Η ισχύς των οθωμανικών ιδιωτικών τίτλων ιδιοκτησίας επί των δασών σύμφωνα με τη νομολογία του Αρείου Πάγου

Η ισχύς των οθωμανικών ιδιωτικών τίτλων ιδιοκτησίας επί των δασών σύμφωνα με τη νομολογία του Αρείου Πάγου

Αθανάσιος Παπαθανασόπουλος,
Δικηγόρος παρ΄ Αρείω Πάγω, ΔΝ

oitiΤοπίο στην Οίτη

Η αξιολόγηση της ισχύος των ιδιωτικών τίτλων κτήσης εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί των δασών εν όψει του τεκμηρίου κυριότητας υπέρ του Δημοσίου, κατ΄ εφαρμογή του βασιλικού διατάγματος της 17-29 Νοεμβρίου 1836 «περί ιδιωτικών δασών», αποτελεί διαχρονική πρόκληση για την ελληνική δικαιοσύνη, η οποία διά μέσου διαφορετικών προσεγγίσεων, αδυνατεί μέχρι σήμερα -σχεδόν δύο αιώνες μετά τη θέσπιση του τεκμηρίου κυριότητας- να επιλύσει κατά τρόπο οριστικό το σημαντικό αυτό ζήτημα, επί του οποίου η πρόσφατη νομολογία του Αρείου Πάγου εισάγει και πάλι νέα δεδομένα.

Εισαγωγή

Το τεκμήριο κυριότητας, το οποίο εισήχθη με το βδ/γμα του 1836,[1] με τη διαχρονική εφαρμογή του από τη νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων απετέλεσε το βασικό νομικό έρεισμα για τη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητας του Δημοσίου επί του μεγαλύτερου τμήματος των δασών της ελληνικής επικράτειας. Η οικονομική και κοινωνική βαρύτητα του περιεχομένου του τεκμηρίου εγείρει σημαντικά ζητήματα ως προς τις νόμιμες προϋποθέσεις εφαρμογής του. Το πρώτο σημαντικό ζήτημα είναι ασφαλώς ο προσδιορισμός της έννοιας του «δάσους», αυτοτελώς αλλά και κατά παραβολή με τις συναφείς του δάσους έννοιες, εφ΄ όσον το βδ/γμα του 1836 μόνον επί των δασών τυγχάνει εφαρμογής.[2] Περαιτέρω όμως ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το ειδικότερο ζήτημα της εφαρμογής του τεκμηρίου κυριότητας σε ιδιωτικά κτήματα, στα οποία περιλαμβάνονται και δάση, εν όψει του ότι οι διοικητικές διαδικασίες αναγνώρισης ιδιωτικών εμπραγμάτων δικαιωμάτων αφ΄ ενός σε δάση, αφ΄ ετέρου σε ιδιωτικά κτήματα ήταν, κατά την εποχή του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους, απολύτως διακριτές. Τίθεται συνεπώς το ερώτημα του κύρους της προβλεπόμενης διαδικασίας για τη μεταβίβαση ιδιωτικών κτημάτων σε περίπτωση που σε αυτά περιλαμβάνονταν δάση.

Ι. Το νομοθετικό πλαίσιο

Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του βασιλικού διατάγματος του 1836, ιδιωτικά δάση είναι μόνον εκείνα που μεταβιβάστηκαν κατά τους νόμιμους οθωμανικούς τύπους και αποδεικνύεται ότι υφίσταντο ως ιδιόκτητα πριν την έναρξη του υπέρ της Ανεξαρτησίας Αγώνα. Το άρθρο 1 παρ. 2 ορίζει ότι θεωρούνται επίσης ως ιδιωτικά τα δάση, τα οποία κείνται εντός μεγάλων ιδιωτικών κτημάτων – χωρίων (τσιφλικίων), ακόμη και αν αυτά δεν αναγράφονται ρητά στους τίτλους ιδιοκτησίας των κτημάτων, εφ΄ όσον προκύπτει ότι αυτά περιέχονται εντός των ορίων τους. Ακολούθως, το άρθρο 3 του διατάγματος του 1836 επιβάλλει στους ιδιοκτήτες των δασών του άρθρου 1 την υποχρέωση προσαγωγής τίτλων ιδιοκτησίας ενώπιον της Γραμματείας επί των Οικονομικών, εντός προθεσμίας ενός έτους από τη δημοσίευση του διατάγματος, μετά την άπρακτη παρέλευση της οποίας τα δάση θεωρούνται αδιαφιλονίκητα εθνικά.[3]

Η Γραμματεία επί των Οικονομικών, κατ΄ εφαρμογή του διατάγματος της 17-29 Νοεμβρίου 1836 περί ιδιωτικών δασών, συνέστησε με την από 16 Απριλίου 1842 δηλοποίησή της ειδική Τριμελή Επιτροπή ελέγχου των τίτλων που είχαν υποβληθεί εμπροθέσμως, κατά τις διατάξεις του άρθρου 3 του περί ιδιωτικών δασών διατάγματος.

