Διαταγή κατεδάφισης αυθαιρέτων σε δάση

Διαταγή κατεδάφισης αυθαιρέτων σε δάση
Πρωτόκολλο ειδικής αποζημίωσης και νόμιμη κλήτευση υποχρέου

Σόφη Ε. Παυλάκη, Δικηγόρος

Οι πράξεις που αφορούν κατεδάφιση αυθαιρέτων κτισμάτων και κατασκευών εντός δασικών εκτάσεων έχουν πραγματοπαγή χαρακτήρα. Στο άρθρο εξετάζονται περαιτέρω οι προϋποθέσεις νομιμότητας του πρωτοκόλλου ειδικής αποζημίωσης διατήρησης αυθαιρέτου σε δάσος, δασική ή αναδασωτέα έκταση κατά τον χρόνο ισχύος των διατάξεων του άρθρου 114 του ν. 1892/1990 καθώς και ζητήματα νόμιμης κλήτευσης του φερομένου ως κυρίου, νομέα ή κατόχου αυθαίρετης οικοδομής σε δάσος.

Σύμφωνα με τους ορισμούς των διατάξεων των άρθρων 114 του ν. 1892/1990[1] και 71 του ν. 998/1979, όσον αφορά τις προβλεπόμενες κυρώσεις σε βάρος των υπαιτίων ανέγερσης αυθαιρέτων κατασκευών εντός δασών ή δασικών ή αναδασωτέων εκτάσεων, οι πράξεις που αφορούν την κατεδάφιση αυθαιρέτων κτισμάτων και εγκαταστάσεων σε δασικές εκτάσεις είναι πραγματοπαγείς, αφορούν δηλαδή τα ίδια τα κτίσματα και τις εγκαταστάσεις και όχι τον ιδιοκτήτη, νομέα, κάτοχο ή εργολάβο.[2] Για τον λόγο αυτό, εφ΄ όσον συντρέχουν οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοσή τους, το κύρος τους δεν επηρεάζεται από τυχόν εσφαλμένη μνεία σε αυτές ως ιδιοκτήτη, νομέα, κατόχου ή εργολάβου προσώπου που δεν έχει κάποια από τις εν λόγω ιδιότητες ή γενικά κάποιον νομικό δεσμό με τις κατασκευές ή το ακίνητο.

Τα πρόσωπα όμως, τα οποία αναφέρονται ως συνδεόμενα με την παράνομη κατασκευή σε πράξη, με την οποία διατάσσεται η κατεδάφιση οικοδομών, κτισμάτων και πάσης φύσεως εγκαταστάσεων που έχουν ανεγερθεί παράνομα εντός δημοσίων ή ιδιωτικών δασών ή δασικών ή αναδασωτέων εκτάσεων, με έννομο συμφέρον προσβάλλουν με αίτηση ακυρώσεως τη διοικητική αυτή πράξη κατά το μέρος που μνημονεύονται σε αυτήν, εφ΄ όσον ισχυρίζονται ότι δεν έχουν σχέση με την κατασκευή. Στην περίπτωση αυτή, αν από τα στοιχεία του φακέλου δεν αποδεικνύεται ότι ο αιτών έχει μία από τις προαναφερόμενες ιδιότητες, οι οποίες κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, δικαιολογούν την τήρηση της διαδικασίας έκδοσης της πράξης κατεδάφισης σε βάρος του, το δικαστήριο προβαίνει σε ακύρωση της πράξης αυτής μόνο κατά το μέρος, στο οποίο μνημονεύεται ο αιτών ως αποδέκτης της και απορρίπτει ως προβαλλόμενους άνευ εννόμου συμφέροντος τυχόν άλλους λόγους ακυρώσεως, οι οποίοι αναφέρονται στην κατά τα λοιπά νομιμότητα της πράξης κατεδάφισης. Σε διαφορετική περίπτωση, αν απορριφθεί ο σχετικός λόγος, εξετάζονται οι λοιποί λόγοι ακυρώσεως.[3]

