Από την Απελευθέρωση, στην Ανασυγκρότηση και την Ανάπτυξη στην Ελλάδα – Ο κρατικός λειτουργός στον τομέα του περιβάλλοντος, των υποδομών και της ποιότητας ζωής

Από την Απελευθέρωση, στην Ανασυγκρότηση και την Ανάπτυξη στην Ελλάδα – Ο κρατικός λειτουργός στον τομέα του περιβάλλοντος, των υποδομών και της ποιότητας ζωής

Ελένη Ν. Σταματίου, Αρχιτέκτων ΕΜΠ,
MSc Περιφερειακής Ανάπτυξης,
Δρ. Πολεοδομίας – Χωροταξίας (Phd, PPhd)

Δήμητρα Τσιρώνη, ΜΔ, πτυχ. Θεολογίας ΕΚΠΑ,
απόφοιτος ΕΣΤΑ Τμ. Οικονομικής Διαχείρισης

athens-view

Στη μελέτη που ακολουθεί επιχειρείται η ιστορική ανασκόπηση και εξέταση του ρόλου, της συνεισφοράς και της συμμετοχής του κρατικού λειτουργού στον τομέα του περιβάλλοντος, των υποδομών και της ποιότητας ζωής από τη σύσταση του νεώτερου Ελληνικού Κράτους έως σήμερα. Μεταξύ των βασικών σημείων θίγεται το ζήτημα της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων και προβάλλεται η εξέλιξή της από την ψήφισή της στο Κοινοβούλιο (Τρικούπης), τη συνταγματική κατοχύρωσή της (Βενιζέλος), την επιλεκτική πολιτικά καταστρατήγησή της σε περιόδους μη δημοκρατικών καθεστώτων, τη διαπραγματευτική της χρήση προς εξυπηρέτηση σκοπιμοτήτων, αλλά και τη μεταγενέστερη αμφισβήτησή της. Αναδεικνύονται σημαντικές στιγμές της πολιτικής και της ιστορίας, όπως πρωτοβουλίες κυβερνώντων, κριτήρια επιλογής συνεργατών και προώθηση προσώπων σε κρίσιμες για τη λειτουργία και την ανάπτυξη του κράτους θέσεις ευθύνης καθώς και η προσφορά και το έργο κρατικών λειτουργών στην κοινωνία και τον τόπο. Καίριο παραμένει το ζήτημα της αξιοκρατίας -επομένως και της πραγματικά δημοκρατικής λειτουργίας του κράτους- της οποίας η έλλειψη έχει στοιχίσει στη χώρα σε αποτελεσματικότητα και κοινωνική ευημερία.

1. Από την Απελευθέρωση στον 20ό αιώνα

Η ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας εκκινεί ουσιαστικά με την Επανάσταση του 1821 και λίγο αργότερα την ανεξαρτησία του κράτους το 1828 με Κυβερνήτη τον Καποδίστρια[1] και την Ελλάδα να περιλαμβάνει την Πελοπόννησο και μέρος της Στερεάς Ελλάδας.[2]

Οι πρώτες προσπάθειες στον τομέα του φυσικού και κυρίως πολιτιστικού περιβάλλοντος χρονολογούνται πριν ακόμη η χώρα ελευθερωθεί. Παράλληλα με την ιδιωτική πρωτοβουλία[3] τα κυβερνητικά όργανα των επαναστατημένων Ελλήνων μεριμνούσαν για την έκδοση διαταγών προστασίας των αρχαιοτήτων, όπως [Μαρμαράς, Ράπτη & Σταματίου: 60]:

– To 1825 ο Υπουργός Εσωτερικών Γρηγόριος Δικαίος (Παπαφλέσσας)[4] εξέδωσε διάταγμα για τη συλλογή των αρχαιοτήτων και τη διαφύλαξή τους στα σχολικά κτίρια.

– Το 1826 η Προσωρινή Διοίκηση εξέδωσε νέο διάταγμα για την προστασία των μνημείων της Αθήνας.

– Το 1827 στο καταστατικό του νέου κράτους, που επικυρώθηκε από τη Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας, ορίστηκε ότι «ο Διοικητής χρεωστεί να φροντίζει να μην πωλώνται ή να μη μεταφέρονται εκτός της Επικρατείας οι Αρχαιότητες».  

Ήδη επί Καποδίστρια και πριν η χώρα καταστεί επίσημα αναγνωρισμένο κράτος (1830),[5] αναζητήθηκε σχήμα Διοίκησης με ολιγάριθμους,[6] ικανούς, εκπαιδευμένους υπαλλήλους[7] για στελέχωση των υπό διαμόρφωση υπηρεσιών. Επιδίωξε τον επαναπατρισμό μορφωμένων νέων Ελλήνων της αλλοδαπής[8] με όρους εξασφάλισης, όμως, της ανάλογης εργασιακής απασχόλησης. Διαπίστωσε ότι: «Η επανάστασις εγέννησεν ένα σωρόν ανθρώπων αργών, θελόντων να ζώσιν εκ του δημοσίου…»[9] [Δαφνής, Κούκου 1978]. Προώθησε σημαντικές μεταρρυθμίσεις ανόρθωσης του κρατικού μηχανισμού[10] και θέσπισης νομικού πλαισίου της Πολιτείας, απαραίτητου για την εγκαθίδρυση της τάξης.[11] Η εκλογή των στελεχών της Κυβέρνησης και των ανωτέρων υπαλλήλων έγινε από καταλόγους προσώπων που συνέταξαν μέλη επιτροπών και η Γερουσία, κατόπιν αίτησής του, καθώς και καταλόγους άξιων ανδρών, τους οποίους είχαν προτείνει Αρχιερείς και αγωνιστές στην κάθε επαρχία. Επεδίωξε την επιλογή εγνωσμένων ικανοτήτων και αρετών, κοινά αποδεκτών ατόμων,ώστε να επιτύχει Κυβέρνηση εθνικής ενότητας [Δεσποτόπουλος].

Άξια μνείας είναι η μέριμνά του για διασφάλιση στη Δημόσια Διοίκηση[12] απρόσκοπτης απασχόλησης των υπαλλήλων. Απαίτησε την πίστη τους στο Έθνος, τη μη συμμετοχή τους σε «μυστική εταιρεία» και τη μη δέσμευσή τους από αντίστοιχους όρκους.[13] Η μη συμμόρφωση συνεπαγόταν απόλυση. Προώθησε μάλιστα τη σύνταξη όρκου για τους ίδιους. Στο μισθό τους[14] εγίνοντο μικρές κρατήσεις ως συνεισφορά για την κατασκευή διοικητηρίων και στρατώνων [Δεσποτόπουλος]. Ο ίδιος, πάντως, οικειοθελώς δεν ελάμβανε μισθό.

Μεταξύ των κύριων πρωτοβουλιών του ήταν η απαγόρευση της εξαγωγής αρχαιοτήτων από την ελληνική επικράτεια, η ίδρυση στην Αίγινα (1829) του πρώτου Αρχαιολογικού Μουσείου και ο διορισμός του Ανδρέα Μουστοξύδη[15] ως Διευθυντή (και μοναδικού υπαλλήλου), εγνωσμένου (Εικ. 1) «διά τάς αρχαιολογικάς καί φιλολογικάς γνώσεις του».[16] Ο Μουστοξύδης εξέδωσε εγκύκλιο με βασικές αρχές για την προστασία των αρχαιοτήτων.[17]

Ζήτημα προτεραιότητας αμέσως μετά την ίδρυση του κράτους ήταν η πρόσληψη δημοσίων υπαλλήλων με βάση τα απαιτούμενα προσόντα. Με τήρηση των οριζόμενων ιδρύθηκε και στελεχώθηκε η πρώτη Αρχαιολογική Υπηρεσία (1829) από τον Καποδίστρια, αλλά και η Αρχαιολογική Υπηρεσία του Κράτους (με το διάταγμα της 3-15.4.1833), βασικός πυρήνας της οποίας υπήρξε η Εφορεία Αρχαιοτήτων με τρεις μονάδες το 1834[18] [Μαρμαράς κ.ά.: 60].

Διοριστήριο Ἔγγραφο τοῦ Ἀνδρέα Μουστοξύδη
(ΓΑΚ, Γεν. Γραμμ.)

(Σχέδιον)
Ἀρ. 49 Ἑλληνική Πολιτεία
Ψήφισμα Γ΄ Ὁ Κυβερνήτης τῆς Ἑλλάδος

Θεωροῦντες τήν ἀνάγκην καί τήν ὠφέλειαν τοῦ νά κάμωμεν βαθμηδόν τήν ουλλογήν ὅλων τῶν ἀρχαιοτήτων, τάς ὁποίας καλύ­πτει εἰσέτι τό ἔδαφος τῆς Ἑλλάδος, καί αἱ ὁποῖαι, δυνάμεναι νά συντελέσωσιν εἰς τήν πρόοδον τῆς Φιλολογίας καί τῶν Τεχνῶν, εὐρίσκονται διεσπαρμένοι εἰς διάφορα μέ­ρη τῆς Ἐπικρατείας.
Θεωροῦντες ὡς πρώτην ἀνάγκην νά ἐμπιστευθῶμεν τό ἔργον τοῦτο εἰς πολίτην ἔμπειρον περί τήν ἀρχαιολογίαν, ὅστις θέ­λει ἐνασχοληθῆ περί τά μέτρα, τά ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις θέλει ἐνεργήσει πρός ἐπιτυχίαν τούτου τοῦ σκοποῦ. Ἐπιθυμοῦντες νά σαφηνισθῶσιν αἱ εἰς τό Ὀρφανοτροφεῖον τῆς Αἰγίνης ἀποκείμεναι ἀρχαιότητες καί ὅσαι θέλουν αὐξήσει ἀκολούθως ταύτην τήν ουλλογήν.

Ψ η φ ί ζ ο μ ε ν

Α. Ὁ κύριος Ἀνδρέας Μουστοξύδης, ἐγνω­σμένος διά τάς ἀρχαιολογικάς καί φιλολο­γικάς γνώσεις του, διορίζεται Διευθυντής καί Ἔφορος τοῦ Ἐθνικοῦ Μουσείου.
Β. Ὀφείλει νά καθυποβάλῃ εἰς τήν Κυβέρνησιν τά ἀναγκαῖα μέτρα πρός ἐνέργειαν τοῦ παρόντος ψηφίσματος.
Γ. Ὁ ἐπί τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καί τῆς Δημο­σίου Παιδεύσεως Γραμματεύς νά ἐνεργήσῃ τό παρόν ψήφισμα.

Ἐν Ναυπλίῳ τῇ 21 Ὀκτωβρίου 1829
Ὁ Κυβερνήτης
Ἰ. Ἀ. Καποδίστριας
Ὁ ἐπί τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καί τῆς Δημοσί­ου Παιδεύσεως Γραμματεύς
Ν. Χρυσόγελος

Εικ. 1 – Διοριστήριο έγγραφο Ανδρέα Μουστοξύδη

[Πηγή: www.kapodistrias.info/dimosia-dioikisi/171-dimosia-dioikisi]

Συχνές είναι οι περιπτώσεις Ελλήνων με σπουδές στο εξωτερικό, κυρίως στρατιωτικών μηχανικών, που στη συνέχεια συμμετέχουν στο Αγώνα και κατόπιν προσφέρουν την επιστημονική γνώση και την τεχνογνωσία τους. Ενδεικτική περίπτωση, ο Θεόδωρος Βαλλιάνος,[19] «Ανώτατος Αξιωματικός των Επιτελών του Μηχανικού και Διοικητής του Οπλοποιείου» επί Καποδίστρια και μέχρι την Αντιβασιλεία, η οποία τον αναγνώρισε ως Συνταγματάρχη, ο Σταμάτης Βούλγαρης[20] κ.ά. Δημόσιες θέσεις κατέλαβαν μέλη της Φιλικής Εταιρίας, πρωταγωνιστές του Αγώνα[21] και Φιλέλληνες.

Επί Όθωνος, ο στρατός στελεχώθηκε και με Βαυαρούς αξιωματικούς. Την άνοιξη του 1843 η Κυβέρνηση έλαβε μέτρα λιτότητας[22] προκειμένου να καταβάλει στις τράπεζες της Ευρώπης τοκοχρεολύσια παλιότερων δανείων: α) Απολύθηκε το ένα τρίτο των δημοσίων υπαλλήλων και μειώθηκαν 20% οι μισθοί όσων παρέμειναν, β) σταμάτησε η χορήγηση συντάξεων, που δεν απολάμβανε το σύνολο του πληθυσμού, αλλά ειδικές κατηγορίες, γ) μειώθηκαν 60% οι στρατιωτικές δαπάνες. Ο αριθμός των στρατιωτικών μειώθηκε και αντί μισθού ελάμβαναν γαίες, δ) αυξήθηκαν οι δασμοί και οι φόροι χαρτοσήμου και επιβλήθηκε προκαταβολή είσπραξης του φόρου εισοδήματος, ε) απολύθηκαν οι υπάλληλοι του Εθνικού Τυπογραφείου, οι δασονόμοι και οι δασικοί υπάλληλοι, οι μισοί καθηγητές πανεπιστημίου, οι μηχανικοί του Δημοσίου και σταμάτησαν τα δημόσια έργα [Μαυρογορδάτος 2013, Παντελής].

Το δημοσιουπαλληλικό ζήτημα έλαβε εκρηκτικές διαστάσεις ως σύγκρουση «αυτοχθόνων» και «ετεροχθόνων» ως προς το δικαίωμα διορισμού στο δημόσιο,[23] σύμφωνα με το αντίστοιχο ψήφισμα της Εθνοσυνελεύσεως του 1844[24] [Μαυρογορδάτος 2013, Παντελής]. Συνακόλουθα αποτέλεσε έρεισμα εκδίωξης μη αρεστών στο εκάστοτε καθεστώς λόγω και της εναντίωσής τους στα τότε «συμφέροντα», θύματα της οποίας υπήρξαν αξιολογότατοι δημόσιοι λειτουργοί.[25] Πάντως, κατά τη διαδικασία (11.1.1844) οπότε τέθηκε θέμα συνταγματικής διάκρισης βάσει του άρθ. 3 μεταξύ αυτοχθόνων και ετεροχθόνων, ο Κωλέττης υπερασπίστηκε την ισονομία, οδηγώντας στην εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης.

Ο τελευταίος, δεύτερος Συγκυβερνήτης της Ελληνικής Πολιτείας και πρώτος συνταγματικός Πρωθυπουργός[26] επικρίθηκε από συγχρόνους του πρώην αγωνιστές [Μακρυγιάννης[27] κ.ά.] και από κατοπινούς ιστορικούς ότι εισήγαγε τη φαυλοκρατία στο πολιτικό σύστημα,[28] απομάκρυνε από δημόσιες θέσεις μη ευνοούμενους και προωθούσε τη διεκπεραίωση συναλλαγής («ρουσφετιών»).[29]

Το 1863 λίγο μετά την έξωση του Οθωνα[30] και πριν την έλευση του Γεωργίου Α΄, εν μέσω οικονομικής κρίσης, η Εθνική Συνέλευση αποφάσισε αύξηση της αποζημίωσης των πληρεξουσίων και μείωση των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων, γεγονός το οποίο προκάλεσε λαϊκή εξέγερση[31] και οδήγησε σε πρόσκαιρη μη εφαρμογή της πρότασης και σε παραίτηση του Πρωθυπουργού [Δημητρόπουλος: 13].

Επί βασιλείας Γεωργίου[32] στο κράτος είχαν ενσωματωθεί τα Επτάνησα (21.05.1864), η Θεσσαλία (1881) καθώς και η Άρτα.[33] Ο Χαρίλαος Τρικούπης (ενωρίτερα Υπουργός Εξωτερικών στην τρίτη Κυβέρνηση Αλεξάνδρου Κουμουνδούρου) με την κυβέρνηση που συγκρότησε το Μάρτιο του 1882, ενίσχυσε τους δημοκρατικούς θεσμούς και την οργάνωση του κράτους. Πέραν της αναδιοργάνωσης της Αστυνομίας, της Αγροφυλακής και της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων, θέσπισε νόμους για τα προσόντα,[34] την προαγωγή και -για πρώτη φορά στην ιστορία του νεοσύστατου κράτους- για τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων.[35] Πραγματοποίησε σημαντικά έργα εκσυγχρονισμού, όπως η διάνοιξη της διώρυγας της Κορίνθου (την εγκαινίασε το 1893), η αποξήρανση της Κωπαΐδας, η βελτίωση των συγκοινωνιών με την κατασκευή οδικού και σιδηροδρομικού δικτύου.[36] Σε αυτά αξιοποιήθηκε μεγάλο μέρος επιστημονικού και λοιπού δυναμικού δημοσίων υπαλλήλων, δεδομένου, μάλιστα, ότι προηγούμενες κυβερνήσεις είχαν προσλάβει υπερβολικό αριθμό αυτών, με αποτέλεσμα τη διόγκωση του δημόσιου τομέα, όπως ο ίδιος είχε έτη νωρίτερα καταγγείλει.[37] [38]

Τα κυριότερα έργα υποδομής της περιόδου της Απελευθέρωσης υλοποιήθηκαν ως επί το πλείστον από Γάλλους μηχανικούς, που κάλεσε ο Τρικούπης, κυρίως στο μακρόπνοο σχέδιο κατασκευής οδών και σιδηροδρομικών γραμμών. Οι Έλληνες κατά τη συνεργασία απέκτησαν μεγάλη εμπειρία [Κονταξής: 2003] και συνέβαλαν στη συνέχεια στην ανασυγκρότηση της χώρας, συχνά επινοώντας επί τω έργω καινοτομίες στον ραγδαία αναπτυσσόμενο, τότε, τομέα της μηχανικής. Ενίοτε διαδέχοντο σε θέσεις ευθύνης ξένους προκατόχους τους, επιτύγχαναν σε αξιοπιστία των έργων και εξοικονόμηση δημοσίου χρήματος και η προσφορά τους αναγνωριζόταν από την Πολιτεία.[39]

Στις αρχές του νέου αιώνα χρονολογείται η εισαγωγή της μονιμότητας για ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων (δεκαπενταετής υπηρεσία, Υπουργείο Οικονομικών κ.λπ.) [Κατσιμάρδος]. Μέχρι τότε ο βασιλιάς «διόριζε και έπαυε» τους διοικητικούς υπαλλήλους, με την εξαίρεση των ανωτέρων δικαστικών, που ήταν ισόβιοι. Στο μεταξύ, απόπειρες επέκτασης της μονιμότητας ή περιορισμοί στις απολύσεις παρέμεναν ημιτελείς.

2. Συνταγματική κατοχύρωση της μονιμότητας – Διεκδικήσεις και προβληματισμοί

 Οι νόμοι της διετίας 1909-1911 περιελάμβαναν επεκτάσεις της μονιμότητας υπό προϋποθέσεις (Υπουργείο Εσωτερικών, νομαρχίες κ.ά.), που είχαν προκαλέσει και αντιδράσεις τόσο του πολιτικού κόσμου όσο και του λαού για την επιλεκτικότητα και την εύνοια σε συγκεκριμένες κατηγορίες κρατικών λειτουργών.

Η συνταγματική εγγύηση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων [Παντελής: 221] που θεσπίστηκε (με προσθήκη στο αναθεωρημένο Σύνταγμα του 1864) το 1911[40] από τον Ε. Βενιζέλο[41] με το επιχείρημα της εξάλειψης της κομματικής συναλλαγής («Είναι το ριζικώτερον πλήγμα κατά της συναλλαγής») άρχισε θεωρητικά να ισχύει από 01.06.1911[42] και να εφαρμόζεται  μόλις το 1929.[43]

Η επιλογή στελεχών και ανώτερων υπαλλήλων συνδεόταν με τα προσόντα αυτών. Στην παραγωγική περίοδο της ανασυγκρότησης του κράτους μεταξύ 1910-1920 με το Υπουργείο Συγκοινωνίας[44] σε κυρίαρχη θέση και με πληθώρα αναπτυξιακών δραστηριοτήτων, ως υπουργούς επέλεγε πρόσωπα με αποδεδειγμένα νεωτεριστικές ιδέες, γνώστες των ευρωπαϊκών καταστάσεων και με αξιόλογη δράση στο αντικείμενό τους. Με ικανότητα διάκρισης και επιλογής συνεργατών (με σπουδές κυρίως στον γαλλόφωνο ή γερμανόφωνο χώρο), μέσω τυχαίων γνωριμιών ή στο πλαίσιο υπηρεσιακών καθηκόντων, επιδίωκε την αξιοκρατική αξιοποίηση και προώθησή τους, όπως π.χ. των Παπαναστασίου,[45] Διαμαντίδη,[46] Εμπράρ[47] κ.ά.[48] [Σαρηγιάννης: 204]. Εκείνοι, διαδοχικά, είχαν την προνοητικότητα επιλογής συνεργατών μεταξύ των δημοφιλέστερων τεχνικών της εποχής, υψηλόβαθμων κρατικών στελεχών (Π. Καλλιγάς, Αν. Δημητρακόπουλος κ.ά.), επιστημονικών ονομάτων (Αγγ. Γκίνης, Δ. Λαμπαδάριος κ.ά.), ορισμένων με σπουδές, επαγγελματική εμπειρία ή αναγνώριση στο εξωτερικό ή μετακληθέντων ξένων διεθνούς φήμης και νεωτεριστικών κατευθύνσεων, μελών Συμβουλίων και Επιτροπών.[49] Ορισμένοι διαδραματίζουν ρόλο και στη μεταπολεμική προσπάθεια ανοικοδόμησης (Αν. Δημητρακόπουλος κ.ά.). Προεβλέποντο και κρατικές θέσεις στελεχών και για αλλοδαπούς, υπό προϋποθέσεις.[50]

Τα επόμενα έτη του εθνικού διχασμού (1914-1917), του μικρασιατικού πολέμου και της ρευστής πολιτικής κατάστασης η μονιμότητα είτε είχε καταργηθεί (απολύτως, μερικώς ή επιλεκτικώς) είτε επανερχόταν. Ο αρχικός σκοπός, η πάταξη των πελατειακών σχέσεων και της εκδούλευσης και «συναλλαγής» πολιτών και πολιτικών (ρουσφετιού) δεν επετεύχθη. Ορατή ήταν η συνύπαρξη μονιμότητας και πελατειακών προσλήψεων, με αποτέλεσμα τη διόγκωση του δημοσίου τομέα.

Σε αρκετές χιλιάδες Ρώσους πρόσφυγες («εμιγκρέ») της Οκτωβριανής Επανάστασης (1917) χορηγήθηκε άδεια εγκατάστασης και εργασίας στον δημόσιο τομέα. Γενικά επρόκειτο για άτομα παραγωγικής ηλικίας, αστικών – μεγαλοαστικών καταβολών, γλωσσομαθή, με ανώτερες σπουδές και επαγγελματική εμπειρία, που κατέλαβαν και δημόσιες θέσεις (π.χ. άνδρες ανώτερα στελέχη Εθνικής Τραπέζης, γυναίκες καθηγήτριες Ωδείου κ.ά.).[51]

Για τη λειτουργία της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων (ΕΑΠ)[52] η κυβέρνηση διέθεσε επιστημονικό, τεχνικό και διοικητικό προσωπικό από το Υπουργείο Γεωργίας και το Υπουργείο Πρoνοίας και Αντιλήψεως. Το ανθρώπινο δυναμικό (με υψηλές αποδοχές, σε μεγάλο ποσοστό διπλωματούχοι μηχανικοί) κινητοποιήθηκε με τρόπο πρωτοφανή για τα έως τότε δεδομένα, με υψηλή υπευθυνότητα και σε συνθήκες μεγάλης πίεσης.

Τον Δεκέμβριο του 1925 η δικτατορική κυβέρνηση Παγκάλου προέβη στην άρση της μονιμότητας. Οι περισσότερες εργατικές οργανώσεις διαλύθηκαν, απαγορεύτηκαν απεργίες και διαδηλώσεις και δημόσιοι υπάλληλοι απολύθηκαν ή και εξορίστηκαν.

Ενώ η μονιμότητα την πρώτη περίοδο Βενιζέλου συνιστούσε μεταρρύθμιση, στον προεκλογικό λόγο του στη Θεσσαλονίκη (22.07.1928) για το κυβερνητικό πρόγραμμα της «Τετραετίας» (1928-32), εξήγγειλε μείωση κρατικών δαπανών «κυρίως διά της ελαττώσεως της πληθώρας των δημοσίων υπαλλήλων», δηλ. κατά 5.000 ή και 10.000 υπαλλήλους ή 10 έως και 20% με τα τότε δεδομένα[53] [Μαυρογορδάτος 2003, 2013].

Οι άδειες των εργαζομένων με αποδοχές καθιερώθηκαν επί δικτατορίας Κονδύλη (ΑΝ 539/1935). Επί Μεταξά (επιβολή Δικτατορίας 04.08.1936) μέτρα καταστολής της δραστηριότητας συνδικαλιστικών φορέων, απαγόρευση απεργιών, αλλά και επέκταση εφαρμογής του οκταώρου σε πολλές κατηγορίες μισθωτών (ΒΔ 368/24.8.1936)[54] συνυπήρξαν με συστηματική προετοιμασία σε διάφορους τομείς για ενδεχόμενο -επικείμενου- πολέμου.