Εξ ετέρου, η Ελληνική Κυβέρνηση είχε συστήσει από το έτος 1832 την ειδική Ελληνική Επιτροπή περί της εξελέγξεως της αγοράς από Έλληνες των κατά την Εύβοια και Αττική τουρκικών ιδιοκτησιών, με αντικείμενο τον έλεγχο της νομιμότητας των παραπάνω μεταβιβάσεων έναντι των διεθνών συμφωνιών και με σκοπό την προστασία των νομίμων συμφερόντων των Ελλήνων αγοραστών οθωμανικών ιδιοκτησιών. Η Επιτροπή αυτή με την από 27 Μαρτίου 1832 διακήρυξή της υποδείκνυε στους αγοραστές να προβαίνουν στην αγορά κτημάτων μόνο κατόπιν σύνταξης χοτζετίου, ήτοι έγκυρου μεταβιβαστικού κυριότητας τουρκικού τίτλου, προς διασφάλιση των δικαιωμάτων τους.[4]

Η Εξεταστική Επιτροπή,[5] σύμφωνα με το βασιλικό διάταγμα 1462 της 24ης Αυγούστου 1836, είχε νόμιμη αρμοδιότητα εξέτασης και επικύρωσης των πωλήσεων οθωμανικών κτημάτων στην Αττική, την Εύβοια, τη Θήβα και τη Φθιώτιδα. Η Επιτροπή αυτή, έχοντας διακόψει προσωρινά τις εργασίες της, ανασυγκροτήθηκε με το βασιλικό διάταγμα 3433 της 16-28 Σεπτεμβρίου 1838, προσκάλεσε με δηλοποίηση της 19ης Σεπτεμβρίου 1838 τους ενδιαφερομένους να προσκομίσουν τους τίτλους τους προς έλεγχο και αφού ολοκλήρωσε τις εργασίες της διαλύθηκε με το βασιλικό διάταγμα της 14ης Νοεμβρίου 1849.

ΙΙ. Η Επιστήμη

Η διαδικασία ενώπιον της Τριμελούς Επιτροπής αφορούσε τα δημόσια δάση όλης της τότε Επικράτειας του Ελληνικού κράτους που προγενέστερα τελούσαν υπό την κυριαρχία του Οθωμανικού κράτους, στα οποία είχαν παραχωρηθεί ιδιωτικά δικαιώματα από το Οθωμανικό Δημόσιο πριν την έναρξη του υπέρ της Ανεξαρτησίας Αγώνα. Η διαδικασία ενώπιον της Εξεταστικής Επιτροπής αφορούσε την εγκυρότητα των πωλήσεων των ιδιωτικών οθωμανικών κτημάτων της Αττικής, Εύβοιας, Θηβών και Φθιώτιδας από τους φεύγοντες Οθωμανούς προς Έλληνες ιδιώτες δυνάμει των διεθνών συμφωνιών, ανεξάρτητα αν σε αυτά περιλαμβάνονταν ή όχι και δάση.

Κατά συνέπεια, οι παραπάνω διαδικασίες είναι διακριτές, προβλέπονται αμφότερες από βασιλικά διατάγματα με ισχύ νόμου και άγουν η κάθε μία αυτοτελώς στην αναγνώριση και επικύρωση από το Ελληνικό Δημόσιο ιδιωτικών εμπραγμάτων δικαιωμάτων. Τούτου έπεται ότι το δικαίωμα κυριότητας που κατοχυρώθηκε νομίμως κατ΄ εφαρμογή μίας εκ των δύο νομίμων διαδικασιών δεν δύναται να ανατραπεί κατ΄ επίκληση της άλλης διαδικασίας. Ειδικότερα μάλιστα όσον αφορά στις πράξεις της Εξεταστικής Επιτροπής που έπονται του βασιλικού διατάγματος 3433 της 16-28ης Σεπτεμβρίου 1838, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι προγενέστερες νομοθετικής ισχύος διατάξεις του διατάγματος του έτους 1836 είναι δυνατόν να ανατρέψουν το κύρος των προβλεπομένων από τις επίσης νομοθετικής ισχύος μεταγενέστερες διατάξεις του ανωτέρω διατάγματος του 1838 πράξεων της Εξεταστικής Επιτροπής.[6]

Επιπρόσθετα, εφ΄ όσον η διαδικασία ενώπιον της Τριμελούς Επιτροπής αφορούσε μόνο τίτλους που παρουσιάστηκαν προς έγκριση σύμφωνα με το άρθρο 3 του διατάγματος του 1836 περί ιδιωτικών δασών και όχι τίτλους που θεώρησε ο Υπουργός επί των Οικονομικών και τους έκρινε ως ισχυρούς, οι αποφάσεις της Εξεταστικής Επιτροπής, οι οποίες επικυρώνονταν και αναγνωρίζονταν από τη Γραμματεία επί των Οικονομικών[7] κατά τρόπο δεσμευτικό για το Δημόσιο, ήταν ισχυρές χωρίς να υπόκεινται στη διαδικασία ενώπιον της Τριμελούς Επιτροπής.[8]

Εξ άλλου το χοτζέτι, ως τίτλος μεταβίβασης εμπραγμάτων δικαιωμάτων, είχε ισχύ δημοσίου εγγράφου, αποτελούντος πλήρη απόδειξη της εν αυτώ βεβαιωθείσης πωλήσεως, ακόμη και κατά την έννοια του βασιλικού διατάγματος του 1836 περί ιδιωτικών δασών, το οποίο απαιτούσε όχι ταπίο, αλλά «έγγραφη απόδειξη της τουρκικής Αρχής».[9]

evia_puxariasΕύβοια Πυξαριάς
[πηγή: Ελληνικό Πανόραμα»

ΙΙΙ. Η εξέλιξη της νομολογίας

Α. Η παλαιότερη νομολογία

Εφ΄ όσον η διάταξη του άρθρου 3 δεν περιέχει διάκριση μεταξύ μεταβιβάσεων δασών και μεγάλων κτημάτων που περιέχουν μεταξύ άλλων και δάση, η παλαιότερη νομολογία έκρινε, κατά τη γραμματική ερμηνεία των ειρημένων διατάξεων, ότι η υποχρέωση προσαγωγής τίτλων επιβαλλόταν σε αμφότερες αδιακρίτως τις περιπτώσεις.[10]

