης σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο, ισχυριζόμενο ότι το κείμενο στις Κυκλάδες επίδικο ακίνητο περιήλθε στην κυριότητά του λόγω της δασικής ή χορτολιβαδικής μορφής του, όφειλε να αποδείξει την κυριότητά του, δέχθηκε ότι το Δημόσιο υποχρεώθηκε να αποδείξει «ότι το εν λόγω ακίνητο προ της ισχύος του βδ/τος 17-29.11.1836 αποτελούσε δάσος … χωρίς εντός έτους από της δημοσιεύσεως του προαναφερομένου Βασιλικού Διατάγματος να προσαχθεί στην γραμματεία του Υπουργείου Οικονομικών νόμιμος τίτλος επ΄ αυτώ από ιδιώτη» . Με την κρίση του αυτή, ο Άρειος Πάγος δέχθηκε ότι το Δημόσιο έφερε το βάρος της απόδειξης μόνον ως προς τον δασικό χαρακτήρα του ακινήτου, εφαρμοστέου κατά τα λοιπά του εκ του βδ/τος του 1836 τεκμηρίου κυριότητας υπέρ του Δημοσίου, κατ΄ ευθεία παράβαση της διάταξης του άρθρου 62 παρ. 2 του ν. 998/1979, σύμφωνα με την οποία η απόδειξη του δασικού χαρακτήρα ακινήτου στις Κυκλάδες δεν παρέχει κανένα δικονομικό προνόμιο στο Δημόσιο ως προς τη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητας.

Εν πάση περιπτώσει, το άρθρο 62 παρ. 2 του ν. 998/1979, ακόμη και μετά την πρόσφατη τροποποίησή του από τον ν. 4280/2014[34], προβλέπει ότι για τα δικαιώματα επί δασών, δασικών και χορτολιβαδικών εκτάσεων που κείνται εντός ορισμένων Περιφερειών της χώρας, μεταξύ των οποίων και οι Κυκλάδες, σε όλες τις περιπτώσεις διένεξης μεταξύ του Δημοσίου και ιδιώτη, το Δημόσιο δεν απολαύει του δικονομικού προνομίου του τεκμηρίου κυριότητας, συνεπώς κάθε διάδικος οφείλει να αποδεικνύει τους τίτλους, στους οποίους στηρίζονται τα δικαιώματα που επικαλείται.

Κατά συνέπεια, η παραδοχή του Αρείου Πάγου, κατά την οποία η μορφή μίας έκτασης ως δάσους ή λιβαδιού εξασφαλίζει κατ΄ αμάχητο τεκμήριο πρωτότυπο τίτλο κτήσης κυριότητας στο Ελληνικό Δημόσιο, αδιαφόρως εάν η παραδοχή αυτή ερείδεται στη νομική βάση των β.δ. του 1833 και του 1836 ή σε εκείνη των Πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, παραβιάζει ευθέως τις κείμενες ρητές διατάξεις του άρθρου 62 του ν. 998/1979.

Πρέπει μάλιστα να σημειωθεί ότι εν προκειμένω η νομολογία του Αρείου Πάγου όχι μόνον αγνοεί την ευμενέστερη δικονομική αντιμετώπιση από το άρθρο 62 του ν. 998/1979 των δασών και των χορτολιβαδικών εκτάσεων των Κυκλάδων έναντι των λοιπών περιοχών του Παλαιού Βασιλείου, αλλά προβαίνει έτι περαιτέρω στη δυσμενέστερη δικονομική αντιμετώπιση των δασών και λιβαδιών των Κυκλάδων έναντι των αντιστοίχων εκτάσεων στις υπόλοιπες περιοχές του Παλαιού Βασιλείου. Πράγματι, ενώ στις μη εξαιρούμενες από το άρθρο 62 παρ. 1 του ν. 998/1979 περιοχές το Δημόσιο διαθέτει μαχητό τεκμήριο, έναντι του οποίου ο ιδιώτης δύναται να αντιτάξει νόμιμο παράγωγο τίτλο κτήσης κυριότητας, όπως η μεταβίβαση μεταξύ Οθωμανού και Έλληνα ιδιώτη δικαιώματος εξουσίασης που είχε παραχωρηθεί από το Οθωμανικό Κράτος με ταπίο, στις Κυκλάδες, σύμφωνα με την πρόσφατη νομολογία του Αρείου Πάγου, οι δασικές και λιβαδικές γαίες ανήκουν κατ΄ αμάχητο τεκμήριο στο Ελληνικό Δημόσιο, με το σκεπτικό ότι αυτές δεν εξουσιάζονταν από κανένα, ενώ καθίσταται σαφές ότι η δυνατότητα κτήσης ιδιωτικού δικαιώματος μέσω οθωμανικών τίτλων (ταπίων) δεν υφίσταται στις νήσους των Κυκλάδων, εφ΄ όσον σε αυτές δεν υπήρχαν οθωμανικές ιδιοκτησίες, και τούτο διότι, στην πραγματικότητα, το γαιοκτητικό καθεστώς των νήσων αυτών διαμορφώθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, υπό το καθεστώς του ιερού μουσουλμανικού νόμου και όχι υπό αυτό των πολύ μεταγενέστερων περί ταπίων διατάξεων[35].