Στον Μεσοπόλεμο όλο και περισσότερες γυναίκες[55] εργάστηκαν, πέραν του ιδιωτικού τομέα και σε δημόσιες υπηρεσίες και κρατικούς φορείς, μεταξύ των οποίων Μικρασιάτισσες[56] πρόσφυγες.

Προπολεμικά, πάντως, παρά τη ραγδαία αύξηση του αστικού πληθυσμού με τη Μικρασιατική Καταστροφή και τις συνακόλουθες οικιστικές ανάγκες, το δυναμικό των δημοσίων υπηρεσιών σε τεχνικούς υπαλλήλους αυξήθηκε ελάχιστα: από 248 το 1906 σε 290 το 1939 [Φιλιππίδης 1984: 414, υποσ. 51].  

3. Από την Κατοχή στην Ανασυγκρότηση: η συμβολή των κρατικών λειτουργών

Τη περίοδο της Κατοχής πολλές ήταν οι ταλαιπωρίες δημοσίων λειτουργών λόγω της αντιστασιακής δράσης τους. Απολύσεις, βασανιστήρια, φυλακίσεις και εκτελέσεις ανέμεναν αριθμό αυτών όταν αποκαλυπτόταν ένταξή τους σε αντιστασιακές ομάδες,[57] συμμετοχή τους σε φυγάδευση συμμάχων, σε βοήθεια αγωνιστών, ή συμπολιτών εβραϊκής καταγωγής, σε σαμποτάζ εναντίον των κατακτητών κ.ά.

Άξια μνείας είναι η συνεισφορά των κρατικών λειτουργών στην προσπάθεια διάσωσης της πολιτιστικής κληρονομιάς. Η Αρχαιολογική Υπηρεσία αναγκάστηκε να προβεί στην εκκένωση των μουσείων και την ταφή των αρχαιοτήτων στη γη, σε κρύπτες, θησαυροφυλάκια, σπηλιές.[58] Οι έφοροι και επιμελητές των αρχαιοτήτων διοικούσαν άδεια μουσεία ή χώρους, για τους οποίους οι αποφάσεις τους τελούσαν υπό τον έλεγχο του  κατακτητή. Επί έξι μήνες πριν την εισβολή των Γερμανών[59] στην Αθήνα, ομάδα εργατών, τεχνιτών[60] και αρχαιολόγων ανέσκαπτε τα δάπεδα του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου για να καταχώσει αγάλματα, σκεύη (κούρους, ληκύθους κ.ά.) κ.λπ. Από το 1937 η Κυβέρνηση Μεταξά, προνοώντας ανάλογα, αλληλογραφούσε με τη Διεύθυνση Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας, προκειμένου να εκπονηθεί από κοινού πλήρες σχέδιο διαφύλαξης αρχαιοτήτων από τις αεροπορικές επιδρομές και το ενδεχόμενο οδομαχιών εντός πόλεων. Ακολούθησε εντολή σύνταξης καταλόγων και ταξινόμησης αρχαιοτήτων βάσει τηςσπουδαιότητάς τους, με τους αρχαιολόγους να υποστηρίζουν τη μη δυνατότητα επιλογής καθ΄ ότι στο σύνολό τους (εκτεθειμένες και αποθηκευμένες) αξίζουν διάσωσης σε περίπτωση πολέμου.[61] Ο καθ΄ ύλην αρμόδιος Υφυπουργός Παιδείας έδωσε εντολή απαγόρευσης χορήγησης κανονικών αδειών[62] και εκδόθηκαν ειδικές τεχνικές οδηγίες προστασίας εκθεμάτων.[63] Ανά μουσείο, συστήθηκε Επιτροπή Απόκρυψης και Ασφάλισης των εκθεμάτων. Στο Αρχαιολογικό Μουσείο συστήθηκε Επιτροπή,[64] ενώ το προσωπικό,[65] με τη βοήθεια πολιτικών μηχανικών και αρχιτεκτόνων του Υπουργείου, αλλά και Ελλήνων (κυρίως φοιτητών) και ξένων εθελοντών, εργαζόταν υπερωριακά στα υπόγειά του.[66] Στα επόμενα έτη το κτίριο καταλήφθηκε από δημόσιες υπηρεσίες.[67] Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής,[68] ως και την Απελευθέρωση, οι 16 έφοροι και 11 επιμελητές αρχαιοτήτων, οι αρχαιολόγοι που ανήκαν σε αντιστασιακές οργανώσεις, όπως οι  Χρήστος Καρούζος (ακαδημαϊκός, Διευθυντής Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου) και Μαρίνος Καλλιγάς (έφορος Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, κατόπιν Διευθυντής Εθνικής Πινακοθήκης), εθελοντές συναφών ειδικοτήτων και εκπρόσωποι της καθημερινής ζωής, υπό το κράτος απειλών, περιφρόνησης και κινδύνου της ζωής τους,[69] διαφύλαξαν και προστάτευσαν κατά το δυνατόν καλύτερα τις αρχαιότητες και τα ιστορικά μνημεία [Τουμασάτος]. Αμέσως μετά την απελευθέρωση, επιτροπή αρχαιολόγων της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, με προεξάρχοντες τους δύο προαναφερόμενους, προέβη σε λεπτομερή καταγραφή των κατεστραμμένων αρχαιοτήτων (κλοπές, παράνομες ανασκαφές κ.ά.) και στην έκδοση της έκθεσης (1946) «Ζημίαι των Αρχαιοτήτων εκ του Πολέμου και των Στρατών Κατοχής».[70] Αμέσως μετά το τέλος του πολέμου προκηρύχθηκε διαγωνισμός για την πρόσληψη, αρχικά, 7 αρχαιολόγων.

upl580f48e0d6cd6 upl580f48d243d94 pws-ekrupsan-ta-arxaia-sto-ethniko-arxaiologiko-mouseio-w_l upl580f48e97a0a0Εικ. 2, 2α, 3, 3α – Προετοιμασία απόκρυψης και προστασίας αρχαιοτήτων
Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείουτις παραμονές της Κατοχής (1940-41)
[πηγή: Φωτογραφικό Αρχείο Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, www.namuseum.gr]

Στον τεχνικό επιστημονικό χώρο το Γραφείο Χωροταξικών, Πολεοδομικών Μελετών και Ερευνών (ΓΧΠΜΕ), που ιδρύθηκε το 1940, με Διευθυντή τον Κων. Δοξιάδη,[71] ασχολήθηκε και με τη συλλογή στοιχείων[72] για τις συνέπειες του πολέμου στη χώρα[73] (κτιριακές καταστροφές, ανθρώπινες απώλειες κ.ά.).[74] Παράλληλα, από αποσπασμένους υπαλλήλους της ΓΥΣ τα στελέχη εδιδάσκοντο την έρευνα της αεροφωτογραφίας, ενώ μεταξύ των αρμοδιοτήτων τους περιλαμβάνονταν καταγραφή και απεικόνιση κατεστραμμένων περιοχών (Σικουρίου στη Θεσσαλία, Καλαβρύτων, Θεσσαλονίκης, κλίμακας 1:20.000 κ.λπ.). Η πρώτη συλλογή απαραίτητων γενικών στατιστικών στοιχείων έγινε κατά τη διάρκεια της Κατοχής, με εξειδικευμένα στοιχεία ληφθέντα από δημόσιες υπηρεσίες ή ιδιώτες.[75] Η συλλογική αυτή εργασία παρουσιάστηκε το 1945 στην ιδρυτική σύνοδο του ΟΗΕ (Άγ. Φραγκίσκος, ΗΠΑ) με σκοπό την παροχή οικονομικής και υλικοτεχνικής βοήθειας για τη χώρα. Προσέλαβε πλήθος σπουδαστών του Πολυτεχνείου, αρχιτέκτονες (Αγγ. Τσίτσης, Γεωργ. Παπαγεωργίου και Πρ. Βασιλειάδης, Ιω. Παπαϊωάννου, Κων/νος Κλείδωνας κ.λπ.) και  πολιτικούς μηχανικούς και άλλα στελέχη της κεντρικής Διοίκησης (Γρηγ. Κωνσταντινίδης, Γεωργ. Βαλάτας κ.ά.). Γενικά επελέγοντο έμπειροι υπάλληλοι ή ταλαντούχοι σπουδαστές, παρά ελεύθεροι επαγγελματίες. Πολλοί από τους προαναφερθέντες κατέλαβαν αργότερα θέσεις «κλειδιά» στο Υπουργείο Δημοσίων Έργων [ΣαπουνάκηΣταματίου: 142].

xartis_1Χάρτης 1 – Με ανοιχτόχρωμη ένδειξη οι φωτιές, με σκουρόχρωμη οι βομβαρδισμοί

xartis_2Χάρτης 2 – Τεράστιες οι καταστροφές στο οδικό δίκτυο
(σκούρες γραμμές), ενώ λίγες γέφυρες έμειναν ανέπαφες

xartis_3 xartis_4 artis5_6xartis5_6Εικ. 4, 5, 6, 7 – Απώλειες σε αγροτικά και κτηνοτροφικά προϊόντα
[πηγή: «Αι θυσίαι της Ελλάδος …» σε Χωριανόπουλο]

e67ab-katoxhled-5_17 Ανατίναξη της διώρυγας της Κορίνθου από τους Γερμανούς κατακτητές, 1944
[πηγή: https://galanoleykoblog.wordpress.com%5D

Μετά τις καταστροφές υποδομών κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Εμφύλιο (1946-1949) και λόγω του κατεστραμμένου και απηρχειωμένου οδικού δικτύου, ανέκυψε άμεση ανάγκη ανασυγκρότησης, με έργα οδοποιίας και υποδομής (αεροδρόμια, εγγειοβελτιωτικά κοινής ωφέλειας, οικοδομικά κ.ά.). Το 1957 κλήθηκαν σε συμβολή οι Ένοπλες Δυνάμεις[76]. Συγκροτήθηκαν στις έδρες των σπουδαιότερων νομών επτά (7) Μικτές Ομάδες Μηχανημάτων Ανασυγκροτήσεως (ΜΟΜΑ)[77] που ανέλαβαν την εκτέλεση έργων[78] που τους ανέθετε η προϊσταμένη αρχή στον νομό της έδρας τους ή σε γειτονικούς νομούς.[79]

Με την Απελευθέρωση (12.10.1944), η Κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου αποφασίζει τη μετεξέλιξη του ΓΧΠΜΕ σε Υφυπουργείο Ανοικοδομήσεως, με υπηρεσιακό υπουργό τον Δοξιάδη, το 1945-46, το οποίο αναβαθμίζεται σε αυτοτελές υπουργείο από την Κυβέρνηση Σοφούλη (ΑΝ της 21.10.1947).

Με τη χρηματοδότηση του Σχεδίου Μάρσαλ[80] ιδρύθηκε η ΥΣΕΣΑ (Υπηρεσία Συντονισμού Εφαρμογής Σχεδίου Ανασυγκρότησης). Για τη λειτουργία της άντλησε πολιτικούς μηχανικούς και αρχιτέκτονες από το Υφυπουργείο Ανοικοδομήσεως. Μετεξελίχθηκε στο Υπουργείο Συντονισμού (1945, καταργήθηκε το 1981), στο οποίο ο Δοξιάδης χρημάτισε μόνιμος υφυπουργός [ΣαπουνάκηΣταματίου: 143]. Το 1951 (ΑΝ 1671/28.1.1951) καταργήθηκε το Υπουργείο  Ανοικοδόμησης και οι υπηρεσίες οικισμού και ανοικοδόμησης μεταβιβάστηκαν στο Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας.

Το 1953 επί Κυβερνήσεως Παπάγου το Υπουργείο Δημοσίων Έργων, με επικεφαλής τον Κ. Καραμανλή, επανέκτησε αρμοδιότητες πολεοδομικού χαρακτήρα (νδ/γμα 2386/9.5.1953). Χαρακτηριστικής ταχύτητας ήταν η λήψη και η υλοποίηση αποφάσεων. Λόγω μεγάλου εργασιακού φόρτου, οι υπάλληλοι εργάζονταν υπερωρίες και απογεύματα, συχνά με ανεπαρκή φωτισμό, για λόγους οικονομίας.[81] Στους συμβασιούχους επιτρεπόταν η μελέτη και επίβλεψη ιδιωτικών έργων, ενώ στους μονίμους κατόπιν ειδικής αδείας κατ΄ εξαίρεση [Σαπουνάκη, Σταματίου: 144]. Οι αρχιτέκτονες υπάλληλοί του ήταν ακόμη ολιγάριθμοι. Στην πλειονότητά τους διακατέχοντο από ιδεαλισμό και ενδιαφέρον για την επίλυση στεγαστικών προβλημάτων[82] ασθενέστερων κοινωνικοοικονομικών στρωμάτων ή προβλημάτων κατανομής και διαχείρισης του χώρου που αντιμετώπιζε ο τόπος.[83]

Ο Κ. Καραμανλής δεν δίσταζε να προσφεύγει στις υπηρεσίες πολιτικών του αντιπάλων, καθώς κριτήριο επιλογής συνεργατών ήταν συνήθως η φήμη και η αξία τους. Οι διαπρεπέστεροι συνεργάτες του συχνά δεν ανήκαν στο κόμμα του, ούτε στην ευρύτερη συντηρητική παράταξη. Σημαντική ήταν η ανάθεση στον Πικιώνη το 1951, της διαμόρφωσης «του αρχαιολογικού περί την Ακρόπολιν και Φιλοπάππου χώρου, Αναπαυτήριο Αγ. Δημητρίου Λουμπαρδιάρη και Εκκλησία». Τα έργα τελείωσαν το 1957, με συμβολή σπουδαστών του στο ΕΜΠ[84] αναδεικνύοντας αισθητικά και τουριστικά την ευρύτερη περιοχή, με αρχαιότητες διαφόρων χρονικών περιόδων. Αποτέλεσε μάλλον την εξαίρεση σε εποχή, που αλλοιώθηκε δραματικά η εικόνα της Αθήνας και η ιστορική, αρχιτεκτονική ταυτότητα των μεγάλων αστικών κέντρων.[85]

Ο πολλαπλασιασμός της οικοδομικής δραστηριότητας μετά το 1955 (με Πρωθυπουργό τον Καραμανλή) είχε ως αποτέλεσμα την πρόσληψη[86] αριθμού αρχιτεκτόνων σε υπηρεσίες και οργανισμούς, καθώς τμήματα του κρατικού μηχανισμού αναδιοργανώθηκαν, δημιουργήθηκαν εξ αρχής (π.χ. Υπηρεσία Οικισμού) ή αυξήθηκαν σε μέγεθος. Παράλληλα, πολιτικοί μηχανικοί κυρίως επάνδρωσαν σχεδόν αποκλειστικά τεχνικές υπηρεσίες της περιφέρειας[87] [Φιλιππίδης 1984: 416]. Πριν το ΄62 οι αποφάσεις για το περιεχόμενο, τη χωροθέτηση και τον χρονικό προγραμματισμό των μεγάλων δημοσίων έργων κυρίως ελαμβάνοντο απ΄ ευθείας, αποκλειστικά από την Κυβέρνηση, χωρίς συμμετοχή ειδικών ή του λαού [Φιλιππίδης 1990: 224].

Η Γ. Διεύθυνση Επιθεωρήσεων, που ανήκε στην Υπηρεσία Οικισμού (του Υπ. Δημοσίων Έργων) και είχε δικαίωμα ελέγχου σε αυτή, απεκαλείτο «ψυγείο»,[88] γιατί εθεωρείτο δυσμενής μετάθεση, όπου κατέληγαν πολιτικά αντίθετοι και ανεπιθύμητοι εκάστοτε κυβερνώντων.

Μεταξύ 1951-1965, δηµιουργήθηκε µε µέριµνα της τεχνικής υπηρεσίας του ΕΟΤ[89] η µεγαλύτερη αλυσίδα («Ξενία») δηµόσιας τουριστικής υποδοµής, µε µονάδες σε όλη τη χώρα (δηµιουργία επιπλέον κλινών σε µη τουριστικές περιοχές, ανάπτυξη τουρισµού πόλης, εναρµόνιση κτιρίων µε φυσικό περιβάλλον κ.λπ.), µε ουσιαστική συµβολή αρχιτεκτόνων (∆. Πικιώνης, Α. Κωνσταντινίδης[90] κ.ά.) και άλλων τεχνικών επιστηµόνων. Η εφαρμογή για πρώτη φορά, αρχιτεκτονικών προδιαγραφών τα κατέστησε πρότυπο για µηχανικούς, µελετητές και επιχειρηµατίες, ενώ στέγασαν την εκπαίδευση των πρώτων µαθητών τουριστικών επαγγελµάτων.

Την περίοδο 1965-1966 το Υπ. Δημοσίων Έργων ενδιαφέρθηκε για τη διατήρηση της Πλάκας, παλιάς συνοικίας (19ος αι.) της Αθήνας, με αποτέλεσμα τη συγκρότηση του Γραφείου της Πλάκας στο Υφυπουργείο (1977) Οικισμού, με πρώτες εργασίες «σχέδια αποτύπωσης αναπτυγμάτων δρόμων και προτάσεις για μέτρα που στόχευαν στη λειτουργική και μορφολογική αναμόρφωση της περιοχής» [Παπαγεωργίου – Βενετάς: 426].

Επί Δικτατορίας, οξύνθηκαν οι πιέσεις εκμετάλλευσης της γης, οι αυθαιρεσίες στον σχεδιασμό, η γραφειοκρατία και η παράκαμψη διαδικασιών.[91] Σημειώθηκαν παύσεις υπαλλήλων και ηθελημένες παραιτήσεις. Σημαντικοί εξειδικευμένοι επιστήμονες, με σπουδές στο εξωτερικό, αναγκάστηκαν να διαμένουν στην αλλοδαπή εξ αιτίας των έντονων αντιδικτατορικών τους φρονημάτων. Από τη μεταπολίτευση ορισμένοι από αυτούς επανδρώνουν δημόσιες υπηρεσίες σε θέσεις κλειδιά  [ΣαπουνάκηΣταματίου: 147-8].

Οι προσκλήσεις και οι εναλλαγές «ειδικών συμβούλων» από το εξωτερικό (χαρακτηριστικό και προηγούμενων κυβερνήσεων) για θέματα πολεοδομικά και κυκλοφοριακά, με σκοπό να προσδώσουν κύρος στα αντίστοιχα προγράμματα της Κυβέρνησης, συχνά πρόδιδαν τάση ξενομανίας και αμφισβήτησής της στους εγχώριους επιστήμονες.

4. Από τη Μεταπολίτευση ως σήμερα

Κατά τη Μεταπολίτευση[92] οι νέοι κομματικοί σχηματισμοί που προκύπτουν, εν πολλοίς επιδιώκουν την επάνδρωση υπηρεσιών με «ημετέρους», τη δικαίωση αδικημένων ομάδων (πρώην αντιφρονούντων κ.ά.), την προσέλκυση νέων οπαδών και την ανοχή άλλων μέσω  εργασιακής τους αποκατάστασης. Οι διαρκείς ζυμώσεις για επικράτηση ή επίτευξη ισορροπιών συνδέονται με άνωθεν παρεμβάσεις και εκδουλεύσεις για κατάληψη καίριων θέσεων του κρατικού μηχανισμού και κέντρων αποφάσεων.

Σταδιακά η εικόνα της Αθήνας και των μεγάλων πόλεων, αλλά και του ποσοτικά και ποιοτικά απομειωμένου φυσικού και δομημένου πολιτιστικού περιβάλλοντος, προδίδει ενίοτε, αδιαφορία από πλευράς εξουσίας για την ποιότητα ζωής του πολίτη και αποφάσεις σε μέσο και ανώτερο επίπεδο, που απέχουν από διαφανείς διαδικασίες και ορθολογικές λύσεις, ενώ συγκλίνουν σε διαπλεκόμενα συμφέροντα, διαβαθμίσεις διαφθοράς έως και εξαγορά συνειδήσεων. Η εξυπηρέτηση μικροσυμφερόντων με την ανοχή στη διατήρηση πελατειακών σχέσεων καθιστά και τους προσληφθέντες με «μέσο» ομήρους των πολιτικών και κομματικών επιλογών τους και ενίοτε συναινούντες ή εμπλεκόμενους σε ενέργειες από αντιδεοντολογικές έως ποινικά κολάσιμες (ευνοιοκρατία, παράτυπες διευκολύνσεις, παράνομες αδειοδοτήσεις, αποφάσεις κατασκευής έργων μη απαραίτητων, απ΄ ευθείας αναθέσεις σε συγκεκριμένους εργολήπτες, συγκάλυψη επίορκων, διασπάθιση δημοσίου χρήματος κ.ά.). Η κατάσταση οξύνθηκε με την εισροή και τη διαχείριση κοινοτικών κονδυλίων, με διαδικασίες, ενίοτε, αμφίβολης αξιοπιστίας.

Η πρώτη σύνδεση της τουριστικής ανάπτυξης µε την αρχιτεκτονική κληρονοµιά, μεταξύ 1975-1985, έργο κυρίως της τεχνικής υπηρεσίας[93] του ΕΟΤ, με µελέτη και µετατροπή ιδιωτικών παραδοσιακών κτισµάτων σε τουριστικά καταλύµατα (ξενώνες, µικρά ξενοδοχεία) σε παραδοσιακούς οικισµούς,[94] [95] ήταν προϊόν αγαστής συνεργασίας Κυβέρνησης και λειτουργών.

Η διάγνωση σοβαρών προβλημάτων σε ανθρωπογενές και φυσικό περιβάλλον οδήγησε στην ίδρυση του ΥΧΟΠ[96] (1980), που με επέκταση αρμοδιοτήτων ως προς τα δημόσια έργα μετασχηματίστηκε σε ΥΠΕΧΩΔΕ[97](1985), μέχρι την ανάγκη σύστασης (2009) Υπουργείου εστιάζοντος στο περιβάλλον,[98] του ΥΠΕΚΑ.[99] Μεταξύ των αξιολογότερων κλιμακίων του φορέα περιλαμβάνεται το Γραφείο Μελετών Ατόμων με Ειδικές Ανάγκες,που συνέταξε (1986-1990) «Οδηγίες Σχεδιασμού για την Αυτόνομη Διακίνηση και Διαβίωση ΑμΕΑ».[100]

Οι παθογένειες της Δημόσιας Διοίκησης [Μακρυδημήτρης], πολλές από τις οποίες συνδέθηκαν με ζητήματα κακοδιοίκησης που οδήγησαν σε δυσκολίες και αδιέξοδα στον τομέα του ανθρωπογενούς και φυσικού περιβάλλοντος και όχι μόνο, τα συσσωρευμένα προβλήματα κυρίως της μεταπολεμικής εποχής, οι νέες απαιτήσεις των τελευταίων δεκαετιών και οι αναπτυξιακές προτεραιότητες της χώρας έκαναν απαραίτητη την ίδρυση (1983) του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης[101] (ΕΚΔΔΑ), ΝΠΔΔ, με αποστολή τη δημιουργία στελεχών της Διοίκησης επιτελικού χαρακτήρα, την αναβάθμιση του δυναμικού μέσω διαρκούς εκπαίδευσης και την πιστοποιημένη επιμόρφωση και τον εκσυγχρονισμό του Δημοσίου και των φορέων του, μέσω της έρευνας, της τεκμηρίωσης και της καινοτομίας [http://www.ekdd.gr/ekdda].

Ανάλογη ήταν και η θεσμοθέτηση Ειδικού Επιστημονικού Προσωπικού[102] που ακολούθησε, με την απορρόφηση αντίστοιχου δυναμικού αρχικά από κεντρικούς φορείς και αργότερα ανεξάρτητες αρχές, ελεγκτικούς μηχανισμούς, ερευνητικούς φορείς κ.ά. Με σκοπό τη στελέχωση του ευρύτερου δημόσιου τομέα με όρους αντικειμενικότητας και αξιοκρατίας συστάθηκε το 1994 το ΑΣΕΠ,[103] μέσω διαδικασιών του οποίου, αν και συνήθως με καθυστερήσεις, πραγματοποιήθηκε μεγάλος αριθμός προσλήψεων. Ειδικό Επιστημονικό Προσωπικό στελεχώνει ειδικές υπηρεσίες κεντρικών φορέων, επιστημονικούς φορείς υπαγόμενους σε αυτές, Ανεξάρτητες Αρχές κ.ά.

Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει το Ε΄ Τμήμα του ΣτΕ[104], που ιδρύθηκε το 1991 και λειτούργησε ένα έτος αργότερα. Στην αρμοδιότητά του ανήκουν υποθέσεις αναφερόμενες στην προστασία του φυσικού και του πολιτιστικού περιβάλλοντος, στον αιγιαλό και την παραλία, τη χωροταξία, την πολεοδομία και ευρύτερα τη δόμηση, την ίδρυση και τη λειτουργία βιομηχανιών και βιοτεχνιών, μηχανολογικών εγκαταστάσεων, ξενοδοχείων και κτηνοτροφικών μονάδων και τέλος, την εγκατάσταση κεραιών τηλεόρασης, ραδιοφωνίας και κινητής τηλεφωνίας.