Παρά ταύτα, εν όψει και του ότι η υποχρέωση προσαγωγής τίτλων επιβαλλόταν μόνο σε περίπτωση ύπαρξης «δάσους», δηλαδή έκτασης επιφάνειας ικανής και σύστασης κατάλληλης για την παραγωγή δασικών προϊόντων και όχι σε περίπτωση κτημάτων με σποραδική άγρια ή ήμερη δεντρώδη βλάστηση,[11] τίθεται το πρακτικό ζήτημα της γνώσης και της κρίσης περί του χαρακτήρα ως δάσους ή μη εκτάσεων που κείνται εντός μεγάλων ιδιόκτητων κτημάτων και καλύπτονται από δασική βλάστηση, ειδικότερα μάλιστα όταν στους τίτλους του κτήματος δεν αναφέρεται δάσος.[12] Επί του ζητήματος αυτού, σύμφωνα με την παλαιότερη νομολογία και ειδικότερα σε περίπτωση που δεν αναφέρεται στα επίσημα έγγραφα δάσος, αλλά σποραδική δεντρώδης βλάστηση «… ο περί προσαγωγής εντός έτους των περί δασών τίτλων νόμος εφαρμογήν δεν έχει επί δάσους κειμένου εντός μεγάλης ιδιοκτήτου περιφερείας γαιών …».[13]

Εκ των ανωτέρω δεν συνάγεται με βεβαιότητα σαφής και ενιαία εφαρμογή των διατάξεων του βασιλικού διατάγματος του 1836 ως προς τα κείμενα εντός μεγάλων ιδιόκτητων κτημάτων δασών. Πάντως, φαίνεται ότι η παλαιότερη νομολογία επέβαλλε την υποχρέωση προσαγωγής τίτλων, όταν σε αυτούς αναφερόταν ρητώς η ύπαρξη δάσους, ενώ στην αντίθετη περίπτωση, έκρινε ότι η υποχρέωση προσαγωγής τίτλων δεν ετύγχανε εφαρμογής.

Σε κάθε περίπτωση, εν αναφορά προς τις πράξεις της Εξεταστικής Επιτροπής που έπονται του βασιλικού διατάγματος 3433 της 16-28ης Σεπτεμβρίου 1838, η παλαιά νομολογία, όπως και η επιστήμη δέχονται ότι η μη τήρηση της διαδικασίας του βδ/τος του 1836 ενώπιον της Γραμματείας επί των Οικονομικών δεν δύναται να ανατρέψει το κύρος των αποφάσεων της Εξεταστικής Επιτροπής που έχουν θεωρηθεί και εγκριθεί από τον αρμόδιο Υπουργό επί των Οικονομικών.[14]

Εξ άλλου το χοτζέτι, ως τίτλος πωλήσεως συντεταγμένος από τον ιεροδικαστή («Καδή»), ο οποίος ήταν ως προς το τότε ισχύον δίκαιο ο αρμόδιος προς τούτο δημόσιος υπάλληλος, είχε ισχύ δημοσίου εγγράφου, αποτελούντος πλήρη απόδειξη της εν αυτώ βεβαιωθείσας πωλήσεως,[15] ακόμη και κατά την έννοια του βασιλικού διατάγματος του 1836 περί ιδιωτικών δασών, το οποίο απαιτούσε όχι ταπίο, αλλά «έγγραφη απόδειξη της τουρκικής Αρχής».[16]

Ως προς τα επικυρωμένα χοτζέτια από την Εξεταστική Επιτροπή επί των πωλήσεων των οθωμανικών κτημάτων, το κύρος τους κρίνεται ως αδιαμφισβήτητο και απρόσβλητο, εφ΄ όσον η εν λόγω Επιτροπή ήταν Αρχή ειδικώς διορισμένη και επιφορτισμένη από την Ελληνική Κυβέρνηση για την κρίση των υποθέσεων αυτών, ειδικώς δε για να ελέγχει εάν παραβλάπτονταν δικαιώματα του Δημοσίου και συνεπώς οι αποφάσεις της είχαν δημόσια ισχύ δεσμευτική για το Ελληνικό Κράτος, ενώ η έγκριση των αποφάσεων της Εξεταστικής Επιτροπής από τον Υπουργό επί των Οικονομικών είναι πράξη έγκυρη, η οποία αποκλείει νομίμως κάθε δυνατότητα προβολής αξιώσεων εκ μέρους του Δημοσίου.[17] Η ειδική μνεία, η οποία συμπεριλαμβανόταν στις αποφάσεις της Εξεταστικής Επιτροπής, κατά την οποία «επί των διά ταπίων κατεχομένων κτημάτων, ο ειρημένος κύριος θέλει υπόκεισθαι εις το ληφθησόμενον γενικόν μέτρον»[18] δεν ανατρέπει την ισχύ της απόφασης της Εξεταστικής Επιτροπής για τις εκτάσεις που κατέχονται δυνάμει χοτζετίου, επί των οποίων το Δημόσιο δηλώνει διά της αποφάσεως της Επιτροπής ότι δεν έχει αξιώσεις.[19]