Σέριφος 1950

Σέριφος 1950

3. Η εφαρμογή των Πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως

α) Η υπό ανάλυση πρόσφατη νομολογία του Αρείου Πάγου θεμελιώνει την πρωτότυπη κτήση κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου ως διαδόχου του Οθωμανικού στην εφαρμογή των Πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, των παραπάνω διεθνών Συνθηκών ερμηνευομένων σε συνδυασμό με τις διατάξεις του οθωμανικού νόμου «περί Γαιών» και του ελληνικού νόμου «περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων». Εν τούτοις, είναι αδιανόητη η εφαρμογή και ερμηνεία των παραπάνω διεθνών Συνθηκών με βάση τον οθωμανικό περί γαιών νόμο, ο οποίος κατά τη σύναψη των Συνθηκών δεν υφίστατο, αλλά θεσπίστηκε πολύ αργότερα, το έτος 1858. Η σύνδεση, η οποία επιχειρείται εκ μέρους του Αρείου Πάγου μεταξύ των παραπάνω διεθνών Συνθηκών και του οθωμανικού νόμου περί γαιών, οφείλεται προδήλως σε σύγχυση ως προς τον χρόνο θέσπισης και εφαρμογής των διαφορετικών ειρημένων διατάξεων.

Περαιτέρω, εν όψει των διατάξεων των άρθρων 51 και 55 ΕισΝΑΚ, κατά τις οποίες η προ της εισαγωγής του Αστικού κώδικα κτήση εμπραγμάτων δικαιωμάτων κρίνεται βάσει του δικαίου που ίσχυε κατά τον χρόνο, στον οποίο έλαβαν χώρα τα γεγονότα, επί των οποίων θεμελιώνεται το δικαίωμα κυριότητας, για τις νήσους των Κυκλάδων ο χρόνος αυτός, δηλαδή ο χρόνος ειρηνικής προσάρτησης των Κυκλάδων στο Οθωμανικό Κράτος, ανάγεται στην περίοδο ισχύος του ιερού μουσουλμανικού δικαίου. Κατά συνέπεια, τα Πρωτόκολλα του Λονδίνου και η Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως δεν δύναται να ερμηνεύονται παρά μόνον εν όψει των κανόνων του οθωμανικού ιεροκρατικού δικαίου.

Εν πάση περιπτώσει, στις περιοχές του Παλαιού Βασιλείου, μεταξύ των οποίων οι Κυκλάδες, που ανήκουν αρχήθεν στην Ελληνική Επικράτεια και στις οποίες εφαρμόζεται το ελληνικό δίκαιο, εν προκειμένω ο νόμος της 21.6-3.7.1837 «περί διακρίσεως δημόσιων κτημάτων», είναι αδιανόητη η επίκληση και εφαρμογή κανόνων του μεταγενέστερου αλλοδαπού δικαίου και δη του οθωμανικού νόμου περί Γαιών. Συνεπώς τόσο η εφαρμογή του οθωμανικού νόμου περί Γαιών ως αλλοδαπού δικαίου εντός της Ελληνικής Επικράτειας όσο και η εφαρμογή του μεταγενέστερου αλλοδαπού δικαίου σε συνδυασμό με τη σύγχρονη αντίστοιχη ελληνική νομοθεσία του νόμου περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων είναι αδιανόητη.

β) Η πρόσφατη εφαρμογή από τη νομολογία του Αρείου Πάγου των Πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως ως τίτλων πρωτότυπης κτήσης κυριότητας εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου επί των γαιών των Κυκλάδων είναι αντίθετη με την παλαιότερη παγία σχετική νομολογία του ίδιου δικαστηρίου.

