Ανάκληση της παραχώρησης του Σκοπευτηρίου Καισαριανής προς την Πανελλήνια Σκοπευτική Εταιρία

Η ανάκληση της ένδικης παραχώρησης του Σκοπευτηρίου Καισαριανής προς την Πανελλήνια Σκοπευτική Εταιρία είναι επιτρεπτή, παρά τη μεταγραφή του σχετικού παραχωρητηρίου συμβολαίου και δεν αντίκειται στις προστατευτικές της ιδιοκτησίας συνταγματικές διατάξεις, διότι δεν αφαιρέθηκε νομίμως κτηθείσα κυριότητα, αλλ΄ ανακλήθηκε τίτλος που αφορούσε μετακλητό δικαίωμα κυριότητας, δυνάμενο ν΄ ανακληθεί για τον εφ΄ εξής χρόνο. Ο δε «επιτακτικός σκοπός δημοσίου συμφέροντος» για τον οποίο παραχωρήθηκε με τον ν. 4778/1930 η επίμαχη έκταση, συνιστάμενος στην εκπαίδευση στρατιωτικών μονάδων και των πολιτών στη σκοποβολή «για λόγους εθνικής άμυνας», θεωρείται ότι εξέλειπε. Εν όψει ωστόσο αντίθετης σχετικής αποφάσεως της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου για την υπόθεση, παραπέμπεται στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο η επίλυση των ζητημάτων που αφορούν την έννοια των εφαρμοστέων διατάξεων των άρθρων 1 έως 5 του ν. 4778/1930 και τη συνταγματικότητα του άρθρου 50 του ν. 1731/1987 σχετικά με την ένδικη παραχώρηση.

Με την πρόσφατη απόφαση 2362/2017 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας[1] έγινε δεκτό ότι οι διατάξεις του άρθρου 50 του ν. 1731/1987, με τις οποίες ανακλήθηκε η παραχώρηση προς το σωματείο με την επωνυμία «Πανελλήνιος Σκοπευτική Εταιρία» της κυριότητας γηπέδου 710 στρεμμάτων στην περιφέρεια του Δήμου Καισαριανής, σε όση έκταση αυτό είχε απομείνει κατά τον χρόνο δημοσίευσης του νόμου, δεν προσκρούουν στις διατάξεις του άρθρου 17 του Συντάγματος[2] περί προστασίας της ιδιοκτησίας. Και τούτο, διότι από τις εφαρμοστέες διατάξεις του ν. 4778/1930[3] προκύπτει ότι με τον νόμο αυτόν δεν μεταβιβάσθηκε στην Πανελλήνια Σκοπευτική Εταιρεία οριστικά, δηλαδή χωρίς τη δυνατότητα ανάκλησης της παραχώρησης, το δικαίωμα κυριότητας επί της προαναφερθείσας εκτάσεως των 710 περίπου στρεμμάτων. Αντιθέτως, όπως συνάγεται από τους όρους της παραχώρησης, προκειμένου να ικανοποιηθεί επιτακτικός σκοπός δημοσίου συμφέροντος, συνιστάμενος στην εκπαίδευση των στρατιωτικών μονάδων και των πολιτών στη σκοποβολή για λόγους εθνικής άμυνας, με τον ν. 4778/1930 μεταβιβάσθηκε στο καθ΄ ου η αίτηση σωματείο μετακλητό δικαίωμα κυριότητας, δυνάμενο να ανακληθεί για τον εφ΄ εξής χρόνο.