Η συνεισφορά του Συνηγόρου του Πολίτη από το 1998, με τον αρμόδιο Κύκλο Ποιότητας Ζωής έγκειται στη διαμεσολάβησή του μεταξύ πολιτών και υπηρεσιών με σκοπό τη συμμόρφωση προς τη νομιμότητα, σε θέματα:παραβίασης περιβαλλοντικής νομοθεσίας, υποβάθμισης φυσικού περιβάλλοντος, αυθαιρέτων παρεμβάσεων στο οικιστικό και πολιτιστικό περιβάλλον και γενικότερης υποβάθμισης ποιότητας ζωής, παραβιάσεων σε ζώνες περιβαλλοντικής προστασίας, περιβαλλοντικής αδειοδότησης έργων και επιχειρήσεων, χαρακτηρισμού δασικών εκτάσεων, διαχείρισης παράκτιας ζώνης, ολοκλήρωσης έργων υποδομής, ελέγχου αυθαίρετης δόμησης, εγκατάστασης και λειτουργίας σταθμών βάσης κινητής τηλεφωνίας, λειτουργίας καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος, δεσμεύσεων ιδιοκτησίας, προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς, πρόσβασης των πολιτών σε περιβαλλοντικές πληροφορίες [ΣταματίουΨαλτάκη: 20].

Για να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά οι σοβαρές παραβάσεις της περιβαλλοντικής νομοθεσίας και να εφαρμοστούν οι γενικότερες, απορρέουσες από την κοινοτική νομοθεσία δεσμεύσεις, συνεστήθη (2001) στο τότε ΥΠΕΧΩΔΕ, Ειδική Υπηρεσία Επιθεωρητών Περιβάλλοντος (ΕΥΕΠ)[105] [Καλλικαντζάρου]. Βασική αρμοδιότητά της είναι η διενέργεια ελέγχων διαπίστωσης τήρησης περιβαλλοντικών όρων σε έργα και δραστηριότητες του δημόσιου, ευρύτερου δημόσιου και ιδιωτικού τομέα σε ολόκληρη τη χώρα και η εισήγηση επιβολής κυρώσεων.[106]

Παρά τη ραγδαία αύξηση του αριθμού τους από τη μεταπολίτευση έως σήμερα, συγκριτικά με άλλα ευρωπαϊκά κράτη (Πιν. 2), το ποσοστό των δημοσίων υπαλλήλων στην Ελλάδα[107] εμφανίζεται ανεπαρκές ως προς τις υπάρχουσες ανάγκες, λαμβανομένων υπόψη των χωρικών και λοιπών ιδιαιτεροτήτων (νησιά[108] κ.ά.), ενώ η κατανομή τους απαιτεί βελτίωση.[109] Τις προεκλογικές ή άμεσα μετεκλογικές περιόδους χαρακτηρίζουν χορήγηση προνομίων[110] και μαζικές προσλήψεις (συνήθως χαμηλών προσόντων προσωπικού) σε ΟΤΑ, δημόσιους ή ημιδημόσιους φορείς (Πιν. 1) με ραγδαία αύξηση του αριθμού υπαλλήλων, χωρίς ορθολογική κατανομή και επομένως μη αντίστοιχη εξυπηρέτηση πραγματικών αναγκών.

Αξιοσημείωτο, όμως, είναι το γεγονός της αποτελεσματικότητας, της μεθοδικότητας και της συνέπειας ορισμένων υπηρεσιών, όπως ενδεικτικά οι προαναφερόμενες, σε σχέση με άλλες που δεν φημίζονται για την παραγωγή και την ποιότητα του έργου τους, όπως επίσης μεμονωμένα άτομα ή ομάδες εντός φορέων χαρακτηρίζονται από εργασιακό ζήλο και επιτεύγματα σε αντιπαραβολή με συναδέλφους μη αντάξιους των απαιτήσεων των εργασιακών τους καθηκόντων.

pin_1

Πίνακας 2 – Δημόσιοι υπάλληλοι στην ΕΕ pin_2[Πηγή: ΟΟΣΑ 2008]

Αντί Επιλόγου

Το μέγεθος και η ποιότητα του δημόσιου τομέα, οι πελατειακές σχέσεις και τα δημοσιονομικά ελλείμματα, στο επίκεντρο συζητήσεων σχετικών με την κοινωνικοοικονομική κρίση, αποτελούν ενδιαφέροντα σημεία διερεύνησης, όπως διαμορφώθηκαν κατά την πορεία του νεώτερου ελληνικού κράτους.

H έννοια της μονιμότητας[111] ιστορικά  διαστρεβλώθηκε, επειδή δεν διασφαλίσθηκε, παρά μερικώς, η αξιοκρατία, όπως είχε προβλέψει το 1911 η Αντιπολίτευση της Κυβέρνησης Βενιζέλου. Η Δημόσια Διοίκηση στελεχώθηκε εν πολλοίς χωρίς αξιολόγηση και συνακόλουθα η εικόνα της δεν προσεγγίζει πρότυπα μεθοδικότητας, συντονισμού, συνέπειας και αποτελεσματικότητας, καθώς οι ικανότητες και το γνωστικό επίπεδο της πλειονότητας των αντίστοιχων υπαλλήλων δεν ήταν, ενίοτε, τα αναμενόμενα.

Μετά το 1981[112] οπότε έπαυσαν οι διαγωνισμοί πρόσληψης αμφισβητήθηκε από πολλούς [Μαυρογορδάτος] η διαδικασία επιλογής, ενώ  η πρόσληψη και κατόπιν η μονιμοποίηση δεκάδων χιλιάδων εκτάκτων και συμβασιούχων, κυρίως διοικητικών, θεωρήθηκε ότι υλοποιήθηκε χωρίς αξιόπιστο έλεγχο προσόντων. Κατάσταση που συνεχίστηκε μέχρι τον πρώτο διαγωνισμό του ΑΣΕΠ, το 1995, ενώ διατηρήθηκε η μοριοδότηση με κοινωνικά κριτήρια.[113] Δεν έχουν αξιοποιηθεί κατάλληλα, όπως η νομοθεσία ορίζει, απόφοιτοι της Σχολής Δημόσιας Διοίκησης, ενώ Ειδικοί Επιστήμονες σπάνιας εμπειρίας και μορφωτικού επιπέδου, έχουν βρεθεί υφιστάμενοι «ευνοούμενων», κραυγαλέα ολιγότερων προσόντων ή με ποικίλους τρόπους έχουν υποστεί ακόμη και νοσηρής εφευρετικότητας απαξίωση, θεωρούμενοι ως εμπόδια στην εξέλιξη «ημετέρων» ή στην «εντεταλμένη» υπηρεσία άλλων κ.λπ.

Ενδιαφέρον διερεύνησης προξενεί η θλιβερή διαπίστωση ότι, άτομα της ήσσονος προσπάθειας και των ελάχιστων απαιτούμενων προσόντων -συχνά σκανδαλωδώς σε θέσεις ευθύνης- από τα οποία ορισμένα βαρύνονται με αντιδεοντολογική συμπεριφορά έως διάπραξη ποινικώς κολάσιμων αδικημάτων, έχουν κομβικές διασυνδέσεις κομματικών ή πολιτικών μηχανισμών ή αποτελούν κρίκους αλυσίδας εξυπηρέτησης ύποπτων συμφερόντων και όμως ενίοτε απολαμβάνουν ακόμη και της υπηρεσιακής ανοχής.[114] Σχετικά παραδείγματα συναντώνται δυστυχώς σε υπηρεσίες και φορείς με αντικείμενα στον τομέα του περιβάλλοντος, του χώρου και της ποιότητας ζωής, με συνέπεια, πέραν των ορατών αποτελεσμάτων ή της έλλειψης μέριμνας, την αποστέρηση της κοινωνίας από βασικά δικαιώματά της, την απαξίωση του πολίτη, την υποβάθμιση της αξιοπιστίας της κρατικής λειτουργίας και τη δυσφήμιση του ίδιου του κράτους.

Αντίθετα, δεν σπάνιζε η απαξίωση ή και η πειθαρχική αντιμετώπιση ικανότατων επαγγελματιών με ήθος, απλώς επειδή έπραξαν τα δέοντα, εφάρμοσαν τους νόμους και τη νομολογία, αρνήθηκαν να υποκύψουν σε εκβιασμούς και απειλές, προάσπισαν το δημόσιο συμφέρον, τον φυσικό και πολιτιστικό πλούτο της χώρας ή αντιτάχθηκαν σε αμφίβολα ιδιωτικά συμφέροντα. Ενίοτε ήταν εμφανές, ότι προκρινόταν η επαγγελματική αποκατάσταση και η άνοδος της καριέρας «ημετέρων», η επίτευξη πολιτικών και κομματικών «ισορροπιών», η εξυπηρέτηση κρατικοδίαιτων συμφερόντων και διαπλοκών με πολλούς κερδισμένους, έναντι της προόδου του τόπου και της ευημερίας της κοινωνίας.

Στην αναζήτηση αιτιών απαντά η συγκεντρωτική φύση του διοικητικού συστήματος, η κακοδιοίκηση και η γραφειοκρατία, που στάθηκαν εμπόδιο στο αληθινό ενδιαφέρον μερίδας εμπνευσμένων και επιστημονικά προικισμένων κρατικών λειτουργών, ο κατακερματισμός της τοπικής αυτοδιοίκησης και ενίοτε η αυθαιρεσία και η «κράτος εν κράτει» νοοτροπία εκπροσώπων της, η διαπλοκή οικονομικών και επιχειρηματικών συμφερόντων στην κρατική λειτουργία, το έλλειμμα ηγετικότητας και διαφάνειας σε αποφάσεις και αξιοκρατίας σε επιλογές προσώπων.

Η οικονομική κρίση που δοκιμάζει την ελληνική κοινωνία πρέπει να σταθεί αφορμή για ισχυροποίηση της πολιτικής βούλησης, αναδιάρθρωση και εκσυγχρονισμό του δημοσίου με διαφάνεια, κατάρτιση, αξιοποίηση προσωπικού και ενθάρρυνση διεπιστημονικής συνεργασίας, εφαρμογή κανόνων πραγματικής αξιοκρατίας, καινοτομιών και καλών πρακτικών.

Η σωστή επιλογή ατόμων υψηλών προσόντων, μακράς εμπειρίας, αλλά και υγιούς προσωπικότητας και ήθους [Μακρυδημήτρης], δηλ. εγγύηση προόδου και ανάπτυξης, πρέπει ν΄ αποτελεί προτεραιότητα για τη στελέχωση της δημόσιας διοίκησης, με στόχο την ανταγωνιστική και βέλτιστη λειτουργία της. Κοινή διαπίστωση, ιστορικά, είναι ότι άτομα προσόντων, εμπειρίας και αξιοκρατικής πρόσληψης είναι εκείνα, στα οποία βασίζεται η αποτελεσματική λειτουργία φορέων του δημοσίου[115] και χάρη σε αυτά παρατηρείται καλύτερη συμπεριφορά απέναντι στον πολίτη και μεγαλύτερη προσφορά στην κοινωνία. Συνακόλουθα πρέπει να επιδιώκεται η αξιοκρατική αξιοποίηση και προώθησή τους, η χρήση ορθολογικών κριτηρίων επιλογής, η δίκαιη αξιολόγηση και η προστασία από απολύσεις με ύποπτα κίνητρα και σκοπιμότητες. Ιδιαίτερη μέριμνα πρέπει να δοθεί στη συγκράτηση νέων ταλαντούχων επιστημόνων από τη φυγή στο εξωτερικό, μέσω χορήγησης κινήτρων για αντάξια εργασιακή απασχόληση, ειδικά στον χώρο της έρευνας, της καινοτομίας και των νέων τεχνολογιών.

Δηλωτικό των, υπό προϋποθέσεις, δυνατοτήτων και προοπτικών του δημοσίου τομέα είναι το αισιόδοξο μήνυμα ευχαριστήριας επιστολής πολίτη προς Ειδ. Επιστήμονα Ανεξάρτητης Αρχής (2013): «Στη δύσκολη συγκυρία της κρίσης που περνάει ο τόπος μας υπάρχουν κρατικοί  λειτουργοί, πραγματικοί θησαυροί, στους οποίους μπορεί να βασιστεί η κοινωνία και το κράτος. Άνθρωποι αξιόπιστοι, αδιάφθοροι και συνετοί, για τους οποίους η δική μου η γενιά ξέρει ότι μπορεί να απέλθει από αυτόν τον κόσμο, με την ικανοποίηση ότι αφήνει την πατρίδα μας σε λαμπρά μυαλά και σε τίμια και άξια χέρια!».

———  ———

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] Το 1827 (14.4.1827) η Εθνική Συνέλευση της Τροιζήνας τον επέλεξε πρώτο Κυβερνήτη της Ελλάδας, για 7 έτη, θέση από την οποία ήρθε σε σφοδρές αντιπαραθέσεις με τους τοπικούς αξιωματούχους. Ίδρυσε το Πανελλήνιο, εικοσιεπταμελές γνωμοδοτικό σώμα, διαρθρωμένο σε τρία τμήματα με αντίστοιχα αντικείμενα: α) «την Οικονομίαν», β) «τη Διοίκηση των Εσωτερικών καθ΄ όλους αυτών τους κλάδους», γ) «την ωπλισμένη δύναμιν ξηράς και θαλάσσης». Τα μέλη του στελέχωσαν και τα ανώτερα όργανα που συνεστήθηκαν, δηλ. το Υπουργικό Συμβούλιο, το Πολεμικό Συμβούλιο (στα οποία Πρόεδρος ήταν ο Κ.) και την Εκκλησιαστική Επιτροπή. Από το 1821 και μέχρι την άφιξη του Κ. το 1828, η Ελλάδα δεν ήταν αναγνωρισμένη ως κράτος (παρ΄ όλο που είχε συνάψει και δάνεια) και αποκαλείτο «Προσωρινή Διοίκηση της Ελλάδος». Επί Κ. η επίσημη ονομασία του κράτους ήταν «Ελληνική Πολιτεία».

[2] Από το 1832 μέχρι το 1974 το Ελληνικό Κράτος ήταν Βασίλειο (με την εξαίρεση μικρών διαστημάτων) και μετά Δημοκρατία. Το 1881 στην επικράτεια προστέθηκε η Θεσσαλία, το 1913 μετά τους Βαλκανικούς πολέμους  η Μακεδονία και η Ήπειρος (μέρος της οποίας είχε ενταχθεί παλαιότερα) καθώς και η Κρήτη, το 1920 η Ανατολική Θράκη και η περιοχή της Σμύρνης, που επέστρεψαν στην τουρκική κυριαρχία μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Στην Ελλάδα προστέθηκε το 1919 η Θράκη. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το 1947 προστέθηκαν τα Δωδεκάνησα.

[3] Πρώτος ο Αδαμάντιος Κοραής διατύπωσε ενδιαφέρον για τη διαφύλαξη και για την προστασία των ελληνικών αρχαιοτήτων με υπόμνημά του προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη. Ακολούθησε η Φιλόμουσος Εταιρία (ίδρυσης στην Αθήνα το 1813) με, επίσης, σημαντικές προσπάθειες για την προστασία των αρχαιοτήτων και την ίδρυση Μουσείου στο Ερεχθείο [Μαρμαράς κ.ά: 60]. Ο Καποδίστριας διαπιστώνοντας την επιρροή της Αγγλικής Κυβέρνησης σε αυτή, ίδρυσε το 1815 στη Βιέννη Φιλόμουσο Εταιρία (από κοινού με τον Μητροπολίτη Ιγνάτιο, τον Άνθιμο Γαζή, τον Α. Στούρτζα κ.ά.), σκοπός της οποίας ήταν η χρηματοδότητση των σπουδών νεαρών Ελλήνων και την έθεσε υπό την προστασία του Τσάρου.

[4] Το 1823 ανέλαβε Υπουργός των Εσωτερικών και της Αστυνομίας στην Κυβέρνηση Γ. Κουντουριώτη.

[5] Μετά από σκληρές διαπραγματεύσεις υπεγράφη το Πρωτόκολλο του Λονδίνου, με το οποίο αναγνωριζόταν η ανεξαρτησία της Ελλάδας, η οποία θα επεκτεινόταν νότια της συνοριακής γραμμής που όριζαν οι ποταμοί Αχελώος και Σπερχειός.

[6] Όταν ήρθε στην Ελλάδα η Κεντρική Διοίκηση αριθμούσε 7 Υπουργούς και 185 αρχιγραμματείς. Ο αριθμός όλων αυτών μειώθηκε σε 11 γραμματείς και 1 Γενικό Γραμματέα, τον Γραμματέα της Επικρατείας, ο οποίος μαζί με τον Κυβερνήτη, προσυπέγραφε τα ψηφίσματα και την αλληλογραφία [Κούκου 1978].

[7] Είχε και ο ίδιος υπηρετήσει ως κρατικός υπάλληλος στην αλλοδαπή. Το 1809 (20.4.1809) διορίστηκε Σύμβουλος Επικράτειας προσαρτημένος στο Τμήμα Εξωτερικών Υποθέσεων της Ρωσίας με ετήσιο μισθό 3.000 ρούβλια (μικρός μισθός για τα μέτρα της εποχής στη χώρα, αλλά και τα προσόντα του). Εξελίχθηκε σε Α΄ Διπλωματικό Σύμβουλο του Τσάρου και σε Υπουργό επί των Εξωτερικών και σύμβουλο της Κυβέρνησης. Το 1811 διορίστηκε κατόπιν αίτησής του ως υπεράριθμος στη Ρωσική Πρεσβεία στη Βιέννη, με αρμοδιότητα τη σύνταξη υπομνημάτων σχετικά με την πολιτική κατάσταση κρατών της Ευρώπης. Η εργασία του εντυπωσίασε τον Τσάρο Αλέξανδρο Α΄, ο οποίος τον παρασημοφόρεσε και με διάταγμα της 8.11.1812 τον προήγαγε σε «εν ενεργεία κρατικό σύμβουλο» [Αυτοβιογραφία]. Η επιτυχημένη θητεία του ως αποσπασμένου στο διπλωματικό γραφείο του ναυάρχου Τσιτσαγώφ (Tehitchagoff) οδήγησε τον Τσάρο να του αναθέσει την εμπιστευτική αποστολή της διαχείρισης των ζητημάτων της Ελβετίας [Κoύκου 1978:33].

[8] Επιστολή προς τον Αδαμάντιο Κοραή: «Συμμερίζομαι την γνώμην σας ως προς την ανάγκην της περισυνάξεως εις την Ελλάδα των νέων, οι οποίοι εκφυλίζονται μένοντες εις την Ευρώπην με την πρόφασιν ότι εκπαιδεύονται. Αλλά διά να τους περισυνάξωμεν εδώ πρέπει να έχωμεν καταστήματα, όπου να τους τοποθετήσωμεν, καθώς δε σας είπα, δεν εφθάσαμεν ακόμη εις αυτήν την ευάρεστον θέσιν …» (Αύγ. 1828) [Δαφνής].

[9] Επιστολή προς τον Αλέξανδρο Στούρτζα: «Η επανάστασις εγέννησεν ένα σωρόν ανθρώπων αργών, θελόντων να ζώσιν εκ του δημοσίου, οίτινες, αν εγκαταλειφθώσι, θέλουσι πέσει εκ της απελπισίας εις ληστείαν και πειρατείαν και τότε το έθνος θέλει αναγκασθή να εξοδεύση περισσότερα. Τούτο δεν θέλει διορθωθή παρ΄ όταν η Ελληνική Κυβέρνησις στερεωθή εντελώς και έχουσα χρήματα και αξιοπιστίαν, δυνηθή να δώση εις τους τοιούτους ανθρώπους γαίας, ίνα κατασταθώσι πολίται καλοί και χρήσιμοι» (αρχές Ιουλίου 1829) [Δαφνής]. Σύμφωνα με το σκεπτικό του η εργασιακή εξασφάλιση θα απέτρεπε τον έως τότε εξαθλιωμένο και άνεργο λαό από την παρανομία και τον παρασιτικό βίο.

[10] Έντονη κριτική προκάλεσε η τοποθέτηση των δύο αδερφών του, Βιάρου και Αυγουστίνου, στις δύο κορυφαίες θέσεις των ενόπλων δυνάμεων, Αρχιναυάρχου και Αρχιστράτηγου, αντίστοιχα. Θεωρήθηκαν ακατάλληλοι για τις ευθύνες των αξιωμάτων τους, ενώ μερίδα ιστορικών θεωρεί ότι διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στην πτώση του Κυβερνήτη.

[11] Ίδρυσε πολιτειογραφική υπηρεσία (σημερινή στατιστική υπηρεσία), διενεργήθηκε η πρώτη απογραφή και συνετάγη το πρώτο Κτηματολόγιο. Ζήτησε τη σύνταξη κατά δυνατόν λεπτομερών πινάκων: α) των κατοίκων και την αναλογία μεταξύ Χριστιανών και Τούρκων, β) ιδιοκτητών κτημάτων, γ) καλλιεργούντων εθνικές γαίες, οι οποίοι δεν κατείχαν δικές τους. Συγκεντρώθηκαν στοιχεία που αφορούσαν τον αριθμό: α) των επαγγελμάτων των Ελλήνων, β) των πρώην τουρκικών κτημάτων που περιήλθαν στην κυριότητα της ελληνικής επικράτειας και την αξία τους, γ) των σχολείων σε κάθε επαρχία, δ) των μαθητών και διδασκάλων σε κάθε σχολείο, ε) των Εκκλησιών και μοναστηριών, στ) των Εκκλησιών ή και εν γένει ιδρυμάτων στο εξωτερικό [Δαφνής, Κούκου 1978]. Ο ίδιος είχε, επίσης, διακηρύξει την εμπιστοσύνη του στο «ευπροβίβαστον των Ελλήνων» και «εις τον κρυπτόν μέγαν πλούτον της χώρας» (σ.σ. ορυκτός πλούτος) [Δεσποτόπουλος, Αυτοβιογραφία].

[12] Τον Ιούνιο του 1806 ανέλαβε τη δ/νση της δημόσιας Σχολής της Δημοκρατίας, που είχε ιδρυθεί με  πρωτοβουλία του στα Επτάνησα.

[13] Σχετικές οι με αριθ. 2953 Μυστική Εγκύκλιος προς το Πανελλήνιο και η με αριθ. 4286, η οποία δημοσιεύθηκε στη Γενική Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

[14] Η Δ΄ Εθνοσυνέλευση με Ψήφισμά της (1.8.1829) αποφάσισε να δοθεί χορηγία (μισθός) στον Κυβερνήτη, την οποία ο ίδιος αρνήθηκε: «Ελπίζω ότι όσοι εξ υμών συμμετάσχουν εις την Κυβέρνησιν θέλουν γνωρίσει μεθ΄ εμού ότι εις τας παρούσας περιπτώσεις, όσοι ευρίσκονται εις δημόσια υπουργήματα δεν είναι δυνατόν να λαμβάνουν μισθούς αναλόγως με τον βαθμό του υψηλού υπουργήματός των και με τας εκδουλεύσεις των, αλλ΄ ότι οι μισθοί ούτοι πρέπει να αναλογούν ακριβώς με τα χρηματικά μέσα, τα οποία έχει η Κυβέρνησις εις την εξουσίαν της …Εφ΄ όσον τα ιδιαίτερα εισοδήματά μου αρκούν διά να ζήσω, αρνούμαι να εγγίσω μέχρι και του οβολού τα δημόσια χρήματα, ενώ ευρισκόμεθα εις το μέσον ερειπίων και ανθρώπων βυθισμένων εις εσχάτην πενίαν» [Αυτοβιογραφία].

[15] Κερκυραίος λόγιος και πολιτικός των Επτανήσων του 19ου αι. Αποδέχθηκε την πρόσκληση της Κυβέρνησης να διοργανώσει το δημόσιο εκπαιδευτήριο στην Αίγινα. Μετά τη δολοφονία του Κ. επέστρεψε στην Κέρκυρα όπου έγινε αντιπρόσωπος και αμέσως Γερουσιαστής του τετάρτου Κοινοβουλίου και αργότερα αρχηγός της Αντιπολίτευσης. Το 1849, στις πρώτες ελεύθερες εκλογές ο λαός τον ψήφισε Αντιπρόσωπο και η Βουλή ομόφωνα Πρόεδρο, θέση την οποία όμως ο ίδιος λόγω μετριοφροσύνης δεν απεδέχθη.

[16] Έπίσης για την εντιμότητα, τον εργασιακό ζήλο και τη φιλοπατρία του [Κούκου 1958, 1978, Αυτοβιογραφία].

[17] Με χαρακτήρα αρχαιολογικού νόμου: «Όλαι αι εντός της Ελλάδος αρχαιότητες, ως έργα των προγόνων του Ελληνικού λαού, θεωρούνται ως κτήμα εθνικόν όλων των Ελλήνων» και θέτει τα χρονικά όρια της προστασίας στο έτος 1453, έτος της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως.Το 1899, με τον δεύτερο αρχαιολογικό νόμο, εισήχθη η πλήρης ιδιοκτησία του Κράτους επί όλων ανεξαιρέτως των αρχαιοτήτων. Το 1932  ψηφίστηκε ο τρίτος αρχαιολογικός νόμος, που ίσχυσε μέχρι το 2002, τον οποίο αντικατέστησε ο ν. 3028/2002 «Για την προστασία των αρχαιοτήτων και εν γένει της πολιτιστικής κληρονομιάς». Ο τέταρτος αυτός από του 1834 αρχαιολογικός νόμος καλύπτει το σύνολο της πολιτιστικής κληρονομιάς, από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερα [Ιστορία Αρχαιολογικής Υπηρεσίας].