Πράγματι, κατά τα προαναφερθέντα, εφ΄ όσον το Ελληνικό Δημόσιο επεκαλείτο ως τίτλο κυριότητας το δικαίωμα του πολέμου, όφειλε να αποδείξει τη γενεσιουργό αιτία του αξιούμενου δικαιώματος κυριότητας, δηλαδή να αποδείξει ότι συγκεκριμένο ακίνητο αποτελούσε είτε δημόσια γαία, δηλαδή έκταση εξουσιαζόμενη πριν την Επανάσταση από τον Σουλτάνο, είτε ιδιωτική γαία Οθωμανού, καταληφθείσα με στρατιωτικά μέσα ή εγκαταλελειμμένη από τον Οθωμανό κύριό της και στη συνέχεια καταληφθείσα ως αδέσποτη από το Δημόσιο. Κατά παράβαση των ανωτέρω, οι πρόσφατες αποφάσεις του Αρείου Πάγου ανάγουν την ένταξη μίας έκτασης σε οποιαδήποτε κατηγορία του νόμου περί Γαιών άλλη από εκείνη των γαιών πλήρους ιδιοκτησίας, και κυρίως τον δασικό η λιβαδικό χαρακτήρα μίας έκτασης, σε τεκμήριο εξουσίασης της έκτασης αυτής από τον Σουλτάνο, επί του οποίου στηρίζεται η ακόλουθη κτήση του δικαιώματος του Ελληνικού Δημοσίου από τον πόλεμο, χωρίς το Δημόσιο να αποδεικνύει την πραγματική εξουσίαση συγκεκριμένης έκτασης από τον Σουλτάνο.

Πέραν της κατά τα ανωτέρω ετεροχρονισμένης εφαρμογής των αλλοδαπών και ανεφάρμοστων διατάξεων του οθωμανικού νόμου περί Γαιών, η εφαρμογή του νομοθετήματος αυτού από τον Άρειο Πάγο τυγχάνει εσφαλμένη και κατά το ουσιαστικό περιεχόμενο των διατάξεών του, σύμφωνα με τις οποίες, ως προελέχθη, τα δάση και οι βοσκές επ΄ ουδενί περιλαμβάνονται αυτοδικαίως στην οθωμανική δημόσια κτήση ως ανεπίδεκτα ιδιωτικής εξουσίασης, γεγονός που, ακόμη και σύμφωνα με τον οθωμανικό νόμο περί Γαιών, ενισχύει την υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να αποδείξει την πραγματική εξουσίαση από τον Σουλτάνο συγκεκριμένης έκτασης, την κυριότητα της οποίας αξιώνει, ανεξαρτήτως της φύσης και του προορισμού αυτής. Ιδιαιτέρως ενδεικτική της ανατροπής του βάρους της απόδειξης είναι διατύπωση της ΑΠ 1830/2014, κατά την οποία, εφ΄ όσον δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο εξουσιάσθηκε από οποιονδήποτε ιδιώτη και με την έννοια αυτή δεν αποτέλεσε αντικείμενο καθαρής κυριότητας ή δικαιώματος που μετεξελίχθηκε σε κυριότητα, περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ως διαδόχου του τουρκικού κράτους δικαιώματι πολέμου.

IV. Έννομες συνέπειες της πρόσφατης νομολογίας του Αρείου Πάγου

Κατ΄ εφαρμογή της πρόσφατης νομολογίας του Αρείου Πάγου το Δημόσιο διαθέτει πρωτότυπο τίτλο κυριότητας δικαιώματι πολέμου επί όλων των εκτάσεων που, λόγω της μορφής και του προορισμού τους, κατατάσσονται σε οποιαδήποτε από τις κατηγορίες του οθωμανικού νόμου περί Γαιών του 1858 πλην εκείνης των γαιών καθαράς ιδιοκτησίας και κυρίως στα δάση τις βοσκές και τους αιγιαλούς. Στην περιοχή των Κυκλάδων, για τις εκτάσεις αυτές ο μόνος τρόπος θεμελίωσης ιδιωτικού δικαιώματος κυριότητας είναι η απόδειξη τριακονταετούς καλόπιστης διανοία κυρίου νομής, συμπληρωθείσας το αργότερο μέχρι την 11.09.1915, γεγονός εξαιρετικά δύσκολο να αποδειχθεί, εν όψει και της χρονικής απόστασης των προς απόδειξη πράξεων νομής.

Κατά συνέπεια, τίθεται πλέον σε αμφισβήτηση το ιδιοκτησιακό καθεστώς του συνόλου των δασών και των χορτολιβαδικών εκτάσεων του Νομού Κυκλάδων, οι οποίες καλύπτουν περίπου το 1/3 της συνολικής επιφάνειας των νήσων αυτών[36], ενώ το αυτό ισχύει και για τις λοιπές νήσους του Αιγαίου που απολάμβαναν παρόμοια προνόμια με τις Κυκλάδες (όπως οι Σποράδες), ακόμη και για το σύνολο των περιοχών του άρθρου 62 που εξαιρούνται από το τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου, με εξαίρεση τα Ιόνια νησιά[37] και την Κρήτη[38].

andros_nimporio

Άνδρος Νημποριό (androsfilm vanglouk)