Β. Η νεότερη νομολογία του Αρείου Πάγου

Σε αντίθεση με τα ανωτέρω νομολογιακά δεδομένα, η σύγχρονη νομολογία του Αρείου Πάγου δέχεται ότι η τήρηση της διαδικασίας ενώπιον της Εξεταστικής Επιτροπής δεν μπορούσε να αναπληρώσει την έλλειψη τήρησης της διαδικασίας του άρθρου 3 του βασιλικού διατάγματος της 17 Νοεμβρίου 1836 και ότι τα χοτζέτια δεν συνιστούσαν νόμιμο τίτλο μεταβίβασης δασών και δασικών εκτάσεων, εκτάσεις για τις οποίες το οθωμανικό δίκαιο απαιτούσε την κατάρτιση ταπίου, ακόμη και αν οι τίτλοι αυτοί είχαν επικυρωθεί από την Εξεταστική Επιτροπή.[20]

Παρά το γεγονός ότι αποφάσεις δικαστηρίων της ουσίας έκριναν υπέρ του κύρους των αποφάσεων της Εξεταστικής Επιτροπής ακόμη και επί δασών,[21] αλλά και ότι η έγκυρη πώληση δάσους με χοτζέτι επικυρωμένο από την Εξεταστική Επιτροπή έχει γίνει δεκτή από τον Άρειο Πάγο,[22] η παραπάνω νομολογία κατά την οποία οι τίτλοι που αναγνωρίστηκαν από την Εξεταστική Επιτροπή δεν συνιστούν νόμιμο τίτλο κτήσης κυριότητας επί δασών επιβεβαιώνεται από τις πρόσφατες αποφάσεις του Αρείου Πάγου, οι οποίες φαίνεται ωστόσο ότι υιοθετούν εν μέρει διαφορετικό σκεπτικό, το οποίο παρουσιάζει σημαντικό ενδιαφέρον.

IV. Η πρόσφατη νομολογία του Αρείου Πάγου

Με την υπ΄ αριθ. 4390/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κρίθηκε ότι σε περίπτωση αγοραπωλησίας δασοκτήματος με χοτζέτι, η οποία επικυρώθηκε από την Εξεταστική Επιτροπή κατά την οικεία διαδικασία, ήτοι με την έκδοση απόφασης που εν συνεχεία κυρώθηκε από την Γραμματεία επί των Οικονομικών, συντρέχει περίπτωση αρμόδιας αναγνώρισης του δασοκτήματος ως ιδιωτικού από το Ελληνικό Δημόσιο, γεγονός που θεμελιώνει την καλόπιστη νομή του αγοραστή επί του εν λόγω δασοκτήματος.

Η συγκεκριμένη δικαστική κρίση, η οποία φαίνεται να αντικρούει εν πολλοίς το σκεπτικό της ΑΠ 1732/2010, επικυρώθηκε από τον Άρειο Πάγο, με το σκεπτικό ότι η καλόπιστη τρακονταετής νομή ως πρωτότυπος τρόπος κτήσης κυριότητας επί του επίμαχου δασοκτήματος θεμελιώθηκε εν προκειμένω από το Εφετείο όχι αποκλειστικώς στην ύπαρξη της απόφασης της Εξεταστικής Επιτροπής, αλλά στο σύνολο του προσκομισθέντος αποδεικτικού υλικού και στα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα κρίθηκαν ως αποδειχθέντα.[23] Με την κρίση του αυτή, ο Άρειος Πάγος δέχεται εμμέσως την απόφαση της Εξεταστικής Επιτροπής ως νόμιμο μέσο απόδειξης της καλόπιστης νομής του αγοραστή, χωρίς ωστόσο να αποδεχθεί το κύρος της διαδικασίας ενώπιον της Εξεταστικής Επιτροπής για την αναγνώριση παράγωγου τρόπου κτήσης κυριότητας επί δασών.

Με νεότερη απόφασή του, ο Άρειος Πάγος δέχεται ρητώς ότι, αν και μόνο οι εκδοθείσες κατ΄ άρθρο 3 του βδ/τος του 1836 «περί ιδιωτικών δασών» αποφάσεις της Γραμματείας επί των Οικονομικών αποτελούν νόμιμο τίτλο κυριότητας ιδιωτικού δάσους, ωστόσο «και οι αποφάσεις της επί των Οθωμανικών κτημάτων Επιτροπής, που επιτελεί έργο της διοικήσεως, ως προς τα κτήματα που κείνται στην Αττική, Εύβοια κ.λπ., οι οποίες εκδόθηκαν μετά την ισχύ του ανωτέρω βδ/τος της 17-29.11-1.12.1836, δεν είναι δυνατόν να παραμερισθούν εντελώς».[24] Ειδικότερα, το Ανώτατο Δικαστήριο δέχεται ότι με τις αποφάσεις της Εξεταστικής Επιτροπής διαγιγνώσκονται εμπράγματα δικαιώματα, στο πλαίσιο του έργου της διοίκησης, κατόπιν έρευνας περί μη ύπαρξης δικαιωμάτων του Δημοσίου, αποφάσεις που εν τέλει κυρώνονται από τη διοίκηση, συνεπώς επικαλούμενοι τις αποφάσεις αυτές οι αγοραστές δύνανται να θεμελιώσουν την καλόπιστη νομή τους επί του επίδικου δάσους.