[18] Το 1999-2000 αριθούσε εικοσιπέντε (25) για τις προϊστορικές και κλασικές αρχαιότητες, δεκατέσσερις για τις βυζαντινές αρχαιότητες και δέκα για ειδικές περιφερειακές υπηρεσίες [Μαρμαράς κ.ά: 62].

[19] Προήλθε από το μηχανικό κλάδο του Ρωσικού Στρατού, στον οποίο υπηρέτησε έως το 1821 [ΤΕΕ: 115]. Τον Απρίλιο του 1822 έλαβε μέρος στον Αγώνα, διαθέτοντας επίσης μεγάλα χρηματικά ποσά, όπλα και εφόδια και  επικεφαλής Σώματος, το οποίο ο ίδιος όπλισε συμμετείχε στην καταστροφή του Δράμαλη στα Δερβενάκια. Το 1823 με Σώμα Κεφαλλήνων πολέμησε στην Πάτρα και στο Μεσολόγγι. Διορίστηκε στο Ναύπλιο «Αρχηγός του Μηχανικού και του Πυροβολικού». Οικοδόμησε ίδιαις δαπάναις, το κτίριο του Βουλευτηρίου, διασκεύασε τα τείχη του Ναυπλίου, έκτισε στρατώνες, αποθήκες, δεξαμενές, υδραγωγεία κ.ά., ενώ με δάνειο που συνήψε το 1824 προέβη στη συμπλήρωση της οχύρωσης του Ναυπλίου, η οποία συνέβαλε στην αποτροπή της κατάληψης της πόλης από τον Ιμπραήμ. Επί Όθωνος, ως ανώτατος κρατικός λειτουργός προσέφερε επίσης πολλές υπηρεσίες στον τόπο [ΤΕΕ: 116].

[20] Κερκυραϊκής καταγωγής στρατιωτικός μηχανικός με μετ΄ υποτροφίας σπουδές στο Παρίσι. Ανήκοντας στο επιτελείο του Μαιζώνος, ήρθε στην Ελλάδα το 1828 (8.1.1828). Ο Κ. εκτιμώντας την τεχνογνωσία του, του ανέθεσε μελέτη εύρεσης κατάλληλης τοποθεσίας στο Ναύπλιο και ανέγερσης εκεί οικισμού για τους πρόσφυγες του πολέμου. Ακολούθησε η ανάθεση και άλλων πολεοδομικών σχεδίων: του Ναυπλίου, της Τριπόλεως, του Άργους, ενώ κορυφαία πολεοδομική μελέτη του είναι των Πατρών. Την κάλυψη της οικονομικής δαπάνης για τη δενδροφύτευση της Πάτρας θέλησε να αναλάβει ο ίδιος [Κυριαζής: 158].

[21] Ενδεικτικά οι: Κων. Κανάρης (αρχηγία του στολίσκου των πυρπολικών επί Καποδίστρια, Ναύαρχος επί Όθωνα και με ανάληψη δύο φορές Υπουργείου Ναυτικών), Θ. Κολοκοτρώνης (επί Ο. ονομάστηκε στρατηγός, έλαβε το αξίωμα του Συμβούλου της Επικρατείας), Α. Μιαούλης (αρχηγία του στόλου του Αιγαίου επί Κ., αρχηγός του Ναυτικού Διευθυντηρίου και γενικός επιθεωρητής του στόλου επί Ο.), Δημ. Παπανικολής (πρόεδρος του Ναυτοδικείου από το 1846 και ισοβίως), Αθ. Τσακάλωφ (επί Κ., υπάλληλος του Γενικού Φροντιστηρίου) κ.ά.

[22] Από πολλούς ιστορικούς θεωρείται μία από τις σοβαρότερες αφορμές για την επανάσταση της 3.9.1843, που οδήγησε στην κατάρτιση Συντάγματος στην Ελλάδα.

[23] Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης, πληρεξούσιος Αθηνών φανατικός “αυτοχθονιστής” στην εισήγησή του στη συνεδρίαση της Εθνοσυνέλευσης της 8.1.1844: «… Από τον πατριωτισμό μας εσαπίσαμεν το σπίτι μας. Φτάνει πλέον ο πατριωτισμός. Ας αγκαλιάσωμεν τον βασιλέα μας να φκιάσωμεν το σπίτι μας. Αυτοί (οι ετερόχθονες) εκάθησαν τόσα χρόνια και έτρωγαν ψωμί και έφεραν την πατρίδαν άνω κάτω. Ας καθίσωμεν τώρα και ημείς να φάγωμεν ψωμί» (Η πλήρης εισήγηση δημοσιεύτηκε αρχικά στην εφημερίδα «Φίλοι του Λαού» 16.1.1844 και στον «Ανεξάρτητο» 23.1.1844. Aναδημοσιεύθηκε από τον Ι. Βλαχογιάννη στο «Αρχείον του στρατηγού Ιωάννου Μακρυγιάννη», τόμ. 1ος, Αθήνα, 1907: 367-369). Μεταξύ των ετεροχθόνων (Ελλήνων που είχαν γεννηθεί στα εκτός βασιλείου εδάφη και ήρθαν είτε ως πρόσφυγες λόγω των οθωμανικών σφαγών, ως εθελοντές στα επαναστατικά στρατεύματα, είτε ως μορφωμένοι του τότε εξωτερικού) και απολυθέντων από το δημόσιο, ήταν ο Κωνσταντινουπολίτης Κων. Παπαρρηγόπουλος, του οποίου ο πατέρας δολοφονήθηκε από τους Οθωμανούς κατά τις μαζικές σφαγές σε όλη την έκταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ως αντίποινα για την Επανάσταση του 1821. Κατ΄ απαίτηση των αυτοχθονιστών είχαν αποκλεισθεί οι εκπρόσωποι εξωελλαδικών παρατάξεων, των οποίων οι πόλεις είχαν καταστραφεί κατά τα εν λόγω αντίποινα, όπως οι Κυδωνίες (Αϊβαλί).

[24] Η «της Γ΄ Σεπτεμβρίου εν Αθήναις Εθνική των Ελλήνων Συνέλευσις», που συγκλήθηκε ύστερα από το κίνημα του 1843 ψήφισε το Σύνταγμα του 1844, µε το οποίο θεσπιζόταν το πολίτευμα της Συνταγματικής Μοναρχίας.  Την εκτελεστική εξουσία ασκούσε ο Bασιλιάς μέσω υπουργών που ο ίδιος διόριζε και έπαυε, χωρίς την έγκριση της Βουλής. Οι δικαστές (δικαστική εξουσία) διορίζοντο και επαύοντο από εκείνον. Στη διάρκεια της Εθνοσυνέλευσης υπήρξε διαμάχη μεταξύ αυτοχθόνων (Ελλήνων γεννημένων σε περιοχές ενταγμένες στο ελληνικό κράτος) και ετεροχθόνων (Ελλήνων γεννημένων σε περιοχές εκτός συνόρων αυτού). Οι αυτόχθονες διαμαρτυρήθηκαν επειδή οι ετερόχθονες είχαν καταλάβει, λόγω της μόρφωσής που διέθεταν, πολλές θέσεις της δημόσιας διοίκησης. Μετά από έντονες πιέσεις των αυτοχθόνων, που αποτελούσαν την πλειονότητα της Εθνοσυνέλευσης, αποφασίστηκε οι ετερόχθονες, δίχως να απωλέσουν το δικαίωμα του Έλληνα πολίτη, να μην επιτρέπεται να διοριστούν σε θέσεις της διοίκησης (με εξαίρεση την εκπαίδευση και τον στρατό). Επίσης, ετερόχθονες μπορούσαν να εκλεγούν βουλευτές μόνο σε οικισμούς ετεροχθόνων, εάν αυτοί διέθεταν ορισμένο αριθμό κατοίκων [Ψηφιακό Σχολείο, Ιστορία Γ΄ Γυμνασίου http://digitalschool.minedu.gov.gr].

[25] Χαρακτηριστικό το παράδειγμα του Παναγιώτη Παπα-Ναούμ, πρώτου μελετητή των αποξηραντικών έργων Κωπαΐδος, γεωμέτρου πρώτης τάξεως «… ειδικευμένος στη γεφυροποιία και την οχυρωματική, ο Παναγιώτης Παπα-Ναούμ, είναι μια γνήσια μορφή ανήσυχου και δημιουργικού Ελληνα, που εκπατρίζεται νωρίς, για να εξελιχθή σ΄ έναν εξαίρετο επιστήμονα και να διακριθή σε μακρινούς τόπους  Στη νέα πρωτεύουσα φτάνει το 1835 και μας δίνει μια περιγραφή του μεγάλου χωριού» … Επιτέλους παίρνει απ΄ το Υπουργείο των Εσωτερικών τον διορισμό του, τον Ιούνιο του 1835, με τον επίζηλο βαθμό του γεωμέτρου πρώτης τάξεως … Αργότερα, το 1836 τον τοποθετούν στην Άμφισσα. Εκεί θα εκτέλεση ένα αξιόλογο τεχνικό έργο, μέσα στο οποίον περιλαμβάνεται η εργασία του στην Ιτέα για τη σχεδιαγράφηση μιας νέας αναμορφωμένης πόλεως. Το πολεοδομικό σχέδιο της Ιτέας είναι απ΄ τα αρτιώτερα των νέων ελληνικών πόλεων … Μια σημαντική συμβολή του Παπά-Ναούμ είναι η μελέτη του για την αποξήρανση και αξιοποίηση της Λίμνης Κωπαΐδος, που μάστιζε τότε με την ελονοσία της όλους τους γύρω αγροτικούς πληθυσμούς. Ακριβώς, η εργασία του αυτή θα οξύνη περισσότερο τις σχέσεις του με τους Βαυαρούς  «Ο Βαυαρός τεχνικός Λουφτ, υπολοχαγός του Μηχανικού, εκδηλώνει ύπουλο ανταγωνισμό προς τις απόψεις του Ναούμ. Το 1838 αρχίζουν μερικές περιορισμένες εργασίες αποξηράνσεως της Λίμνης, ενώ με προχειρότητα οι δαπάνες προϋπολογίζονται μόνο στις 300.000 δραχμές. Αντίθετα, οι επιστημονικότερες εκτιμήσεις του Ναούμ ανεβάζουν τις δαπάνες αποξηράνσεως σε 7 εκατομμύρια δραχμές … Ο Ναούμ, αν και αρμόδιος, τίθεται στο περιθώριο απ΄ το περιβάλλον του Όθωνα. «“Τα επιχειρήματά του τα υποβάλλει απ΄ ευθείας στον Βασιλιά. Αλλά δεν βρίσκει τη δικαίωσή του απ΄ την εξουσία, που αντί να του αναγνωρίση μια φωτισμένη επιστημονική διάνοια, του επιβάλλει κι ένα πρόστιμο 50 δραχμών.Εξακολουθούν άλλοι παραγκωνισμοί και διώξεις. Και το 1846, σύμφωνα με το ψήφισμα της Εθνοσυνελεύσεως περί ετεροχθόνων, ο εκλεκτός αυτός Έλληνας απολύεται απ΄ την υπηρεσία. Ξαναγυρίζει στη Λειψία» [ΤΕΕ: 291, Κονταξής].

[26] Με την ανάληψη της εξουσίας από τον Ι. Καποδίστρια διορίστηκε μέλος του «Πανελληνίου». Σύντομα ήρθε σε αντίθεση με την πολιτική του Κ. και προσεταιρίστηκε τους αντιπάλους του. Μετά τη δολοφονία του Κ. (27.9.1831) συγκρότησε κυβερνητική τριανδρία (Τριμελής Επιτροπή) με τους Αυγουστίνο Καποδίστρια και Θεόδωρο Κολοκοτρώνη.  Υποστηρικτής, όπως κι ο Όθωνας, της Μεγάλης Ιδέας (επέκτασης των συνόρων του ελληνικού κράτους και απελευθέρωσης των υπόδουλων, της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, Ελλήνων) και της γεωστρατηγικής θέσης της χώρας, θεωρείται, όμως, ο πρώτος Έλληνας πολιτικός, ο οποίος διαχειριζόμενος τα κοινά απέκτησε μεγάλη περιουσία (630.000 χιλιάδες δραχμές) [Κοροβίνης, Μπενέκος].

[27] Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης γράφει στα Απομνημονεύματά του: «Είχε συνάξει όλους τους κακούργους της κοινωνίας απ΄ ούλες τις τάξεις και τους βοήθαγε με τα πλούτη της πατρίδας και με τις θέσες. Και ξεμάκρυνε όλους τους τίμιους ανθρώπους»  «Όταν κιντυνεύη η πατρίς, αυτός κατατρέχει τους άξιους ανθρώπους, τους κατατρέχει αυτός και οι φίλοι του, οπούναι Αργειοπαγίτες» [κεφ. 4ο: 137-138].

[28] «Συνεπεία της αισχρότητος ή της ανικανότητος των δημοσίων υπαλλήλων, οι δημόσιοι λογαριασμοί ευρίσκονται εις χαώδη κατάστασιν»: Απόσπασμα ομιλίας Υπουργού Οικονομικών στη Βουλή, τέλη 1847, λίγους μήνες μετά τον θάνατο του Κωλέττη [Πρακτικά Βουλής].

[29] «Ο Κωλέττης μέχρι αργά το απόγευμα ασχολείτο με τη διεκπεραίωση ρουσφετιών πρώτα στην κατοικία του και μετά στην έδρα της κυβερνήσεως. Στη διάρκεια των υπηρεσιακών συσκέψεων που επακολουθούσαν συνήθως κοιμόταν, ενώ απουσίαζε συστηματικά από τις συνεδριάσεις της Βουλής» [Κοροβίνης25].

[30] Η προσωρινή Κυβέρνηση που σχηματίστηκε μετά την έξωση του Οθωνα είχε απονείμει μαζικά βαθμούς σε αξιωματικούς, που συμμετείχαν σε κινήσεις έκπτωσης και απομάκρυνσής του, επιβαρύνοντας το δημόσιο ταμείο και προκαλώντας την οργή της κοινής γνώμης.

[31] Στα τέλη Φεβρουαρίου και αρχές Μαρτίου 1863 ξεκίνησε στη Συνέλευση η συζήτηση για τις περικοπές των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων, αλλά και την επιβολή φόρων στους κτηνοτρόφους, με το επιχείρημα της ανάγκης μείωσης των δημοσίων δαπανών προς εξυπηρέτηση και αποπληρωμή υπέρογκων δανείων ήδη από την περίοδο του Αγώνα. Οι  πληρεξούσιοι ζήτησαν την περικοπή και μισθών άλλων κατηγοριών υψηλόμισθων, όπως των αρχιερέων (κατά 50%). Το προεδρείο πρότεινε ψήφισμα που προέβλεπε χορήγηση μηνιαίας αποζημίωσης στους πληρεξουσίους 400 δραχμών, υψηλότατης για τα δεδομένα του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα και την οικονομική κατάσταση της χώρας. Ενδεικτικά περί το 1880 (βάσει του ν. ΑΓ/1846) των πληρεξουσίων ήταν 800 δραχμές και των πρωθυπουργών 1.200 τον μήνα. Την ίδια εποχή«το μέσο ετήσιο εισόδημα των 10 μεγαλύτερων γαιοκτημόνων της χώρας δεν ξεπερνούσε έως την προσάρτηση της Θεσσαλίας τις 20.000 δραχμές το χρόνο», ενώ «ελάχιστα χρόνια πριν το 1874 δεν υπήρχαν παρά τρεις βιομηχανικές μονάδες που να παράγουν προστιθέμενη αξία μεγαλύτερη από 100.000 δραχμές τον χρόνο» [Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΔ13]. Η πρόταση ψηφίσματος εγκρίθηκε με μικρή τροποποίηση. Οι πληρεξούσιοι με την ιδιότητα του υπαλλήλου και με μικρό μισθό θα λαμβάνουν μηνιαία αποζημίωση τόση ώστε να συμπληρώνουν τις 300 δραχμές. Όσοι δεν έχουν κανέναν μισθό θα λαμβάνουν και αυτοί από το δημόσιο Ταμείο 300 δραχμές. Θα εξαιρούνται μόνον όσοι δεν παρακολουθούν τις συνεδριάσεις της Συνέλευσης ή απουσιάζουν στις επαρχίες τους.

[32] Ο Γεώργιος διόρισε και πάλι πρωθυπουργό τον παραιτηθέντα Ζηνόβιο Βάλβη, στις 16.04.1864 που σχημάτισε Κυβέρνηση, στην οποία παρέμεινε έως 26 Ιουλίου του ίδιου έτους. Ακολούθησε νέα παραίτησή του εξ αιτίας αποδοκιμασίας εκ μέρους της Εθνοσυνέλευσης (ασκούσε τον ρόλο του Κοινοβουλίου στο διάστημα μεταξύ εκθρόνισης Όθωνα το 1862 και βουλευτικών Εκλογών του 1865), με αιτία την ανάκληση αξιωματικών που είχαν τεθεί σε διαθεσιμότητα. Μετά από παρατεταμένη κρίση εξ αιτίας αποκαλύψεων για δωροδοκίες υπουργών, ο Γεώργιος έδωσε στον Τρικούπη εντολή σχηματισμού κυβέρνησης και διακήρυξε την πρόθεσή του να εφαρμόζει την Αρχή της Δεδηλωμένης.

[33] Το 1883 δημιουργήθηκε ο ομώνυμος νομός.

[34] Ο ίδιος είχε συνδέσει το ζήτημα της μονιμότητας και της προαγωγής με αυτό των προσόντων (Ν 1193/1884 «περί προσόντων και πειθαρχικής τιμωρίας των δημοσίων λειτουργών». Η πρωτοβουλία του και το σχετικό νομοθετικό έργο του πολεμήθηκε λυσσαλέα από πολιτικούς αντιπάλους και οπαδούς της ευνοιοκρατίας με το σύνθημα «Κάτω τα προσόντα!» [Μαυρογορδάτος 2013].

[35] Προηγουμένως, με κάθε κυβερνητική μεταβολή απολύοντο δημόσιοι υπάλληλοι, τους οποίους αντικαθιστούσαν άλλοι, προσκείμενοι στο εκάστοτε νέο καθεστώς. Οι απολυθέντες περνούσαν βαριά στενοχωρημένοι την Πλατεία 25ης Μαρτίου, όπου τότε το Υπουργείο Οικονομικών και το Νομισματοκοπείο. Λόγω της συνήθους αντίδρασης του κλαυθμού και του οδυρμού η πλατεία ονομάστηκε από το λαό ως «Κλαυθμώνος», όπως είναι γνωστή μέχρι σήμερα.

[36] Ενώ το 1882 είχαν τεθεί σε λειτουργία μόνο 9 χλμ. Περίπου σιδηροδρομικής γραμμής, που συνέδεαν την Αθήνα (Θησείο) με τον Πειραιά, το 1893 λειτουργούσαν 914 χλμ. και άλλα 490 χλμ. τελούσαν υπό κατασκευή. Για τη χρηματοδότηση των έργων αξιοποιήθηκαν τα κρατικά μονοπώλια (αλατιού και σπίρτων), επιβλήθηκε υψηλή φορολογία (κυρίως έμμεσοι φόροι) και ελήφθησαν δύο δάνεια υπέρμετρου ύψους για τις αντοχές της χώρας [Φλεριανού, Κονταξής].

[37] Στο κλίμα πολιτικής αστάθειας και αυθαιρεσιών της τότε κυβέρνησης του Δ. Βούλγαρη (Στηλιτικά: πολιτικές ταραχές που συνέβησαν στα τέλη του 1874. Η ονομασία προέκυψε μετά την απαίτηση της κοινής γνώμης να δημοσιεύονται στον Τύπο τα ονόματα των βουλευτών που χωρίς απαρτία και λοιπές προϋποθέσεις στη Βουλή, ψήφιζαν σοβαρά νομοσχέδια. Η απαίτηση ήταν στο πρότυπο της αρχαίας Αθήνας με τις ατιμωτικές στήλες που αναγράφονταν τα ονόματα μη πατριωτών) υπέγραφε στην εφημερίδα «Καιροί» σαρκαστικό άρθρο με τίτλο: «Τις πταίει;» (29.06.1874) και το επόμενο «Παρελθόν και Ενεστώς». Κατηγόρησε την πελατειακή λειτουργία του κοινοβουλευτισμού και τον ρόλο των βουλευτών στην περιφέρεια, που ως απόγονοι ιστορικών οικογενειών ή ως μεγαλογαιοκτήμονες, διά της επιρροής τους, με διορισμούς στο Δημόσιο για τους ψηφοφόρους τους είχαν συμβάλει στη διόγκωση του δημόσιου τομέα [Φλεριανού, Κονταξής, Πρακτικά Βουλής]. Ενδεικτικό το κείμενο του Εμμ. Ροΐδη στο εβδομαδιαίο περιοδικό «Ασμοδαίος» το 1875: «Εις μεν τας άλλας χώρας η δύναμις του βουλευτού έγκειται εις το να ανατρέπει κυβερνήσεις, ενώ εν Ελλάδι ουδείς υπάρχει της παντοδυναμίας του περιορισμός. Εκ του βουλευτού εξαρτάται όχι μόνο της κυβερνήσεως ο βίος, αλλά και η τιμή, η περιουσία, η ασφάλεια, η απονομή της δικαιοσύνης και ο επιούσιος άρτος ή τουλάχιστον η πλήρωσις πόθου τινός των πλείστων Ελλήνων. Ο κύκλος αρμοδιότητος και ενεργείας του είναι δεκάκις ευρύτερος παρά εις πάσαν άλλην χώραν. Περί όλων των ζητημάτων διά τα οποία εις άλλας χώρας αποφασίζει ο νόμος, η προτίμηση της ικανότητας και το κοινόν συμφέρον παρ΄ημίν εκ μόνο του θελήματος του βουλευτού εξαρτώνται. Τα πάντα τα απορροφά και τα εκμηδενίζει η πολιτική διά τον λόγον ότι ουδέν ημπορεί να υπάρξει ανεξάρτητον απ΄ αυτής. Αλλαχού τα κόμματα γεννώνται, διότι εκεί υπάρχουν διαφωνούντες και έκαστος άλλα θέλοντες. Εν Ελλάδα συμβαίνει το ανάπαλιν, αιτία της γεννήσεως και της πάλης των κομμάτων είναι η θαυμάσια συμφωνία μεθ΄ ης πάντες θέλουσι το αυτό πράγμα, να τρέφονται δαπάνη του δημοσίου». Άλλο σκάνδαλο της εποχής υπήρξαν τα «Σιμωνιακά». Υπουργοί της Κυβέρνησης Βούλγαρη καταδικάστηκαν, έστω και σε ελαφρές ποινές, γιατί δωροδοκήθηκαν για να βοηθήσουν στην κατάληψη μητροπολιτικών θρόνων από εκλεκτούς τους.

[38] Στην επόμενη διακυβέρνησή του (1886-1890) μείωσε τον αριθμό των βουλευτών από 240 σε 150 (το κατώτατο όριο που προέβλεπε τότε το Σύνταγμα).

[39] Ενδεικτική ήταν η περίπτωση του Μηχανικού Μιχαήλ Ιωαννίδη, ο οποίος για τέσσερις δεκαετίες ασχολήθηκε με την ανάπτυξη και ανάδειξη των Ελληνικών Σιδηροδρόμων. Γεννήθηκε στην Οδησσό και με καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη. Με εγκύκλιες σπουδές στη Βιέννη και σπουδές πολιτικού μηχανικού στο Πολυτεχνείο της Ζυρίχης, το 1895 διαδέχθηκε τον αποχωρούντα αρχηγό της γαλλικής τεχνικής αποστολής Κελλενέκ αναλαμβάνοντας τη διεύθυνση της γραμμής έργων των Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου. Κατά την περίοδο συγχώνευσης των κυριότερων δικτύων της Ελλάδας διετέλεσε αρχιμηχανικός γραμμής όλων των κρατικών δικτύων. «Η Πολιτεία εις αναγνώρισιν των πολλαπλών υπηρεσιών είχε τιμήσει αυτόν από καιρού διά του χρυσού Σταυρού του Σωτήρος» [Κονταξής].

[40] H επιχειρηματολογία του στη σχετική αιτιολογική έκθεση προς την αναθεωρητική Βουλή του 1911 είχε ως εξής: «Αι την διατύπωσιν του άρθρου 102 του θεμελιούντος την μονιμότητα των πολιτικών υπαλλήλων υπαγορεύουσαι σκέψεις τυγχάνουσι εμφανείς εκ τη φύσεως του πολιτεύματος ημών και της μέχρι τούδε κτηθείσης πείρας». Ο βασικός λόγος για την περίληψη της μονιμότητας στο Σύνταγμα ήταν ότι μια απλή νομοθετική κατοχύρωση μπορούσε να καταργηθεί από άλλο νεώτερο νόμο. Ο συνταγματικός θεσμός της μονιμότητας ήταν αποδεκτός σχεδόν απ΄ όλους τους βουλευτές, ακόμη και από τους κατ΄ εξοχήν εκπροσώπους του πελατειακού συστήματος. Ενδεικτικά, το κόμμα του Ράλλη διακήρυσσε ότι «ήταν επιθυμητή προ πολλού διά την εύρυθμον λειτουργία του Συνταγματικού Πολιτεύματος» [Κατσιμάρδος]. Το περιεχόμενο του άρθ. 102 του Συντάγματος του 1911 επαναλαμβάνεται σε όλα τα επόμενα Συντάγματα ως σήμερα.