Πέραν της δημιουργίας νέων αμφισβητήσεων ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς των ελληνικών γαιών με βάση τους κανόνες που ίσχυαν κατά τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους ήδη προ σχεδόν δύο αιώνων, οι πρόσφατες νομολογιακές θέσεις του Αρείου Πάγου, άγουν στην όψιμη αμφισβήτηση πληθώρας ιδιωτικών εμπράγματων δικαιωμάτων, τα οποία καλοπίστως εθεωρούντο διαχρονικώς από τον πολίτη ως παγιωμένα ήδη από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα και τα οποία διαχρονικώς έχουν αναγνωριστεί από το Ελληνικό Κράτος, και δη από την παγία έως τούδε νομολογία των Δικαστηρίων, την κείμενη νομοθεσία (άρθρο 62 του ν. 998/1979), αλλά και τις αρμόδιες διοικητικές αρχές (σύνταξη συμβολαιογραφικών πράξεων, μεταγραφή τους στο υποθηκοφυλακείο, είσπραξη φόρων μεταβίβασης – κληρονομίας, είσπραξη δημοτικών τελών κ.λπ.).

Κατ΄ αυτό τον τρόπο, η κατά τα ανωτέρω αντιμετώπιση από την κρατική εξουσία του ιδιοκτησιακού ζητήματος των επίμαχων εκτάσεων φαίνεται να αντιβαίνει τόσο στην υπερνομοθετική προστασία της ιδιοκτησίας σύμφωνα με το Σύνταγμα της Ελλάδος και με την ΕΣΔΑ όσο και στις βασικές αρχές του δημοσίου δικαίου, ήτοι στην αρχή της προστασίας της εμπιστοσύνης του διοικουμένου στις πράξεις της Πολιτείας, ως ειδικότερη εκδήλωση της γενικότερης αρχής του Κράτους Δικαίου, στην αρχή «non venire contra factum proprium», η οποία απαγορεύει την αντιφατική συμπεριφορά του Δημοσίου σε βάρος κεκτημένων ιδιωτικών δικαιωμάτων και στην αρχή της χρηστής διοίκησης[39], με κίνδυνο έγερσης μαζικών ιδιωτικών αξιώσεων σε βάρος του Δημοσίου ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για παράβαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ[40].

Η οριστική επίλυση των παραπάνω ιδιοκτησιακών ζητημάτων, ειδικώς δε σε σχέση με τα δάση και τις χορτολιβαδικές εκτάσεις, εφ΄ όσον προφανώς δεν δύναται να προκύψει από νομολογιακές ερμηνευτικές διαδρομές, πρέπει να προέλθει από τον νομοθέτη, αφού γίνει αντιληπτό ότι τόσο η οικονομική ανάπτυξη όσο και η προστασία του περιβάλλοντος στον σύγχρονο κόσμο δεν άπτεται της συνεχούς διόγκωσης της δημόσιας περιουσίας του Δημοσίου, αντιθέτως προϋποθέτει απαραιτήτως τη νομική και οικονομική «ηρεμία» που πηγάζει από την ασφάλεια του δικαίου και των συναλλαγών.

———-  ———-

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] ΑΠ 472/1899 περιοδικό Θέμις (Θ), ΙΑ΄, σ. 347, ΑΠ 269/1898, Θ Ι΄, σ. 34.

[2] ΑΠ 186/1856, ΕφΑθ 1162/2002 περιοδικό Νομικό Βήμα (ΝοΒ) 2002, σ. 1281, ΕφΑθ 4153/2007 ΝοΒ 2007,2073, ιδίως την υπ΄ αριθ. 9/348/1.07.1958 Γνωμοδότηση Νομικού Συμβούλου Υπουργείου Γεωργίας, Ε. Κουρουσόπουλου, Δασική ιδιοκτησία και διαχείρισις, 1978, σ. 197-199. Η. Αναστασιάδης, Η διοίκησης των κτημάτων τον συγχρόνου Κράτους, 1911, σ. 25 επ., Ν. Ιωαννίδης, «Πείρα», τ. 5, σ. 3228 επ.

[3] ΑΠ 289/1898 Θ ΙΘ’, σ. 36. Άρθρο 16 του νόμου περί διακρίσεως κτημάτων.

[4] ΦΕΚ 69/1.12.1936. Παρόμοιο τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου θεσπίστηκε και για τα λιβάδια με το β.δ. της 3/15 Δεκεμβρίου 1833 «περί ορισμού του φόρου βοσκής …», το οποίο ορίζει ότι «όλα τα λειβάδια διά την επικαρπίαν των οποίων δεν έχει τίς να παρουσιάσει έγγραφον (ταπί) εκδοθέν επί Τουρκικής εξουσίας, θεωρούνται ως δημόσια και η νομή αυτών μένει ως και μέχρι τούδε εις το Δημόσιο».

[5] ΠΠρΑθ 12147/1980 περιοδικό Αρχείο Νομολογίας (ΑρχΝ) 1983, σ. 365.

