Advertisements

«Νέες” τεχνικές προδιαγραφές Δασοπονικών μελετών

«Νέες” τεχνικές προδιαγραφές Δασοπονικών μελετών

(Η παρακμή στην Ελληνική δασοπονία φέρει πλέον και τη σφραγίδα Υπουργικών Αποφάσεων)

Γράφει ο Δρ. Σ. Γκατζογιάννης

Σημεία παρακμής και αποσύνθεσης του δασικού τομέα της οικονομίας εμφανίζονται ήδη από το 1986, όταν εκδόθηκε το περίφημο ΠΔ 126/86 (κατ ́ εφαρμογήν του Ν.1541/85) το οποίο προσδιόριζε τη διαδικασία παραχώρησης της εκμετάλλευσης των δημοσίων δασών στους δασικούς συνεταιρισμούς. Η εφαρμογή του διατάγματος αυτού ενίσχυσε στην αρχή αρκετές ομάδες ορεινών κατοίκων, αλλά συνδέθηκε και με πρωτοφανείς εξελίξεις υποβάθμισης παραγωγικών διαδικασιών της δασοπονίας τις οποίες βιώνουμε ακόμα και σήμερα. Έκτοτε, η έλλειψη κρίσιμων οικονομικών πόρων και δασικών επενδύσεων, σε συνδυασμό με μια λαϊκίστικη πολιτική που εφαρμόστηκε σε βάρος τους δάσους, οδήγησαν σε αλλοίωση θεσμών διοίκησης και διαχείρισης των δασών σε βαθμό τέτοιο ώστε και αυτή ακόμα η έννοια της αειφορικής διαχείρισης των δασών, που ευαγγελίζονται όλοι οι δασολόγοι (και όχι μόνο), να κινδυνεύει να αλλοτριωθεί[1].

Σήμερα βιώνουμε μια ιδιαίτερα αρνητική εξέλιξη για τη δασοπονία, όπου δεν έχουμε μόνο αλλοίωση θεσμών και υποβάθμιση παραγωγικών και άλλων διαδικασιών, αλλά υποβάθμιση και οπισθοδρόμηση και σε επιστημονικό επίπεδο, γεγονός διπλά επικίνδυνο για την ελληνική δασοπονία.

Διαδοχικές Υπουργικές αποφάσεις, όπως αυτή για την εκτίμηση της αξίας των δασών (115963/6070/2014) και για τη σύνταξη των μελετών διαχείρισης Πάρκων και Αλσών (133384/6587/2015) και σήμερα για τις προδιαγραφές εκπόνησης δασοπονικών μελετών (166780/1619/25-4-2018), υπό το πρόσχημα του εκσυγχρονισμού, όχι μόνο δεν ενσωματώνουν πορίσματα της επιστήμης, αλλά αλλοιώνουν και αυτήν ακόμα τη θεμελιώδη και κλασική γνώση που κατευθύνει μέχρι σήμερα τη δασοπονία σε εθνικό και διεθνές επίπεδο. Και το χειρότερο όλων είναι ότι πρόκειται για αποφάσεις υψηλοτάτου επιπέδου, εκθέτοντας όχι μόνο υπηρεσιακούς παράγοντες αλλά και την πολιτική ηγεσία του τόπου.

Όσον αφορά τώρα το σημερινό ζήτημα των προδιαγραφών εκπόνησης δασοπονικών μελετών, όλοι οι δασοπονούντες γνωρίζουν ότι, τα διαχειριστικά σχέδια αποτελούν προϋπόθεση αλλά και ακρογωνιαίο λίθο πάνω στον οποίο κτίζεται ολόκληρο το οικοδόμημα της διαχείρισης των δασών. Κατά συνέπεια, η ποιότητα των δασοπονικών μελετών διαμορφώνει σε μεγάλο βαθμό και το επίπεδο της διαχείρισης και της παραγωγικής αξιοποίησης των δασών.