[41] Την ίδια περίοδο αυξάνεται το ενδιαφέρον για ζητήματα των εργαζομένων. Το 1912 συστήθηκε στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας η Επιθεώρηση Εργασίας. Με σπουδές στη Γαλλία, ο μηχανικός και επιθεωρητής Νικόλαος Σαλίβερος διατυπώνει σε έκθεση το 1913 την άμεση αναγκαιότητα πλήρωσης όρων υγιεινής και ασφάλειας σε εργοστασιακούς χώρους και βελτίωσης των εργασιακών συνθηκών [Παπαστεφανάκη: 164].

[42] Ένα από τα βασικά αντεπιχειρήματα στη σχετική κοινοβουλευτική συζήτηση ήταν ότι θα νομιμοποιηθούν πελατειακές σχέσεις προηγούμενων κυβερνήσεων και το κράτος δεν θ΄ αποκτούσε άξιους υπαλλήλους. Σύμφωνα με βουλευτή των Φιλελευθέρων: «Θα μονιμοποιήσωμεν τα δημιουργήματα του παρελθόντος». Σύμφωνα με βουλευτές της Αντιπολίτευσης: «εργάζονται μόλις δίωρον καθ΄ εκάστην» και «μιμούμενοι καθ΄ όλα τους προϊσταμένους των κατέστησαν τόσον σκαιοί προς τους πολίτας» [Κατσιμάρδος]. Μεγάλες διαφορετικής επιχειρηματολογίας αντιδράσεις αντιμετώπισε η μονιμότητα των ανώτερων (από τον τμηματάρχη και άνω) δημοσίων υπαλλήλων. Αυτή θα απέκλειε την πρόσληψη νέων και μορφωμένων, ενώ η νοοτροπία τους θα αποτελούσε κακό παράδειγμα για τους υφισταμένους, όπως παρατηρούσε βουλευτής:«… μήπως διά της θέσεως αυτών αντί να γεννηθεί εις αυτούς η εκ του σεβασμού του νόμου αφοβία, γεννηθεί η εκ της ασυδοσίας αφοβία, η οποία προκαλεί σεβασμόν όχι προς τους νόμους και την πολιτείαν, αλλά και προς το ατομικόν, συγγενικόν και φιλικόν συμφέρον». Ο πρωθυπουργός παρεμβαίνοντας συνέδεσε την αναγκαιότητα της μονιμότητας με την εύρυθμη διοίκηση και την παραγωγικότητα. «Αι ζητούμεναι συνταγματικαί εγγυήσεις ζητούνται ουχί υπέρ των υπαλλήλων, αλλά υπέρ του λαού, διότι η ούτω επιδιωκόμενη εύρυθμος διοίκησις θα υπάρχη πρωτίστως υπέρ του λαού. Είναι δε η καλλιτέρα ευκαιρία νυν προς συνταγματοποίησιν της μονιμότητος διότι δεν θα παρεξηγηθώσιν εν τη λήψει τοιαύτης αποφάσεως ούτε η Κυβέρνησις ούτε η Βουλή, αφού τους νυν υπαλλήλους διώρισαν τα παλαιά κόμματα …». Ο Βενιζέλος δήλωνε «πεπεισμένος ότι η μονιμότης θα ενισχύση και τας παραγωγικάς δυνάμεις της χώρας. Διότι αι χιλιάδες των εν εφεδρεία και εθνοφρουρά θεσιθήρων θα τραπώσιν εις ανεύρεσιν άλλων επαγγελμάτων, όταν βεβαιωθώσιν ότι καλώς κατέχονται παρ΄ άλλων…». Στο αρχικό σχέδιο είχε προτείνει νωρίτερα η μονιμότητα να τεθεί υπό την εποπτεία του Συμβουλίου Επικρατείας, ενώ στην τελευταία παρέμβασή του πρότεινε: «Τα υπηρεσιακά συμβούλια ν΄ αποτελώνται κατά τα δύο τρίτα εκ των μελών των απολαυόντων της μονιμότητος, ώστε να μην δύνανται αι μέλλουσαι κυβερνήσεις να καθιστώσι το Συμβούλιον εκ μη μονίμων υπαλλήλων υποχείριον». Με λίγες επιπλέον τροποποιήσεις κατοχυρώθηκε συνταγματικά η μονιμότητα, με ελάχιστους από τους 362 βουλευτές να έχουν ψηφίσει εναντίον [Πρακτικά Βουλής].

[43] Θεωρητικά η μονιμότητα άρχισε να ισχύει από 01.06.1911. Πλην, όμως, συνδεόταν με τη σύσταση και τη λειτουργία του Συμβουλίου της Επικρατείας, ώστε να είναι εγγυημένη η μονιμότητα και η προστασία της από κυβερνητικές αυθαιρεσίες. Επειδή νόμος για τη σύστασή του, όπως προβλεπόταν σε άλλο άρθρο του Συντάγματος του 1911, δεν εκδόθηκε, πρακτικά ίσχυσε από το 1929. Σύμφωνα με το άρθ. 102: «μετά την έναρξιν της λειτουργίας του Συμβουλίου της Επικρατείας οι υπάλληλοι ούτοι (του Δημοσίου) από του οριστικού αυτών διορισμού εισί μόνιμοι, εφ΄ όσον υφίστανται αι σχετικαί υπηρεσίαι πλην δε των περιπτώσεων της παύσεως δυνάμει δικαστικής αποφάσεως, ούτε μετατίθενται άνευ συμφώνου γνωμοδοτήσεως, ούτε απολύονται ή υποβιβάζονται άνευ ειδικής αποφάσεως κατά νόμον οργανωμένου και εκ μονίμων υπαλλήλων κατά τα δύο τρίτα τουλάχιστον αποτελουμένου συμβουλίου».

[44] Η σύσταση Υπουργείου της Συγκοινωνίας το 1914 (ν. 276/1914, Α΄ 156/11.06.1914), πρωτοβουλία της πρώτης Κυβέρνησης Βενιζέλου (1910-1915) περιέλαβε τις υπηρεσίες των υπαγόμενων μέχρι, τότε, στο Υπουργείο  Εσωτερικών, Δ/νσεως των Δημοσίων Εργων και Γενικής Δ/νσεως των Ταχυδρομείων και Τηλεγράφων. Οι αρμοδιότητες του κατανεμήθηκαν σε τρεις ανεξάρτητες μεταξύ τους Δ/νσεις: α) τη Διεύθυνσιν των Δημοσίων Έργων, β) τη Διεύθυνσιν των Σιδηροδρόμων και Τροχιοδρόμων και γ) τη Διεύθυνσιν Ταχυδρομείων, Τηλεγράφων, Τηλεφώνων (ΤΤΤ). Από την έναρξη της λειτουργίας του χρονολογείται η σύσταση ειδικής επιτροπής για την προώθηση σύγχρονου θεσμικού πλαισίου. Το 1922 (ν. 3027/03.09.1922, Α΄ 163) συνίσταται Υδρογραφική Υπηρεσία, υπαγόμενη στη Δ/νση Δημοσίων Έργων [Σταματίου2005: 224].

[45] Μετά από σπουδές νομικής στο  Πανεπιστήμιο Αθηνών (διδάκτωρ το 1899), Χαϊδελβέργης, Βερολίνου, Λονδίνου και Παρισίων (1901-1907), στην κοινωνιολογία, στη φιλοσοφία και τα οικονομικά, ιδρυτικό μέλος της «Κοινωνιολογικής Εταιρίας» (1908) και του Λαϊκού Κόμματος. Μεταξύ 1917-1920 Υπουργός Συγκοινωνιών και προσωρινά Υπουργός Περιθάλψεως και Εσωτερικών στην κυβέρνηση Βενιζέλου. Στο έργο του περιλαμβάνεται η ανάπτυξη των μέσων μαζικής μεταφοράς, η οικιστική νομοθεσία σχετικά με το σχέδιο πόλεων, η ανοικοδόμηση της Θεσσαλονίκης  μετά την πυρκαγιά του 1917, ο έλεγχος των δημοσίων έργων, η πρόνοια για τη γεωργική και τεχνική εκπαίδευση (αναδιοργάνωση ΕΜΠ) κ.ά. Το 1926 στην Οικουμενική Κυβέρνηση από τον Αλ. Ζαΐμη, αναλαμβάνει Υπ. Γεωργίας. Στην Κυβέρνηση Βενιζέλου το 1933, αναλαμβάνει Υπ. Εθνικής Οικονομίας και προσωρινά Γεωργίας [Σταματίου 2005: 233-4].

[46] Πολιτικός Μηχανικός (1892), αρχικά στέλεχος της υπό το Υπ. Εσωτερικών, Υπηρεσίας Δ. Έργων, κατόπιν Δ/ντής των Θεσσαλικών Σιδηροδρόμων. Ως Υπουργός επικεντρώθηκε στο σχέδιο της πόλης των Σερρών (1914), στο οποίο βασίστηκε ο αστικός αναδασμός της Θεσσαλονίκης στην ελεύθερη ζώνη της, στην ύδρευση και τον φωτισμό της Αθήνας, στην αναδιοργάνωση του ΕΜΠ (1914) κ.ά. Αργότερα ως συνιδρυτής της «Κέκρωψ» ίδρυσε το Ψυχικό (1923), ενώ υπήρξε σύμβουλος τεχνικών εταιριών και της Ούλεν [Σταματίου 2005: 233].

[47] Γάλλος αρχιτέκτονας, αρχαιολόγος και πολεοδόμος, γνωστός για την πολεοδομική αναμόρφωση της Θεσσαλονίκης επικεφαλής ειδικής επιτροπής, μετά την πυρκαγιά του 1917, οπότε κατεστράφη μεγάλο μέρος της. Στην Ιταλία, όπου αρχικά εργάστηκε, τιμήθηκε με το «Μεγάλο Βραβείο Ρώμης» για τις εκεί εργασίες του ανάδειξης του μνημειακού πλούτου. Το 1918 διορίστηκε από την ελληνική Κυβέρνηση Καθηγητής στην Αρχιτεκτονική Σχολή του ΕΜΠ και μέλος του Ανωτάτου Τεχνικού Συμβουλίου και αργότερα το 1927 σύμβουλος του Υπουργείου Παιδείας, όταν τότε εκπόνησε ιδιαίτερη μελέτη για την πανεπιστημιούπολη Θεσσαλονίκης [Σταματίου 2005: 234].

[48] Συνεργάτης του ήταν ο Αποστ. Δοξιάδης, παιδίατρος. Στις κυβερνήσεις Χαραλάμπη, Κροκιδά και Γονατά, μεταξύ 1922-1924 διετέλεσε Υπουργός Περιθάλψεως, ενώ στην τελευταία ανέλαβε το νέο Yπουργείο Πρόνοιας και Αντίληψης, το οποίο συγκέντρωνε όλες τις αρμοδιότητες των υπηρεσιών δημοσίας υγείας των υπολοίπων. Το 1924 συμμετείχε στην Κυβέρνηση Βενιζέλου ως Υπουργός Υγιεινής, Προνοίας και Αντιλήψεως. Το 1928 ανέλαβε το Yφυπουργείο Υγιεινής στην κυβέρνηση Βενιζέλου και το 1932 εξελέγη αριστίνδην γερουσιαστής.

[49] Η αναδιοργάνωση και αναβάθμιση των υπηρεσιών του Υπουργείου επιδιώχθηκε με την εντατικοποίηση του ελέγχου των τομέων δημοσίων έργων και συγκοινωνιών, πέρα από τη στελέχωσή του με αξιόλογο επιστημονικό δυναμικό. Επιδεικνύοντας πολιτική ουδετερότητα, με σκοπό την κάλυψη αναγκών του Υπουργείου, αλλά και για την επαγγελματική τους επανένταξη, δεν δίστασε να προβεί στην πρόσληψη αριθμού νέων απότακτων βασιλικών αξιωματικών τεχνικών ειδικοτήτων, απόφαση για την οποία δέχθηκε επιθέσεις από άλλα κυβερνητικά στελέχη [Σταματίου 2005: 224].

[50] Στον τομέα της Τεχνικής Εκπαίδευσης (αρμοδιότητας, τότε, Υπ. Συγκοινωνίας), η επισήμανση οργανωτικών αδυναμιών και ελλείψεων επιστημονικού δυναμικού ανωτάτης εκπαίδευσης -κυρίως αρχιτεκτόνων- οδήγησε στην ψήφιση νομοθετημάτων για την αναδιοργάνωση και αναβάθμισή της. Ο ν. 980/24.10.1917 (με τις συμπληρώσεις του ν. 388/1914 για τα προς εκτέλεση διατάγματά του), επέτρεψε και τη μετατροπή της Ανωτάτης Σχολής Μηχανολόγων – Ηλεκτρολόγων και την ίδρυση τριών νέων Σχολών: Αρχιτεκτόνων, Χημικών Μηχανικών και Τοπογράφων Μηχανικών. Στη Σχολή Αρχιτεκτόνων επιδιώχθηκε η ανάθεση βασικών μαθημάτων σε ξένους, διεθνούς φήμης αρχιτέκτονες, με την έκδοση του ν. 1387/1918, που προέβλεπε τον διορισμό δύο αλλοδαπών, πλέον του ορισμένου αριθμού καθηγητών. Ο ένας ήταν ο Εμπράρ (Ernest Hébrard),  που συνέβαλε στην αναδιοργάνωση του ΕΜΠ, το οποίο στη συνέχεια απέκτησε αυτοτέλεια ΑΕΙ, μη ανήκοντας, πλέον στη δικαιοδοσία του Υπ. Συγκοινωνίας [Σταματίου 2005: 225].

[51] Επέλεξαν την εγκατάσταση στη θρησκευτικώς ομόδοξη Ελλάδα, ελπίζοντας στην επιστροφή τους, η οποία, όμως, κατέστη πρακτικά αδύνατη καθώς τους αφαιρέθηκε η υπηκοότητα και θεωρήθηκαν ανεπιθύμητοι. Οι ίδιοι, με τις δεξιότητες και την τεχνογνωσία τους συνεισέφεραν στην ανοικοδόμηση της Ελλάδας μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

[52] H απουσία υποδομής και οι οικονομικές δυσχέρειες οδήγησαν στην απόφαση της ίδρυσης αρχικά του Tαμείου Περιθάλψεως Προσφύγων (δράση 1922-1925) και της Eπιτροπής Aποκαταστάσεως Προσφύγων (EAΠ), τον Σεπτέμβριο του 1923, με έδρα την Αθήνα. H επιτροπή, τυπικά αυτόνομος υπερεθνικός οργανισμός, ιδρύθηκε με πρωτοβουλία και λειτουργούσε υπό την άμεση εποπτεία της Kοινωνίας των Eθνών σε συμφωνία με την ελληνική κυβέρνηση «με σκοπό τη διευθέτηση του προσφυγικού εποικισμού στον αγροτικό και τον αστικό χώρο» και τη διαχείριση του δανείου που είχε συναφθεί για την κάλυψη των σχετικών αναγκών. Βασικό αντικείμενό της ήταν η εξασφάλιση στους πρόσφυγες παραγωγικής απασχόλησης και οριστικής στέγασης. Ως το 1930, οπότε διαλύθηκε, η Επιτροπή είχε συμβάλει στη δόμηση περίπου 27.000 κατοικιών σε 125 νέους συνοικισμούς, χωρίς ωστόσο να εξαλειφθεί οριστικά το πρόβλημα των άθλιων συνθηκών διαβίωσης 30.000 ακόμη οικογενειών Εφημερίς των Βαλκανίων» 22.01.1928]. Πραγματοποίησε τεράστιο έργο σε συνθήκες αντίξοες. Σε ελάχιστες περιπτώσεις παρεξέκλινε από τον αρχικό σχεδιασμό της, ενώ η όλη δραστηριότητά της κινήθηκε σε επαγγελματικά πρότυπα [Ανδριώτης 2003, 1999: 26-27]. Με την αποκατάσταση των προσφύγων ασχολήθηκαν επίσης το Υπουργείο Προνοίας και Αντιλήψεως (από το 1925) και το Υπουργείο Γεωργίας. Η αστική στέγαση ξεκίνησε με τη δημιουργία τεσσάρων συνοικισμών: της Καισαριανής, του Βύρωνα, της Νέας Ιωνίας στην Αθήνα και της Κοκκινιάς στον Πειραιά.

[53] Μακροπρόθεσμα, τον στόχο αυτό υπηρετούσε και η εκπαιδευτική πολιτική της Τετραετίας, με τον δραστικό περιορισμό της κλασικής μέσης εκπαίδευσης καθώς και των εισακτέων στην ανωτάτη. Ο Βενιζέλος υποσχέθηκε μείωση των δημοσίων υπαλλήλων. Έκλεισε δεκάδες σχολεία μέσης εκπαίδευσης και μείωσε τους μαθητές της κατά 40%, ενώ ταυτόχρονα ήταν σε φάση ανέγερσης 3.167 σχολικά κτίρια, σχεδόν αποκλειστικά για δημοτικά σχολεία [Μαυρογορδάτος 2003, 2013]. Ένα από τα σχολεία της εποχής ήταν το Δημοτικό στα Πευκάκια στην Αθήνα, σχεδιασμένο από τον νέο, τότε, αρχιτέκτονα και Καθηγητή της Αρχιτεκτονικής Σχολής ΕΜΠ, Δημ. Πικιώνη, που ολοκληρώθηκε το 1933.

[54] To 1920 εφαρμόστηκε ο ν. 2269 «Περί κυρώσεως της διεθνούς συμβάσεως της Διεθνούς Συνδιασκέψεως της Εργασίας της Ουασιγκτώνος περί περιορισμού των ωρών εργασίας εν ταις βιομηχανικαίς επιχειρήσεσιν εις οκτώ καθ΄ ημέραν και 48 καθ΄ εβδομάδα». Με το Προεδρικό Διάταγμα (πδ/γμα) της 27.06.1932, έγινε η επέκταση και η κωδικοποίηση όλων των διατάξεων που ίσχυαν γι΄ αυτό μέχρι τότε στους διάφορους κλάδους. Το 1936, επί Μεταξά, γενικεύθηκε η εφαρμογή του.

[55] Δεν είχαν, όμως, ίδια αντιμετώπιση με τους άνδρες σε ό,τι αφορά την εξέλιξη και τις απολαβές.

[56] Ιδιαίτερα οι αστικών καταβολών είχαν κατά μέσο όρο σαφώς μεγαλύτερα εφόδια σε όρους μόρφωσης (π.χ. γνώσεις ξένων γλωσσών κ.ά.) από τις εντόπιες, καθ΄ όσον ανάλογα προσόντα στις τελευταίες ήταν συνήθη τότε κυρίως στη μεγαλοαστική τάξη. Πολλές εργάστηκαν ως γραμματείς στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ως διοικητικοί υπάλληλοι με σύμβαση σε φορείς του ευρύτερου Δημοσίου κ.ά.

[57] Ακόμη και ο κρίσιμος, τότε, χώρος της υγείας υπέστη πλήγματα. Λόγω της συμβολής τους στη Αντίσταση και στη βοήθεια που παρείχαν σε αντιστασιακές ομάδες (χορήγηση φαρμάκων, υλικού, ιατρικών υπηρεσιών κ.ά), αριθμός ιατρών και λοιπών υγειονομικών υπέστη διώξεις. Στην Αθήνα, η Κυβέρνηση Λογοθετόπουλου, κατόπιν εντολής των κατακτητών, προέβη σε αλλαγές στο προσωπικό νοσοκομείων και έδιωξε όλο το Διοικητικό Συμβούλιο από το «Αρεταίειο» και κατόπιν από το «Μαρίκα Ηλιάδη». Από το τελευταίο ο γυναικολόγος Κων/νος Λούρος διώχτηκε ως «μη συμπαθών» τους Γερμανούς, οπότε παραιτήθηκε και έφυγε, όπως και ο  χειρουργός Π.  Κόκκαλης, από το πρώτο (1942).

[58] Υπήρχαν και φυσικές κρύπτες, άγνωστες στους κατακτητές, όπως σπηλιές στον βράχο της Ακρόπολης (οι λεγόμενοι «υπόνομοι»), στον λόφο του Αρδηττού και στον λόφο του Φιλοπάππου. Στους Δελφούς μεγάλο μέρος αρχαιοτήτων φυλασσόταν σε λάκκους έξω από το μουσείο, ενώ εκρύβησαν και στον λεγόμενο Μακεδονικό Τάφο -που στη συνέχεια έκλεισαν με τσιμέντο. Τα χρυσά αντικείμενα του Αρχαιολογικού Μουσείου, εκρύβησαν στα υπόγεια του θησαυροφυλακίου της Τράπεζας της Ελλάδας και των μουσείων των άλλων πόλεων, αντίστοιχα στα τοπικά υποκαταστήματα αυτής. Το Μουσείο του Ηρακλείου Κρήτης διάθετε εξ αρχής καταφύγιο. Εκεί και στο φρεάτιο του ανελκυστήρα που οδηγούσε σε αυτό εκρύβησαν με ασφάλεια πολλές αρχαιότητες.

[59] Την επομένη της εισβολής των κατακτητών στην Αθήνα, νωρίς το πρωί Γερμανοί αξιωματικοί διαπίστωσαν ότι παραλάμβαναν ένα κτίριο άδειο. Οι λιγοστοί αρχαιολόγοι και οι φύλακες υπηρεσίας στις επίμονες ερωτήσεις τους, απάντησαν σιβυλλικά, ότι τα αρχαία είναι εκεί όπου όλοι γνωρίζουν, κάτω από τη γη. «Η όψη του μουσείου τον Απρίλη του 1941, γυμνωμένου από όλο το περιεχόμενό του, ήταν μια εικόνα ερήμωσης. Οι τοίχοι γυμνοί, οι προθήκες άδειες». Ήταν η εικόνα που αντίκρισαν οι Γερμανοί αξιωματικοί το πρωί της Δευτέρας 28 Απριλίου 1941 [Νικολακέα, Πετράκος].

[60] «Σε όλη την εργασία του ξεριζώματος και του εγκιβωτισμού των αρχαίων της Συλλογής Αγγείων και Μικροτεχνημάτων πρωτοστατούσε ο μακαρίτης αρχιτεχνίτης Γεώργιος Κοντογιώργης, ένας από τους τεχνίτες που τόσα προσέφεραν και προσφέρουν στην ανάδειξη και την ασφάλεια των αρχαίων» [Καρούζου 1967, 2000]. Ταυτόχρονα με τα αρχαία εγκιβωτίστηκαν και οι πολύτιμοι κατάλογοι του μουσείου, δηλ. τα βιβλία καταγραφής και τεκμηρίωσης των αρχαιοτήτων του. Τα κιβώτια αυτά παραδοθήκαν στον γενικό ταμία της Τράπεζας της Ελλάδος στις 29.11.1940. Στις 17.04.1941, στο κεντρικό κατάστημά της, υπεγράφη το πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής των ξύλινων κιβωτίων με τα χρυσά και τα άλλα πολύτιμα ευρήματα των Μυκηνών [Νικολακέα, Πετράκος, Καρούζου 2000].

[61] Ο Νικ. Κυπαρίσσης, Έφορος Αρχαιοτήτων Αθηνών (Αττικής και Μεγαρίδος εκτός Πειραιώς), σε εμπιστευτική του έκθεση προς το Υπουργείο (11.08.1937) αναφέρει ότι, αντί να δαπανηθούν μεγάλα ποσά για την κατασκευή καταφυγίων για ορισμένα από τα αρχαία, θα ήταν προτιμότερο να μεταφερθούν σε νέους χώρους φύλαξης, ασφαλείς από φωτιά και βομβιστικές επιθέσεις, σε κηρυγμένες «αρχαιολογικές πόλεις», οι οποίες με διεθνείς συμβάσεις θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ιερές και απαραβίαστες. Ως μία από αυτές υπέδειξε την περιοχή της Ακρόπολης. Οι προετοιμασίες για την αντιμετώπιση του κινδύνου των καταστροφών συνεχίστηκαν πιο εντατικές με την πάροδο του χρόνου [Νικολακέα, Πετράκος, Καρούζου 2000].

[62] Τον Ιούνιο του 1940 (18.06.1940) ο Υφυπουργός Παιδείας Ν. Σπέντζας ανακοίνωσε με εμπιστευτικό έγγραφο ότι: «Από σήμερον απαγορεύομεν την χορήγησιν κανονικών αδειών, κατόπιν αποφάσεως του Υπουργικού Συμβουλίου» [Νικολακέα, Πετράκος, Καρούζου 2000]. Η επιχείρηση ξεκίνησε στις 29.10.1940, την επομένη της κήρυξης του πολέμου. Παρ΄ ότι το σχέδιο είχε εκπονηθεί ένα έτος νωρίτερα, η Κυβέρνηση, λόγω υποτιθέμενης ουδετερότητας του Μεταξά, επιδίωκε διακριτικότητα στις προετοιμασίες για πόλεμο.