[6] ΑΠ 290/1893 περιοδικό Εφημερίς Ελληνογαλλικής Νομολογίας (ΕφημΕλλΓαλλΝομ) 1893, σ. 276, ΑΠ 198/1932 Θ ΜΓ΄, σ. 597-598, Γ. Νάκος, Το νομικό καθεστώς των τέως δημοσίων οθωμανικών γαιών, 1984, σ. 105 επ.

[7] ΑΠ123/1868, ΑΠ 327/1857, Γ. Νάκος, Αι «Μεγάλαι Δυνάμεις» και τα «εθνικά κτήματα της Ελλάδος», 1976, σ. 536.

[8] ΑΠ 148/1855, ΑΠ 3/1856, ΑΠ 80/1897 Θ Η΄, σ. 472, ΑΠ 294/1901 Θ ΙΓ΄ σ. 164.

[9] ΑΠ 199/1885, ΑΠ 102/1867, ΑΠ 319/1867, ΑΠ 284/1868.

[10] ΑΠ 346/1857.

[11] ΑΠ 325/2002 περιοδικό Χρονικά Ιδιωτικού Δικαίου (ΧρΙΔ) 2003, σ. 713, ΑΠ 269/1909 Θ ΚΑ΄, σ. 68.

[12] Λ. Κιτσαράς, Δημόσια κτήματα. Κυκλάδες …, ΧρΙΔ 2003, σ. 753-754.

[13] ΑΠ 380/1904 Θ 1905, σ. 161, ΑΠ 296/1935 περιοδικό Εφημερίς Ελλήνων Νομικών (ΕΕΝ) 1935, σ. 255, ΑΠ 234/1957 ΝοΒ 1957, σ. 799, ΑΠ 2106/2007 περιοδικό Ελληνική Δικαιοσύνη (ΕλλΔικ) 2008, σ. 504, ΑΠ 1870/2007 ΕλΔικ 2008, σ. 219, ΑΠ 97/2007 ΕλΔικ 2007, σ. 1450, ιδίως Κ. Βόλτης, Δάση δημόσια και χρησικτησία, ΝοΒ 1997, σ. 161 επ.

[14] ΣτΕ 920/1937, 1104/1938, ιδίως Θ. Τζαναβάρας, Νομικαί πραγματικότητες και δασικόν κτηματολόγιον, ΝοΒ 24,747 επ. Στις εκτάσεις αυτές, στις οποίες διατηρήθηκε η εφαρμογή της Οθωμανικής νομοθεσίας, στην οποία ο θεσμός της χρησικτησίας ήταν άγνωστος, ήταν αδύνατη η κτήση κυριότητας σε βάρος του Δημοσίου με έκτακτη χρησικτησία.

[15] Α. Γεωργιάδης, Το ιδιοκτησιακό των Μανιατών: Τα κτήματα στη Μάνη και το τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Δημοσίου, περιοδικό ΜΑΝΗ, τ. 40, 2006.

[16] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, εκδ. Αθηνών, τ. Ι, σ. 154, Π. Κοντός, Δασική Πολιτική ιδία εν Ελλάδι, 1929, σ. 284, Ν. Ελευθεριάδης, Γνωμοδότηση, ΕλλΔικ 1926, σ. 58, Ν. Ελευθεριάδης, Μοναστηριακαί Γαίαι …, 1939, σ. 69 επ. και σ. 133, Ε. Κουρουσόπουλος, Δασική ιδιοκτησία και διαχείρισις, 1978, σ. 231, Β. Παπαχρήστου, Αντιδικίες δημοσίου – ιδιωτών επί των δασών – δασικών εκτάσεων, 1995, σ. 63, Λ. Κιτσαράς, Δημόσια κτήματα. Κυκλάδες …, ΧρΙΔ 2003, σ. 755, Α. Γεωργιάδης, Η κυριότητα του Δημοσίου επί των αδέσποτων ακινήτων στις νήσους των Κυκλάδων, ΧρΙΔ 2005, σ. 857, «Διασάφηση» του ν. της 26 Μαΐου – 7 Ιουνίου 1835 (ΦΕΚ 20/1835 – Παράρτημα), Δ. Δημητρόπουλος, Όρια και σύνορα στην αγροτική γη των νησιών του Αιγαίου στα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας, Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών – Laboratoire de Demographie Historique της Ecole des hautes etudes en sciences sociales, Κ. Άμαντος, Οι προνομιακοί ορισμοί του μουσουλμανισμού υπέρ των Χριστιανών, Ελληνικά, τ. 9, 1936, σ. 127-136, Ε. Κούκκου, Οι κοινοτικοί θεσμοί στις Κυκλάδες κατά την Τουρκοκρατίαν, 1980, σ. 25-45, Ζ. Κεσσές, Γνωμοδότηση, 20.03.2014,

[17] Ε. Κούκκου, Θεσμοί και προνόμια του Ελληνισμού μετά την Άλωση, 1988, σ. 223 επ.