Καταργήθηκε η εκπόνηση δασοπονικών μελετών, όπως αυτή γινόταν από τη δεκαετία του 1930 μέχρι πρόσφατα. Αντί αυτής γίνονται αναθέσεις σε μελετητές για απογραφή δοκιμαστικών επιφανειών (ΔΕ), τις οποίες εν συνεχεία πρέπει να αξιοποιήσουν υπάλληλοι των Δασαρχείων για να συντάξουν υποτυπώδη διαχειριστικά σχέδια. Δηλαδή, ούτε οι μελετητές μεταφέρουν προς το Δασαρχείο τη συνολικότερη εικόνα της κατάστασης των δημοσίων δασών, αφού αυτή δεν μεταφέρεται μόνο από κάποιες συχνά απροσδιορίστου στόχου ΔΕ, αλλά και οι δασολόγοι των Δασαρχείων συντάσσουν διαχειριστικά σχέδια «εκ των ενόντων” και χωρίς να έχουν εικόνα για την πραγματική κατάσταση των δασών. Εκτός του ότι οι ενέργειες αυτές μπορούν να θεωρηθούν και παράνομες, σε κάθε περίπτωση δείχνουν ότι τα διαχειριστικά σχέδια απαξιώθηκαν και μαζί τους και η διαδικασία που εξασφάλιζε στοιχειωδώς ένα κάποιο πλαίσιο αειφορικής διαχείρισης των δασών.

Η απαξίωση του θεσμού των δασοπονικών μελετών «επιτρέπει” στην κεντρική δασική υπηρεσία να αντιμετωπίζει με απαξία και το ζήτημα της ανανέωσης του πλαισίου προδιαγραφών που διέπει την εκπόνηση των δασοπονικών μελετών και να προτείνει στον Υπουργό την έκδοση σχετικών αποφάσεων που όχι μόνο δεν εκσυγχρονίζουν το ισχύον πλαίσιο αλλά το παγιδεύουν μέσα στη μιζέρια και τον αναχρονισμό.

Δυο είναι τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την Υπουργική απόφαση 166780/1619/25-4-2018 που εκδόθηκε πρόσφατα με στόχο την Τροποποίηση της εγκυκλίου 158072/1120/1965 περί «Προσωρινών Πρότυπων Τεχνικών Προδιαγραφών Εργασιών Σύνταξης Δασοπονικών και λοιπών Μελετών Δασών και Δασικών Εκτάσεων» και τα οποία συνηγορούν στην παραπάνω διαπίστωση: 1ον Οι αλλαγές που προτείνονται ή που δεν προτείνονται και 2ον Η επισύναψη της «Βιβλιοθήκης” στο Παράρτημα.

Οι αλλαγές που προτείνονται επικεντρώνονται στα ακόλουθα σημεία: στον τρόπο εκπόνησης του δασοπονικού χάρτη, στην περιγραφή της βλάστησης, στους κινδύνους του δάσους, στην ειδική περιγραφή των μερικώς δασοσκεπών εκτάσεων, στον σκοπό της δασοπονίας, στις σποροπαραγωγικές συστάδες και στις λοιπές δευτερεύουσες καρπώσεις.

Οι αλλαγές αυτές αποτελούν στην πλειοψηφία τους πρόσθετες οδηγίες του σώματος των προδιαγραφών το οποίο όμως δεν αλλάζει και παραμένει έτσι όπως ορίζεται στις προδιαγραφές του 1953 και του 1965. Οι ίδιες δε αυτές αλλαγές, ενώ είναι προς τη σωστή κατεύθυνση, οι περισσότερες εξ’ αυτών, εντούτοις δεν προετοιμάζονται κατάλληλα όπως θα άρμοζε σε ένα καθαρά τεχνικό κείμενο, χωρίς να αποκλείονται και χονδροειδή λάθη, όπως αυτά του πίνακα του παρατήματος ΙΙ και οι οδηγίες δασοκομικού χειρισμού που γίνονται για τις σποροπαραγωγικές συστάδες.

Ο πίνακας του Παρ/τος ΙΙ χαρακτηρίζει πχ. τα είδη της βλάστησης (δρυς, ελάτη, κλπ) ως θεματικά επίπεδα, ενώ ταυτόχρονα, θέλουν οι εισηγητές της Υπουργικής απόφασης, να αναπτύσσουν οι μελετητές δασολόγοι πάνω από 90 επίπεδα θεματικών πληροφοριών και όλα αυτά πάνω σε ένα και μόνο δασοπονικό χάρτη και μάλιστα σε κλίμακα 1:20.000.