Περαιτέρω, κατά την έννοια της παρ. 5 του άρθρου 114 του ν. 1892/1990, η υποχρέωση καταβολής ειδικής αποζημίωσης για τη διατήρηση αυθαιρέτων κατασκευών σε δάση ή δασικές ή αναδασωτέες εκτάσεις συντρέχει εις ολόκληρον για καθέναν από τους υπόχρεους κύριο, νομέα, κάτοχο ή εργολάβο των κατασκευών αυτών, ως κάτοχος δε νοείται οποιοσδήποτε προβαίνει σε διακατοχικές πράξεις, οι οποίες κατατείνουν όχι μόνο στην ανέγερση των αυθαιρέτων κατασκευών, αλλά και σε οποιαδήποτε σχετική προπαρασκευαστική προς τούτο εργασία.[4] Συνεπώς, νομίμως εκδίδεται σε βάρος του το σχετικό πρωτόκολλο ειδικής αποζημίωσης.[5]

Ομοίως γίνεται δεκτό[6] ότι η κατ΄ άρθρο 114 παρ. 3 του ν. 1892/1990 κλήτευση του φερομένου ως κυρίου ή νομέα ή κατόχου κ.λπ. της αυθαίρετης οικοδομής εντός δάσους πρέπει, πριν την έκδοση της απόφασης κατεδάφισης, να απευθύνεται και να κοινοποιείται νόμιμα στον φερόμενο ως κύριο της αυθαίρετης κατασκευής, αν είναι γνωστός στη Διοίκηση ή εφ΄ όσον ο φερόμενος ως κύριος είναι άγνωστος στη Διοίκηση, η κλήση μπορεί νόμιμα να απευθύνεται και να κοινοποιείται σε ένα από τα λοιπά μνημονευόμενα στον νόμο πρόσωπα (νομέα, κάτοχο, εργολάβο) καθώς η περί κατεδαφίσεως απόφαση που θα επακολουθήσει είναι πραγματοπαγής και αποβλέπει στην απομάκρυνση της αυθαίρετης κατασκευής από το δάσος.

Σε κάθε περίπτωση, η κλήση που επιδίδεται σε άλλο, πλην του κυρίου, πρόσωπο είναι νόμιμη, αν έλαβε χώρα κατά τρόπο που εξασφαλίζει στον κύριο γνώση ή συνάγεται από τον τρόπο που έγινε τεκμήριο γνώσεως εκ μέρους του, η δε επιβολή ειδικής αποζημίωσης με πρωτόκολλο του δασάρχη δυνάμει της παρ. 5 του άρθρου 114 ν. 1892/1990, αποτελεί διακριτό στάδιο της όλης διαδικασίας, κατά το οποίο η προς αποζημίωση υποχρέωση βαρύνει πρωτίστως τον πραγματικό υπόχρεο, κατά του οποίου και πρέπει να εκδίδονται τα οικεία πρωτόκολλα σε κάθε περίπτωση, περιλαμβανομένης και της περίπτωσης, κατά την οποία ο υπόχρεος προς καταβολή αποζημίωσης είναι πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο που εσφαλμένα αναφέρεται στην περί κατεδαφίσεως της αυθαίρετης κατασκευής προηγηθείσα απόφαση.[7]

Περαιτέρω, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 114 του ν. 1892/1990, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο,[8] η υποχρέωση καταβολής από τον υπόχρεο ειδικής αποζημίωσης διατήρησης αυθαιρέτου κτίσματος εντός δασικής ή αναδασωτέας εκτάσεως και ο καθορισμός του ύψους της αποζημίωσης αυτής συνδέονται είτε με τη νομότυπη κοινοποίηση στον υπόχρεο της σχετικής πρόσκλησης προς κατεδάφιση του αυθαιρέτου κτίσματος είτε με τη γνώση από τον υπόχρεο του χαρακτηρισμού ως αυθαιρέτου και κατεδαφιστέου του κτίσματος κατ΄ εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων.[9]

