Προστασία φυσικού Περιβάλλοντος και Δασικοί χάρτες

Προστασία φυσικού Περιβάλλοντος και Δασικοί χάρτες

Κοσμάς-Αριστοτέλης Γ. Δούκας
Ομότιμος καθηγητής Α.Π.Θ.

(Δημοσιεύεται και στο Περιοδικό «Επιθεώρηση ακινήτων»)

1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η κατάρτιση του  Δασικού Κτηματολογίου με την έννοια της καταγραφής της ιδιοκτησίας και οριοθεσίας των δασικών εκτάσεων και της  προστασίας τους, αντιμετωπίζεται νομοθετικά κυρίως από το 1976. Ήδη πέρασαν από τότε 42 χρόνια και ακόμη είναι υπό κατάρτιση. Δικαιολογίες υπάρχουν πολλές, όπως:

  1. Το ιδιοκτησιακό καθεστώς των δασών (Τεκμήριο  κυριότητας, Χρυσόβουλα, Χρησικτησία, Διακατεχόμενα), που επηρεάσθηκε από τις  ιστορικές συνθήκες που επικράτησαν και στον τρόπο με τον οποίο απελευθερώθηκαν τα διάφορα  γεωγραφικά διαμερίσματα.
  2. Οι πολιτικές ευνοιοκρατίας  σε εκχερσώσεις για αγροτική χρήση, βοσκότοπους, πολεοδόμηση, ρητινευόμενα δάση.
  3. Οι  εκκρεμότητες (ανταλλαγές, Οικοδομικοί Συνεταιρισμοί, κατεδαφίσεις).
  4. Οικιστική ανάγκη από την  πληθυσμιακή συγκέντρωση, και
  5. Η αύξηση αξίας γης χωρίς όμως κυρωμένους Δασικούς Χάρτες (ΔΧ).

Συνέπεια αυτών, η δημιουργία ευνοϊκών συνθηκών καταπατήσεων, αύξησης της παραβατικότητας και εκρηκτικού μείγματος πρόκλησης περιστατικών κακόβουλης Δασικής πυρκαγιάς[1]. Το πρόβλημα οξύνεται κυρίως στις ημιορεινές περιοχές με υψόμετρα μικρότερα των 500-700 μέτρων (Σχήμα 1).

Σχήμα 1. Υψομετρικός διαχωρισμός Δασικών Φυτοδιαπλάσεων

Για την επίσπευση της διαδικασίας κατάρτισης Δασικών χαρτών νομοθετήθηκαν οι βασικοί νόμοι: ν. 3889/10, ν. 4389/2016. Παρόλο που δόθηκε πρωτοφανής  ώθηση,  έστω και μετά από μνημονική απαίτηση, ακολούθησαν «Τακτοποιήσεις» (ν. 4280/14, τροπ. ν. 4467/17, ν. 4462/17), με αποτέλεσμα να διερωτόμαστε, αν το άμεσο βραχυπρόθεσμο όφελος για ολίγους καταπατητές (κερδοσκόπους και μη), υπερτερεί του έμμεσου μακροπρόθεσμου οφέλους για όλους, όπως αυτό προκύπτει από την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, δηλ. των δασικών οικοσυστημάτων.

Το δασικό οικοσύστημα είναι ένα φυσικό αγαθό με πολύπλευρη σημασία και ανυπολόγιστη αξία για την ζωή, για τον άνθρωπο. Είναι ανανεώσιμος φυσικός πόρος με τεράστιες ανεξάντλητες δυνατότητες για την οικονομική, περιβαλλοντική, κοινωνική και πολιτιστική ανάπτυξη ενός τόπου, για τη δημιουργία καλυτέρων συνθηκών ζωής.

Το δασικό οικοσύστημα είναι αυτό που:

  • Παράγει το απαραίτητο και αναντικατάστατο για την ζωή μας οξυγόνο, ενώ συγχρόνως δεσμεύει το επικίνδυνο για την ζωή διοξείδιο του άνθρακα.
  • Μειώνει την ένταση του φωτός και επιδρά στην σύνθεσή του, δημιουργώντας ένα ιδιαίτερο φωτοκλίμα.
  • Απορροφά και εξουδετερώνει διάφορες επιβλαβείς ουσίες.
  • Αμβλύνει τις ακραίες θερμοκρασίες και παρεμποδίζει το σχηματισμό παθογόνων οργανισμών.
  • Μειώνει την ένταση του ανέμου και τους θορύβους.
  • Αυξάνει τις βροχές, ενώ συγχρόνως συγκρατεί το νερό της βροχής και δεν το αφήνει να πέφτει με δύναμη στο έδαφος και να το διαβρώνει, προκαλώντας και πλημμύρες.
  • Ενισχύει τα υπόγεια νερά, ενώ βελτιώνει την ποιότητα του πόσιμου νερού ενεργώντας σαν φίλτρο.
  • Εξασφαλίζει τις κατάλληλες συνθήκες για την προστασία, διατροφή και διατήρηση πολλών ζωικών οργανισμών.
  • Παράγει σημαντικές ποσότητες βιομάζας, μας προσφέρει δασικά προϊόντα και δεσμεύει ενέργεια.
  • Δημιουργεί ευνοϊκές συνθήκες διατήρησης διαφόρων φυτικών ειδών (βιοποικιλότητας).
  • Τα δασικά οικοσυστήματα αποτελούν τον σημαντικότερο απορρυπαντή για το CO2, που κυρίως προκαλεί την κλιματική μεταβολή με τις γνωστές συνέπειες των ακραίων φαινομένων. Σύμφωνα με τον νέο κανονισμό(ΕΕ) 841/2018 (EEL156/1/19.06.2018) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της για την περίοδο από το 2021 έως το 2030, η δράση για τη μείωση της αποψίλωσης και της υποβάθμισης των δασών και την προαγωγή της βιώσιμης διαχείρισής τους είναι σημαντική. Ρητά ορίζεται ότι τα διαχειριζόμενα με βιώσιμο τρόπο δάση συνιστούν πολύτιμους μηχανισμούς απορρόφησης και αποθήκευσης αερίων του θερμοκηπίου από την ατμόσφαιρα, που συμβάλλουνστον μετριασμό των συνεπειών της κλιματικής αλλαγής.

Ο άνθρωπος βραχυπρόθεσμα, διαβιώνει καλύτερα στον οικισμό και βιοπορίζεται περισσότερο από τον αγρό, αλλά μακροπρόθεσμα ζει (αναπνέει, προστατεύεται, εξασφαλίζει πόσιμο νερό) από το δάσος.

Η προστασία του περιβάλλοντος και η οικονομική ανάπτυξη αποτελούν σε κάθε σύγχρονη κοινωνία μεγέθη που συνήθως αντιπαρατίθενται, ιδίως σε περιόδους κρίσης, όπως αυτή που διανύουμε και οδηγούν σε εφαρμογές νομολογίας, όπου η έννοια του δημοσίου συμφέροντος διευρύνεται ανησυχητικά και δίνεται αφορμή για «χαλαρή» ερμηνεία.

Σκοπός της εργασίας είναι η διαχρονική νομοθετική διερεύνηση των αλλαγών στις χρήσεις των δασικών εκτάσεων, των «τακτοποιήσεων» και οι επιπτώσεις τους στο φυσικό περιβάλλον και το δημόσιο συμφέρον.

2. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

2.1 Ορισμός δάσους και δασικής έκτασης

Είναι εντυπωσιακό να διαπιστώσουμε ότι δεν σταθεροποιήθηκε εδώ και 42 χρόνια ο ορισμός της δασικής έκτασης και να σημειώσουμε ότι ο ορισμός της έννοιας του δάσους έχει περάσει νομοθετικά και νομολογιακά από πολλές περιπέτειες. Ο νομοθέτης ρητά διακρίνει την έννοια του δάσους από αυτή της δασικής έκτασης. Στην πράξη ο διαχωρισμός αυτός, οδηγεί σε πρόβλημα χαρακτηρισμού των εκτάσεων, που βρίσκονται κυρίως σε υψόμετρο κάτω των 500-700 μ. (Σχήμα 1).

Ο βασικός εκτελεστικός νόμος του προστατευτικού περιβαλλοντικού Συντάγματος του 1975 ήταν ο ν. 998/1979 «Περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας»(ΦΕΚ Α΄289/29-12-1979),ο οποίος αποσύνδεσε τους νομοθετικούς ορισμούς του δάσους, της δασικής έκτασης και του δασικού εδάφους από την οικονομική τους λειτουργία, υιοθετώντας όρους δασικής οικολογίας.[1] Πιο συγκεκριμένα:

Ν. 998/79, άρθρο 3, ορίζεται:

– § 1. Ως δάσος νοείται πάσα έκταση της επιφανείας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω ή σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας αποτελούντων ως εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλεπιδράσεως οργανική ενότητα και η οποία δύναται να προσφέρει προϊόντα εκ των ως άνω φυτών εξαγόμενα ή να συμβάλει εις τη διατήρησιν της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρετήσει την διαβίωση του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος.