Είναι προφανές ότι με την παραπάνω κρίση αναγνωρίζεται ρητώς η σημασία των αποφάσεων της Εξεταστικής Επιτροπής χωρίς όμως να εγκαταλείπεται η αρχή της μη αναπλήρωσης της διαδικασίας του βδ/τος του 1836 από εκείνη ενώπιον της Εξεταστικής Επιτροπής, η οποία άλλωστε εξακολουθεί να επιβεβαιώνεται από την πρόσφατη νομολογία.[25] Αν και η κρίση αυτή είναι οπωσδήποτε θετική για τους ιδιώτες που αξιώνουν εμπράγματα δικαιώματα επί δασών και φαίνεται να προσεγγίζει τις θέσεις της επιστήμης και της παλαιότερης νομολογίας που ήδη αναλύθηκαν ανωτέρω, ωστόσο εγείρει σημαντικά νομικά ερωτήματα.

Πράγματι, η παλαιότερη νομολογία, όπως και η ΑΠ 573/2015, αναγνώριζε ότι η Εξεταστική Επιτροπή ήταν Αρχή που ασκούσε δημόσια εξουσία, ήλεγχε εάν παραβλάπτονταν δικαιώματα του Δημοσίου και οι αποφάσεις της τελούσαν υπό την έγκριση του Υπουργού επί των Οικονομικών, πλην όμως κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η κατά τα ανωτέρω υπουργική έγκριση αποτελούσε πράξη του αρμοδίου δημοσίου οργάνου, η οποία απέκλειε νομίμως κάθε δυνατότητα προβολής αξιώσεων εκ μέρους του Δημοσίου.[26] Αντιθέτως, η ΑΠ 573/2015, από τις ίδιες διαπιστώσεις άγεται στο -μάλλον αμήχανο- συμπέρασμα ότι οι αποφάσεις της Εξεταστικής Επιτροπής «δεν είναι δυνατόν να παραμερισθούν εντελώς», υπό την έννοια ότι θεμελιώνουν την καλή πίστη του ιδιώτη αγοραστή.

Στην πραγματικότητα, εφ΄ όσον ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει ότι συντρέχουν για τις εγκεκριμένες από τη Γραμματεία επί των Οικονομικών αποφάσεις της Εξεταστικής Επιτροπής οι προϋποθέσεις έκδοσης νόμιμης και έγκυρης διοικητικής πράξης από το αρμόδιο κρατικό όργανο, ερωτάται πώς είναι δυνατόν να γίνεται ταυτόχρονα δεκτό ότι η υπό τις άνω προϋποθέσεις εκδοθείσα διοικητική πράξη δεν δεσμεύει το Δημόσιο ως προς την έλλειψη δυνατότητας προβολής αξιώσεων επί εκτάσεως που, κατά τις άνω παραδοχές, το ίδιο το Δημόσιο, διά του αρμοδίου οργάνου του, έχει κρίνει στο σύνολό της ως ιδιωτική.

Συγκεκριμένα, ως καλή πίστη του ιδιώτη αγοραστή για την κτήση κυριότητας με τριακονταετή διανοία κυρίου νομή συμπληρωθείσα προ του 1915 νοείται κατά το βυζαντινορρωμαϊκό δίκαιο [27 Πανδ (18.11), 15 παρ. 3, 48 Πανδ. (41.3), 11 Πανδ. (61.4), 5 παρ. 5, 1 (41.10) και 109 Πανδ. (50.16)], η ειλικρινής πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος, δεν προσβάλλεται το δικαίωμα της κυριότητας άλλου πάνω σε αυτό και, ως εκ τούτου, δεν υπάρχει καλή πίστη, αν ο νομέας γνωρίζει ή ασυγγνώστως αγνοεί ότι ο τίτλος, στον οποίο στηρίζει το δικαίωμά του, είναι ελαττωματικός.[27] Κατά συνέπεια, a contrario, η ΑΠ 573/2015, θεμελιώνοντας την καλή πίστη των αγοραστών στις νομίμως κυρωθείσες αποφάσεις της Εξεταστικής Επιτροπής, κρίνει ότι οι εν λόγω πράξεις της Διοικήσεως συνιστούν ελαττωματικό τίτλο, το ελάττωμα του οποίου συγγνωστώς αγνοούν οι αγοραστές.

Ωστόσο, εν προκειμένω δεν είναι δυνατόν να γίνει λόγος περί «ελαττωματικού τίτλου», εφ΄ όσον η Εξεταστική Επιτροπή εξέδιδε τις αποφάσεις της κατ΄ εφαρμογή των εχόντων ισχύ νόμου βασιλικών διαταγμάτων 1462 της 24.8.1836 και 3433 της 16-28.9.1838, ενώ οι αποφάσεις αυτές κυρώνονταν στη συνέχεια από τη Γραμματεία επί των Οικονομικών,[28] η οποία ήταν σε κάθε περίπτωση κατά νόμον αρμόδια τόσο για την αναγνώριση ιδιωτικών εν γένει κτημάτων όσο και ειδικότερα των ιδιωτικών δασών. Δηλαδή, εν προκειμένω το δικαίωμα κυριότητας αναγνωρίζεται με ατομικές διοικητικές πράξεις και δη με την εκάστοτε υπουργική πράξη επικύρωσης της σχετικής απόφασης της Εξεταστικής Επιτροπής κατ΄ εφαρμογή των σχετικών νομοθετικών προβλέψεων. Κατά συνέπεια, η μη προσβολή σε κρίσιμο χρόνο των ατομικών αυτών διοικητικών πράξεων, με τις οποίες κατά νομοθετική εξουσιοδότηση αναγνωρίζονται από το Δημόσιο ιδιωτικά δικαιώματα κυριότητας, επιφέρει κατ΄ ανάγκη αφ΄ ενός τη θεμελίωση του ιδιωτικού δικαιώματος κυριότητας και αφ΄ ετέρου το απρόσβλητο του δικαιώματος αυτού από το Δημόσιο, το οποίο αρμοδίως αναγνώρισε το δικαίωμα αυτό.[29]