Οι οδηγίες δασοκομικού χειρισμού των συστάδων σποροπαραγωγής είναι επίσης απαράδεκτες για ένα εγχειρίδιο προδιαγραφών εκπόνησης δασοπονικών μελετών για δυο λόγους: α) γιατί αυτές δεν μπορεί να είναι γενικά ισχύουσες χωρίς να λαμβάνουν υπόψη το δασοπονικό είδος και το σταθμό, όπου οι συστάδες αυξάνονται (τα δασοκομικά μέτρα που προτείνονται, όπως πχ. κλαδεύσεις και διαμόρφωση κόμης, δασοκομικά δεν επιτρέπονται να εφαρμοστούν σε όλα τα δασοπονικά είδη) και β) η εγκατάσταση και καλλιέργεια των σποροπαραγωγικών συστάδων δεν είναι αντικείμενο των συντακτών ενός διαχειριστικού σχεδίου αλλά ειδικών ερευνητικών κέντρων που αποφασίζουν για το θέμα αυτό, συντάσσοντας ειδικές μελέτες καλλιέργειας και διαχείρισης που για τους συντάκτες ενός διαχειριστικού σχεδίου είναι πάντοτε δεδομένες.

Δεν θα σταθώ άλλο στις προσθήκες που έγιναν στις εν λόγω προδιαγραφές αλλά θα επισημάνω τις σημαντικότερες αλλαγές που έπρεπε να γίνουν και δεν έγιναν, δεσμεύοντας έτσι και καθηλώνοντας τη δασοπονία στη δεκαετία του 1960, τόσο από άποψη τεχνογνωσίας όσο και από άποψη αποτελεσματικότητας.

Οι σημαντικότερες αλλαγές στις οποίες έπρεπε σήμερα να εστιάσει κάθε προσπάθεια εκσυγχρονισμού των προδιαγραφών συνοψίζονται στα ακόλουθα:

1) Το σύστημα διαχείρισης των δασών. Η μετάβαση, από τη απλή και μονοδιάστατα στην ξυλοπαραγωγή προσανατολισμένη δασοπονία, στην πολλαπλή χρήση των δασών, που εδώ και αρκετές δεκαετίες είναι μια πραγματικότητα όχι μόνο δεν προετοιμάζεται στο νέο πλαίσιο αλλά ούτε καν μνημονεύεται. Οι απλές αναφορές στον πολυλειτουρικό χαρακτήρα των δασών είναι γράμμα κενό αν δεν γίνει η κατάλληλη προετοιμασία εφαρμογής στην πράξη της πολλαπλής χρήσης.

2) Η τεχνική της διαχείρισης. Η οργάνωση της αειφορίας των δασών, που αποτελεί τη βάση κάθε συστήματος διαχείρισης των δασών, αποτελεί για τους εισηγητές του νέου πλαισίου λέξη άγνωστη. Όλες οι εξελίξεις που έλαβαν χώρα σε ευρωπαϊκό επίπεδο και μετουσιώθηκαν σε συγκεκριμένη δασική πολιτική για την αειφορική διαχείριση των ευρωπαϊκών δασών αγνοήθηκαν παντελώς. Οι διϋπουργικές αποφάσεις της ΕΕ, όπως του ΕΛΣΙΝΚΙ 1993, της ΛΙΣΑΒΩΝΑΣ 1998, της ΒΙΕΝΗΣ 2003 κ.ά. ούτε καν μνημονεύονται. Το αναμενόμενο αποτέλεσμα, εξαιτίας αυτής της αβελτηρίας, είναι, πέραν του αναχρονισμού, ο αποκλεισμός των ελληνικών δασών από το σύστημα αειφορικής διαχείρισης των ευρωπαϊκών δασών, γιατί οι προδιαγραφές δεν προέβλεψαν τον σχεδιασμό και την υλοποίηση ενός συγκεκριμένου συστήματος δεικτών ελέγχου της αειφορίας που προβλέπεται στις ως άνω αποφάσεις. Η παραπομπή (στο παράρτημα) σε προγράμματα life που επεξεργάστηκαν αντίστοιχα θέματα είναι απλή παραπληροφόρηση και εκφράζει αδυναμία των εισηγητών να επεξεργαστούν και να προτείνουν ένα αποδεκτό σύστημα δεικτών ελέγχου της αειφορίας των δασών.