– § 2. Ως δασική έκταση νοείται πάσα έκταση της επιφανείας του εδάφους, καλυπτόμενης υπό αραιής ή πενιχράς υψηλής ή θαμνώδους, ξυλώδους βλαστήσεως οιασδήποτε διαπλάσεως και δυναμένη να εξυπηρετήσει μίαν ή περισσότερες των εν τη προηγουμένη παραγράφω λειτουργιών.

Χαρακτηριστικό των διατυπώσεων ως άνω ορισμών του δάσους και της δασικής έκτασης είναι η χρήση του διαζευκτικού «ή». Αυτό υπονοεί ότι για τη στοιχειοθέτηση των ορισμών του δάσους ή της δασικής έκτασης αρκεί η διαζευκτική συρροή των αναφερόμενων στο νόμο προϋποθέσεων.Παράλληλα, η δασική έκταση διαφοροποιείται από το δάσος ως προς το στοιχείο της δασοκάλυψης, δηλαδή αρκεί η ξυλώδης βλάστηση να είναι αραιή ή πενιχρή, υψηλή ή θαμνώδης.Επίσης,και στους δύο ορισμούς απαντάται η έννοια της οργανικής ενότητας, της συμπλεκτικής συνοχής δηλαδή μεταξύ των επιμέρους προϋποθέσεων με τέτοιο τρόπο ώστε να αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο[2].

Στο άρθρο 24 του Συντάγματος προστέθηκε το 2001 βάσει του Ψηφίσματος της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων «Ψήφιση, δημοσίευση και θέση σε ισχύ των αναθεωρημένων διατάξεων του Συντάγματος» (Φ.Ε.Κ. 84/17-4-2001), η ακόλουθη ερμηνευτική δήλωση:

«Ως δάσος ή δασικό οικοσύστημα νοείται το οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό πάνω στην αναγκαία επιφάνεια του εδάφους, τα οποία, μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα χλωρίδα και πανίδα, αποτελούν μέσω της αμοιβαίας αλληλεξάρτησης και αλληλοεπίδρασής τους, ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές)».

«Δασική έκταση υπάρχει όταν στο παραπάνω σύνολο η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά».

Οι δασικοί όροι του ορισμού, ερμηνεύονται από το π.δ. 32/2016.

Ν. 4280/14, άρθρο 32

– § 4. Η παρ. 7 του άρθρου 3 του ν. 998/1979, όπως ισχύει, καταργείται και η παράγραφοι 3-6 αντικαθίστανται ως εξής:
«3. Ως δάση και δασικές εκτάσεις νοούνται και οι οποιασδήποτε φύσεως ασκεπείς εκτάσεις (φρυγανώδεις ή χορτολιβαδικές εκτάσεις, βραχώδεις εξάρσεις και γενικά ακάλυπτοι χώροι) που περικλείονται, αντιστοίχως, από δάση και δασικές εκτάσεις, καθώς και οι υπεράνω των δασών ή δασικών εκτάσεων ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες των ορέων και οι άβατοι κλιτύες αυτών. Δηλ. προστίθενται οι φρυγανώδεις στις δασικές εκτάσεις.

Με Τροπ. ν. 4467/17, άρθρο 6, παρ. 5, οι Χορτολιβαδικές εκτάσεις 6β (5α), 6γ (5β) εξαιρούνται της ανάρτησης με διαπιστωτική πράξη του Δασαρχείου, προκειμένου να προσδιορισθούν εννοιολογικά οι ανωτέρω εκτάσεις και να διακριθούν αντιστοίχως, σύμφωνα με το άρθρο 5 του π.δ. 32/2016, αν είναι Δασικού χαρακτήρα.

Σχόλιο. Με βάση τα παραπάνω ο ορισμός είναι θέμα της δασικής οικολογίας. Άλλωστε οι σχετικές ρυθμίσεις χωροταξίας γίνονται με βάση τους κανόνες της επιστήμης (αρ. 24, παρ. 2, του Συντάγματος)[1].