dasos_tatoiouΔάσος Τατοΐου Ν. Αττικής

Επίλογος

Η πρόσφατη νομολογία του Αρείου Πάγου, αναγνωρίζοντας τη «νομιμοφάνεια» των κυρωθεισών από τη Γραμματεία επί των Οικονομικών αποφάσεων της Εξεταστικής Επιτροπής, προκειμένου περί της δι΄ αυτών μεταβίβασης δασών, παρέχει στους ενδιαφερομένους ιδιώτες τη δυνατότητα θεμελίωσης του αξιούμενου από τους ίδιους ιδιωτικού δικαιώματος κυριότητας σε δάσος που αναγνωρίστηκε κατά την παραπάνω διαδικασία στην πρωτότυπη κτήση του λόγω τριακονταετούς καλόπιστης νομής. Εν τούτοις, και η προσέγγιση αυτή εγείρει ερωτήματα ως προς τη νομική της θεμελίωση.

Εν πάση περιπτώσει, η εδώ και σχεδόν δύο αιώνες εφαρμογή και ερμηνεία από τα δικαστήρια των πρώτων νομοθετημάτων του τότε νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους, εν όψει της έλλειψης νεότερης παρέμβασης του νομοθέτη, με κατά καιρούς διαφορετική νομολογιακή προσέγγιση των εν λόγω διατάξεων, έχει εν τέλει οδηγήσει διαχρονικώς σε διαφορετικούς τρόπους δικαστικής διάγνωσης ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων που ωστόσο εκτήθησαν κατά τον αυτό χρόνο και υπό το αυτό νομοθετικό πλαίσιο, κατά τρόπο εντελώς ασυμβίβαστο με την υπερνομοθετική προστασία της ιδιοκτησίας σύμφωνα με το Σύνταγμα της Ελλάδος και την ΕΣΔΑ. Η διάγνωση εμπραγμάτων δικαιωμάτων σήμερα και η συνακόλουθη αμφισβήτηση πραγματικών καταστάσεων που έχουν παγιωθεί ήδη προ πολλών γενεών, με βάση την ερμηνεία του οθωμανικού δικαίου και βασιλικών διαταγμάτων των ετών 1836 και 1838, οπωσδήποτε προκαλεί το κοινό αίσθημα. Για τους παραπάνω λόγους, η έστω και όψιμη παρέμβαση του νομοθέτη θα μπορούσε να συνεισφέρει στη δημιουργία ασφάλειας δικαίου τουλάχιστον ως προς τις εναπομείνασες περί τα δάση εμπράγματες εκκρεμότητες.

———  ———

* Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Περιβάλλον και Δίκαιο» τ. 3/2016 . σ. 413, εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] ΦΕΚ 69/1.12.1836.

[2] Επί του θέματος ιδ. Α. Παπαθανασόπουλος, Η έννοια του «δάσους» στο πλαίσιο εφαρμογής του τεκμηρίου κυριότητας του Δημοσίου – Μία νέα προσέγγιση στην πρόσφατη νομολογία του Αρείου Πάγου; περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) 2014 σ. 411 επ.

[3] Άρθρο 3 βδ/τος 1836: «Εντός ενός έτους από την ημέραν της δημοσιεύσεως του παρόντος νόμου οφείλουν οι ιδιοκτήται των υπό τα άρθρα 1 και 2 δασών να παρουσιάσωσιν εις την Ημετέραν επί των Οικονομικών Γραμματείαν, ή απ΄ ευθείας ή διά των αρμοδίων υπαλλήλων, τους νομίμους τίτλους της ιδιοκτησίας των. Η Γραμματεία θέλει εξετάσει αυτούς, θέλει τους αναγνωρίσει ή απορρίψει και, εις την πρώτην περίπτωσιν, θέλει επισήμως δώσει την κατοχήν εις τους ιδιοκτήτας, εις δε την Δευτέρα, θέλει αποπέμψει τας ελλειπούσας νομίμων αποδείξεων αξιώσεις αυτών ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων. Εις την περίστασιν ταύτην όμως, μέχρι της τελειωτικής δικαστικής αποφάσεως περί της ιδιοκτησίας, μένει η διακατοχή του διαφιλονικουμένου δάσους αναφαίρετος εις ον ευρίσκεται. Παρελθούσης της ανωτέρω προθεσμίας, θεωρούνται όλα τα δάση, περί των οποίων δεν παρουσιασθώσιν οι, ως άνω, απαιτούμενοι τίτλοι, ως αδιαφιλονίκητα Εθνικά, και θέλουν διατίθεσθαι ως τοιαύτα».

[4] Ε. Κουρουσόπουλος, «Δασική ιδιοκτησία και διαχείρισις», 1978, σ. 192, Π. Σπηλιάδης, σχολ. ΣτΕ 1251/1975 περιοδικό «Εφημερίς Ελλήνων Νομικών» (ΕΕΝ) τ. 42 σ. 536.

[5] Η Εξεταστική Επιτροπή δεν πρέπει να συγχέεται με τη Μικτή Ελληνοοθωμανική Επιτροπή που συνεστήθη με το βασιλικό διάταγμα της 26.6-8.7.1836, η οποία είχε δικαστική εξουσία και έκρινε με ισχύ δεδικασμένου τις μεταξύ Ελλήνων και Οθωμανών ιδιοκτησιακές διαφορές και οι αποφάσεις της οποίας είχαν πλήρη ισχύ τίτλου κυριότητας: γνμδ. ΝΣΚ Ολ της 31.12.1925, Ε. Κουρουσόπουλος, ό.π., σ. 194-195.