3) Η απογραφή των δασών και το σύστημα πληροφοριών. Ο εκσυγχρονισμός της διαχείρισης των δασών βασίζεται κατ’ ανάγκη στις πληροφορίες που εισρέουν μέσω της απογραφής των δασών. Οι εισηγητές της εν λόγω ΥΑ δεν ασχολήθηκαν με το θέμα αυτό και ελπίζουν, ίσως, ότι το σύστημα απογραφής (μέθοδοι και έντυπα) που εφαρμοζόταν στις δεκαετίες του 1950 και 1960 μπορεί και σήμερα να ανταποκριθεί στις σύγχρονες ανάγκες των δασών; Η πρόοδος που συντελέστηκε μέχρι σήμερα σε επιστημονικό επίπεδο και έδωσε νέα συστήματα απογραφής, νέες τεχνικές δειγματοληψίας και στατιστικής ανάλυσης και γενικά νέα μέσα απογραφής και ανάλυσης πληροφοριών δεν έχουν καμιά θέση στο νέο πλαίσιο προδιαγραφών;

4) Ο σχεδιασμός μέτρων της διαχείρισης των δασών. Το κλειδί στη διαχείριση των δασών σήμερα αλλά και στο μέλλον είναι τα πληροφοριακά συστήματα και ειδικότερα οι Βάσεις Δεδομένων, γιατί, εξαιτίας του μεγάλου όγκου πληροφοριών που χρειάζεται για τη διαχείριση ενός δάσους, μόνο με τα μέσα αυτά μπορεί να σχεδιαστεί σωστά και αποτελεσματικά, αλλά και να ελεγχθεί η πορεία εφαρμογής των διαχειριστικών σχεδίων. Και στο σημείο αυτό η ολιγωρία των εισηγητών είναι εμφανής.

5) Η προετοιμασία εφαρμογής του σχεδίου. Η προετοιμασία εφαρμογής ενός σχεδίου γίνεται κατά κανόνα μέσω της κατάρτισης των Φύλλων Ειδικής Περιγραφής, του Δασοκομικού σχεδίου (επί χάρτου 1:5.000), των Πινάκων Ειδικής Περιγραφής και του Πίνακα υλοτομίας. Οι εισηγητές πιστεύουν άραγε ότι με τα (προπολεμικά) έντυπα που προβλέπονται στις εγκυκλίους του 1953 και του 1965, τα οποία ούτε καν άγγιξαν, μπορεί να γίνει διαχείριση των δασών σήμερα;

Δεν θα ασχοληθώ άλλο με το πλαίσιο αναχρονισμού που εμπεδώνεται στο νέο πλαίσιο προδιαγραφών αλλά θα σταθώ ιδιαίτερα σε δυο παραπομπές που γίνονται στην εν λόγω υπουργική απόφαση και οι οποίες πιστοποιούν την αδυναμία της κεντρικής δασικής διοίκησης να χειριστεί ένα τέτοιο ζήτημα που αφορά το μέλλον της ελληνικής δασοπονίας. Αναφέρομαι α) στην πρόταση εφαρμογής της Υπουργικής απόφασης 115963/6070/2014 (ΦΕΚ Β’ 2980) για την εκτίμηση της αξίας των δασών και β) στην επισύναψη του Παραρτήματος ΙΙΙ της «Βιβλιοθήκης”. Και στις δυο περιπτώσεις γίνεται παραπομπή σε προγράμματα, ονομαζόμενα μάλιστα και ως επιστημονικά ενώ πολλά εξ’ αυτών (πχ. life) δεν έχουν την επιστημονική εγκυρότητα που χρειάζεται, αφού τα αποτελέσματά τους δεν έχουν ανακοινωθεί σε έγκριτα επιστημονικά περιοδικά ώστε να τυγχάνουν στοιχειωδώς επιστημονικής αναγνώρισης.