[18] Λ. Κοτσίρης, Ιδιοκτησιακό καθεστώς δασών και βοσκοτόπων της νήσου Σκύρου και το περιεχόμενο του εν Σκύρω ισχύοντος δικαιώματος χορτονομής, Αρμ 1983, σ. 12 επ., ιδίως την υπ΄ αριθ. 289/1.11.1844 γνωμοδότηση της τριμελούς Επιτροπής διαφιλονικούμενων δασών της Γραμματείας επί των Οικονομικών, η οποία συστάθηκε το 1842 κατ΄ εφαρμογή του βδ του 1836 περί ιδιωτικών δασών.

[19] ΑΠ 200/1934 ΕΕΝ Α΄, σ. 467, ΕφΛαρίσης 139/2014, ΕφΑιγαίου 133/2012, ΕφΑιγαίου 139/2010, ΕφΑιγαίου 110/2009, ΕφΑιγαίου 83/2009, ΕφΑιγαίου 24/2007 ΕφΑιγαίου 195/2003 ΑρχΝ 2004, σ. 337, ΕφΛαρίσης 219/1989, ΜΠρΒόλου 313/2009 περιοδικό Αρμενόπουλος (Αρμ) 2009, σ. 1513, ΠΠρΝάξου 62/2004 ΧρΙΔ 2005, σ. 825, ΜΠρΘεσ 23526/2010, ΠΠρΑθ 12147/1980 ΑρχΝ 1983, σ. 365.

[20] Λ. Κιτσαράς, ό.π., σ. 753-756, ΝΣΚ 441/1980.

[21] ΑΠ 1135/1975 ΝοΒ 24, σ. 419, ΑΠ 466/1957 ΝοΒ 6, σ. 115, ΑΠ 200/1934 ΕΕΝ Α΄, σ. 467, Β. Παπαχρήστου, ό.π., σ. 63, Ε. Κουρουσόπουλος, ό.π., σ. 202.

[22] ΝοΒ 2011, σ. 2177.

[23] ΑΠ Ολ 1/2013 ΝοΒ 2013,701,734. Με την απόφαση αυτή υιοθετείται το σκεπτικό της ΕφΑιγαίου 51/2007 ΝοΒ 2008,2654.

[24] ΑΠ 1411/2014, ΑΠ 1830/2014, ΑΠ 1842/2014, ΑΠ 160/2014.

[25] Ιδίως ΕφΛαρίσης 131/2014, η οποία δέχεται ότι για δάσος στις νήσους Σποράδες, οι γαίες των οποίων, όποια και αν ήταν η φύση και ο προορισμός τους, όπως και των περισσότερων νήσων του Αιγαίου, ανήκαν πριν την Επανάσταση σε ιδιώτες, το Δημόσιο πρέπει να αποδείξει, πλην της δασικής μορφής, κτήση κυριότητας με νόμιμο τρόπο του Αστικού Κώδικα ή ειδικών νόμων.

[26] ΠΠΛαρίσης 6/1989 Αρμ 1989, σ. 754.

[27] Γ. Νάκος, Εξελικτικές Διακυμάνσεις του Οθωμανικού Ιδιοκτησιακού Συστήματος, 1986, σ. 63 επ., Β. Γιωτάκης, Ιδιοκτησιακό ζήτημα δασικών εδαφών της Ελλάδας (Συνέδριο), Αθήνα, 1991, Γεωτεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας, σ. 165, Ι. Στεργιόπουλος, Δασικαί – αγροτικαί – παραλιακαί εκτάσεις, 1973, σ. 31-32.

[28] Γ. Νάκος, Εξελικτικές Διακυμάνσεις …, ό.π., σ. 21. Πράγματι, είναι αδιανόητη η εφαρμογή -ή έστω η επίκληση ως ερμηνευτικού βοηθήματος- του οθωμανικού νόμου περί Γαιών, που θεσπίστηκε το έτος 1858, στις περιοχές του Παλαιού Βασιλείου, στις οποίες ίσχυε ήδη από μακρού χρόνου η ελληνική νομοθεσία και για τις οποίες η (μεταγενέστερη) οθωμανική νομοθεσία αποτελεί αλλοδαπό δίκαιο.

[29] Γ. Νάκος, Το νομικό καθεστώς …, ό.π., σ. 54 επ., Γ. Νάκος, Εξελικτικές Διακυμάνσεις …, ό.π., σ. 21επ., Α.Ζ. Καλλικλής, Το οθωμανικόν δίκαιον εν Ελλάδι, 1931, σ. 39 επ., Μ. Τσεγγελίδου, Το ζήτημα των βακουφικών ιδιοκτησιών της Καβάλας και της νήσου Θάσου …, σ. 136.

[30] Α.Ζ. Καλλικλής, ό.π., σ. 21-23.