Είναι πάγια η νομολογία του ΣτΕ (πρβλ. ΣτΕ 3188/00, 2620/01, 2270/04, 3871/04) σύμφωνα με την οποία η οριοθέτηση των εννοιών του δάσους και της δασικής έκτασης αφήνεται μεν στον κοινό νομοθέτη, αυτός όμως οφείλει να συμμορφώνεται στις συνταγματικές επιταγές, σύμφωνα με τις οποίες ακολουθούνται ως κριτήριο οι κανόνες της δασικής επιστήμης. Σύμφωνα μάλιστα με τον αρεοπαγίτη Μ. Δεκλερή, «ο ορισμός του δάσους, όπως διατυπώνεται στο Σύνταγμα είναι πλήρης και λεπτομερής, ώστε να μη χρήζει εξειδικεύσεως. Κάθε περαιτέρω εξειδίκευσή του είναι αντισυνταγματική, αλλοιώνει τον ορισμό του δάσους και θα έχει ως αποτέλεσμα να αποκλείσει από την προστασία του Συντάγματος εκτάσεις που είναι πράγματι δασικές».

Πρέπει επίσης στο πλαίσιο αυτό να καταστεί σαφές ότι το δασικό κτηματολόγιο έχει μία μεταβλητή. Και αυτή είναι ο νομοθετικός και νομολογιακός ορισμός των εν γένει δασικών εκτάσεων του άρθρου 3, παρ. 1 – 5, του ν. 998/1979. Όσο το προστατευτικό πεδίο των διαφόρων περί δασών νόμων θα παραμένει ασαφές και θα μεταβάλλεται, το δασικό κτηματολόγιο θα παραμένει στον αέρα ελλείψει σαφούς αντικειμένου ρύθμισης. Και αυτό ανεξάρτητα από το αν ψηφίζονται διαρκώς νέοι νόμοι επίσπευσης των διαδικασιών κύρωσης των δασικών χαρτών. Η κωδικοποίηση της δασικής νομοθεσίας αποτελεί το αναγκαίο προαπαιτούμενο της κατάρτισης των δασικών χαρτών. Οι αλλεπάλληλες τροποποιήσεις σε επίπεδο διαδικασίας κατάρτισης και κύρωσης δασικών χαρτών σχετικά με τις εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές, τις τηρούμενες προθεσμίες, την προβολή αντιρρήσεων και την εξέταση αυτών χωρίς να υπάρχει μία κωδικοποιημένη δασική νομοθεσία απλά περιπλέκει το πρόβλημα, δεν το επιλύει. Όσο θα συνεχίζεται το «κόψιμο και το ράψιμο» των νόμων από την πλευρά της εκάστοτε κυβέρνησης και θα πρέπει να ορίσουμε ξανά από την αρχή τι είναι δάσος και τι δασική έκταση, θα συνεχίσουμε να μιλάμε για το εγχείρημα της κατάρτισης του δασικού κτηματολογίου.[2]

Η διασταλτική ερμηνεία του άρθρου 24 και 117 του Συντάγματος, η εφαρμογή στην πράξη της νομοθεσίας διαχρονικά, έχει σαν αποτέλεσμα:

– Αλλαγές στη χρήση Δασικών εκτάσεων σε Αγροτολιβαδική και Οικιστική,

– Επιτρεπτές επεμβάσεις (άρθρο 36, ν. 4280/14) με ελλιπείς ΜΠΕ (Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων),

– Διαφορετική γεωγραφική αντιμετώπιση του Ιδιοκτησιακού

– Παλινωδίες στις Νομοθετικές ρυθμίσεις του Κτηματολογίου σε σχέση με τους Δασικούς χάρτες (ΔΧ), συγκεκριμένα: στον ορισμό δασικής έκτασης, στις αρμοδιότητες κατάρτισης ΔΧ, στον φορέα του κτηματολογίου, στην Διαχείριση Υλικού φυσικού Περιβάλλοντος από μη ειδικούς στα πλαίσια των Περιφερειακών Κτηματολογικών γραφείων και κατάρτισης Μ.Π.Ε.

2.2 Αλλαγή χρήσης δασικών εκτάσεων σε αγροτολιβαδική

– Εξαγορά τίτλου ή χρήσης εκχερσωμένων αγρών

Για Εκχερσωμένους αγρούς πριν το 1975, αποδίδεται με προϋποθέσεις τίτλος κυριότητας δημόσιας έκτασης, ενώ για μετά το 1975 και πριν 2007 τον τίτλο δικαιώματος αγροτικής χρήσης ιδιωτικής έκτασης δασικού χαρακτήρα (άρθρο 42, παρ. 7, του ν. 4280/2014). Με την τροποποίηση ν. 4467/17, άρθρο 2, παρ. 4 και 5, για πριν το 1975, γίνεται εξαγορά τίτλου ή αν θέλουμε μόνο χρήση χωρίς τίτλο.