Τα ανωτέρω προκύπτουν κατά την Ολομέλεια του Δικαστηρίου από τον σκοπό του νόμου, όπως περιγράφεται και αναλύεται στην εισηγητική του έκθεση, αλλά και από τις διατάξεις του νόμου με τις οποίες: α) καθιερώνεται η υποχρέωση της Πανελλήνιας Σκοπευτικής Εταιρείας να χρησιμοποιήσει το εν λόγω γήπεδο μόνο ως σκοπευτήριο και να παραχωρήσει τη χρήση του γηπέδου και των εγκαταστάσεων στη Στρατιωτική και Ναυτική Υπηρεσία, όποτε τούτο ζητηθεί, β) επιβάλλεται στην Πανελλήνια Σκοπευτική Εταιρεία και στον Κυνηγετικό Σύνδεσμο η υποχρέωση να επιτρέπουν δωρεάν τη σκοποβολή από αναγνωρισμένα σωματεία και ιδιώτες ύστερα από έγκριση του Αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Στρατού, γ) καθορίζεται το γήπεδο ως πράγμα εκτός συναλλαγής και ακατάσχετο από τρίτους, προκειμένου να εκπληρωθεί ο αξιολογηθείς από τον νομοθέτη ως υπέρτερος σκοπός δημοσίου συμφέροντος, για τον οποίο παραχωρήθηκε η κυριότητα, ακόμη και έναντι άλλων σκοπών δημοσίου συμφέροντος, οι οποίοι θα μπορούσαν να ικανοποιηθούν με την αναγκαστική απαλλοτρίωση του ακινήτου, δ) απαγορεύεται η εκποίηση του γηπέδου από την Πανελλήνια Σκοπευτική Εταιρεία και επιτρέπεται η εκμετάλλευσή του μόνο για τον σκοπό της παραχώρησης, ε) επιβάλλεται στην Πανελλήνια Σκοπευτική Εταιρεία η υποχρέωση να εγκαταστήσει πλήρες σχολικό σκοπευτήριο, ενισχυόμενη προς τούτο από το Υπουργείο Παιδείας και σύμφωνα με τις υποδείξεις του, στ) προβλέπεται δικαίωμα του Δημοσίου να ανεγείρει στο γήπεδο οικήματα για την αποθήκευση υλικών των Ενόπλων Δυνάμεων, δηλαδή δικαίωμα, το οποίο ανάγεται στον πυρήνα του δικαιώματος κυριότητας εν γένει, ζ) προβλέπεται ότι η κυριότητα, αλλά και όλες οι εγκαταστάσεις που έχουν ανεγερθεί ή θα ανεγερθούν στο μέλλον για τις ανάγκες του σκοπευτηρίου, περιέρχονται στο Δημόσιο μετά τη διάλυση της εταιρείας.

Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 4 του ν. 4778/1930, κατά την οποία η κυριότητα του γηπέδου περιέρχεται στο Δημόσιο μετά τη διάλυση της Πανελλήνιας Σκοπευτικής Εταιρείας, δεν έχει κατά την απόφαση την έννοια ότι η παραχώρηση είναι οριστική και δεν δύναται να ανακληθεί, καθ΄ όσον η ερμηνευτική αυτή εκδοχή καταλήγει στο άτοπο συμπέρασμα ότι η κυριότητα του γηπέδου διατηρείται υπέρ της Πανελλήνιας Σκοπευτικής Εταιρείας και μάλιστα χωρίς τους αυστηρούς περιορισμούς του νόμου, ακόμη και αν μεταβληθεί ο σκοπός της ή παύσει ο σκοπός αυτός να αποτελεί σκοπό δημοσίου συμφέροντος ή αν η Πολιτεία επιτύχει την πλήρη εξυπηρέτηση του σκοπού με άλλα μέσα, δηλαδή καταλήγει σε συμπέρασμα καταφανώς αντίθετο στον σκοπό, αλλά και στο γράμμα του νόμου. Άλλωστε, όπως ρητώς αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση του ν. 4778/1930, η παραχώρηση του γηπέδου στην Πανελλήνια Σκοπευτική Εταιρεία επετράπη, διότι κρίθηκε από τον νομοθέτη ότι η εκούσια και διαρκής εκπαίδευση των Ελλήνων στη σκοποβολή για λόγους εθνικής άμυνας, υπό τις επικρατούσες τότε στη Χώρα συνθήκες, μπορούσε να εξυπηρετηθεί καλύτερα με την παραχώρηση του γηπέδου και την ανέγερση, συντήρηση και διαχείριση σκοπευτηρίου από την Πανελλήνια Σκοπευτική Εταιρεία με την αρωγή του κράτους. Επομένως, εξ αντιδιαστολής συνάγεται κατά το Δικαστήριο ότι αν οι επικρατούσες στη χώρα συνθήκες στον συγκεκριμένο τομέα μεταβάλλονταν ριζικά, αν δηλαδή, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, «η εξάσκησις των πολιτών εις την σκοποβολήν» έπαυσε να «αποτελεί σπουδαίον παράγοντα της προετοιμασίας του έθνους διά την άμυνάν του», δεν κωλύεται ο νομοθέτης να ανακαλέσει την εν λόγω παραχώρηση.