[63] Μόλις τέσσερις ημέρες μετά την κήρυξη του πολέμου, η Αρχαιολογική Υπηρεσία αντέδρασε αστραπιαία. Με έγγραφό της (11.11.1940) που απεστάλη σε όλες τις τοπικές διευθύνσεις, εξέδωσε ειδικές τεχνικές οδηγίες «διά την προστασίαν των αρχαίων των διαφόρων μουσείων από τους εναερίους κινδύνους». Σε αυτές προτάθηκαν  δύο τρόποι ασφάλισης ογκωδών και μη μετακινήσιμων εκθεμάτων. Ο πρώτος ήταν «διά της περικαλύψεως του αγάλματος διά γαιοσάκκων, αφ΄ ου προηγουμένως τούτο περιβληθή δι΄ ενός ξυλίνου ικριώματος επενδεδυμένου διά σανίδων ως το υπόδειγμα» και ο δεύτερος, που προκρίθηκε ως αποτελεσματικότερος, με την κατάχωση των αγαλμάτων εντός του δαπέδου της αίθουσας ή στην αυλή του μουσείου ή σε περιφραγμένες αυλές και υπόγεια δημοσίων ιδρυμάτων. Η μέθοδος της κατάχωσης περιγραφόταν λεπτομερώς. Τα αγάλματα έπρεπε να αποτεθούν στον πυθμένα του ορύγματος που ήταν επενδεδυμένο με οπλισμένο σκυρόδεμα, σε οριζόντια θέση (σαν νεκρά σώματα σε τάφο), να καλυφθούν με αδρανή υλικά και το όρυγμα να σφραγιστεί με πλάκα τσιμέντου. Για τα χάλκινα και για τα πήλινα προβλεπόταν η φύλαξη εντός κιβωτίων επενδεδυμένων με κερόχαρτο ή πισσόχαρτο για τον φόβο της υγρασίας [Νικολακέα, Πετράκος, Καρούζου 2000].

[64] Σε αυτές συμμετείχαν δικαστικοί, πανεπιστημιακοί και δημόσιοι λειτουργοί, με επικεφαλής αρχαιολόγο. Λόγω όγκου και εκθεμάτων η μεγαλύτερη επιχείρηση πραγματοποιήθηκε στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας. Εκεί προβλέφθηκαν και επιτροπές ανά κατηγορίαεκθεμάτων: γλυπτά, χάλκινα, αγγεία κ.ά. Με υπουργική απόφαση συνεστήθη η Επιτροπή Απόκρυψης και Ασφάλισης των εκθεμάτων του, με επικεφαλής τρεις Αρεοπαγίτες και μέλη τον Γραμματέα της Αρχαιολογικής Εταιρείας Γεώργιο Οικονόμο, τον προσωρινό Διευθυντή του Μουσείου Αναστάσιο Ορλάνδο, τον Καθηγητή  Σπυρ. Μαρινάτο, τους Εφόρους Γιάννη Μηλιάδη και Σέμνη Καρούζου, την Επιμελήτρια Ιωάννα Κωνσταντίνου και ορισμένους πολιτικούς μηχανικούς και αρχιτέκτονες του υπουργείου. Στους πρωτεργάτες του τιτάνιου αυτού έργου ανήκε και ο Αρχαιολόγος και Ακαδημαϊκός Αντώνης Κεραμόπουλος. Στην ομάδα προστέθηκαν και εθελοντές, όπως ο Διευθυντής του Αυστριακού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Otto Walter, ο Βρετανός αρχαιολόγος Allan Wace και o ακαδημαϊκός Σπύρος Ιακωβίδης, τότε πρωτοετής φοιτητής Αρχαιολογίας. Σύμφωνα με τη Σ. Καρούζου: «Πολύ πρωί, πριν να δύσει η σελήνη, συγκεντρώνονταν στο μουσείο όσοι είχαν αναλάβει την εργασία τούτη. Νύχτα έφευγαν το βράδυ για να πάνε στα σπίτια τους»  [Καρούζου 1967, 2000]. Ο Νικ. Κυπαρίσσης, Έφορος Αρχαιοτήτων Αθηνών, κατά τη διαδικασία απόκρυψης «τσέκαρε τα νούμερα των αντικειμένων στον κατάλογό του, βεβαιωνόταν πως έμπαιναν στο κασόνι και το σφράγιζε, αφού έβαζε ένα αντίγραφο του καταλόγου μέσα …». Η διαδικασία σε όλα τα μουσεία ήταν περίπου η εξής: έσπαγαν την πλάκα του δαπέδου, έσκαβαν ένα μεγάλο υπόγειο δωμάτιο, τοποθετούσαν μέσα τα αγάλματα, τα σκέπαζαν με άμμο κι έριχναν από πάνω νέα πλάκα μπετόν, που τη σκέπαζαν με πλακάκια. Σε άλλες περιπτώσεις η απόκρυψη γινόταν στα υπόγεια. «Οι τελευταίοι αυτοί χώροι ήταν γνωστοί και στους Γερμανούς» αναφέρει ο κ. Σπύρος Ιακωβίδης [Φλέσσα]. Στην Ολυμπία, στις εκσκαφές απόκρυψης συνέβαλε και μεγάλο μέρος πολιτών, όπως κι αργότερα στη διαδικασία επαναφοράς. Η επιχείρηση διήρκεσε πολλά έτη, μέχρι τα μέσα του ΄50, καθώς μεσολάβησε ο Εμφύλιος. Μέχρι τότε, τα μουσεία ήταν κενά, με την εξαίρεση αντικειμένων ελάσσονος σημασίας.

[65] Η φύλαξη των γλυπτών γινόταν ανάλογα με το μέγεθος και τη σημασία τους. Τα μεγαλύτερα τα τοποθετούσαν όρθια σε βαθιά ορύγματα που είχαν διανοιγεί στα δάπεδα των βόρειων αιθουσών του μουσείου, το οποίο ήταν, άλλωστε, θεμελιωμένο πάνω στον μαλακό βράχο. Για την κάθοδο των αγαλμάτων στα ορύγματα χρησιμοποιήθηκαν αυτοσχέδιοι ξύλινοι γερανοί, τους οποίους χειρίζονταν αδιάκοπα οι τεχνίτες του μουσείου. Τα ορύγματα, που έμοιαζαν με πολυάνδρια, δηλαδή με ομαδικούς τάφους, συγκέντρωσαν πλήθος μορφών. «Αν καμιά ζημιά δεν έγινε στα μάρμαρα, παρ΄ όλες αυτές τις μετακινήσεις, οφείλεται τούτο κυριότατα στο ότι προϊστάμενος του συνεργείου των εργατών ήταν τότε, έως και στα πρώτα χρόνια ύστερ΄ από τον πόλεμο, ο παλαιός, έμπειρος και αφοσιωμένος γλύπτης των ελληνικών μουσείων Ανδρέας Παναγιωτάκης» [Καρούζου 1967, 2000].

[66] Σύμφωνα με τον κ. Σπύρο Ιακωβίδη: «Τον Οκτώβριο του 1940, όταν κηρύχθηκε ο πόλεμος, μόλις είχα εγγραφεί στο πανεπιστήμιο, πρωτοετής φοιτητήςΗ απόκρυψη είχε ήδη αρχίσει κι εγώ προσέφερα την εθελοντική μου εργασία. Με έβαλαν σε μία από τις αποθήκες, όπου υπήρχαν τεράστια κασόνια. Η δουλειά μου ήταν να τυλίγω ταναγραίες σε παλιές εφημερίδες και με μεγάλη προσοχή να τις τοποθετώ στα κασόνια. Μετά, τη δουλειά συνέχιζε η ειδική επιτροπή που είχε συσταθεί. Όλοι δουλεύαμε ενάντια στον χρόνο, με τον φόβο της εισβολής των Γερμανών, και βέβαια με τεράστια προσοχή. Οι Ταναγραίες τυλίγονταν εύκολα. Όμως τα αγγεία έσπαγαν ακόμα πιο εύκολα … Η δουλειά γινόταν στα υπόγεια του μουσείου. Τα αγάλματα τοποθετούνταν σαν άνθρωποι σε διαδήλωση. Στη συνέχεια χυνόταν πάνω τους άμμος που ξεχώριζε το ένα από το άλλο και τα σκέπαζε και από πάνω έπεφτε πλάκα τσιμέντο. Τα παράθυρα των υπόγειων χώρων τα φράζανε με τσουβάλια από άμμο. Με αυτό τον τρόπο δεν μπορούσαν να πάθουν τίποτε από αεροπορική επιδρομή» [Φλέσσα]. Τα ξύλινα κιβώτια με τα πήλινα αγγεία και τα ειδώλια, καθώς και με τα χάλκινα έργα, τα τοποθετούσαν στις ημιυπόγειες αποθήκες της επέκτασης του μουσείου, που είχε μόλις ολοκληρωθεί προς την οδό Μπουμπουλίνας. Μετά τη συμπλήρωση των χώρων, τα δωμάτια τα γέμιζαν μέχρι την οροφή με στεγνή άμμο, προκειμένου να αντέξουν τη διάρρηξη της τσιμεντένιας πλάκας της οροφής τους από ενδεχόμενο βομβαρδισμό [Καρούζου 1967, 2000].

[67] Στη δύσκολη περίοδο που ακολούθησε το μουσείο καταλήφθηκε από δημόσιες υπηρεσίες. Στη μεγάλη Μυκηναία Αίθουσα στεγάστηκε η Κρατική Ορχήστρα. Σε μεγάλο μέρος της δυτικής πλευράς, δεξιά της εισόδου, εγκαταστάθηκε το Κεντρικό Ταχυδρομείο. Στις αίθουσες του πρώτου ορόφου επί της οδού Μπουμπουλίνας λειτούργησαν οι υπηρεσίες του Υπουργείου Προνοίας, ενώ σε αίθουσα του παλαιού κτιρίου προς την οδό Τοσίτσα εγκαταστάθηκε ειδική Υγειονομική Υπηρεσία, απ΄ όπου «περνούσαν υποχρεωτικά δυστυχισμένες νέες γυναίκες, απόκληρες της κοινωνίας» [Καρούζου 1967, 2000]. Σε μια γωνιά του νέου κτιρίου έμεινε λιγοστός χώρος για τα γραφεία των υπαλλήλων του μουσείου, όπου συγκεντρώθηκε η άχρηστη πια σκευή του, το πλήθος των άδειων προθηκών, ορισμένοι πίνακες της Εθνικής Πινακοθήκης και τα Γενικά Αρχεία του Κράτους. Σε ένα από τα υπόγεια της νέας πτέρυγας παρασκευαζόταν το συσσίτιο των φυλάκων και των αρχαιολογικών υπαλλήλων, με τα πυκνά ίχνη από τους καπνούς του να παραμένουν μέχρι σήμερα σε σημεία της οροφής. Παρά την απώλεια του χαρακτήρα του, το κτίριο παρέμεινε αλώβητο μέχρι το τέλος της Κατοχής. Ως τις «ημέρες του δεκεμβριανού εφιάλτη», όταν οι «πολυβολισμοί των αεροπλάνων» κατέκαψαν μέρος της ξύλινης στέγης του και ένα τμήμα του πρώτου ορόφου διαμορφώθηκε σε φυλακές των κρατουμένων. Ορισμένοι από τους διάτρητους από τις οβίδες τοίχους διατηρούνται ακόμα και σήμερα, μεταξύ των γραφείων όπου εργάζεται το προσωπικό του Μουσείου. Παρά τη μακρά και επίπονη αποκατάσταση του κτιρίου και των εκθέσεών του μεταπολεμικά, συνέχιζαν να αποκαλύπτονταιακόμη αρχαιότητες. Ακόμα και η δεύτερη, εκ βάθρων ανακαίνισή του,  ήταν η αφορμή να ανακαλυφθούν και άλλα [Νικολακέα, Πετράκος].

[68] Στη διάρκεια της Κατοχής αποφασιστικής σημασίας ήταν η δράση μεγάλης μερίδας δημοσίων υπαλλήλων. Η Πανυπαλληλική Επιτροπή, συνδικαλιστική απελευθερωτική οργάνωση των δημοσίων υπαλλήλων που επανιδρύθηκε τον Ιούλιο του 1941 (είχε ιδρυθεί το 1924), διοργάνωσε με σκοπό την επιβίωσή τους, μεγάλη απεργία, που ξεκίνησε 12.04.1942 από το Κεντρικό Ταχυδρομείο της Αθήνας και επεκτάθηκε, σύντομα, σε όλες τις δημόσιες υπηρεσίες της Αθήνας, του Πειραιά, της Πάτρας και της Θεσσαλονίκης. Η συμμετοχή σε αυτή 50.000 δημοσίων υπαλλήλων υποχρέωσε την κατοχική κυβέρνηση στην αποδοχή των αιτημάτων των απεργών, στις 21 του ίδιου μήνα. Στο ίδιο πλαίσιο ανήκαν και οι μεγάλες απεργιακές κινητοποιήσεις της 20-21.12.1942 στην Αθήνα και τον Πειραιά. Η παύση του λιμού του ΄41-42 (που ξεκίνησε το καλοκαίρι του ΄41) οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην κινητοποίηση των εργαζομένων. Η μαζική συμμετοχή των δημοσίων υπαλλήλων στα ιστορικά γεγονότα του 1943 (αλλά και συνολικά του αντιστασιακού μαζικού κινήματος) ήταν ουσιαστικής συμβολής: α) στη διαδήλωση στην Αθήνα εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών (05.03.1943), εναντίον της πολιτικής επιστράτευσης -βάσει διαταγής του αντιστρατήγου Αλεξάντερ Λερ που προέβλεπε εργασία στην υπηρεσία των κατακτητών (και κατόπιν αποστολή σε εργοστάσια της Γερμανίας)- που στέφθηκε με πλήρη επιτυχία (σημειώνεται ότι με την αποστολή του διατάγματος προς δημοσίευση στο Εθνικό Τυπογραφείο, το βράδυ της 22.02.1943, οι οργανώσεις των εργατοϋπαλλήλων του Εθνικού Τυπογραφείου ειδοποίησαν άμεσα τις αντιστασιακές οργανώσεις). β) Στη διαδήλωση στην Αθήνα εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών (22.07.1943), εναντίον της καθόδου των Βουλγάρων, συμμάχων, τότε, των Γερμανών, που ματαίωσε τα σχέδια των κατακτητών και των συνεργατών τους [Τουμασάτος].

[69] «Οι Γερμανοί  πίεζαν τους Έλληνες αρχαιολόγους να αποκαλύψουν τα θαμμένα». Γενικά δεν διακινδύνευαν «να εμφανιστούν να φυλακίζουν αρχαιολόγους επειδή προστάτευαν τα αρχαία. Οι δικοί μας, λοιπόν, αρνούντο επικαλούμενοι … έλλειψη προσωπικού». Γνωστές είναι οι φθορές που προξένησε η ιταλική φρουρά στην Ακρόπολη, ενώ υπήρχαν και απώλειες από λεηλασίες σε μικρά επαρχιακά μουσεία. Σύμφωνα με τον Σ. Ιακωβίδη [Φλέσσα]: «Οι Ιταλοί που υποτίθεται πως φρουρούσαν τότε την Ακρόπολη, ρήμαξαν το κτίριο του μουσείου. Κρεμούσαν φανάρια ή ζώνες από κάποια αρχαία που ήταν εντοιχισμένα …»Το Μουσείο της Ακροπόλεως το είχαν καταστήσει στρατώνα, ενώ στον ιερό βράχο είχαν εγκαταστήσει βαρύ οπλισμό και κανόνια [Φλέσσα]. «Οι Γερμανοί έκαναν κάποιες λαθρανασκαφές σε Κρήτη και Βοιωτία που εκ των υστέρων τις αρνήθηκαν. Στην Κρήτη ήταν πιο στυγνή η Κατοχή. Έγιναν και μερικοί βανδαλισμοί: ξεπάτωσαν για παράδειγμα έξω από την Κνωσό έναν ναό  τάφο για να στήσουν πολυβολεία». Στην Ολυμπία σημειώθηκε διαφορετική αντιμετώπιση: «Υποχρέωσαν τους τοπικούς αρχαιολόγους ν΄ αποκαλύψουν μερικά από τα χάλκινα που είχαν φυλάξει για να τα μελετήσουν και να τα δημοσιεύσουν». Σε πολλές περιπτώσεις αρχαιολόγοι προέβαιναν «σε έντονες διαμαρτυρίες, με κίνδυνο να υποστούν συνέπειες, στους υπεύθυνους για τις πράξεις αρχαιοκαπηλίας» (τους «εμπειρογνώμονας» σύμφωνα με την Κατοχική Κυβέρνηση) [Τουμασάτος].

[70] Εκδόθηκε στο Εθνικό Τυπογραφείο, από το τότε Υπουργείο Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας, στο οποίο υπαγόταν η Διεύθυνση Αρχαιοτήτων και Ιστορικών Μνημείων. Μέχρι σήμερα, καμιά κυβέρνηση δεν απαίτησε συστηματικά την επιστροφή των κλαπέντων. Ενημερωτική για τις σχετικές ενέργειες του Υπουργείου Πολιτισμού (τότε ΥΠΠΟΤ) είναι η δήλωση του τότε Υφυπουργού Γ. Νικητιάδη, στο πλαίσιο απάντησης σε αναφορά που είχε καταθέσει ο βουλευτής Ηρακλείου (ΠΑΣΟΚ) κ. Μανώλης Στρατάκης, σχετικά με το ψήφισμα του 1ου Πανελληνίου Συνεδρίου της Βιάννου (16-17 Σεπτεμβρίου 2011) για τα «Ολοκαυτώματα, για τις γερμανικές αποζημιώσεις και τη λεηλασία των αρχαιοτήτων από τα ναζιστικά στρατεύματα»: Σχετικά με αρχαιότητες, που αφαιρέθηκαν βιαίως και παρανόμως από την Ελλάδα, κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής (1941-1944), σας επισημαίνουμε ότι οι παράνομες ανασκαφές και οι κάθε είδους καταστροφές πολιτιστικών αγαθών, κατά την περίοδο 1941-1944, έχουν καταγραφεί σε ειδικό τόμο, με τον τίτλο “Ζημίαι των αρχαιοτήτων εκ του πολέμου και των στρατών κατοχής”. Ο τόμος εξεδόθη το 1946 από το Υπουργείο Παιδείας, ενώ για τον σκοπό καταγραφής και επιστροφής τους μετέβησαν στην αλλοδαπή (Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, Ιταλία, Αυστρία), μεταπολεμικώς, πολλοί Έλληνες αρχαιολόγοι. Εξεδόθησαν δύο εγκύκλιοι, το 1984 και 1993, για την καταγραφή των απωλεσθεισών αρχαιοτήτων, ενώ από τις απαντήσεις των αρμοδίων υπηρεσιών του Υπ. Πολιτισμού προκύπτει ότι αρκετά αρχαία επεστράφησαν και άλλα όχι, ενώ για ορισμένα δεν κατέστη δυνατή η διερεύνηση της τύχης τους (καθώς σε πολλά απουσιάζει η φωτογραφική τεκμηρίωση). Ωστόσο, η έρευνα και οι προσπάθειες για την τεκμηρίωση των εν λόγω πολιτιστικών αγαθών συνεχίζονται, με πιο πρόσφατη εξέλιξη (2010) τις ενέργειες για επαναπατρισμό νεολιθικών αρχαιοτήτων από το Μουσείο Pfahibaumuseum της Γερμανίας. Οι εν λόγω αρχαιότητες προέρχονται από ανασκαφή νεολιθικού οικιστικού συνόλου στην περιοχή της Θεσσαλίας, κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής» [Αρχαιολογία 03.11.2011].

[71] Διετέλεσε Διευθυντής Πολεοδομικών Μελετών του Υπ. Διοικήσεως Πρωτευούσης (1937-38), Προϊστάμενος  Γραφείου Χωροταξικών και Πολεοδομικών Ερευνών και Μελετών (ΓΧΠΜΕ) (1940-45), Υφυπουργός και Γενικός Διευθυντής Ανοικοδομήσεως στην Κυβέρνηση Σοφούλη (1945-6), Πρόεδρος Υπουργός στο Υπ. Συντονισμού και επικεφαλής της Υπηρεσίας Συντονισμού Εφαρμογής Σχεδίων Ανασυγκροτήσεως (1948). Το 1951 ίδρυσε το τεχνικό γραφείο Δοξιάδη (Doxiadis Associates), ιδιωτική εταιρεία συμβούλων μηχανικών με έργα σε 40 χώρες, με μια μικρή ομάδα αρχιτεκτόνων και πολεοδόμων, με πολλούς από τους οποίους είχε συνεργαστεί την περίοδο της Ανοικοδόμησης.

[72] Η ελεύθερη κυκλοφορία για τη συλλογή στοιχείων για τη δράση του κατακτητή εξασφαλιζόταν, εφ΄ όσον οι απογραφείς έφεραν ταυτότητα με στοιχεία αναγραμμένα στην ελληνική και γερμανική, βάσει της οποίας τους παρεχόταν σχετική διευκόλυνση [ΣαπουνάκηΣταματίου: 143].

[73] Με την έναρξη της Κατοχής ο ελληνικός λαός διέκοψε όσο ήταν δυνατόν την παραγωγή με στόχο να μην βοηθηθεί ο Άξονας. Συνακόλουθα, οι καλλιεργούμενες εκτάσεις και η απόδοσή τους κατά στρέμμα ελαττώθηκαν σημαντικά. Την περίοδο της Κατοχής (1941-1944), σημειώθηκε μείωση της παραγωγής κατά 40% στα δημητριακά, κατά 36% στα όσπρια, κατά 89% στον καπνό και κατά 75% στο βαμβάκι. Κυρίως μειώθηκε η παραγωγή προϊόντων που είχαν μεγαλύτερη ανάγκη οι κατακτητές, όπως το βαμβάκι και ο καπνός, ενώ το ίδιο συνέβη και με τις ελιές, το λάδι, τα σταφύλια και τους ξηρούς καρπούς. Μείωση παρατηρήθηκε και στην παραγωγή μεταλλευμάτων (αντιδράσεις εργατών, σαμποτάζ, επιθέσεις αντιστασιακών), με την Ελλάδα να διακόπτει ουσιαστικά τις εξαγωγές, με στόχο να μην μπορούν οι κατοχικές δυνάμεις να επωφεληθούν. Οι τελευταίες, όμως, αντέδρασαν διακόπτοντας τις εισαγωγές στην Ελλάδα με ό,τι αυτό σήμαινε για τον λαό. Εκμηδένισαν τις εισαγωγές ζώων και μείωσαν δραστικά τον αριθμό των ζώων που συμμετείχαν σε εργασίες, με αποτέλεσμα τα χωράφια να παραμένουν ακαλλιέργητα και να σταματήσουν οι μεταφορές σε δύσβατες περιοχές. Αντίστοιχα μειώθηκε και ο κτηνοτροφικός πλούτος της χώρας, με αποτέλεσμα την εξαφάνιση προϊόντων (κρέας, τυρί κ.ά.) από την ελληνική αγορά. Με τη ραγδαία μείωση εισαγωγών και εξαγωγών κλιμακώθηκε η οικονομική αποδυνάμωση της χώρας ως συνέπεια της εισβολής και κατοχής από τις δυνάμεις του Άξονα. Μεγάλες καταστροφές (βομβαρδισμοί, φωτιές, λεηλασίες) σημειώθηκαν σε πόλεις, χωριά, υποδομές και δάση, ενώ ελάχιστες περιοχές, κυρίως σε μεγάλες πόλεις, παρέμειναν άθικτες. Τα δάση που δεν υλοτομούσαν για αποστολή ξύλων στη Γερμανία, την Ιταλία και τη Βουλγαρία, τα έκαιγαν για να πολεμήσουν τους αντάρτες. Σε περιοχές όπως η Αττική, η καταστροφή δασών άγγιξε ή υπερκέρασε το 75%. Η Ελλάδα απώλεσε 400.000 οικοδομές, δηλ. το 28% του οικοδομικού πλούτου και, γενικά, ήταν πρώτη σε θυσίες μεταξύ των Συμμάχων [Χωριανόπουλος 2011]. Μεγάλες ζημιές υπέστη μεγάλο μέρος οδικού και του σιδηροδρομικού δικτύου από Γερμανούς, αλλά  αναγκαστικά και από Έλληνες αντάρτες με σκοπό την παρεμπόδιση του ανεφοδιασμού των εχθρικών στρατευμάτων. Μετά την ήττα της Γερμανίας και την αποχώρηση του στρατού τους, οι κατακτητές κατέστρεψαν και διέλυσαν τα εναπομείναντα του συγκοινωνιακού δικτύου. Οι γέφυρες, εκτός τις πολύ μικρές, όπως και οι σήραγγες και κάθε τεχνικό έργο, καταστράφηκαν. Το 90% των γεφυρών με άνοιγμα άνω των 6 μ. ισοπεδώθηκε, ενώ στο σύνολό τους καταστράφηκαν οι γέφυρες (απώλειες) μήκους 10-40 μ. Η τακτική αυτή τηρήθηκε και στην περίπτωση των μηχανοστασίων, των δεξαμενών και των σιδηροδρομικών σταθμών. Στην απελευθέρωση η χώρα βρέθηκε, χωρίς σιδηροδρομικό δίκτυο, καθώς ελάχιστες γραμμές είχαν παραμείνει άθικτες. Σε λιμάνια ανατινάχθηκαν εγκαταστάσεις, εξοπλισμοί και προβλήτες, με συνέπεια τη διακοπή ανεφοδιασμού και επικοινωνίας. Στα λιμάνια Πειραιά και Θεσσαλονίκης, ακολουθήθηκε συγκεκριμένο σχέδιο καταστροφής και κατεδαφίστηκαν ή ανατινάχθηκαν τα κυριότερα κτίρια και οι εγκαταστάσεις. Άξια μνείας είναι η καταστροφή του Ισθμού της Κορίνθου, με τη βύθιση πλοίων, ανατίναξη τρένων και γεφυρών από τους κατακτητές, με αποτέλεσμα η διώρυγα να αχρηστευτεί για πολλά έτη [Χωριανόπουλος]. Βλ. και Β. Μαρκάκη, Διώρυγα της Κορίνθου: η ανατίναξη της γέφυρας και το φρικιαστικό έγκλημα των γερμανών, στις 3.10.1944, σε: https://galanoleykoblog.wordpress.com

[74] «Αι θυσίαι της Ελλάδος εις τον Β΄ Παγκόσμιον Πόλεμον» είναι κοπιώδης, συστηματική, ακριβής και αναλυτική καταγραφή των απωλειών της χώρας  σε πληθυσμό, περιουσία και υποδομές, σπουδαίο ντοκουμέντο 104 σελίδων, σε τέσσερις γλώσσες (ελληνική, αγγλική, γαλλική και ρωσσική) και πρωτοποριακό ως προς την αξιοποίηση του εποπτικού υλικού. Με πίνακες, χάρτες, και διαγράμματα τεκμηριώνει την πρωτοφανούς εκτάσεως καταστροφή σε όρους αφαίμαξης υλικών, άυλων και ανθρώπινων πόρων από τις δυνάμεις των κατακτητών. Η εργασία άρχισε τον Μαΐο του 1941 και δημοσιεύθηκε τον Νοέμβριο του 1944, μετά την απελευθέρωση. Το 1945 παρουσιάσθηκε στο Παρίσι και το Λονδίνο καθώς και στη διάσκεψη του ΟΗΕ στον Άγιο Φραγκίσκο. Το κείμενο είναι του Κ. Δοξιάδη. Αρωγοί στην έκδοση ήταν οι αρχιτέκτονες του Υφυπουργείου Ανοικοδομήσεως Α. Σκέπερς, Κ. Κραντονέλης, Ι. Παπαϊωάννου, Γ. Σ. Παπαγεωργίου και Α. Κ. Τσίτσης, ο ζωγράφος Α. Στυλιανίδης, οι σχεδιαστές Μ. Γαβαλάς και Σ. Γιαννούλης κ.ά. [Χωριανόπουλος].