[6] Ε. Κουρουσόπουλος, ό.π., σ. 192-197, Β. Παπαχρήστου, «Αντιδικίες Δημοσίου – ιδιωτών επί των δασών – δασικών εκτάσεων», 1995, σ. 82-84, Γνμδ. Νομ. Συμβούλου Υπουργείου Γεωργίας 9/848/1958 (ιδ. Ε. Κουρουσόπουλος, ό.π., σ. 197-199), ΝΣΚ 492/700/44/1959 (ιδ. Ε. Κουρουσόπουλος, ό.π., σ. 199-201). Ν. Ιωαννίδης, Πείρα, 1869, σ. 563. 

[7] Σύμφωνα με τις Διαταγές υπ΄ αριθ. 9573 και 9574 της 12.11.1835.

[8] Π. Σπηλιάδης, σχόλιο στην ΣτΕ 1251/1975 ΕΕΝ 42 σ. 536.

[9] Ιδ. Ι. Παπαγιάννης, «Η δασική ιδιοκτησία», εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2011, σ. 142, Γ. Νάκος, «Εξελικτικές Διακυμάνσεις του Οθωμανικού Ιδιοκτησιακού Συστήματος», 1986, σ. 67. Σημειώνεται ότι κατά την εποχή του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους οι εφαρμοζόμενοι κανόνες του οθωμανικού δικαίου ήταν ιεροκρατικού χαρακτήρα, αφού οι συστηματικές διατάξεις της οθωμανικής νομοθεσίας περί των τίτλων μεταβίβασης εμπραγμάτων δικαιωμάτων (νόμος περί γαιών, οδηγία περί ταπίων) θεσπίστηκαν πολύ αργότερα: ιδ. Α. Παπαθανασόπουλος, «Ιδιοκτησία γαιών στις Κυκλάδες μετά την πρόσφατη νομολογία του Αρείου Πάγου», ΠερΔικ 2015 σ. 204-205.

[10] ΑΠ 86/1883.

[11] ΑΠ 691/1910 Θ. ΚΒ΄ σ. 328.

[12] Επισημαίνεται ότι η άνω ΑΠ 86/1883 δέχεται την ισχύ της υποχρέωσης προσαγωγής τίτλων τόσο για τις αυτοτελείς μεταβιβάσεις δασών όσο και για τα εντός ιδιωτικών χωρίων δάση, πλην όμως ερμηνεύοντας τη σχετική διάταξη του άρθρου 1 του βδ/τος του 1836 μόνον ως προς τα δάση που αναφέρονται ρητώς στους τίτλους ιδιοκτησίας των ιδιωτικών χωρίων, αποκλείοντας τα μη αναφερόμενα στους τίτλους δάση.

[13] ΑΠ 259/1869.

[14] ΑΠ 82/1860: με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι εφ΄ όσον ιδιώτης προσκόμισε στο Υπουργείο των Οικονομικών απόφαση της Εξεταστικής Επιτροπής, με την οποία κρίθηκε ως έγκυρο χοτζέτι αγοράς δάσους, και η οποία επικυρώθηκε από τον Υπουργό επί των Οικονομικών, η μη προσαγωγή τίτλων εντός της ενιαυσίου προθεσμίας, ώστε αυτοί να εξεταστούν από την Επιτροπή η οποία συνεστήθη στις 16 Απριλίου 1842, δεν αίρει τη νομιμότητα του τίτλου, εφ΄ όσον η διαδικασία αυτή ενώπιον της Επιτροπής αφορά στους τίτλους τους οποίους δεν επεξεργάσθηκε ο Υπουργός επί των Οικονομικών και όχι εκείνους τους οποίους θεώρησε ο Υπουργός, κρίνοντάς τους ισχυρούς. Ομοίως, ΕφΑθ 14844/1860 και 17434/1860.

[15] ΑΠ 239/1838.

[16] ΑΠ 575/1967, σε: περιοδική έκδοση Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών «Νομικό Βήμα» (ΝοΒ) τ. 16 σ. 174.

[17] ΑΠ 43/1849, ΑΠ 145/1854, ΑΠ 343/1874, ΕφΑθ 11505/1854.

[18] Ιδ. Λ. Φραγκιουδάκης, «Ιδιοκτησιακό ζήτημα δασικών εδαφών της Ελλάδας» (Συνέδριο), Αθήνα 1991, Γεωτεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας, σ. 70.

[19] ΑΠ 145/1860, ΕφΑθ 11505/1854: «… η εν τη ειρημένη […] αποφάνσει της επί των οθωμανικών κτημάτων Επιτροπής περιεχομένη φράσις “καθ΄ όσον αφορά τα δικαιώματα του Δημοσίου επί των διά ταπίων κατεχομένων κτημάτων, ο ειρημένος [κύριος] θέλει υπόκεισθαι εις το ληφθησόμενον γενικόν μέτρον” δεν ανατρέπει το έτερον διά της πράξεως εκείνης εξαγόμενον πόρισμα, ότι το δημόσιον εδήλωσεν ότι δεν έχει αξίωσιν τινά επί του επιδίκου κτήματος, διότι η ειρημένη φράσις αφορά άλλην περίπτωσιν παρά την προκειμένην όπου υπάρχει Χοτζέτιον». ΠρΑθ 10178/1977 ΝοΒ 27 σ. 440.