Τέλος, οι περιορισμοί που επεβλήθηκαν με τον ν. 4778/1930 στην ελεύθερη χρήση και διάθεση του επίμαχου ακινήτου και μάλιστα πριν από την ισχύ του Αστικού Κώδικα, ήσαν ουσιώδεις και προσιδιάζουν μόνο σε δημόσια πράγματα, τα οποία έχουν καθιερωθεί για την εκπλήρωση ειδικού δημοσίου σκοπού, δοθέντος και ότι, όπως κρίθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας, οι εν λόγω περιορισμοί μπορεί να αρθούν με τυπικό νόμο.[4] Συνεπώς, το παραχωρηθέν με τον ν. 4778/1930 δικαίωμα δεν ήταν δικαίωμα πλήρους και ανεμπόδιστης, κατά το ιδιωτικό δίκαιο, κυριότητας, αλλά ιδιόρρυθμο δικαίωμα κυριότητας, που παραχωρήθηκε από τον νόμο, όχι με πράξη ιδιωτικής βουλήσεως και εμπεριείχε αυτονοήτως επιφύλαξη ανάκλησης, αν οι λόγοι δημοσίου συμφέροντος, που υπαγόρευσαν την παραχώρηση, εκλείψουν λόγω πλήρους μεταβολής των συνθηκών και εκτιμήσεων που οδήγησαν στην παραχώρηση αυτή.

Χαρακτικό του Τάσσου για τους εκτελεσθέντες
αγωνιστές της Καισαριανής (1η Μάη 1944)

Εν όψει των ανωτέρω, εφ΄ όσον κατά την εκτίμηση του νομοθέτη εξέλιπε ο ειδικός δημόσιος σκοπός για τον οποίο είχε παραχωρηθεί η κυριότητα του γηπέδου στην Πανελλήνια Σκοπευτική Εταιρεία, κατά τα εκτιθέμενα στην εισηγητική έκθεση του ν. 1731/1987, οι διατάξεις του άρθρου 50 του τελευταίου αυτού νόμου, με τις οποίες ανακλήθηκε η παραχώρηση της κυριότητας του προαναφερθέντος ακινήτου στην Πανελλήνια Σκοπευτική Εταιρεία για τον εφ΄ εξής χρόνο, χωρίς μάλιστα να παρεμποδίζεται κατά τα λοιπά η εκπλήρωση του σκοπού του καθ΄ ου η αίτηση σωματείου, δεν αντιβαίνουν κατά το Δικαστήριο το άρθρο 17 του Συντάγματος. Η ανάκληση δε της παραχώρησης, υπό τα ανωτέρω δεδομένα, ήταν επιτρεπτή, παρά τη μεταγραφή του σχετικού παραχωρητηρίου συμβολαίου και δεν αντίκειται στις προστατευτικές της ιδιοκτησίας συνταγματικές διατάξεις, διότι δεν αφαιρέθηκε νομίμως κτηθείσα κυριότητα, αλλ΄ ανακλήθηκε κατ΄ ουσίαν ο τίτλος που αποτέλεσε τη νόμιμη προϋπόθεση της κυριότητας επί της παραχωρηθείσας εκτάσεως.[5] Περαιτέρω, η ανάκληση της παραχώρησης δεν εμποδίζεται κατά το Δικαστήριο ούτε από την πάροδο μακρού χρόνου από την παραχώρηση, ενώ το γεγονός ότι εξέλιπε ο ειδικός δημόσιος σκοπός, για τον οποίο είχε παραχωρηθεί η κυριότητα του επιδίκου γηπέδου, εξετάζεται αντικειμενικά και ανεξαρτήτως υπαιτιότητας του καθ΄ ου σωματείου.[6]