Με την προσβαλλομένη απόφαση απερρίφθη ως αβάσιμος λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο προβλήθηκε ότι το επίμαχο πρωτόκολλο ήταν άκυρο, διότι πριν την έκδοσή του έπρεπε κατ΄ άρθρο 6 του ν. 2690/1999 να κληθεί η εκκαλούσα να εκφράσει τις απόψεις της. Ο λόγος αυτός ορθώς απερρίφθη από το Εφετείο, αφ΄ ενός διότι από τον νόμο δεν προβλέπεται κλήση του ενδιαφερομένου πριν από την επιβολή της ειδικής αποζημίωσης και αφ΄ ετέρου επειδή το πρωτόκολλο, ως διοικητική κύρωση για την ανέγερση αυθαίρετης κατασκευής εντός δάσους ή δασικής εκτάσεως, συνιστά παρακολουθηματική πράξη της ήδη εκδοθείσας διαταγής κατεδάφισης της αυθαίρετης κατασκευής, η οποία αποτελεί έρεισμά του.

Κρίθηκε περαιτέρω ότι στην προκειμένη περίπτωση καλύφθηκε ο κατ΄ άρθρο 6 του ν. 2690/1999 και 20 παρ. 2 του Συντάγματος προβλεπόμενος τύπος της κλήσης για παροχή εξηγήσεων, καθ΄ όσον η εκκαλούσα Μονή τελούσε εγκαίρως σε γνώση της εκ του νόμου επερχομένης έννομης συνέπειας και μπορούσε να εκθέσει τις απόψεις της σε σχέση με το μέτρο της επιβολής αποζημίωσης, χωρίς να απαιτείται εκ του νόμου νέα κλήτευσή της πριν την έκδοση του πρωτοκόλλου.

Με την υπό κρίση έφεση προβλήθηκε ακόμη ότι το πρωτόκολλο ειδικής αποζημίωσης συνιστά μεν παρακολουθηματική πράξη, πλην τούτο ισχύει μόνο κατά του προσώπου σε βάρος του οποίου έχει εκδοθεί και απευθυνθεί η πράξη κατεδάφισης των αυθαιρέτων και ότι εν προκειμένω ουδέποτε η εκκαλούσα κλητεύθηκε με παλαιά ή νέα κλήση προς οικειοθελή κατεδάφιση των επίμαχων κτισμάτων. Εν προκειμένω όμως, το δικαστήριο δέχθηκε ότι τηρήθηκε ο απαιτούμενος από το άρθρο 114 παρ. 3 τύπος της προηγούμενης κλήτευσης, διότι με βάση το πραγματικό της υπόθεσης (ανέγερση αυθαιρέτων από τη μοναχή σε διακατεχόμενη από τη Μονή έκταση, επίδοση της πρόσκλησης για απομάκρυνση στην ανωτέρω μοναχή, η οποία στην έκθεση αυτοψίας αναφέρεται ως ηγουμένη της Ιεράς Μονής κ.ά.), η εκκαλούσα ιερά μονή είχε λάβει γνώση των πράξεων που είχαν εκδοθεί καθ΄ όλη τη διαδικασία, μεταξύ των οποίων, και της απόφασης έτους 2000 του Γενικού Γραμματέα, με την οποία διατάχθηκε η κατεδάφιση των αυθαιρέτων κτισμάτων και ότι, ως εκ τούτου, δεν απαιτείτο πριν την έκδοση του πρωτοκόλλου επιβολής ειδικής αποζημίωσης νέα κλήτευση για το ζήτημα αυτό.[10]