[31] Άρθρο 1 του ειδικού νόμου περί Δασών και άρθρα 26 επ. του νόμου περί Γαιών, ιδίως Γ. Νάκος, Το νομικό καθεστώς …, ό.π., σ. 175-176, Β. Παπαχρήστου, ό.π., σ. 65.

[32] Ιδίως Β. Παπαχρήστου, ό.π., σ 65, Γ. Νάκος, Εξελικτικές Διακυμάνσεις …, ό.π., σ. 31.

[33] ΑΠ 2191/2013: με την απόφαση αυτή -μεταγενέστερη της ΑΠ Ολ 1/2013- γίνεται δεκτό το σκεπτικό του Εφετείου Αιγαίου, κατά το οποίο «είναι παγκοίνως γνωστό ότι κατά την εποχή της τουρκοκρατίας οι Κυκλάδες αποτελούνταν στο σύνολο τους “εξ ιδιωτικών γαιών καθαράς ιδιοκτησίας”» και απορρίπτεται το επικαλούμενο από το Δημόσιο δικαίωμα κυριότητάς του, εφ΄ όσον δεν αποδεικνύεται ο χαρακτήρας του επιδίκου ως λιβαδιού ή δάσους, κατ΄ εφαρμογή των β.δ. του 1833 και του 1836 για τα λιβάδια και τα δάση, αντιστοίχως.

[34] Ιδίως Α. Παπαθανασόπουλος, Δίκαιο των δασικών οικοσυστημάτων – Συμπλήρωμα (ενημέρωση με τον ν. 4259/2014 και τον ν. 4280/2014), 2014, σ. 77 επ. Σημειώνεται ότι, εν όψει της τροποποίησης του άρθρου 62 του ν. 998/1979, προτάθηκε η αφαίρεση των Κυκλάδων από τις περιοχές, οι οποίες εξαιρούνται νομοθετικώς της εφαρμογής του τεκμηρίου κυριότητας του Δημοσίου, προς εναρμόνιση της νομοθεσίας με την απόφαση ΑΠ Ολ 1/2013 (ιδίως απόφ. 24/2014 του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Άνδρου), παρά ταύτα η εξαίρεση των Κυκλάδων διατηρήθηκε στο τροποποιημένο από τον ν. 4280/2014 άρθρο 62 εδ. 2 του ν. 998/1979.

[35] Β. Παπαχρήστου, ό.π., σ. 63.

[36] Ιδίως απόφαση 24/2014 του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Άνδρου.

[37] Εν όψει του ιδιαίτερου νομικού καθεστώτος των Ιονίων Νήσων (Επτάνησος Πολιτεία), το Ιόνιο Κράτος δεν είχε στην ιδιοκτησία του δάση και εν γένει δημόσια κτήματα, ενώ και η επιγενόμενη ελληνική νομοθεσία δεν προέβλεψε την κυριότητα του διάδοχου Ελληνικού Κράτους επί των δασών των νήσων αυτών.

[38] Με το άρθρο 51 του ν. 4102/1929 παραχωρήθηκε στις Κοινότητες της Κρήτης η κυριότητα των εντός των διοικητικών τους ορίων βοσκοτόπων, ενώ με την υπ΄ αριθ. 51098/434/1958 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας τα κατεχόμενα από ιδιώτες, Κοινότητες ή Μονές δάση της Κρήτης χαρακτηρίστηκαν ως «διακατεχόμενα».

[39] Α. Τάχος, Ελληνικό Διοικητικό Δίκαιο, 2003, σ. 75 επ., Γ. Κατρούγκαλος, Η προστασία της εμπιστοσύνης του πολίτη προς το Κράτος, περιοδικό Διοικητική Δίκη (ΔιΔικ) 1993,940, Ε. Κουτούπα – Ρεγκάκου, Η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικουμένου, Αρμ 1995,1380, Α. Γεωργιάδης – Μ. Σταθόπουλος, ΕρμΑΚ, άρθρο 281.

[40] Το ΕΔΑΔ κρίνει ότι η θεμιτή εκ μέρους του Δημοσίου επιδίωξη της προστασίας των δασών δεν απαλλάσσει το Κράτος από την ευθύνη του να παρέχει επαρκή προστασία σε άτομα που έχουν τη νομή ή την κυριότητα περιουσίας καλή τη πίστει (υποθέσεις 3589/2002 και 46372/1999).

nomiki_epikairotita-001


.
Δημοσιεύτηκε στο dasarxeio.com | 10.12.2016


Advertisements

2 thoughts on “Το καθεστώς ιδιοκτησίας γαιών στις Κυκλάδες στην πρόσφατη νομολογία του Αρείου Πάγου