Η επίμαχη ανάκληση δεν προσκρούει κατά την απόφαση ούτε στην αρχή της χρηστής Διοικήσεως και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου, διότι η ύπαρξη του ειδικού σκοπού για τον οποίο είχε παραχωρηθεί η κυριότητα του γηπέδου αποτελεί νόμιμη προϋπόθεση διατήρησης ισχυρής της παραχώρησης.[7] Τέλος, η επίμαχη ανάκληση της παραχώρησης της κυριότητας του ενδίκου γηπέδου δεν προσκρούει, σύμφωνα με το Δικαστήριο, ούτε στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, δεδομένου ότι οι διατάξεις αυτές δεν αποκλείουν την ανάκληση παραχώρησης κυριότητας δημόσιας έκτασης, που είχε λάβει χώρα χωρίς αντάλλαγμα, για τον λόγο ότι εξέλιπε ο ειδικός δημόσιος σκοπός της παραχώρησης έστω και μετά την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος.[8]

Για την ίδια ωστόσο υπόθεση, η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την υπ΄ αριθ. 20/2001 απόφασή της,[9] είχε κάνει αντιθέτως δεκτό ότι κατά τη σαφή έννοια του ν. 4778/1930, με την κατάρτιση και μεταγραφή του ενδίκου συμβολαίου η Πανελλήνια Σκοπευτική Εταιρεία έγινε οριστική (όχι προσωρινή ή μετακλητή) κυρία του γηπέδου των 710 στρεμμάτων, με μόνους τους περιορισμούς του νόμου που καταχωρήθηκαν στο συμβόλαιο και αφορούσαν την εκμετάλλευση και χρήση του αποκλειστικώς για εγκατάσταση σκοπευτηρίου και την απαγόρευση της περαιτέρω διαθέσεώς του. Η μεταβίβαση  του γηπέδου έγινε κατά την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου χωρίς αντάλλαγμα, κατά πλήρη κυριότητα και χωρίς επιφύλαξη ανακλήσεως από το Δημόσιο, ως μόνη δε περίπτωση επανόδου της κυριότητάς του στο Δημόσιο προβλεπόταν η διάλυση της Πανελλήνιας Σκοπευτικής Εταιρείας, ως σωματείου. Δέχθηκε περαιτέρω ο Άρειος Πάγος ότι η εν λόγω έκταση δεν προορίσθηκε (καθιερώθηκε), ως πράγμα εκτός συναλλαγής, κατά την έννοια του άρθρου 966 ΑΚ, αλλά ο όρος «εκτός συναλλαγής» ετέθη με την περιορισμένη έννοια της απαγορεύσεως διαθέσεως του γηπέδου από την Πανελλήνια Σκοπευτική Εταιρεία καθώς και ότι εδώ δεν πρόκειται για σύσταση ιδιαιτέρου δικαιώματος επί κοινοχρήστου πράγματος (κατ΄ άρθρο 970 ΑΚ), διότι από τον ν. 4478/1930 προκύπτει ότι μεταβιβάσθηκε κατά πλήρη κυριότητα ιδιωτικό γήπεδο του Δημοσίου, το οποίο δεν ανήκε στην κοινή χρήση, ούτε καθιερώθηκε για κοινή χρήση. Επομένως η μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 50 του ν. 1731/1987, με την οποία ορίσθηκε ότι αίρεται η αφιέρωση στην Πανελλήνια Σκοπευτική Εταιρεία γηπέδου στην Καισαριανή και ο χαρακτηρισμός του ως εκτός συναλλαγής που έγινε με το ένδικο συμβόλαιο έτους 1930, καθώς και ότι η κυριότητά του επανέρχεται στο Δημόσιο, αντιβαίνει ευθέως κατά την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου στη διάταξη του άρθρου 17 του Συντάγματος και τα δικαστήρια έχουν υποχρέωση να μην την εφαρμόσουν ως επιφέρουσα αφαίρεση (στέρηση) της κυριότητας της Πανελλήνιας Σκοπευτικής Εταιρείας επί του παραπάνω ακινήτου, που είχε αποκτηθεί νομίμως και οριστικώς από την τελευταία, χωρίς τις διατυπώσεις και τη διαδικασία του άρθρου 17 του Συντάγματος.

Υπό τα δεδομένα όμως αυτά, εφ΄ όσον η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας καταλήγει στην κρίση ότι με τις διατάξεις αυτές δεν μεταβιβάσθηκε στην Πανελλήνια Σκοπευτική Εταιρεία οριστικά, ήτοι χωρίς τη δυνατότητα ανάκλησης της παραχώρησης, το δικαίωμα κυριότητας επί του επίμαχου ακινήτου, αλλά μετακλητό δικαίωμα κυριότητας, δηλαδή δυνάμενο να ανακληθεί για τον εφ΄ εξής χρόνο και ότι επομένως δεν υφίσταται αντίθεση του άρθρου 50 του ν. 1731/1987 προς το άρθρο 17 του Συντάγματος, εν όψει και της ως άνω αντίθετης κρίσεως της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, το Δικαστήριο ανέβαλε την έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της κρινομένης υποθέσεως και παρέπεμψε την υπόθεση στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο (ΑΕΔ),[10] προς άρση της αμφισβήτησης σχετικά με την έννοια των εφαρμοστέων εν προκειμένω άρθρων 1-5 του ν. 4778/1930 και της συνταγματικότητας του άρθρου 50 του ν. 1731/1987.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] Η απόφαση ΣτΕ Ολ 2362/2017 εκδόθηκε επί αιτήσεως του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών κατά του σωματείου με την επωνυμία «Πανελλήνιος Σκοπευτική Εταιρία», με την οποία είχε ζητηθεί η αναίρεση της 3594/2007 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας είχε γίνει δεκτή προσφυγή του ως άνω σωματείου και είχε ακυρωθεί η άρνηση της Διοικήσεως να άρει ρυμοτομικό βάρος επί ακινήτου εντός του ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Καισαριανής, τμήματος μεγαλυτέρου ακινήτου εμβαδού 710 στρ. περίπου.

[2] Κατ΄ άρθρο 17 του Συντάγματος: «1. Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος. 2. Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση …». Περαιτέρω κατ΄ άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του νδ/τος 53/1974 (Α΄ 256) και έχει υπέρτερη των κοινών νόμων ισχύ, κατ΄ άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος: «Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή διά λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέση εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων». Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, που περιλαμβάνει όχι μόνο τα εμπράγματα αλλά όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα, καθώς και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα. Και ναι μεν, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παραπάνω παραγράφου, δεν αποκλείεται η στέρηση της ιδιοκτησίας για λόγους δημόσιας ωφελείας, αλλά με τους όρους που προβλέπονται στο νόμο και εκείνους που απορρέουν από τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου, κατά δε το τρίτο εδάφιο επιτρέπεται η επιβολή περιορισμών στη χρήση των περιουσιακών αγαθών για λόγους δημόσιου συμφέροντος, οι δυνατότητες, όμως, που προβλέπονται στα δύο αυτά εδάφια πρέπει να ασκούνται ενόψει της γενικής αρχής του σεβασμού των περιουσιακού χαρακτήρα δικαιωμάτων και των οικονομικών συμφερόντων (ΣτΕ 799/2016, 3052/2015, 1058/2012, ΕΔΔΑ απόφαση της 13ης Ιουλίου 2006, Οικοδομικός Συνεταιρισμός Αναπήρων και Θυμάτων Πολέμου Αττικής κ.λπ. κ/ Ελλάδας).

[3] Στην εισηγητική έκθεση του ν. 4778/1930 αναφέρεται, μεταξύ άλλων: «Η εξάσκησις των πολιτών εις την σκοποβολήν εν γένει και ιδίως δια φορητών πολεμικών όπλων αποτελεί σπουδαίον παράγοντα της προετοιμασίας του έθνους δια την άμυνάν του. Διά τούτο άπαντα τα Κράτη καταβάλλουσι δεδικαιολογημένην μέριμναν και δαπανώσι μεγάλα ποσά προς οργάνωσιν και συντήρησιν πολλών σκοπευτηρίων. Παρ΄ ημίν καίτοι η λαϊκή αγάπη προς την σκοποβολήν απετέλεσε μίαν εκ των ισχυρότερων ελληνικών παραδόσεων από των χρόνων της δουλείας και επέκεινα, πρέπει να ομολογήση τις ότι δεν κατεβλήθη η ανάλογος κρατική μέριμνα προς συντήρησιν και προαγωγήν της παραδόσεως ταύτης. Πρωτοβουλία εν τούτοις επιλέκτων μελών της Κοινωνίας και εκλεκτών αξιωματικών της ξηράς και της θαλάσσης συνεστήθη από 60ετίας “Εταιρεία της επί σκοπόν βολής”. Η Εταιρεία αύτη, ήτις είνε η εξελιχθείσα εις την σημερινήν Πανελλήνιον Σκοπευτικήν Εταιρείαν, αξιεπαίνως έδρασεν επί μακρόν … προς εκπλήρωσιν του σκοπού της και διέθετεν ως είνε γνωστόν το Σκοπευτήριον Καλλιθέας. Το Σκοπευτήριον όμως τούτο από πολλού έχει παύσει να είνε χρήσιμον μη ανταποκρινόμενον εις τας νεωτέρας ανάγκας της βολής. Το Κράτος ίνα υποστηρίξη την Εταιρείαν παρεχώρησεν εις αυτήν διά συμβολαιογραφικής πράξεως την χρήσιν γηπέδου, αρκετής εκτάσεως, καταλλήλου προς τον σκοπόν τούτον δυτικώς του Αλεποβουνίου παρά την Καισαριανήν. Εις τον χώρον τούτον η Εταιρεία προέβη εις την ίδρυσιν εγκαταστάσεων δια την εκτέλεσιν της βολής … Είναι ανάγκη δε να παραχωρηθή ο χώρος ούτος ίνα προστατευθή από περαιτέρω απαλλοτριώσεις και δυνηθή η Πανελλήνιος Σκοπευτική Εταιρεία να προβή δια των ιδίων οικονομικών μέσων εις την εκτέλεσιν των απαραίτητων έργων δια την βολήν και ασφάλειαν του χώρου και συνεχίση το πατριωτικόν έργον της. Η παραχώρησις αύτη επιβάλλεται και εκ της ηθικής υποχρεώσεως ην έχει το Κράτος μετά την αφαίρεσιν από της Εταιρείας του Σκοπευτηρίου Καλλιθέας προς εγκατάστασιν προσφύγων … θ΄ αποκτήση ούτω το Κράτος άνευ ουδεμιάς δαπάνης έν πραγματικόν πεδίον βολής (State de tir), το οποίον θα χρησιμεύη διά την εκπαίδευσιν των ενταύθα Στρατιωτικών μονάδων, των διαφόρων σχολείων, συλλόγων, σωματείων …». Κατά την εισηγητική έκθεση επί του άρθρου 50 του ν. 1731/1987: «Στην Πανελλήνιο Σκοπευτική Εταιρεία που λειτουργεί σαν σωματείο Ιδιωτικού δικαίου, σε εκτέλεση των διατάξεων του ν. 4778/1930, με το …/1930 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου … μεταβιβάσθηκε κατά κυριότητα έκταση του Δημοσίου στην Καισαριανή, 700 περίπου στρεμμάτων, με τους όρους και τις προϋποθέσεις αυτού του νόμου, για την εγκατάσταση σκοπευτηρίου και χαρακτηρίσθηκε η έκταση αυτή εκτός συναλλαγής. Ήδη όμως διαπιστώνεται ότι το γήπεδο αυτό έχει καταστεί εντελώς ακατάλληλο για Σκοπευτήριο και τούτο γιατί η περιοχή έχει πυκνοδομηθεί και η εκεί λειτουργία του Σκοπευτηρίου δημιουργεί άμεσους κινδύνους για τη ζωή των κατοίκων. Πέραν αυτού, ο σκοπός για τον οποίο έγινε η παραχώρηση του γηπέδου επιτελείται από τη ΓΓΑ [Γενική Γραμματεία Αθλητισμού]. Κατόπιν τούτου, διαπιστώνεται ότι έχει εκλείψει εντελώς ο λόγος, για τον οποίο έγινε η αφιέρωση του γηπέδου στην Πανελλήνιο Σκοπευτική Εταιρεία. Έτσι, με την προτεινόμενη διάταξη αίρεται η αφιέρωση του γηπέδου στην Πανελλήνιο Σκοπευτική Εταιρεία και ανακαλείται η παραχώρησή του σε αυτήν, η δε κυριότητα του γηπέδου επανέρχεται στο Δημόσιο».