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] Το άρθρο 114 του ν. 1892/1990 καταργήθηκε από το άρθρο 53 παρ. 1(ια) του ν. 4280/2014 (Α΄ 159/8.8.2014), πλην όμως εξακολουθεί να εφαρμόζεται σε υποθέσεις που εκκρεμούν δικαστικά και αφορούν προσβολή πράξεων που εκδόθηκαν κατ΄ εφαρμογή του. Στην εξεταζόμενη υπόθεση, το επίδικο πρωτόκολλο ειδικής αποζημίωσης εκδόθηκε κατ΄ εφαρμογή της παρ. 5 του άρθρου 114 του ν. 1892/1990 (Α΄ 101), όπως η παράγραφος αυτή είχε αντικατασταθεί από την παρ.  2 του άρθρου 45 του ν. 2145/1993 (Α΄ 88). Η διάταξη αυτή, ενόσω ίσχυε, εντασσόταν στο σύστημα κυρώσεων και μέτρων που εισάγονταν με το άρθρο 114 σε συνδυασμό με το άρθρο 71 του ν. 998/1979 (Α΄ 289), για αυθαίρετες κατασκευές σε δάση και δασικές εκτάσεις.

[2] Βλ. ΣτΕ 1864/2016 (Τμ. Ε΄), σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» τ. 2/2017. Η υπόθεση αφορούσε εκδίκαση εφέσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας για την εξαφάνιση αποφάσεως του διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί αίτηση ακυρώσεως Ιεράς Μονής κατά πρωτοκόλ­λου έτους 2008 του οικείου Δασάρχη. Με το πρωτόκολλο αυτό είχε επιβληθεί σε βάρος της Ι. Μονής ειδική αποζημίωση ύψους 81.416,90 ευρώ, λόγω διατήρησης αυθαιρέτων κτισμάτων σε δημόσια δασική και αναδασωτέα έκταση 52 στρ. στη θέση της Ιεράς Μονής.

[3] Πρβλ. ΣτΕ 4886/2013, 3421-2/2011, 3966/2008, 3791/2007 7μ.

[4] Πρβλ. ΣτΕ 4886/2013.