Η Εξαγορά ανέρχεται στο 1/4 από 1/3 αντικειμενικής αξίας που ίσχυε και σε 100 δόσεις. Για το διάστημα 1975-2007 στο τίμημα χρήσης προστίθεται και η και δαπάνη αναδάσωσης Απαιτείται Πιστοποιητικό Ακαίας για εκχέρσωση μετά το 1975.

Ακόμη στην τροπολ. ν. 4467/17, άρθρο 2, Εκχερσώσεις προ του 1975.

– § 1. Εντός των ως άνω εκτάσεων επιτρέπονται κατασκευές που εξυπηρετούν τη γεωργική εκμετάλλευση.

– § 3. Η παρ. 7 του άρθρου 47 του ν. 998/1979 αντικαθίσταται ως εξής:

«7. Για την κατοχή του ακινήτου λαμβάνονται υπόψη ιδίως πράξεις αποδοχής κληρονομιάς, ιδιωτικά συμφωνητικά με βέβαιη χρονολογία, ένορκες βεβαιώσεις, καθώς και άδειες των δασικών υπηρεσιών για χρήσεις που προβλέπονται από τη δασική νομοθεσία. Μόνη η ένορκη βεβαίωση δεν επαρκεί για την απόδειξη της κατοχής, μπορεί να συνεκτιμηθεί όμως με την παράλληλη προσκόμιση και άλλων εγγράφων, ιδίως δηλώσεων στη Δ.Ο.Υ., στο Κτηματολόγιο, στον Ο.Γ.Α. ή τον ΕΛΓΑ» (άρθρο 2, παρ. 3).

Κατά το άρθρο 4, για εκχερσώσεις μετά το 1975 μέχρι το 2007, αν η εκχερσωμένη χωρίς άδεια είναι δηλωμένη στον ΟΣΔΕ, δεν απαιτείται η οικονομική μελέτη και πράξη χαρακτηρισμού, ενώ απαιτεί απλά μια γνωμοδότηση από τη Δασική Υπηρεσία.

– Οι Δασωμένοι Αγροί είναι εκτάσεις που εμφανίζονται στις αεροφωτογραφίες του 1945 ή εφόσον αυτές δεν είναι ευκρινείς, του 1960 με αγροτική μορφή που δασώθηκαν μεταγενέστερα δηλ. χαρακτηρίζονται ως ΑΔ. Για αναγνώριση κυριότητας, απαιτείται η ανάκληση τυχόν αναδασωτέου και σωρεία αποδεικτικών εγγράφων (άρθρο 2, παρ. 2, υπ. απόφασης 136255/683 από 22-3-16). Άδεια κοπής δένδρων (καθαρισμού) κατά το άρθρο 66 του ν.δ. 86/1969 (άρθρο 3, παρ. 5).

Σχόλιο
α. Η εξαγορά εκχερσωμένου αγρού, που προτείνει ο νόμος θα είναι ουσιαστικά άκυρη αφού το Σύνταγμα (άρθρο 117) (και η συναφής νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας) απαγορεύει τέτοιες εκποιήσεις και επίσης απαγορεύει την αλλαγή χρήσης των δασών. Όποτε οδηγηθεί κάποια τέτοια υπόθεση (έστω και τυχαία) στο Συμβούλιο της Επικρατείας, αναμένεται να ακυρωθούν αυτές οι εξαγορές (σύμφωνα με την μέχρι τώρα νομολογία του)[8].

β. Όταν για το αν η εκχέρσωση για γεωργική χρήση έγινε πριν ή μετά το 1975, βεβαιώνεται κυρίως μόνο με ένορκες βεβαιώσεις, τότε είναι αδύνατος ο πραγματικός έλεγχος και έτσι δίνεται παράθυρο υπέρ καταπατητών.

γ. Η μείωση εξαγοράς επιβραβεύει όλους τους καταπατητές, ενώ θα έπρεπε μόνο τους αγρότες που εκχέρσωσαν για βιοπορισμό, ενώ μειώνει τα έσοδα του πράσινου ταμείου.