Ειδικότερα, η ΥΑ στην οποία γίνεται παραπομπή για την εκτίμηση της αξίας των δασών, αποτελεί και αυτή «επιστημονικό πρόγραμμα” αποτελέσματα του οποίου ουδέποτε δημοσιεύτηκαν σε επίσημα και έγκριτα επιστημονικά περιοδικά, είτε του εσωτερικού είτε και του εξωτερικού[2], και δεν μπορούν να δημοσιευτούν γιατί περιλαμβάνουν μεθόδους που δεν τεκμηριώνονται επιστημονικά και οδηγούν σε λανθασμένα αποτελέσματα. Τα λάθη αυτά γνωστοποιήθηκαν στην κεντρική δασική υπηρεσία με ειδική επιστολή του γράφοντα στην οποία ζητείτο ταυτόχρονα και η ανάκληση της σχετικής υπουργικής απόφασης. Παρόλα αυτά η κεντρική διοίκηση όχι μόνο δεν ζήτησε ανάκληση της απόφασης αυτής αλλά σήμερα την κατοχυρώνει και με μια δεύτερη υπουργική απόφαση.

Η εν λόγω επιστολή, για την οποία ουδέποτε πήρα σχετική απάντηση[3], επισυνάπτεται της παρούσης μαζί με την έκθεση αξιολόγησης των προτάσεων του Οδηγού Εφαρμογής Υποδείγματος Εκτίμησης της Αξίας της Δασικής Γης στην Ελλάδα» που δημοσιοποιήθηκε με την Υπουργική απόφαση 115963/6070/4 Νοεμ. 2014 (ΦΕΚ Β’ 2980).

Όσον αφορά στην προτεινόμενη «ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ”, οι εισηγητές «των προτάσεων εκσυγχρονισμού” του πλαισίου των προδιαγραφών αν δεν επινόησαν, με τις προτάσεις στο παράρτημα ΙΙΙ, νέους τρόπους κατοχύρωσης προσωπικών και ανεδαφικών απόψεων, που βρίθουν στα αναφερόμενα επιστημονικά προγράμματα, αλλά και «επιδότησης βιογραφικών ημετέρων”, σε κάθε περίπτωση αγνόησαν επιδεικτικά το σύνολο των επιστημονικών ανακοινώσεων (δεκάδων Ελλήνων επιστημόνων) που έγιναν τα τελευταία εξήντα χρόνια και οι οποίες δίνουν λύσεις σε χρονίζοντα προβλήματα διαχείρισης των δασών και της πολυλειτουργικής δασοπονίας. Η δε επιλεκτική αναφορά σε βιβλία του παρελθόντος, τα οποία ελάχιστη σχέση έχουν με το επίμαχο θέμα, όπως πχ. «Τα φυσικά δάση και οι δασικές εκτάσεις» Α. Παπασταύρου και Μ. Καρτέρη (1989) ή «Γενετική Βελτίωση των Δασοπονικών Ειδών στην Ελλάδα» Κ. Πανέτσος (1989) ή ακόμα χειρότερα σε ξένη βιβλιογραφία του ΑΠΩΤΕΡΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ (“Die Vegetation Sudeuropas im klimatischen und bodenkundlichen Zusammenhang“, I. Horvat (1962)[4], με ποιο σκεπτικό άραγε καταχωρήθηκαν στην εν λόγω ΥΠ και με ποιο σκοπό; τι να σημαίνουν άραγε, ότι ο συντάκτης μιας διαχειριστικής μελέτης πρέπει να έχει ως οδηγό τα βιβλία αυτά (και μάλιστα στα γερμανικά) και όχι κάποια άλλα που έχουν να κάνουν με τη διαχείριση των δασών και την εκπόνηση δασοπονικών μελετών; Και αν ένας μελετητής δεν λάβει υπόψη του τις απόψεις του HORVAT, τότε ο επιβλέπων δασολόγος του Δασαρχείου θα απορρίψει την μελέτη του; Και άραγε ο ίδιος ο επιβλέπων θα είναι σε θέση να ελέγξει αν οι απόψεις το HORVAT ή αν οι διάφορες προσωπικές απόψεις που διατυπώνονται σε προγράμματα Life τηρήθηκαν απαρέγκλιτα από τον μελετητή;