[5] Στην προκειμένη υπόθεση (βλ. ΣτΕ 1864/2016, ό.π.), με απόφαση του αρμόδιου Περιφερειακού Διευθυντή έτους 1995 κηρύχθηκαν αναδασωτέες εκτάσεις δασικού χαρακτήρα, συνολικού εμβαδού 68.844 στρ., σε διάφορες περιοχές δήμων και κοινοτήτων της Αττικής που είχαν καταστραφεί από πυρκαγιά. Στη συνέχεια, με σχετική δασική απαγορευτική διάταξη απαγορεύθηκαν στις ανωτέρω εκτάσεις η βοσκή, η εκχέρσωση, η υλοτομία δένδρων και θάμνων, η αφαίρεση φρυγάνων και άλλες πράξεις που εμποδίζουν τη φυσική αναγέννηση της δασικής βλάστησης. Με απόφαση έτους 2004 του αρμόδιου διοικητικού Πρωτοδικείου προέκυψε ότι σε βάρος της εκκαλούσας Ιεράς Μονής είχαν επιβληθεί το έτος 1998 με πράξεις του οικείου Δασάρχη πρόστιμα για παράνομη κατάληψη και εκχέρσωση αναδασωτέων εκτάσεων, οι δε σχετικές πράξεις ταμειακής βεβαίωσης ακυρώθηκαν με την ως άνω απόφαση, για τον λόγο ότι οι πράξεις επιβολής προστίμων δεν είχαν κοινοποιηθεί στην εκκαλούσα πριν την έκδοση των ταμειακών βεβαιώσεων. Περαιτέρω, με απόφαση έτους 2004 του διοικητικού Εφετείου ακυρώθηκε η μία από τις δύο ένδικες πράξεις επιβολής προστίμου, το οποίο είχε επιβληθεί σε βάρος της εκκαλούσας Ιεράς Μονής για την εκχέρσωση 15 στρ., διότι κρίθηκε κατ΄ επίκληση και των μεταβατικών διατάξεων του άρθρου 21 παρ. 4 του ν. 3208/2003, ότι εφ΄ όσον με σχετικό βούλευμα έτους 2001 του αρμοδίου Συμβουλίου Πλημμελειοδικών είχε αποφασισθεί να μην γίνει κατηγορία κατά της μοναχής της εκκαλούσας Ιεράς Μονής, η ανωτέρω πράξη του προστίμου απώλεσε μεταγενέστερα τη νομική βάση έκδοσής της. Όπως ακόμα βεβαιώνεται στην ένδικη έκθεση αυτοψίας δασολόγου την ανωτέρω ημερομηνία διενεργήθηκε, παρουσία και Β΄ ανακριτικού υπαλλήλου, αυτοψία σε δασική και αναδασωτέα έκταση 52 στρ., στη θέση της Ιεράς Μονής, η οποία στον προσωρινό κτηματικό χάρτη και πίνακα της περιοχής αναγραφόταν ως δημόσια διακατεχόμενη δασική έκταση και είχε κηρυχθεί αναδασωτέα με την προαναφερόμενη απόφαση έτους 1995 του Περιφερειακού Δ/ντή. Στην ανωτέρω έκθεση αναφερόταν ότι από την αυτοψία και σε συνδυασμό με τη φωτοερμηνεία αεροφωτογραφιών, που είχε διενεργήσει ο ανωτέρω δασολόγος διαπιστώθηκαν τα ακόλουθα: α) η αναφερόμενη στην υπόθεση μοναχή, η οποία στην έκθεση αυτοψίας φέρεται ως ηγουμένη της ένδικης Ιεράς Μονής, μετά την 19.5.1988 είχε εκχερσώσει έκταση περίπου 35 στρ., είχε φυτεύσει σε αυτήν ελαιόδενδρα, τα οποία κατά τον χρόνο αυτοψίας ήταν 7-8 ετών περίπου και είχε ανεγείρει  κτίσμα διαστάσεων 12 x 12 μ. και β) η ίδια, μετά την 28.7.1995 είχε ανεγείρει και δεύτερο κτίσμα διαστάσεων 7 x 4 μ. και ύψους 4 μ., είχε κατασκευάσει βάση από μπετόν 16 x 13 μ. και ύψους 0,4 μ. επί της οποίας είχε κατασκευάσει σταυρό 4-5 μ., είχε διαμορφώσει δρόμους μήκους 250-300 μ. και είχε μπαζώσει έκταση εμβαδού 15 περίπου στρεμμάτων. Οι εν λόγω επεμβάσεις στην αναδασωτέα έκταση ως προς τα κτίσματα αποτυπώνονται στο προσαρτημένο στην έκθεση αυτοψίας τοπογραφικό σχεδιάγραμμα. Με σχετικό έγγραφο έτους 1997 του Δασάρχη, το οποίο κοινοποιήθηκε και στο οικείο ΑΤ, στο αρμόδιο Πολεοδομικό Γραφείο, στο ΙΚΑ, στη ΔΕΗ και στην Κοινότητα, εκλήθη η ανωτέρω μοναχή να μεριμνήσει για την απομάκρυνση των παραπάνω αυθαιρέτων κατασκευών. Η εν λόγω πρόσκληση επεδόθη στις 7.4.1998 και παρελήφθη από τη μοναχή στην Ιερά Μονή. Μετά ταύτα και δεδομένου ότι οι αυθαίρετες κατασκευές δεν απομακρύνθηκαν, εκδόθηκε απόφαση Απριλίου 2000 του Γεν. Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής, απευθυνόμενη στην ως άνω μοναχή ως κάτοικο της Ιεράς Μονής, με την οποία διετάχθη η κατεδάφιση των τριών ως άνω αυθαιρέτων κτισμάτων. Κατά της ανωτέρω διαταγής κατεδάφισης η μοναχή  άσκησε αίτηση ακυρώσεως, η οποία με απόφαση έτους 2004 του Προέδρου του αρμοδίου διοικητικού Πρωτοδικείου απερρίφθη ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος, εν όψει και των προβληθέντων από την ως άνω μοναχή ισχυρισμών ότι η Ιερά Μονή εκπροσωπείτο από το Ηγουμενοσυμβούλιο και όχι από την ίδια. Ακολούθως, εκδόθηκε πρωτόκολλο ειδικής αποζημίω­σης έτους 2008 του οικείου Δασάρχη, στο προοίμιο του οποίου μνημονεύονται η προαναφερθείσα πρόσκληση απομάκρυνσης αυθαιρέτων κτισμάτων και η ως άνω απόφαση του Προέδρου του διοικητικού Πρωτοδικείου, με το οποίο είχε επιβληθεί σε βάρος της εκκαλούσας Ιεράς Μονής, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 114 του ν. 1892/1990, ειδική αποζημίωση 81.416,90 ευρώ, λόγω διατήρησης αυθαιρέτων κτισμάτων από 7.6.2007 έως 7.6.2008 σε δημόσια δασική και αναδασωτέα έκταση στη θέση της Ιεράς Μονής. Η ως άνω ειδική αποζημίωση υπολογίστηκε ως εξής: «εμβαδόν κατεδαφιστέου κτίσματος 380 τ.μ. x 0,587 ευρώ x 365 ημέρες …». Όπως αναφέρεται στο αποδεικτικό επίδοσης του οικείου δασοφύλακα το ως άνω πρωτόκολλο ειδικής αποζημίωσης επεδόθη στην εκκαλούσα ιερά μονή «εκπροσωπουμένη από την ως άνω μοναχή». Εν συνεχεία, η εκκαλούσα άσκησε κατά του ανωτέρω πρωτοκόλλου επιβολής ειδικής αποζημίωσης αίτηση ακυρώσεως το έτος 2008, η οποία απερρίφθη με απόφαση έτους 2010 του αρμόδιου διοικητικού Εφετείου.