[20] ΑΠ 1732/2010 ΝοΒ 59 σ. 1001. Η παραπάνω δικαστική κρίση είναι αντίθετη με τις αναλύσεις τις επιστήμης, τις γνωμοδοτήσεις του ΝΣΚ και, κυρίως, με τις παραδοχές της παλαιότερης νομολογίας του Αρείου Πάγου, η οποία ήταν χρονικά και ουσιαστικά εγγύτερη στον χρόνο εισαγωγής των εφαρμοστέων νομοθετημάτων, ενώ υιοθετεί την αναρμόδια για θέματα ιδιοκτησίας παρεμπίπτουσα κρίση της ΣτΕ 1251/1975, παρά την κριτική που διατυπώθηκε κατά της εν λόγω απόφασης: ιδ. Π. Σπηλιάδης, ό.π. Σημειώνεται ότι η παραπάνω απόφαση του Αρείου Πάγου ελήφθη κατά πλειοψηφία, ενώ κατά τη μειοψηφήσασα άποψη το εκ του διατάγματος του 1836 «περί ιδιωτικών δασών» τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Δημοσίου δεν δύναται να ανατρέψει το κύρος των τίτλων ιδιοκτησίας που αναγνωρίστηκαν από το ίδιο το Δημόσιο μέσω των κυρωμένων από τον Υπουργό επί των Οικονομικών νομίμων αποφάσεων της Εξεταστικής Επιτροπής.

[21] Σύμφωνα με την ΠρΑθ 10178/1977 ΝοΒ 27 σ. 440, εφ΄ όσον από το διάταγμα του 1836 περί ιδιωτικών δασών δεν τέθηκαν ειδικοί κανόνες διαδικασίας έγκρισης των υποβληθέντων προς αναγνώριση τίτλων από την Γραμματεία επί των Οικονομικών, οι αποφάσεις της Εξεταστικής Επιτροπής οι οποίες εκδόθηκαν εντός της προθεσμίας του άρθρου 3 του διατάγματος περί ιδιωτικών δασών και κυρώθηκαν από τον Υπουργό επί των Οικονομικών αποτελούν νόμιμο τίτλο κυριότητας κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης. Παρόμοια κρίση, με επίσης αμφισβητούμενο σκεπτικό, είχε υιοθετήσει και η ΑΠ 874/2006.

[21] ΑΠ 82/1860, ΑΠ 1230/1991.

[23] ΑΠ 1477/2014.

[24] ΑΠ 573/2015 ΝοΒ 2015 σ. 2050.

[25] ΑΠ 1330/2015. Αξίζει να σημειωθεί ότι η ΑΠ 573/2015 στηρίζει την παραπάνω κρίση της στην ΣτΕ 1251/1975, όπως και η ΑΠ 1732/2010.

[26] ΑΠ 43/1849, ΕφΑθ 11505/1854, ΑΠ 145/1854, ΑΠ 343/1874.

[27] ΑΠ 2191/2013 ΝοΒ 2014 σ. 1170.

[28] Σύμφωνα με τις Διαταγές υπ΄ αριθ. 9573 και 9574 της 12.11.1835.

[29] Σύμφωνα με τη νομολογία του Αρείου Πάγου, το τεκμήριο νομιμότητας των διοικητικών πράξεων δεν εμποδίζει τον εκ μέρους των πολιτικών δικαστηρίων παρεμπίπτοντα έλεγχο ατομικής διοικητικής πράξεως, κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 2 ΚΠολΔ, αλλά και λόγω του διαφορετικού σκοπού που επιδιώκει η διοικητική σε σχέση με την πολιτική δίκη. Το απρόσβλητο της ατομικής διοικητικής πράξης δεν αναιρεί την κατά το ιδιωτικό δίκαιο τυχόν παρανομία, η οποία απορρέει από μια τέτοια διοικητική πράξη. Δηλαδή, παρά το απρόσβλητο της ατομικής διοικητικής πράξεως κατά το διοικητικό δίκαιο, είναι δυνατόν να υφίσταται η παρανομία κατά το ιδιωτικό δίκαιο, όταν η ατομική διοικητική πράξη είναι αντίθετη με κανόνα ιδιωτικού δικαίου ή με ιδιωτική συμφωνία δεσμευτική για το πρόσωπο, υπέρ του οποίου εκδόθηκε η ατομική διοικητική πράξη, με αποτέλεσμα η ατομική διοικητική πράξη που δεν δύναται πλέον να εξετασθεί στη διοικητική δίκη δύναται ωστόσο να ελεγχθεί παρεμπιπτόντως στην πολιτική δίκη, ώστε η μία δικαιοδοσία να μην δεσμεύει αδικαιολογήτως την άλλη (ΑΠ 950/2009 ΝοΒ 2009 σ. 2179, ΑΠ 127/2002 περιοδικό «Ελληνική Δικαιοσύνη» ΕλΔικ 2002 σ. 727). Ωστόσο, τα ανωτέρω δεν εφαρμόζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση, κατά την οποία η (διοικητικού δικαίου) πράξη της διοίκησης συνιστά ταυτοχρόνως και αυτοδικαίως, κατ΄ εξουσιοδότηση του νόμου, αναγνώριση του (ιδιωτικού δικαίου) δικαιώματος κυριότητας, κατά τρόπον ώστε η νομιμότητα της πράξης κατά το διοικητικό και το ιδιωτικό δίκαιο είναι εν προκειμένω κατ΄ ανάγκη ενιαία.


nomiki_epikairotita-001


.
Δημοσιεύτηκε στο dasarxeio.com | 18.01.2017

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s