[75] Στο ίδιο Γραφείο είχαν αποσπαστεί υπάλληλοι της ΕΣΥΕ, που είχαν καταρτίσει την απογραφή του 1940, που δεν είχε έως τότε προλάβει να εκδοθεί λόγω του πολέμου [ΣαπουνάκηΣταματίου: 143]. Λίγους μήνες μετά σε άρθρο στο «Βήμα» («Η ανοικοδόμησις των ερειπίων πολέμου» 10.06.1945) ο Δοξιάδης παρέχει πρώτη εικόνα της κατάστασης, υπογραμμίζοντας την αναγκαιότητα της ανοικοδόμησης [Λεφαντζής: 111].

[76] Βλ. σχετ. Αρχείο ΕΡΤ και Δημ. Πασσιά, σε: Σύνδεσμο Αποφοίτων Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων, Τάξεως 1976 (http://sindesmos1976.gr/?p=4892), όπου μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι το προσωπικό των Μονάδων αποτελούσαν Αξ/κοί και οπλίτες του  Μηχανικού, τεχνικά κατηρτισμένοι και μικρό ποσοστό Αξ/κών από τα λοιπά  όπλα του Στρατού ή και κλάδων των Ενόπλων Δυνάμεων (Ναυτικό, Αεροπορία), καθώς και πολιτικό μόνιμο ή με συμβάσεις τεχνικό προσωπικό (γραφείς, μηχανικοί, οδηγοί τεχνίτες, χειριστές μηχανημάτων, εργάτες κ.λπ.). Η επί 35 έτη προσφορά των ΜΟΜΑ ήταν τεράστια για την ανασυγκρότηση της χώρας με έργα οδοποιίας, αεροδρόμια και άλλα έργα υποδομής, ενώ ήταν παρούσες σε κάθε περίπτωση ανάγκης,που έπληξε τη χώρα (σεισμοί, πυρκαγιές, χιονοπτώσεις, πλημμύρες κ.λπ.). Η υπηρεσία με το άρθ. 18 του ν. 2026/1992 καταργήθηκε και μεγάλος αριθμός μηχανημάτων εκποιήθηκε σε ιδιώτες.

[77] Στις πόλεις Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Ηράκλειο Κρήτης, Πάτρα, Λαμία, Λάρισα, Ιωάννινα. Βλ. σχετ. Δημ. Πασσιά, ό.π.

[78] Το έργο των ΜΟΜΑ, εκτός από της κατασκευαστικής του διάστασης (κατασκευή δρόμων, γεφυρών, λιμένων, δικτύων υδροδότησης κ.λπ.) αποτέλεσε αξιόπιστη εμπειρία τεχνικής εκπαίδευσης χιλιάδων νέων, που με τη σειρά τους αποτέλεσαν το υπόβαθρο για την ανάπτυξη της σημερινής υψηλού επιπέδου κατασκευαστικής βιομηχανίας της χώρας.

[79] Βλ. σχετ. Δημ. Πασσιά, ό.π., όπου αναφέρεται ότι ο συνοπτικός απολογισμός έργου των ΜΟΜΑ είχε ως εξής: α) Εθνική – Επαρχιακή οδοποιία: Έγινε κατασκευή, βελτίωση και αρχική διάνοιξη σε εθνικούς και επαρχιακούς δρόμους ιδίως της ορεινής και νησιωτικής Ελλάδας, περίπου 15.000 χλμ. Κατασκευάστηκαν στους παραπάνω δρόμους τεχνικά έργα (γέφυρες, τοίχοι αντιστήριξης, οχετοί κ.λπ.) και ασφαλτοστρώθηκαν. β) Αεροδρόμια:  Κατασκευάσθηκαν από την αρχή ή επεκτάθηκαν διάδρομοι προσγείωσης σε 17 αεροδρόμια, ιδίως της νησιωτικής Ελλάδος (Καρπάθου, Σκύρου, Κεφαλληνίας, Μυτιλήνης, Πάρου, Κυθήρων κ.ά.), γ) Εγγειοβελτιωτικά και υδραυλικά έργα: Κατασκευάστηκαν μεγάλα και μικρά αποστραγγιστικά αρδευτικά, αντιπλημμυρικά και υδραυλικά έργα σε όλη τη χώρα, με τα οποία αξιοποιήθηκαν και δόθηκαν προς καλλιέργεια εκατοντάδες χιλιάδες στρέμματα γης. δ) Στα οικοδομικά έργα, με σημαντική συμβολή. Ειδικότερα, για την υλοποίηση του προγράμματος αποκατάστασης σεισμοπλήκτων περιοχών κατασκευάστηκαν προκατασκευασμένες κατοικίες. Με τη μέθοδο των προκατασκευών κατασκευάστηκαν με επιτυχία κτίρια Νοσοκομείων, Σχολείων, ΑΕΙ (Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης, Πολυτεχνική Σχολή Ξάνθης κ.λπ.), κτιριακές εγκαταστάσεις στρατοπέδων (Χαλκίδας, Θηβών, Λουτρακίου Βαννιάνου Ξάνθης κ.λπ.). Επιπλέον κατασκεύαζαν εργολαβικά υπό την επίβλεψη τους και πολλά άλλα οικοδομικά έργα σε διάφορα στρατόπεδα, όπως Διοικητήρια, θαλάμους οπλιτών, υπόστεγα κ.λπ. Επίσης σημαντική ήταν η συμβολή από το 1991 στο πρόγραμμα του Υπουργείου Εξωτερικών για την αποκατάσταση των παλιννοστούντων Ποντίων από περιοχές της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. ε) Μικρά έργα κοινής ωφέλειας, περιληφθέντα στα προγραμματισμένα  έργα, σε Δήμους, κοινότητες, οργανισμούς και τοπικούς συλλόγους. Μόνο τα σπουδαιότερα από αυτά υπερβαίνουν τα 700.

[80] Μεγάλης κλίμακας πρόγραμμα οικονομικής βοήθειας των ΗΠΑ προς 16 ευρωπαϊκά κράτη, με σκοπό την ανοικοδόμηση και την ανάπτυξή τους μετά το πέρας του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ξεκίνησε τον Απρίλιο του 1948 και ήταν διάρκειας 4 ετών. Οφείλει την ονομασία του στον Υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ George Marshall και το ύψος του προσέγγιζε τα 13 δις δολλάρια (δηλ. περίπου 100 δις δολ. 2011), με τη μορφή κονδυλίων και εξοπλισμού. Μεγαλύτερη βοήθεια έλαβε το Ην. Βασίλειο και η Γαλλία. Μετά τον πόλεμο μεγάλο μέρος της Ευρώπης ήταν κατεστραμμένο, εξ αιτίας κυρίως των συνεχών βομβαρδισμών των δύο πλευρών. Περισσότερο είχαν πληγεί οι βιομηχανικές μονάδες, η παραγωγή, τα δίκτυα συγοινωνίας και τα μέσα μεταφοράς. Τα κράτη που είχαν πληγεί ελάχιστα από τον πόλεμο ήταν οι ΗΠΑ και ο Καναδάς, τα οποία, αν και συνέχισαν να ευημερούν, δεν είχαν δυνατότητα εξαγωγών σε μια διαλυμένη και φτωχή Ευρώπη. Πραγματικός σκοπός δεν ήταν τόσο η ανοικοδόμηση της Ευρώπης από τις καταστροφές του πολέμου, όσο ο εκσυγχρονισμός του βιομηχανικού τομέα της, με την αξιοποίηση των μέχρι τότε αποτελεσματικών αμερικανικών προτύπων παραγωγής και ανάπτυξης. Μέχρι το 1952, που ολοκληρώθηκε το πρόγραμμα, οι οικονομίες όλων των ευρωπαϊκών κρατών, που συμμετείχαν, είχαν ξεπεράσει τα προπολεμικά επίπεδα τουλάχιστον κατά 35%. Τις επόμενες δύο δεκαετίες, η Ευρώπη γνώρισε πρωτοφανή ανάπτυξη και ευημερία. Οι σχέσεις ΗΠΑ – Σοβιετικής Ένωσης με τα ευρωπαϊκά κράτη κατέστησαν εμφανές ότι η Ευρώπη διακρινόταν, πλέον, σε δύο σφαίρες επιρροής [Ιστορία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου – Σχέδιο Μάρσαλ: www.ww2.gr/index].

[81] Σύμφωνα με τον Καθηγητή Άγγελο Αγγελόπουλο (περί το 1954): «Οι μισθοί ιδία των δημοσίων υπαλλήλων και μιας μεγάλης κατηγορίας των ιδιωτικών είναι πλέον ανεπαρκείς και δεν εξασφαλίζουν τη στοιχειώδη διαβίωσιν, ενώ η μεγάλη μάζα του λαού στερείται των στοιχειωδών μέσων από απόψεως διατροφής, ιματισμού και κατοικίας» [Σπύρου Λιναρδάτου «Από τον εμφύλιο στη χούντα», τ. Β΄: 58, εκδ. Παπαζήση].

[82] Όταν η οικιστική περιοχή επρόκειτο να ενταχθεί στο Σχέδιο ακολουθούσε αυτοψία. Όσοι αυθαίρετοι οικιστές έσπευδαν «εγκαίρως» να οικοδομήσουν «κατοχύρωναν» ταυτόχρονα, την ιδιοκτησία τους. Οι μηχανικοί του Υπουργείου σε περιπτώσεις ένταξης οικισμών αναγκάζονταν να υπολογίζουν μικρούς χώρους, ακόμη και της τάξης των 10-15 τ.μ., για δημόσιους, κοινόχρηστους χώρους, τους οποίους απεικόνιζαν με πράσινο χρώμα στον χάρτη του υποβάθρου [ΣαπουνάκηΣταματίου: 144].

[83] Ήδη πριν το ΄60 αρκετοί, όντας υπάλληλοι, αποφάσιζαν τη συνέχιση των σπουδών τους στο εξωτερικό (Γερμανία, Γαλλία, Βέλγιο κ.ά.). Η πρόσληψη στο ΥΔΕ εθεωρείτο, γενικά, καλή εργασιακή τοποθέτηση και συνήθης ήταν η παρότρυνση των αρχαιότερων σε συγγενείς τους τεχνικούς να επιδιώξουν καριέρα στο Υπουργείο αυτό [ΣαπουνάκηΣταματίου: 143].

[84] Η καθυστέρηση των έργων προκάλεσε αρχικά τη δυσαρέσκεια του Καραμανλή, μαθημένου στους τότε σχετικά ταχείς ρυθμούς εκτέλεσης δημοσίων έργων. Εκτός από τους σπουδαστές, που ασχολήθηκαν κυρίως με την πλακόστρωση, εργάστηκαν ναξιώτες μαρμαράδες και χρησιμοποιήθηκαν μαρμάρινα και πήλινα τμήματα από κατεδαφισμένα κτίσματα της πόλης.

[85] Είναι η περίοδος της μαζικής κατεδάφισης παλαιών κτιρίων και συνόλων, πολλών από αυτών με ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό χαρακτήρα, με αποτέλεσμα την αλλοίωση του οικιστικού ιστού. Εξ άλλου, η απουσία ιδιαίτερης πρόβλεψης για την αποτροπή της αλλοίωσης του φυσικού περιβάλλοντος σχετίζεται με την έλλειψη πολεοδομικού και χωροταξικού σχεδιασμού, που διευκόλυνε την ανοικοδόμηση με αντιπαροχή και τον πολλαπλασιασμό των αυθαιρέτων. Δεν είχε ακόμη ανακύψει, ως ανάγκη ή προτεραιότητα, η προστασία του περιβάλλοντος από πλευράς κρατικής πολιτικής, ζήτημα του οποίου οι πτυχές καταδείχθηκαν μετά την προβολή του (1972) από τη Λέσχη της Ρώμης (Club of Rome), ομάδας πίεσης ίδρυσης, το 1968, που αποτελείτο κυρίως από τεχνοκράτες και πολιτικούς.

[86] Σύμφωνα με την άποψη του (μετέπειτα Καθηγητή Αρχιτεκτονικής ΕΜΠ) Διον. Ζήβα, οι δημόσιες υπηρεσίες και οι οργανισμοί  απορροφούσαν 10-15 αρχιτέκτονες ανά έτος (Αρχιτεκτονική 38/1963: 6)  [Φιλιππίδης 1984: 416, υποσ. 79]. Όμως, οι κακές συνθήκες μισθοδοσίας ανάγκαζαν τους αρχιτέκτονες – υπαλλήλους να εξασκήσουν ταυτόχρονα -έστω κατόπιν υπηρεσιακής αδείας- το ελεύθερο επάγγελμα, γεγονός που προκάλεσε εύλογες αντιδράσεις (Κ. Κιτσίκης «Η πολιτική των έργων», Αρχιτεκτονική 2/1957: 23 και ιδίου «Διά την  επίλυσιν του Πολεοδομικού Προβλήματος», Αρχιτεκτονική 26/1961: 6. Για διαφορετική άποψη, βλ. Κων. Μπίρη, Αι Αθήναι κ.τ.λ. 1966: 367).

[87] Όπως μας ανέφερε συνταξιούχος παλαιότερος δημόσιος υπάλληλος, μέχρι περίπου το ΄58 οι προαγωγές εγένοντο αποκλειστικά κατ΄ επιλογήν. Για παράδειγμα διπλωματούχος τοπογράφος μηχανικός στο Υπουργείο Γεωργίας παρέμεινε 22 έτη στον ίδιο βαθμό έχοντας προϊστάμενο με μόνο εφόδιο το απολυτήριο Γυμνασίου. Με την κατηγοριοποίηση των υπαλλήλων ανά επίπεδο σπουδών (ΠΕ, ΤΕ κ.ά.) μερικώς αμβλύνθηκαν οι  συνέπειες του παραπάνω προβλήματος, αν και τόσες δεκαετίες μετά το ζήτημα της τήρησης της αξιοκρατίας αποτελεί ακόμη ανεφάρμοστο αίτημα ειδικών και εργαζομένων.

[88] Εκεί είχαν θητεύσει και επιφανή στελέχη και μάλιστα με μακράν ανώτερα προσόντα του μέσου όρου των υπολοίπων. Είχε δικαιοδοσία στον έλεγχο των σχετικών διαδικασιών τόσο στην Αθήνα, όσο και στην Περιφέρεια (τήρηση πρωτοκόλλων, εκδόσεις αδειών οικοδομών κ.λπ.) και παρεμβατικό ρόλο στις σχέσεις μεταξύ πολιτών και Υπουργείου. Παρά τη φήμη της Διεύθυνσης αυτής παρήγετο σημαντικό έργο και τα στελέχη της συνέβαλαν στην αποτελεσματικότητα και στην αναβάθμισή της.

[89] Το 1929 ιδρύθηκε ο ΕΟΤ, για έτη σε εμβρυϊκή κατάσταση συγκριτικά με τη μορφή του το 1950, όταν το κράτος μεταπολεμικά εστίασε στον τουρισμό και επιδίωκε τη λειτουργία ευέλικτου, απαλλαγμένου από τις γραφειοκρατικές διαδικασίες του Δημοσίου, οργανισμού ως νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου. Επί δικτατορίας Ι. Μεταξά τα θέματα τουρισμού υπήχθησαν στο τότε Υπουργείο Τύπου και Τουρισμού.

[90] Πρόκειται για δύο από τα µεγαλύτερα ονόµατα του Ελληνικού τεχνικού κόσµου του 20ού αιώνα.

[91] Εξυπηρετούσαν πολιτικές σκοπιμότητες και κάλυπταν παρατυπίες ως σκάνδαλα (αυθαίρετη δόμηση, υπερβολική αύξηση των υψών, καταπάτηση αιγιαλού από τεράστια ξενοδοχειακά συγκροτήματα κ.ά.).

[92] Άτομα που κατείχαν δημόσιες θέσεις επί Δικτατορίας απολύθηκαν και διώχθηκαν, ακόμη και χωρίς αξιολόγηση του έργου τους.

[93] Βάθεια – Αρεόπολη Λακωνίας, Μεστά και Ψαρά Χίου, Οία Κυκλάδων, Βυζίτσα και Μηλιές Μαγνησίας, Κορυσχάδες Ευρυτανίας, Πάπιγγο Ιωαννίνων, µε την κατασκευή άνω των 100 ξενώνων [ΕΟΤ].

[94] Αποτελείτο από οµάδα νέων αρχιτεκτόνων υπό τον Άρη Κωνσταντινίδη. Οι στατικές και οι μελέτες των ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων πραγματοποιήθηκαν από τους μηχανικούς της Δ/νσης Τεχνικών Υπηρεσιών του ΕΟΤ. Το σύνολο των αρχιτεκτονικών και μελετών εφαρμογής και επίπλωσης εκπονήθηκαν από τους αρχιτέκτονες του Τμήματος Παραδοσιακών Οικισμών του ΕΟΤ. Χάρη στην κατάρτιση των στελεχών το έργο υλοποιήθηκε µε τήρηση των χρονοδιαγραμμάτων.

[95] Περιελάμβανε λειτουργία από τον ΕΟΤ κατόπιν μίσθωσης από τους αντίστοιχους ιδιοκτήτες. Αργότερα και μετά την επιτυχία του προγράμματος η Πολιτεία ενθάρρυνε ανάλογες δράσεις, με επιδότηση για τη µετατροπή υπαρχόντων παραδοσιακών κτισµάτων σε τουριστικά καταλύµατα, µε ικανό ποσοστό (π.χ. 40%) της συνολικής δαπάνης, σύµφωνα µε τις διατάξεις του αναπτυξιακού νόµου κ.ά.

[96] Το 1980 με τον ν. 1032/1980 ιδρύεται το «Υπουργείο Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος» (ΥΧΟΠ) με τη μεταφορά και ενσωμάτωση των τότε Υπουργείων Εθνικής Οικονομίας (πρώην «Υπουργείο Συντονισμού»), Υγείας και Πρόνοιας και Ανάπτυξης, προκειμένου να συγκεντρωθούν όλες οι σχετικές αρμοδιότητες με το περιβάλλον και τη χωροταξία σε έναν φορέα. Δημιουργείται η Δ/νση Χωροταξίας στο ΥΧΟΠ με μεταφορά των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων Χωροταξίας του Υπουργείου Ανάπτυξης. Στη Δ/νση αυτή ενσωματώθηκε η Γραμματεία του Εθνικού Συμβουλίου Χωροταξίας και Περιβάλλοντος (άρθ. 8 ν. 360/1976) [ΥΠΕΧΩΔΕ, Το Υπουργείο, www.minenv.gr].

[97] Το 1985 στο ΥΧΟΠ ενσωματώθηκε το τότε Υπουργείο Δημοσίων Έργων, οπότε συνεστήθη το Υπουργείο Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, με τον ν. 558/1985. Το ΥΠΕΧΩΔΕ αναφορικά με την περιβαλλοντική διοίκηση σε κεντρικό – εθνικό επίπεδο αποτελούσε τον κύριο φορέα υπεύθυνο για την ανάπτυξη και εφαρμογή της περιβαλλοντικής πολιτικής στην Ελλάδα [ΥΠΕΧΩΔΕ, Το Υπουργείο, www.minenv.gr].

[98] Σημαντικό κεφάλαιο αποτέλεσε η περιβαλλοντική εκπαίδευση, με υλοποίηση από το 1991, ως τμήματος των προγραμμάτων της Α/βάθμιας και της Β/βάθμιας εκπαίδευσης, σύμφωνα με τον ν. 1892/1990, αλλά και ανάπτυξης οικολογικής αντίληψης ως προς τη διαχείριση και την αξιοποίηση φυσικών πόρων. Μέχρι σήμερα, παρά τις όποιες ατέλειες υλοποίησής της, οδήγησε σε πολλές καινοτομίες, αναγνωρίσεις και βραβεύσεις, κυρίως μάλιστα σε σχολεία της περιφέρειας. Η επιτυχία οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στον ζήλο και την αφοσίωση χαμηλόμισθων αναλογικά, αλλά κατηρτισμένων δημοσίων λειτουργών. Στο ίδιο πλαίσιο εποικοδομητικές ήταν συνεργασίες σχολικών μονάδων με ΑΕΙ και μη κυβερνητικές οργανώσεις. Αναπτύχθηκε κυρίως για λόγους εναρμονισμού με τις διακηρύξεις και τις δραστηριότητες διεθνών οργανισμών [Σακοβέλη, Παπασωτηροπούλου, http://library.tee.gr].

[99] Το Υπουργείο Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής δημιουργήθηκε για την αντιμετώπιση των ολοένα εντεινόμενων περιβαλλοντικών προβλημάτων και την υιοθέτηση ενός νέου αναπτυξιακού προτύπου, που θα εξασφαλίζει καλύτερες συνθήκες ζωής και δημιουργίας. «Αποστολή του Υπουργείου αποτελεί η διατήρηση και βελτίωση της ποιότητας του περιβάλλοντος, των ανανεώσιμων φυσικών πόρων, της βιοποικιλότητας και των υδατικών πόρων, η ορθή διαχείριση των μη ανανεώσιμων ενεργειακών πόρων και η προώθηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, η εξοικονόμηση ενέργειας, η αντιμετώπιση, μετριασμός και προσαρμογή στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, η αστική αναγέννηση, ο βιώσιμος χωροταξικός σχεδιασμός με σεβασμό στην αρχιτεκτονική κληρονομιά και ο συντονισμός των περιβαλλοντικών πολιτικών της κυβέρνησης» [ΥΠΕΚΑ, www.ypeka.gr].

[100] Αναφέρεται σε κτίρια, κατοικίες, κοινοχρήστους χώρους και πεζοδρόμια και χρησιμοποιήθηκαν από πολλούς δήμους κυρίως -μέσω των Ευρωπαϊκών Προγραμμάτων HELIOS και HORIZON- για την κατασκευή πεζοδρομίων κεκλιμμένων επιπέδων (ράμπες). Το 1996 το Γραφείο ανέλαβε την αναμόρφωση των οδηγιών και το δεύτερο μέρος του έργου για εξειδικευμένες κατηγορίες κτιρίων κοινού. Με παρέμβαση και συνεργασία του Γραφείου Μελετών για Άτομα με Ειδικές Ανάγκες υλοποιήθηκαν αναπλάσεις – πεζοδρομήσεις – ειδικές παρεμβάσεις, ηχητική σήμανση τυφλών στις οδικές διαβάσεις κ.λπ.

[101] Η Εθνική Σχολή Δημόσια Διοίκησης (ΕΣΔΔ), η  πρώτη παραγωγική σχολή υπαλλήλων στην ιστορία της Ελληνικής δημόσιας διοίκησης, ιδρύθηκε στα πρότυπα της γαλλικής ΕΝΑ (Ecole Nationale d΄ Administration, που ιδρύθηκε στο Παρίσι το 1945 από τον Charles de Gaulle, με σκοπό τον εκδημοκρατισμό της πρόσβασης στις ανώτερες θέσεις των δημοσίων υπηρεσιών) με τον ν. 1388/1983, ως επιμέρους οργανική εκπαιδευτική μονάδα του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης (ΕΚΔΔ), νυν Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (ΕΚΔΔΑ). Η  Εθνική Σχολή Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΕΣΤΑ) ιδρύθηκε με το αρθ. 14 του ν. 3200/2003 (Α΄ 281/9.12.2003, «Τροποποιήσεις του ν. 1388/1983 “Ίδρυση Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης, ίδρυση Εθνικής Σχολής Τοπικής Αυτοδιοίκησης και άλλες διατάξεις»), επίσης ως εκπαιδευτική μονάδα του ΕΚΔΔΑ. Αποστολή της είναι να παράγει στελέχη για τους ΟΤΑ, τα όργανα διοίκησης των νομικών προσώπων, που ιδρύονται από αυτούς, τις Περιφέρειες και τις κεντρικές υπηρεσίες με αρμοδιότητα σε τομείς τοπικής αυτοδιοίκησης, πολιτικής προστασίας και μεταναστευτικής πολιτικής [Ετήσια Έκθεση Ένωσης Αποφοίτων των Εθνικών Σχολών Δημόσιας Διοίκησης και Τοπικής Αυτοδιοίκησης, Μάιος 2010].

[102] Η σύσταση ΕΕΠ (Ειδικού Επιστημονικού Προσωπικού) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προβλέπεται από το Σύνταγμα (άρθρο 103 παρ. 3), που αναθέτει στο νομοθέτη τον καθορισμό όρων  πρόσληψής τους. Οι όροι πρόσληψης μέσω ΑΣΕΠ καθορίζονται από το άρθρο 19 του ν. 2190/1994 και το πδ/γμα 50/2001 «Περί καθορισμού των προσόντων διορισμού σε θέσεις φορέων του Δημοσίου», ενώ οι εγγυήσεις παρέχονται από το πδ/γμα 410/1988. Στην κατηγορία των θέσεων ΕΕΠ υπάγονται οι θέσεις ιδιάζουσας φύσης και αποστολής (πδ/γμα 410/1988), για την κάλυψη των οποίων απαιτείται επιστημονική ειδίκευση στο γνωστικό αντικείμενο της κατά περίπτωση οικείας ειδικότητας. Οι ΕΕ διαθέτουν υψηλή κατάρτιση και εξειδίκευση και τα προσόντα πολλών υπερπληρούν τα προαπαιτούμενα κριτήρια σχετικών προκηρύξεων. Το ΕΕΠ έχει συμβάλει με αποτελεσματικότητα και διάθεση προσφοράς παρέχοντας υψηλού επιπέδου τεχνογνωστική αρωγή και προτάσεις για τη βελτίωση και τον εκσυγχρονισμό του συστήματος.

[103] Το δικαίωμα προς εργασία στον ευρύτερο δημόσιο τομέα με συνθήκες απόλυτης διαφάνειας, δημοσιότητας, αντικειμενικότητας και αξιοκρατίας επιβάλλει την ουδετερότητα της Διοίκησης και τη διασφάλιση ίσων ευκαιριών για όλους τους πολίτες. Θεσμικό εγγυητή της τήρησης των αρχών αυτών αποτελεί το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ), το οποίο συστάθηκε με τον ν. 2190/1994 ως ανεξάρτητη αρχή επιφορτισμένη με τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των διατάξεων, που διέπουν τις προσλήψεις στον δημόσιο τομέα.

[104] Το ΣτΕ (με εκκίνηση λειτουργίας το 1929), ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο της χώρας, από το 1992 που λειτούργησε, το καθ΄ ύλη αρμόδιο Ε΄ Τμήμα, παρέχει ουσιαστική συμβολή στην προστασία του περιβάλλοντος, καθώς ελέγχει αν στην πράξη η Διοίκηση τηρεί τις διακηρύξεις του Συντάγματος και της νομοθεσίας για την προστασία του περιβάλλοντος (προστασία δασών και πολιτιστικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος, εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων κ.λπ.) και δεν διστάζει να ακυρώσει υλοποίηση μεγάλων δημοσίων έργων, που δεν πληρούν τους σχετικούς όρους [ΣταματίουΨαλτάκη: 20]. Εξ άλλου, είναι υπεύθυνο για την επεξεργασία όλων των σχεδίων Προεδρικών Διαταγμάτων, ανεξαρτήτως αντικειμένου. Μειονέκτημα στο ΣτΕ είναι ο χρόνος που απαιτείται από την άσκηση της αίτησης ακύρωσης ή αναίρεσης ως την έκδοση απόφασης, ο οποίος συχνά υπερβαίνει τα 5 έτη [Λιάλιος 2006].

[105] Σύμφωνα με το άρθ. 9 παρ. Α1 ν. 2947/2001 (Α΄ 228, «Θέματα Ολυμπιακής Φιλοξενίας, Έργων Ολυμπιακής Υποδομής κ.ά.») [ΥΠΕΧΩΔΕ, www.minenv.gr/eyep].

[106] Eνημερώνει τακτικά και συστηματικά την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχετικά με την πρόοδο που επιτυγχάνεται στον τομέα εφαρμογής της περιβαλλοντικής νομοθεσίας (σύμφωνα με τις απαιτήσεις της 2001/331/ΕΚ Σύστασης του Συμβουλίου και Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, που αφορά «στα ελάχιστα κριτήρια για τις περιβαλλοντικές επιθεωρήσεις»), η οποία ισχύει από 27.04.2001.

[107] Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, τον Οκτώβριο του 2012, οι δημόσιοι υπάλληλοι στην Ελλάδα ήταν 667.000, εκ των οποίων οι 571.000 είναι οι μόνιμοι, οι 54.646 είναι υπάλληλοι ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, οι 35.782 είναι υπάλληλοι ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, οι 3.957 υπάλληλοι είναι συμβασιούχοι μίσθωσης έργου, οι 1.171 είναι ωρομίσθιοι και ημερομίσθιοι και οι 1.054 μετακλητοί. Η κατανομή του πληθυσμού της Δημόσιας Διοίκησης συμπεριλαμβάνει, τρεις μεγάλες κατηγορίες: εκπαιδευτικούς (καθηγητές, δάσκαλοι και διοικητικό προσωπικό που αντιστοιχούν σε 200.000, του  χώρου της υγείας  (ιατροί, νοσηλευτικό προσωπικό κ.ά. 150.000), ένστολους, σχεδόν 100.000.

[108] Σε Πολεοδομικό Γραφείο νησιού των Κυκλάδων, με οικοδομική κίνηση, ήδη πριν την εφαρμογή του «Καλλικράτη» και την εκκίνηση της οικονομικής κρίσης με τη συνακόλουθη έξοδο υπαλλήλων, λόγω έλλειψης προσωπικού, σημειώθηκε το γεγονός σε ένα και μόνο πρόσωπο να συγκεντρώνονται οι αρμοδιότητες και οι υποχρεώσεις Προϊσταμένου, υπεύθυνου αυτοψιών, υπαλλήλου πρωτοκόλλου, οδηγού υπηρεσίας κ.ά.

[109] Από έρευνες που έχουν δημοσιοποιηθεί από τα ΜΜΕ αναλογικά μεγάλος αριθμός υπαλλήλων εμφανίζεται σε δήμους της Αττικής και άλλων αστικών κέντρων, ενώ ελλείψεις προσωπικού (όπως και σε νοσοκομεία, σχολεία και αλλού) παρατηρούνται σε παραμεθόριες περιοχές και νησιά. Ενδεικτικά μεγάλος είναι ο αριθμός εκπαιδευτικών που είχαν αποσπαστεί στο Υπουργείο Παιδείας, του αποσπασμένου επιστημονικού ή διοικητικού προσωπικού στη Βουλή κ.ά.

[110] Ενδεικτικά, το 1981 ο τότε Πρωθυπουργός Γεώργιος Ράλλης καθιέρωσε καθεστώς απασχόλησης 37,5 ωρών την εβδομάδα για τους δημοσίους υπαλλήλους. Μετά από 30 έτη επέστρεψε η απασχόληση 40 ωρών την εβδομάδα, όπως ίσχυε στον ιδιωτικό τομέα.

[111] Το άρθ. 103 Συντ. ορίζει στην παρ. 4, σχετικά, τα εξής: «Οι δημόσιοι υπάλληλοι που κατέχουν οργανικές θέσεις είναι μόνιμοι εφόσον αυτές οι θέσεις υπάρχουν». Δηλαδή ότι ο δημόσιος υπάλληλος είναι μόνιμος, εφ΄ όσον η θέση, για την οποία διορίστηκε, εξακολουθεί να υφίσταται, ενώ προηγείται διετής δοκιμαστική περίοδος σύμφωνα με το άρθ. 40 του Κώδικα Δημοσίων Υπαλλήλων. Μέχρι τώρα βέβαια οι δημόσιοι υπάλληλοι διατηρήθηκαν μετατασσόμενοι (κατόπιν αιτήσεως και εφ΄ όσον διατίθενται κενές οργανικές θέσεις σε άλλη υπηρεσία), ακόμα και αν η θέση τους παύει να υπάρχει (σχετικό το πδ/γμα 117/2008), χωρίς όμως η δυνατότητα μετάταξης να προστατεύεται συνταγματικά, αφού μπορεί να καταργηθεί με νεώτερη νομοθετική διάταξη.

[112] Άποψη πολλών είναι ότι έπειτα από τρεις δεκαετίες και άνω, ήδη, όσοι είχαν προσληφθεί αξιοκρατικά πριν από το 1981, έχουν αποχωρήσει σχεδόν στο σύνολό τους. Όσοι έχουν προσληφθεί αξιοκρατικά μέσω ΑΣΕΠ μετά το 1995 αποτελούν ακόμη μειονότητα [Μαυρογορδάτος 2013].

[113] Από πολλούς θεωρήθηκε «λαϊκιστική επινόηση μερικής, έστω, παράκαμψης των προσόντων». Ανάλογα αντικείμενο κριτικής υπήρξε και το σύστημα διορισμού μέσω επετηρίδας από το 1970 έως πρόσφατα, των πολυπληθών εκπαιδευτικών, το οποίο «αγνοούσε τα προσόντα στο μέτρο που αγνοούσε τη βαθμολογία του πτυχίου» [Μαυρογορδάτος 2013]

[114] Για περαιτέρω μελέτη, βλ. Εκθέσεις του Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης και την Εθνική Έρευνα για τη Διαφθορά στην Ελλάδα (τόμοι από 2005-σήμερα) της Διεθνούς Διαφάνειας στην Ελλάδα.

[115] Έχουν εργαστεί εθελοντικώς υπερωριακά ή με πρωτοβουλία τους έχουν αφιερώσει προσωπικό τους χρόνο στην επίλυση επειγουσών υποθέσεων, στην επινόηση βελτιωτικών καινοτομιών ή ακόμη στην προβληματική ζητημάτων της επιστήμης τους μέσω αρθρογραφίας, συμμετοχής σε τομεακά συνέδρια κ.ά.

———  ———

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ – ΠΗΓΕΣ

Έντυπες πηγές

– ΑΝΔΡΙΩΤΗΣ Ν. (2003), Οι πρόσφυγες: Η άφιξη και τα πρώτα μέτρα περίθαλψης, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού: Ο Μεσοπόλεμος 1922-1940, τόμ. 7ος, Ελληνικά Γράμματα.

– ΑΝΔΡΙΩΤΗΣ Ν. (1999), Η αποκατάσταση των Προσφύγων, ένθετο Καθημερινής «Επτά Ημέρες» (31.10.1999): 26-27.

– ΔΑΦΝΗΣ Κ. (1976), Καποδίστριας Ι., Κείμενα, Ανθολόγηση, ΟΕΔΒ.

– ΔΕΣΠΟΤΟΠΟΥΛΟΣ Α. (1996), Ο Κυβερνήτης Καποδίστριας και η απελευθέρωση της Ελλάδος, εκδ. Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα.

– ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ Α. Γ. (2004), Οι ελληνικές Κυβερνήσεις 1843-2004, Αθήνα.

– ΔΟΞΙΑΔΗΣ Κ. (1946), Οικιστική Ανάλυση, Σειρά Εκδόσεων του Υφυπουργείου Ανοικοδομήσεως, αριθ. 1, Αθήνα.

– ΕΟΤ (1992), Διατήρηση και ανάπτυξη παραδοσιακών οικισμών – Το πρόγραμμα του ΕΟΤ (1975-1992).

– ΚΑΛΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΥ Έ. (2009), Ειδική Υπηρεσία Επιθεωρητών Περιβάλλοντος. Εξέταση υποθέσεων. Πρόταση διαμόρφωσης και σχηματικής απεικόνισης μοντέλου ελέγχου, ΠερΔικ 3/2009: 456-473, εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη.

– ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ Ι., Αυτοβιογραφία Ιωάννου Καποδίστρια (μτφρ: M. Λάσκαρις), Ερμείας, Αθήνα.

– ΚΑΡΑΔΗΜΟΥ – ΓΕΡΟΛΥΜΠΟΥ Α. (2002), Πόλεις και ύπαιθρος: Μετασχηματισμοί και αναδιαρθρώσεις στο πλαίσιο του εθνικού χώρου, σε Χατζηιωσήφ Χρ. (επιμ.), Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα, Ο Μεσοπόλεμος 1922-1940, τ. Β1, Βιβλιόραμα, Αθήνα.

– ΚΑΡΟΥΖΟΥ Σ. (1967), Σύντομη Ιστορία του Εθνικού Μουσείου, σε Καρούζου Σ., Εθνικόν Αρχαιολογικόν Μουσείον, Συλλογή Γλυπτών, Περιγραφικός Κατάλογος, Αθήναι 1967, ια΄-κ΄.

– ΚΑΡΟΥΖΟΥ Σ. (2000), Το Εθνικό Μουσείο από το 1941, το Μουσείον 1, 5-14 (εκ νέου δημοσίευση κειμένου Σ. Καρούζου από Πρακτικά Α΄ Συνεδρίου Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων, Αθήνα 30.03-03.04.1967, 1984: 52-63).

– ΚΟΝΤΟΓΙΩΡΓΗ Έ. (2003), Η αποκατάσταση: 1922-1930, στο Ιστορία του Νέου Ελληνισμού: Ο Μεσοπόλεμος 1922-1940, τ. 7ος, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα.

– ΚΟΡΟΒΙΝΗΣ Ε. (2008), Η Νεοελληνική Φαυλοκρατία, Αρμός.

– ΚΟΥΚΟΥ  Ε. (1978), Ιωάννης Α. Καποδίστριας: Ο άνθρωπος – ο ευρωπαίος διπλωμάτης. 1800-1828, Εστία, Αθήνα.

– ΚΟΥΚΟΥ Ε. (1958), Ο Καποδίστριας και η Παιδεία 18031822, Α΄ Η Φιλόμουσος Εταιρεία της Βιέννης, Αθήνα.

– ΚΥΡΙΑΖΗΣ Π. (1978), Σταμάτης ΒούλγαρηςΟ αγωνιστής, ο πολεοδόμος, ο άνθρωπος, σε Πρώτοι Έλληνες τεχνικοί επιστήμονες περιόδου απελευθέρωσης, ΤΕΕ: 158-170.

– ΛΕΦΑΝΤΖΗΣ Μ. (1999), Η πολεοδομία στην Ελλάδα μέσα από τον Αθηναϊκό Τύπο, 1944-1974, Πανελλήνιο Συνέδριο, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και Εταιρία Ιστορίας της Πόλης και της Πολεοδομίας, Η Πολεοδομία στην Ελλάδα από το 1949 έως το 1974, 3-4.12.1999, Βόλος:111-125.

– ΜΑΚΡΥΔΗΜΗΤΡΗΣ Α. (2012), Προσεγγίσεις στη Θεωρία των Οργανώσεων, Διοικητική Επιστήμη ΙΙ, εκδ. Σάκουλας, Αθήνα.

– ΜΑΡΜΑΡΑΣ Ε., ΡΑΠΤΗ Σ., ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ Ε. (2000), Προστασία της Πολιτιστικής Κληρονομιάς, Παιδαγωγικό Ινστιντούτο, Αθήνα.

– ΜΑΥΡΟΓΟΡΔΑΤΟΣ Γ. (2003), Μεταξύ δύο πολέμων: Πολιτική ιστορία 1922-1940, σε Παναγιωτόπουλο Β., Ο Μεσοπόλεμος, 1922-1940: Από την Αβασίλευτη Δημοκρατία στη Δικτατορία της 4ης Αυγούστου, τόμ. 7ος -Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, εκδ. Ελληνικά Γράμματα: 9-32.

– ΜΠΙΡΗΣ Κ. (1966), Αι Αθήναι από του 19ου στον 20ό αιώνα, εκδ. Μέλισσα, Αθήνα.

– ΜΠΕΝΕΚΟΣ Γ. (1981), Κωλέττης, εκδ. Βότσης, Αθήνα.

– ΝΙΚΟΛΑΚΕΑ Ν. (2008), Η προστασία των αρχαιοτήτων κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, σε Τσιποπούλου Μ. (επιμ.), «… Ανέφερα Εγγράφως», Θησαυροί του Ιστορικού Αρχείου της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας: 57-59.

– ΠΑΝΤΕΛΗΣ Α. (2007), Εγχειρίδιο Συνταγματικού Δικαίου, εκδ. Λιβάνη.

– ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ – ΒΕΝΕΤΑΣ Α. (2004), Το ιστορικό τοπίο των Αθηνών – Εξέλιξη και προοπτικές, τιμ. τόμ. για τον Καθ. Αθ. Αραβαντινό – Πόλη και Χώρος από τον 20ό στον 21ο αιώνα: 413-437.

– ΠΑΠΑΣΤΕΦΑΝΑΚΗ Λ. (2005), Δημόσια υγεία, φυματίωση και επαγγελματική παθολογία στις ελληνικές πόλεις στις αρχές του 20ού αιώνα, Συνέδριο Ελευθέριος Βενιζέλος και ελληνική πόλη – πολεοδομικές πολιτικές και κοινωνικοπολιτικές ανακατατάξεις, Χανιά 2002: 155-170.

– ΠΕΤΡΑΚΟΣ Β.Χ. (1994), Τα αρχαία της Ελλάδος κατά τον πόλεμο 1940-1944, Ο Μέντωρ 31: 73-185.

– ΣΑΠΟΥΝΑΚΗ – ΔΡΑΚΑΚΗ Λ., ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ Ε. (1999), Εκσυγχρονισμός και αναδιάρθρωση της Κεντρικής Διοίκησης για τη ρύθμιση του χώρου στα πλαίσια της αναπτυξιακής πολιτικής της Ελλάδας, την περίοδο 1961-1974, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και Εταιρία Ιστορίας της Πόλης και της Πολεοδομίας, Η Πολεοδομία στην Ελλάδα από το 1949 έως το 1974, 3-4.12.1999, Βόλος: 139-150.

– ΣΑΡΗΓΙΑΝΝΗΣ Γ. (2005), Πολεοδομικός εκσυγχρονισμός σε ελληνικά πλαίσιαΑπό τα σχέδια πόλης στην εμπορευματοποίηση της μεγαλοαστικής πολυκατοικίας, Συνέδριο Ελευθέριος Βενιζέλος και ελληνική πόλη – πολεοδομικές πολιτικές και κοινωνικοπολιτικές ανακατατάξεις, Χανιά 2002: 201-222.

– ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ Ε., ΨΑΛΤΑΚΗ Μ. (2012), Οικονομική κρίση, κοινωνία και περιβάλλον στην Ελλάδα – Στατιστική ανάλυση, Αθήνα, Λονδίνο.

– ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ Ε. (2005), Η πολιτική του Υπουργείου Συγκοινωνιών για τη μεσοπολεμική πόληΚοινωνικοοικονομικό πλαίσιο και εκσυγχρονιστικές κατευθύνσεις, Συνέδριο Ελευθέριος Βενιζέλος και ελληνική πόλη – πολεοδομικές πολιτικές και κοινωνικοπολιτικές ανακατατάξεις, Χανιά 2002: 223-237.

– ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ Ε. (1999), Διερεύνηση τρόπου παρέμβασης των κεντρικών αναπτυξιακών φορέων στο χωρικό και περιβαλλοντικό (φυσικό και ανθρωπογενή) σχεδιασμό, μεταδιδακτορική διατριβή, Πάντειο Πανεπιστήμιο, ΤΟΠΑ.

– STAMATIOU E. (2003), Evolution de la Législation et de la Politique Urbaine en Grèce, Discussion Paper Series, 9(20): 447-488.

– ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ (1907), ΑπομνημονεύματαΕν Αθήναις.

– ΤΕΕ (1978), Πρώτοι Έλληνες Τεχνικοί Επιστήμονες Περιόδου Απελευθέρωσης, Αθήνα.

– ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ, εβδομαδιαίο Δελτίο, 158/1962: 1, Αθήνα.

– ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ Δ. (1990), Για την ελληνική πόλη, εκδ. Θεμέλιο.

– ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ Δ. (1984), Νεοελληνική Αρχιτεκτονική, εκδ. Μέλισσα, Αθήνα.

– ΦΛΕΡΙΑΝΟΥ Α. (1999), Χαρίλαος Τρικούπης: Η ζωή και το έργο του, Βουλή των Ελλήνων.

Πηγές Διαδικτύου

– ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ (2011), Ιστορία Αρχαιολογικής Υπηρεσίας 13.10.2011, www.sea.org.gr

– Archaeology and arts (2011), Ειδήσεις: ΥΠΠΟΤ, Αρχαιολογικοί θησαυροί χαμένοι από την Κατοχή, 3.11.2011, www.archaiologia.gr/ blog/2011/11/03

– Ιστορία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου – Σχέδιο Μάρσαλ, www.ww2.gr/index

– kapodistrias.info www.kapodistrias.info/dimosia-dioikisi/171-dimosia-dioikisi

– ΚΑΤΣΙΜΑΡΔΟΣ Τ. (2011), Ένας αιώνας μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων, 1.10.2011, Ημερησία, www.imerisia.gr/article

– ΚΟΝΤΑΞΗΣ  Α.  (2003), Διά πυρός και σιδήρου – Η δημιουργική συμβολή του ΤΕΕ και των Ελλήνων Μηχανικών, Έκδοση για τα 80 χρόνια του ΤΕΕ, Ενημ. Δελτίο 2003, diocles.civil.duth.gr/links/home/museum/history

– ΜΑΡΚΑΚΗ Β., Διώρυγα της Κορίνθου: η ανατίναξη της γέφυρας και το φρικιαστικό έγκλημα των γερμανών, στις 3.10.1944,

– ΜΑΥΡΟΓΟΡΔΑΤΟΣ Γ. (2013), Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και οι δημόσιοι υπάλληλοι, Καθημερινή, έντυπη έκδοση 21.04.13, news.kathimerini.gr/4dcgi/ _w_articles_columns

– ΠΑΣΣΙΑΣ Δ., σε: Σύνδεσμο Αποφοίτων Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων, Τάξεως 1976, http://sindesmos1976.gr/?p=4892

– ΠΟΛΙΟΥΔΑΚΗΣ Ν. (2012), Συνέντευξη του «καλύτερου δημοσίου υπαλλήλου του κόσμου», Παναγιώτη Καρκατσούλη στο «Ρ», Ρέθεμνος news, 3.10.2012, rethemnosnews.gr/2012/10/

– ΣΑΚΟΒΕΛΗ Π., ΠΑΠΑΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΥ Κ. (2005), Η περιβαλλοντική εκπαίδευση στην Αχαΐα: Χτίζοντας γέφυρες ανάµεσα στη θεωρία και την πράξη, Heleco ΄05, ΤΕΕ, 3-6.02.2005, Αθήνα, library.tee.gr/digital/ m2045/m2045_sakoveli.pdf

– ΤΟΥΜΑΣΑΤΟΣ Κ. (2005), Οι διεκδικήσεις των αρχαιοτήτων που προέρχονται από κλοπές και παράνομες ανασκαφές των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής, Συνέδριο, Οι οφειλές της Γερμανίας στην Ελλάδα, Εθνικό Συμβούλιο για τις Γερμανικές Επανορθώσεις και ΑΣΟΕΕ 2-4.12.2005, αναδημ.: Ο γερμανικός φασισμός καταλήστευσε την αρχαιολογική κληρονομιά της Ελλάδας, Ριζοσπάστης, 2006www2.rizospastis.gr/wwwengine/story

– ΦΛΕΣΣΑ Β. (2012), Στα  Άκρα, συνέντευξη Σ. Ιακωβίδη, ΝΕΤ (26.10.2012), www.ert.gr/webtv/net/item/8196-Spyros-Iakwbidhs

– ΧΩΡΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ Μ. (2011), Όταν οι Γερμανοί λεηλατούσαν την ελληνική οικονομία, news 247, 25.10.2011, news247.gr/eidiseis/afieromata /otan_oi_germanoi_

– ΨΗΦΙΑΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ, Ιστορία Γ΄ Γυμνασίου, http://digitalschool.minedu.gov.gr

———  ———


nomiki_epikairotita-001


.
Δημοσιεύτηκε στο dasarxeio.com | 22.01.2017

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s