[6] Βλ. ΣτΕ 1864/2016, ό.π.

[7] Εν προκειμένω, η εκκαλούσα προέβαλε στον πρώτο βαθμό ότι το επίμαχο πρωτόκολλο ειδικής αποζημίωσης είναι παράνομο καθ΄ όσον ουδέποτε επεδόθη νομίμως στην εκκαλούσα Ιερά Μονή η απόφαση έτους 2000 του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής, περί κατεδάφισης των αυθαιρέτων κτισμάτων. Ο λόγος αυτός ακυρώσεως απερρίφθη από το Δικαστήριο, με το σκεπτικό ότι από τα στοιχεία του φακέλου και συγκεκριμένα, από την επίδοση της απόφασης του Γενικού Γραμματέα περί κατεδαφίσεως των αυθαιρέτων κατασκευών στη μοναχή και την άσκηση κατά της απόφασης αυτής αίτησης ακυρώσεως από αυτήν, συνάγεται τεκμήριο γνώσεως της εν λόγω απόφασης από το Ηγουμενοσυμβούλιο της εκκαλούσας, δηλαδή από το όργανο που διοικεί τη Μονή κατ΄ άρθρο 39 παρ. 4 ν. 590/1977.

[8] Βλ. ΣτΕ 1864/2016, ό.π.

[9] Βλ. ΣτΕ 3479, 3478/2013, 766/2005 κ.ά.

[10] Η κρίση αυτή του δικαστηρίου είναι σύμφωνη με τη σχετική νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας και ανταποκρίνεται στην έννοια των διατάξεων του άρθρου 114 του ν. 1892/1990, όπως έχουν διαχρονικά ερμηνευθεί από το ΣτΕ (σχετ. βλ. ΣτΕ 3479, 3478/2013, ΣτΕ 3174, 626/2008, 4468, 766/2005, 3873/2004).

.

.


nomiki_epikairotita-001


.
Δημοσιεύτηκε στο dasarxeio.com | 30.07.2017

.


Κράτα τοΚράτα το

Κράτα τοΚράτα το

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s