Ειδικό καθεστώς προστασίας του μνημειακού οικισμού της Ύδρας

Ειδικό καθεστώς προστασίας του μνημειακού οικισμού της Ύδρας

Σόφη Ε. Παυλάκη, Δικηγόρος

Όπως έγινε δεκτό με την απόφαση ΣτΕ 1248/2016 (Τμ. Ε΄)[1] ολόκληρος ο οικισμός της Ύδρας έχει μνημειακό χαρακτήρα και είναι προστατευτέος υπό την ιδιότητά του αυτή και μάλιστα όπως αυτός καθορίζεται από την υφιστάμενη πολεοδομική του κατάσταση, κατά τη ρητή επιταγή της υπ΄ αριθ. 1824/1962 υπουργικής αποφάσεως. Παράλληλα, ο αυτός οικισμός έχει χαρακτηρισθεί και ως ιστορικός τόπος καθώς και ως παραδοσιακός οικισμός, ολόκληρο δε το νησί της Ύδρας, συμπεριλαμβανομένων και των οικισμών του, έχει χαρακτηρισθεί ως τοπίο ιδιαιτέρου φυσικού κάλλους και ως τόπος χρήζων ειδικής κρατικής προστασίας. Από τους παράλληλους αυτούς χαρακτηρισμούς δεσπόζων είναι ο πρώτος, ήτοι αυτός του μνημειακού οικισμού.

Για την ανέγερση κτίσματος σε αρχαιολογικό χώρο ή σε τόπο ο οποίος έχει χαρακτηρισθεί ως ιστορικός τόπος ή ως τόπος ιδιαιτέρου φυσικού κάλλους και χρήζων ειδικής κρατικής προστασίας και αποτελεί ενιαίο μνημειακό σύνολο, όπως η Ύδρα, όσο και για οποιαδήποτε επέμβαση σε κτίσμα που βρίσκεται στον χώρο αυτόν ή για την ολική ή μερική κατεδάφισή του, είτε αυτό είναι παλαιότερο του χαρακτηρισμού είτε μεταγενέστερο, απαιτείται άδεια της αρχαιολογικής υπηρεσίας, η μη ύπαρξη ή η ανάκληση της οποίας επιφέρει αυτοτελώς διακοπή κάθε οικοδομικής εργασίας, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή την ισχύ οικοδομικής αδείας. Η χορήγηση ή μη της αδείας δεν κωλύεται από την επίδρασή της σε τυχόν έννομες σχέσεις του ιδιωτικού δικαίου, αλλά συναρτάται με την εξυπηρέτηση των σκοπών της αρχαιολογικής νομοθεσίας, οι οποίοι, προκειμένου περί οικισμού που φέρει τους ως άνω χαρακτηρισμούς, συνίστανται στη διατήρηση της μορφής του, τόσο ως συνόλου, όσο και στα επί μέρους τμήματα και σημεία του, καθώς και στη διατήρηση της σχέσεως και των αναλογιών μεταξύ των κτισμάτων που εντάσσονται στο οικιστικό συγκρότημα, το οποίο κρίθηκε προστατευτέο ως ενιαίο σύνολο.

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 50 και 52 του κ.ν. 5351/1932 και των λοιπών διατάξεων που συγκροτούν το ειδικό καθεστώς προστασίας της νήσου Ύδρας,[2] είναι κατ΄ αρχήν δυνατόν να επιτραπεί στην Ύδρα η ανοικοδόμηση όχι μόνον οικοπέδων, επί των οποίων υπήρχαν κτίσματα κατά τη θέση σε ισχύ των περί μνημειακού χαρακτήρα διατάξεων, αλλά και οικοπέδων επί των οποίων, κατά την αιτιολογημένη κρίση του Υπουργείου Πολιτισμού, αποδεικνύεται, βάσει ιδίως συμβολαίων, αυτοψίας ή άλλων στοιχείων, ότι προϋπήρξαν κτίσματα οποτεδήποτε, έστω δηλαδή και πριν από τη θέση σε ισχύ των διατάξεων περί της προστασίας της νήσου Ύδρας. Επιτρέπεται επομένως η ανακατασκευή οικοδομήματος παρομοίου προς εκείνο, του οποίου η ύπαρξη μπορεί να αποδειχθεί και κατά μείζονα λόγο η αποκατάσταση οικοδομήματος στη μορφή την οποία αποδεικνύεται ότι είχε και στην περίπτωση όμως αυτήν είναι δυνατόν να επιβληθούν, από τα αρμόδια όργανα του Υπουργείου Πολιτισμού, πρόσθετοι όροι και περιορισμοί.

Το ιδιαίτερο καθεστώς προστασίας του μνημειακού χαρακτήρα οικισμού της Ύδρας, δεν μεταβλήθηκε μετά την έναρξη ισχύος του ν. 3028/2002 για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς. Με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 14 του ν. 3028/2002, σύμφωνα με την οποία σε ενεργούς οικισμούς ή σε τμήματά τους που αποτελούν αρχαιολογικούς χώρους ή και ιστορικούς τόπους επιτρέπεται, μετά από άδεια που χορηγείται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, η ανέγερση νέων κτισμάτων, εφ΄ όσον συνάδουν από πλευράς όγκου, δομικών υλικών και λειτουργίας με τον χαρακτήρα του οικισμού, δεν καταργήθηκε το αυστηρότερο καθεστώς προστασίας που έχει επιβληθεί ειδικώς για ορισμένους οικισμούς, προκειμένου να διατηρηθεί η μορφή τους ως οικισμών μνημειακού χαρακτήρα, όπως ο οικισμός της Ύδρας.

Διατηρητέο αρχοντικό στην Ύδρα

Η εφαρμογή του άρθρου 14 παρ. 2 του ήδη ισχύοντος ν. 3028/2002 σε ενεργούς οικισμούς τελεί υπό την επιφύλαξη της τηρήσεως των απαγορεύσεων και περιορισμών που απορρέουν από το ειδικό καθεστώς προστασίας του οικισμού, είτε αυτό έχει θεσπισθεί πριν, είτε μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού. Επομένως, το καθεστώς προστασίας του οικισμού της Ύδρας, το οποίο έχει επιβληθεί, προκειμένου να διαφυλάσσεται η σχέση δομημένου – αδόμητου χώρου και να μην διασπάται το ιδιαίτερο (βραχώδες) φυσικό ανάγλυφο της νήσου, ώστε να αποτρέπεται η αλλοίωση του μνημειακού χαρακτήρα του οικισμού, ο οποίος προστατεύεται ως σύνολο, δεν έχει επηρεασθεί από τις διατάξεις του ν. 3028/2002 και εξακολουθεί να ισχύει στο σύνολό του.[3] Αντίθετη άποψη, κατά την οποία υπό την ισχύ του άρθρου 14 του ως άνω νέου αρχαιολογικού νόμου είναι δυνατή η ανέγερση νέων οικοδομών και σε αδόμητα τμήματα του οικισμού της Ύδρας, με μόνη υποχρέωση να διασφαλίζεται η τήρηση των προϋποθέσεων που ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου αυτού, θα οδηγούσε σε κατάργηση του ιδιαίτερου και αυστηρότερου προστατευτικού καθεστώτος, το οποίο έχει επιβληθεί στον συγκεκριμένο οικισμό και το οποίο εναρμονίζεται προς τη συνταγματική επιταγή που απορρέει από τις διατάξεις του άρθρου 24 παρ. 1 και 6 του Συντάγματος.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] Βλ. απόφαση ΣτΕ 1248/2016 (Τμ. Ε΄) σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» τ. 3/2016, εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη.

[2] Η Ύδρα έχει υπαχθεί σε ειδικό καθεστώς προστασίας με τις ακόλουθες πράξεις: Με την 1824/10.2.1962 απόφαση του Υπουργού Προεδρίας Κυβερνήσεως (Β΄ 75), η οποία εκδόθηκε κατ΄ εξουσιοδότηση του άρθρου 52 του κ.ν. 5351/1932 «περί αρχαιοτήτων» (Α΄ 93), όπως κωδικοποιήθηκε με το πδ/γμα της 9-24.8.1932 (Α΄ 275), καθώς και των άρθρων 1 και 5 του ν. 1469/1950 (Α΄ 169), χαρακτηρίσθηκε «ως χρήζων ειδικής προστασίας και ως ιστορικός τόπος ολόκληρος ο οικισμός της Ύδρας, ως ούτος καθορίζεται υπό της υφισταμένης πολεοδομικής καταστάσεως, διότι ο εν λόγω οικισμός εμφανίζει ιδιαιτέραν σημασίαν από απόψεως της τε ελληνικής αρχιτεκτονικής και της ελληνικής Ιστορίας». Ακολούθως, με την 10977/16.5.1967 απόφαση του Υπουργού Προεδρίας Κυβερνήσεως «περί χαρακτηρισμού ιστορικών μνημείων κ.λπ.» (Β΄ 352), που εκδόθηκε επίσης βάσει των άρθρων 52 του κ.ν. 5351/1932 και 1 και 5 του ν. 1469/1950, χαρακτηρίσθηκαν «ως ιστορικά διατηρητέα μνημεία και τόποι παρουσιάζοντες ιδιαίτερον φυσικόν κάλλος ή ενδιαφέροντες από απόψεως αρχιτεκτονικής ή ιστορικής» οι οικισμοί Μεγάλο Καμίνι, Μικρό Καμίνι και Βλυχός, οι οποίοι βρίσκονται δυτικώς του οικισμού της Ύδρας. Με την Α/Φ31/1518/650/10.3.1975 απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Επιστημών (Β΄ 334), η οποία εκδόθηκε κατ΄ εξουσιοδότηση των άρθρων 1 και 5 του ν. 1469/1950 με σκοπό τη συμπλήρωση των ανωτέρω δύο αποφάσεων, χαρακτηρίσθηκε ολόκληρη η νήσος Ύδρα «ως τόπος ιδιαιτέρου φυσικού κάλλους και τόπος χρήζων ειδικής κρατικής προστασίας, διότι άπαντα τα εν τη νήσω τοπία είναι εξαιρέτου φυσικού κάλλους, η Ύδρα δε, πλην της ιστορικής σημασίας της, περιλαμβάνει αξιόλογα αρχιτεκτονικά συγκροτήματα ενδιαφέροντα από απόψεως της τε ελληνικής αρχιτεκτονικής και της ελληνικής Ιστορίας» και με το άρθρο 1 του πδ/τος της 19.10-13.11.1978 «περί χαρακτηρισμού ως παραδοσιακών οικισμών τινών του Κράτους και καθορισμού των όρων και περιορισμών δομήσεως των οικοπέδων αυτών» (Δ΄ 594) ο οικισμός της Ύδρας χαρακτηρίσθηκε ως παραδοσιακός. Τέλος, με την ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/Φ43/ 10105/487/30.4.1996 απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού (Β΄ 453), η οποία εκδόθηκε κατ΄ εξουσιοδότηση των διατάξεων του ν. 1127/1981 (Α΄ 32) και του ανωτέρω κ.ν. 5351/1932, κηρύχθηκε ως αρχαιολογικός χώρος ολόκληρη η νήσος Ύδρα «για την προστασία των εκτεταμένων καταλοίπων επ΄ αυτής, που χρονολογούνται από τους προϊστορικούς έως τους παλαιοχριστιανικούς χρόνους».

[3] Στην κρινομένη υπόθεση με πράξη έτους 1995 της Προϊσταμένης της 1ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Πολιτισμού διαβιβάσθηκε στην αρμόδια κεντρική υπηρεσία του Υπουργείου αίτηση της παρεμβαίνουσας συνοδευόμενη από σχετική μελέτη, για την ανέγερση συγκροτήματος κατοικιών σε οικόπεδο ιδιοκτησίας της στην Ύδρα, με αρνητική εισήγηση επί του υποβληθέντος αιτήματος. Στην πράξη αυτή αναφέρονται τα εξής: «Το οικόπεδο, εμβαδού 1342,97 τ.μ., βρίσκεται στο κέντρο του οικισμού της Ύδρας, σχεδιάζεται δε η ανέγερση σε αυτό εννέα (9) κατοικιών, συνολικού εμβαδού 511,72 τ.μ. και η κατασκευή πισίνας. Το εν λόγω οικόπεδο εφάπτεται στο κτήμα … όπου βρίσκεται και το ομώνυμο νεοκλασσικό αρχοντικό, κηρυγμένο ως κτήριο χρήζον ειδικής κρατικής προστασίας και περιλαμβάνεται, κατά το υπό επεξεργασία Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο Ύδρας, σε ζώνη αστικού πρασίνου. Οι περιοχές που προτείνονται ως ζώνη αστικού πρασίνου στο μη εισέτι εγκεκριμένο ΓΠΣ αποτελούνται είτε από υφισταμένους κοινοχρήστους χώρους είτε από οικόπεδα, στα οποία περιλαμβάνεται και η ιδιοκτησία της παρεμβαίνουσας: τα οικόπεδα αυτά, καίτοι είναι οικοδομήσιμα από πλευράς πολεοδομικής νομοθεσίας, πρέπει να παραμείνουν αδόμητα για να εξασφαλισθεί ένα ελάχιστο ποσοστό κοινοχρήστων εκτάσεων και για να διατηρηθεί, κατά το δυνατόν, η ιστορική μορφή του οικισμού, ο οποίος παρουσίαζε ασυνέχειες και κενά στην οικοδόμησή του». Ειδικότερα, η συγκεκριμένη περιοχή, όπου βρίσκεται η ιδιοκτησία της παρεμβαίνουσας και προτείνεται για θεσμοθέτηση αστικού πρασίνου, περιλαμβάνει και τη μικρής εκτάσεως πλατεία … και το μεγάλης εκτάσεως περιβόλι του αρχοντικού … Το προτεινόμενο συγκρότημα κατοικιών παρουσιάζει υπερβολικό κατακερματισμό των όγκων και παράθεση, όχι σύνθεση, των περιγραμμάτων, δεν προσαρμόζεται δε στα μορφολογικά πρότυπα της Ύδρας. Με τις επακολουθήσασες αποφάσεις …/11.4.1995, …/10.8.1995 και …/29.8.1995 του Υπουργείου Πολιτισμού εγκρίθηκε τελικώς η ανέγερση συγκροτήματος οκτώ (8) διώροφων κατοικιών με υπόγειο στο προαναφερθέν ακίνητο. Με σχετικά έγγραφα προς το Υπουργείο Πολιτισμού η ΚΣΤ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων και η 1η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων ζήτησαν να διευκρινισθεί, αν εξακολουθεί να ισχύει η εγκριτική απόφαση του 1995 εν όψει της παρόδου 12ετίας από την έκδοσή της και της δημοσιεύσεως της υπουργικής αποφάσεως ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/Φ 43/10105/487/1996 περί χαρακτηρισμού της Ύδρας ως αρχαιολογικού χώρου και του νέου αρχαιολογικού νόμου 3028/2002, παρόμοιο δε αίτημα υπέβαλε η παρεμβαίνουσα με την από 29.8.2007 αίτησή της. Εν όψει τούτων, κατόπιν του από 14.7.2008 πρακτικού αυτοψίας επιτροπής μελών του ΚΑΣ για την «επικαιροποίηση» της από 29.8.1995 αποφάσεως και της …/23.9.2008 γνωμοδοτήσεως του ΚΑΣ, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία τροποποιήθηκε η εγκριτική απόφαση του 1995. Με την απόφαση αυτή δεν εγκρίθηκε η ανέγερση των υπ΄ αριθ. 3, 4 και 7 οικιών, όπως αποτυπώνονται σε σχετικό διάγραμμα, λόγω της γειτνιάσεώς τους με την προ του 1830 οικία … η οικία 1 παρέμεινε ως έχει και οι οικίες 5, 6 και 8 μετακινήθηκαν εντός του οικοπέδου χάριν προσαρμογής προς το ανάγλυφο του εδάφους. Εφ΄ όσον όμως στο επίμαχο ακίνητο δεν προϋπήρχε κτίσμα, αλλ΄ αυτό αποτελούσε αδόμητο χώρο, η προσβαλλόμενη απόφαση, που εκδόθηκε υπό την αντίληψη ότι επιτρέπεται η ανέγερση νέων οικοδομών σε αδόμητα τμήματα του οικισμού της Ύδρας, δεν είναι νόμιμη, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω. Η ακύρωση δε της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν έχει ως συνέπεια την αναβίωση της εγκριτικής αποφάσεως του 1995, η οποία εν όψει της παρόδου μακρού χρόνου από την έκδοσή της, της εν τω μεταξύ ενισχύσεως του νομικού καθεστώτος προστασίας της Ύδρας και της εξ υπαρχής έρευνας της υποθέσεως, αντικαταστάθηκε πλήρως από την προσβαλλόμενη πράξη.

.

.


nomiki_epikairotita-001


.
Δημοσιεύτηκε στο dasarxeio.com | 07.04.2017

.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s