Αν έτσι νομίζουν οι αγαπητοί συνάδελφοι της κεντρικής διοίκησης ότι θα βγει η δασοπονία και κατ’ επέκταση και η Ελλάδα από την κρίση τότε πλανώνται πλάνην οικτράν, ενώ οι πολιτικοί προϊστάμενοί τους που υπογράφουν εν μια νυκτί τέτοιες αποφάσεις, όταν μάλιστα λειτουργούσαν ταυτόχρονα δυο πολυπρόσωπες επιτροπές για το ίδιο θέμα, τότε θα πρέπει να ανακάμψουν πρύμνα από φιλόδοξες εξαγγελίες και μακρόπνοα σχέδια ανάπτυξης της Ελληνικής δασοπονίας.

Με φιλικούς χαιρετισμούς και τη βεβαιότητα ότι υπάρχουν ακόμα δυνάμεις που μπορούν να αντιστρέψουν το αρνητικό κλίμα που κυριαρχεί στην Ελληνική δασοπονία.

Ευχαριστώ για τη φιλοξενία.

Δρ. Σ. Γκατζογιάννης, ειδικός σε θέματα διαχείρισης δασών
τ. Τακτικός ερευνητής του ΙΔΕ/ΕΘΙΑΓΕ
Θεσσαλονίκη, 24 – 5 – 2018


Συνημμένα:

* Επιστολή προς τον Γενικό Διευθυντή Δασών για αναστολή της ΥΠ για την αξία των δασών (με τη σχετική αξιολόγηση, 2015). Εργασία 1 στο φάκελο του Dropbox: https://www.dropbox.com/sh/enyfgu4hph0yk17/AABxWPttm-i0MR0eSWiSpc4La?dl=0

* Α47. Η ανάκαμψη των Δασικών Υπηρεσιών, ως προϋπόθεση για τη σωτηρία της δασοπονίας στην Ελλάδα και

* Α42. Η τροποποίηση του Δασικού Νόμου (2003) ως επιστέγασμα συγκεκριμένης πολιτικής για τη δασοπονία,
Εργασίες Α47 και Α42 στο φάκελο του Dropbox: https://www.dropbox.com/sh/25jomhy4a8fnf8c/AACGCKMfllZV9ramCEw6c0kja?dl=0


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] Ανάλυση της κατάστασης γίνεται στις εργασίες Α47 και Α42 που επισυνάπτονται της παρούσης.

[2] Εγχώριες ημερίδες και συνέδρια, όπου έγιναν σχετικές ανακοινώσεις, δεν κατοχυρώνουν πάντοτε επιστημονική εγκυρότητα.

[3] Αν και έγιναν σχετικές διεργασίες στο εσωτερικό της κεντρικής δασικής διοίκησης εντούτοις δεν δημοσιοποιήθηκαν μέχρι σήμερα σχετικά πορίσματα.

[4] Εδώ δημιουργείται και ζήτημα πνευματικής ιδιοκτησίας ή και, αντίστροφα, κίνητρο για κερδοσκοπία, γιατί πολλά από τα συγγράμματα δεν είναι διαθέσιμα στο διαδίκτυο και θα υποχρεωθούν (αυτό επιβάλλει η εν λόγω ΥΑ) τα Δασαρχεία και εκατοντάδες μελετητές να τα αγοράσουν για να μπορούν να ελέγξουν την τήρηση των νέων προδιαγραφών.

———-  ———-

.


.
Δημοσιεύτηκε στο dasarxeio.com | 25.05.2018


Άρθρα του συντάκτη:

.


.

.

.

.

Advertisements
Μοιραστείτε το!
Share on Facebook
Facebook
Share on Google+
Google+
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin


ΚατηγορίεςΔασικά Οικοσυστήματα, Δασικές Μελέτες, Δασική Πολιτική

Tags: , , , , , ,

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: