«Τοπίο Άγριας Φύσης» η κοιλάδα του Μόρνου

Του Αλέξη Ηλιάδη

Φωκίδα δεν είναι μόνο οι Δελφοί και το Γαλαξίδι. Είναι και οι επιβλητικές βουνοκορφές της Οίτης, της Γκιώνας και των Βαρδουσιών, τα παρθένα δάση, τα κρυστάλλινα νερά. Εκεί η «άγρια φύση» έχει τον πρώτο ρόλο.

Πρόσφατα, η Ελληνική ΟΡΝΙΘΟΛΟΓΙΚΗ Εταιρεία και η Ελληνική Εταιρία Προστασίας της Φύσης, δύο από τις μεγαλύτερες περιβαλλοντικές οργανώσεις της χώρας μας, αναγνωρίζοντας την αξία των ψηλότερων και επιβλητικότερων ορέων της νότιας Ελλάδας, ζήτησαν με έκθεσή τους να κηρυχθεί η κοιλάδα του Μόρνου και των τριών αλπικών βουνών που την περιβάλλουν, Οίτη-Γκιώνα-Βαρδούσια, πρώτο «Τοπίο Άγριας Φύσης» της χώρας.

Οι δύο οργανώσεις τονίζουν ότι η κήρυξη προστατευόμενων περιοχών με τον ειδικό προσδιορισμό «Τοπίο Άγριας Φύσης» έχει προβλεφθεί σε νόμο του 1986 και του 2011 (για τη Διατήρηση της Βιοποικιλότητας), αλλά μέχρι τώρα κανένα αντίστοιχο τοπίο δεν προτάθηκε ως τέτοιο στη χώρα. «Στόχος της πρότασης μας», λέει στο «Πρακτορείο» ο Παναγιώτης Λατσούδης, δασολόγος, πρόεδρος της Ελληνικής Ορνιθολογικής Εταιρείας, «είναι τόσο η διατήρηση ενός μοναδικού τοπίου με χαρακτηριστικά τοπόσημα και μεγάλη οικολογική αξία, όσο και η ανάδειξη αυτής της σπουδαίας περιοχής, η οποία -παραδόξως- δεν έχει συμπεριληφθεί στους καταλόγους των περιοχών ιδιαίτερου φυσικού κάλλους».

Τι θεωρείται όμως φυσικό κάλλος στην εποχή μας και γιατί στην περίπτωση του Μόρνου μιλάμε για «άγρια φύση»; «Το φυσικό κάλλος στις μέρες μας αναγνωρίζεται ως μια «ρευστή» έννοια που αλλάζει με την πολιτιστική εξέλιξη. Ως εκ τούτου, φυσικό κάλλος μπορεί σήμερα να προσδίδεται ακόμη και σε μια περιοχή με ήπιες ή και έντονες ανθρώπινες δραστηριότητες αν και σε γενικές γραμμές συνδέεται με άσπιλες περιοχές, σχετικά ελεύθερες από τα αποτελέσματα της αστικοποίησης και βιομηχανοποίησης. Στην περίπτωση του Μόρνου όμως», σημειώνει ο κ. Λατσούδης, «δεν έχουμε απλά μια ήπια διαχειριζόμενη περιοχή αλλά έναν τόπο όπου η «άγρια φύση» έχει την πρωτοκαθεδρία. Ο προσδιορισμός «τοπίο άγριας φύσης» εμπεριέχει την έννοια του ιδιαίτερου φυσικού κάλλους αλλά προσδίδει μια ακριβή έννοια».

Η περιοχή όμως του Μόρνου έχει πολλά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. «Η απομονωμένη περιοχή γύρω από τις πηγές του Μόρνου συνθέτει ένα από τα πλέον δραματικά, ποικίλα, αδιάσπαστα και σημαντικά τοπία ορεινής φύσης στην Ελλάδα» υπογραμμίζει ο κ. Λατσούδης και εξηγεί: «Γύρω από την λεκάνη του ποταμού εντοπίζονται οι ψηλότερες κορυφές βουνών της νότιας Ελλάδας, πυκνά δάση, μερικά από τα μεγαλύτερα υπαλπικά λιβάδια της χώρας αλλά και η μεγαλύτερη ορθοπλαγιά των Βαλκανίων. Η περιοχή αποτελεί καταφύγιο σπάνιων και απειλούμενων ζώων. Σε επίπεδο κάλλους, εκτός από το επιβλητικό ορεινό και δασικό τοπίο, η περιοχή χαρακτηρίζεται ακόμη από ανοιχτό ορίζοντα, αλλεπάλληλα επίπεδα θέασης, αδιάλειπτη εικόνα φυσικού περιβάλλοντος σε όλα τα σημεία του ορίζοντα και μια μοναδική ενιαία επό-πτευση πέντε διαφορετικών ζωνών βλάστησης που διαφοροποιούνται από την παραμεσογειακή έως την αλπική». Η κοιλάδα του Μόρνου είναι μια περιοχή σπάνιας ομορφιάς που πρέπει να προστατευθεί. Ας ελπίσουμε ότι θα είναι σύντομα επίσημα το πρώτο «Τοπίο Άγριας Φύσης» της Ελλάδας.

.


.

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ
[τεύχος 83, 19 Ιανουαρίου 2018] – Εβδομαδιαία έκδοση του Αθηναϊκού & Μακεδονικού Πρακτορείου Ειδήσεων


 

Advertisements