  1. “Το ζήτημα εντέλει της ιδιοκτησίας των δασών, των δασικών εδαφών και των λιβαδίων, σε σχέση με τη διεκδίκησή τους, και των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί αυτών, ιδιαίτερα στις περιοχές της χώρας με ειδικό καθεστώς, στις οποίες δεν ισχύει το τεκμήριο του Δημόσιου, διευθετήθηκε με τη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 2 του νόμου 998/1979, η οποία προστέθηκε με την παράγραφο 3 του άρθρου 32 του νόμου 4280/2014, όπου ορίζεται ότι, οι εκτάσεις που προστατεύονται με τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας θεωρούνται δημόσιες, εκτός κι αν υπάγονται σε μία από τις περιπτώσεις του άρθρου 10 του νόμου 3208/2003 (στο οποίο αυτό άρθρο αναφέρονται οι περιπτώσεις που το ελληνικό δημόσιο δε διεκδικεί δικαιώματα κυριότητας επί δασών, δασικών εκτάσεων και χορτολιβαδικών). Βάσει αυτής της διάταξης, όλα τα δάση κ.λπ. ανά την Ελλάδα θεωρούνται δημόσια πλην των περιπτώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 10 του νόμου 3208/2003. Αποτελεί μια σαφή διάταξη νομίζουμε, οριστικού τερματισμού διενέξεων κι αμφισβητήσεων ως προς τα δικαιώματα του Δημοσίου επί δασών, δασικών και χορτολιβαδικών εκτάσεων, που δίνει τη δυνατότητα στο δημόσιο να προστατεύει ανεμπόδιστα τη δασική ιδιωτική του περιουσία, που αποτελεί ταυτόχρονα και φυσικό αγαθό.”

    Η ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ ΣΤΑ ΔΑΣΗ, Αλήθειες για την γαιοκτησία στην Ελλάδα, Αντώνης Καπετάνιος, Δημοσίευση 20/11/2014 Dasarxeio

    • Αγαπητέ κ Παπαδόπουλε καλησπέρα σας. Σας ευχαριστώ πολύ για το ενδιαφέρον σας και τη συμβολή σας με την ανάρτηση του αποσπάσματος κειμένου του κ Καπετάνιου που παραθέσατε ως έκφραση -από όσο μπορώ να συνάγω- αντίθεσής σας στα γραφόμενα στη μελέτη του κ Παπαθανασόπουλου. Προς αποφυγή: αφενός μεν δημιουργίας σύγχυσης όσον αφορά το περιεχόμενο της μελέτης που αναρτήθηκε, αφετέρου δε της τυχόν αποσπασματικής και εσφαλμένης ερμηνείας του κειμένου του κ Καπετάνιου που συνδυάστηκε με τη μελέτη, θεώρησα ορθό να σημειωθεί ότι σε περιπτώσεις όπως οι σχολιαζόμενες στη μελέτη, η κρίση για το εφαρμοστέο ιδιοκτησιακό καθεστώς διαμορφώνεται με βάση το κριτήριο του άρθρου 62 παρ. 2 του ν 998/79, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο που αφορά η υπόθεση και αναφέρει ρητά ο συγγραφέας, κάτι που ωστόσο δεν αναφέρεται στο απόσπασμα κειμένου που επικαλείσθε. Η διάταξη του άρθρου 62 παρ. 2 του ν. 998/1979, όπως ίσχυε στην προκειμένη υπόθεση, εφαρμόζεται όσον αφορά το βάρος της απόδειξης, δηλ. το Δημόσιο, ισχυριζόμενο ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε στην κυριότητά του λόγω της δασικής ή χορτολιβαδικής μορφής του, όφειλε να αποδείξει την κυριότητά του, κάτι που δεν έγινε ή έγινε με εντελώς εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων που εφαρμόστηκαν στις σχολιαζόμενες δίκες στον Άρειο Πάγο και αυτό είναι και το αντικείμενο της μελέτης του κ Παπαθανασόπουλου. Η διάταξη επομένως του άρθρου 2 παρ. 3 ν. 998/79 δεν εφαρμόζεται απαρέγκλιτα ως αφορισμός, όπως τουλάχιστον αφήνετε να διαφανεί συνδέοντάς τη με την αναφορά του κ Καπετάνιου, αλλά ελέγχεται παγίως η συνδρομή της διατάξεως του άρθρου 62 του ως άνω νόμου σε περιπτώσεις σαν τις συγκεκριμένες στη μελέτη. Στην προκειμένη υπόθεση το άρθρο 62 παρ. 2 δεν εφαρμόσθηκε, με αποτέλεσμα να έχουμε παράβαση νόμου για την οποία αναλυτικά αναφέρεται ο συγγραφέας στη μελέτη του. Εύχομαι πως κάπως διασαφηνίζουν αυτά τη συγκεκριμένη θέση και σε κάθε περίπτωση, σας ευχαριστώ και πάλι πολύ για το σχόλιό σας και τον χρόνο σας που αφιερώσατε και παραμένω στη διάθεσή σας για κάθε περαιτέρω διευκρίνιση.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s