[4] Βλ. ΣτΕ Ολ 263/1977.

[5] Βλ. ΣτΕ 1980/2015, 4098/2005, 3947/2008.

[6] Βλ. ΣτΕ 1980/2015, 4098/2005, 2199/2004, 3104/2002.

[7] Βλ. ΣτΕ 1980/2015, 3104/2002.

[8] Βλ. ΣτΕ 256/2014, ΣτΕ 3937/2006.

[9] Η απόφαση ΑΠ Ολ 20/2001 εκδόθηκε μετά την 11/1999 παραπεμπτική απόφαση της τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου.

[10] Κατά τα άρθρα 100 παρ. 1ε΄ του Συντάγματος και 6 περίπτωση ε΄ και 48 παρ. 2 του Κώδικα περί του ΑΕΔ, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 345/1976 (Α΄ 141), ιδρύεται δικαιοδοσία του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου ως προς την άρση αμφισβήτησης για την ουσιαστική αντισυνταγματικότητα διατάξεως τυπικού νόμου και για την έννοια διατάξεων τυπικού νόμου, όταν τα ανώτατα δικαστήρια εξέδωσαν αντίθετες αποφάσεις και αντιμετώπισαν και επέλυσαν το ίδιο κρίσιμο νομικό ζήτημα, κρίνοντας διαφορετικά ως προς τη συνταγματικότητα της αυτής διατάξεως τυπικού νόμου ή ερμηνεύοντας διαφορετικά την αυτή διάταξη τυπικού νόμου, η δε αντίθεση πρέπει να προκύπτει από τις αναγκαίες για τη θεμελίωση του διατακτικού των αποφάσεων αυτών αιτιολογίες τους (σχετ. βλ. ΑΕΔ 2/2015, 15, 8/2013, 39/2011, 26, 25/2010, 1/2008, 13/2007, 3/2006, 14/2005, 27/1999 κ.ά.).

 .


nomiki_epikairotita-001


.
Δημοσιεύτηκε στο dasarxeio.com | 28.10.2017

.


 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s