δΗ μη απαίτηση για οικονομική Μελέτη και πράξη χαρακτηρισμού σε εκχερσώσεις μετά το 1975 μέχρι το 2007, δεν προστατεύει τη βιωσιμότητα της χρήσης και το φυσικό περιβάλλον, παρά μόνο δίνει διευκολύνσεις σε αντίθεση με το σύνταγμα (άρθρο 117, παρ. 3).

ε. Δεν είναι ισότιμη η αντιμετώπιση Εκχερσωμένων (ΔΑ) και δασωμένων αγρών (ΔΑ). Στον δασωμένο αγρό ο νόμιμος ιδιοκτήτης ταλαιπωρείται περισσότερο.

Παρατηρούμε ότι διευκολύνεται ο παράνομος εκχερσωτής (ΔΑ) (Ένορκες βεβαιώσεις τίτλων, χωρίς οικονομοτεχνική Μελέτη, χωρίς ανάκληση του αναδασωτέου, εξυπηρέτηση εξαγοράς κ.λπ.), ενώ ταλαιπωρείται ο νόμιμος (ΑΔ) (νοικοκύρης) εκχερσωτής δασωμένου αγρού (αποκλείονται οι ένορκες για τίτλους, απαιτείται άδεια κοπής δένδρων (άρθρο 3&5), η ανάκληση αναδασωτέου και σωρεία αποδεικτικών εγγράφων (άρθρο 2, παρ. 2 απόφαση 136255/683 από 22-3-16).

Δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν ευνοϊκές ρυθμίσεις μόνο για όσους έχουν καταπατήσει και παράνομα εκχερσώσει δασικού χαρακτήρα εκτάσεις και να μην υπάρχει κάποια ευνοϊκή ρύθμιση για όσους λόγω συνθηκών (π.χ. μετανάστευση), εγκατέλειψαν για ένα διάστημα την καλλιέργεια των χωραφιών τους και πλέον όχι μόνο να μην τους διευκολύνεται η γεωργική χρήση αλλά να τους αμφισβητείται και η ιδιοκτησία τους.

– Προσβάλλονται οι αναδασωτέες

– Με την παράγραφο 1 του άρθρου 154 του νόμου 4389/2016 (ΦΕΚ 94/Α/2016), μετά την παρ. 6 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 (A΄ 289), όπως ισχύει, προστίθεται παρ. 7 ως εξής:

Εκτάσεις που έχουν απολέσει το δασικό τους χαρακτήρα πριν τις 11-06-1975 λόγω επεμβάσεων που έλαβαν χώρα με βάση σχετική διοικητική πράξη, η οποία καλύπτεται από το τεκμήριο νομιμότητας, δεν χαρακτηρίζονται ως δάση ή δασικές εκτάσεις ή ως εκτάσεις των παραγράφων 5α ή 5β του άρθρου 3, κατά τη διαδικασία του άρθρου 14 του νόμου 998/1979 και δεν κηρύσσονται αναδασωτέες.

– (Τροπ. ν. 4462/17, παρ. 3 του άρθ. 2 ). Από την κύρωση ΔΧ, εξαιρούνται οι εκτάσεις για τις οποίες ισχύουν αποφάσεις κήρυξής τους ως αναδασωτέων λόγω πυρκαγιάς και δεν αποτέλεσαν και δεν αποτελούν δάση ή δασικές εκτάσεις, σύμφωνα με τη φωτοερμηνεία κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 13 του παρόντος, ή έχουν εκδοθεί τελεσίδικες πράξεις και αποφάσεις με τη διαδικασία του άρθρου 14 του ν. 998/1979 (Α΄ 289), που τις χαρακτηρίζουν μη δάση ή μη δασικές εκτάσεις.

– (Τροπ. 4467/17, αρθ. 4 παρ. 1). Το άρθρο 47Β του ν. 998/1979 αντικαθίσταται ως εξής:

Δάση, δασικές εκτάσεις, καθώς και εκτάσεις της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 5 του άρθρου 3, που εκχερσώθηκαν για γεωργική εκμετάλλευση χωρίς άδεια της οικείας δασικής αρχής μετά την 11η Ιουνίου 1975 και έως την 7η Μαρτίου 2007, υπό την προϋπόθεση ότι διατηρούν τη χρήση αυτή μέχρι σήμερα και εφόσον πληρούνται για τις εκτάσεις αυτές οι προϋποθέσεις της παραγράφου 12 του άρθρου 47, μπορεί να λάβουν έγκριση επέμβασης σύμφωνα με το άρθρο 45 και την παρ. 2 του άρθρου 47, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα από τον ενδιαφερόμενο. Στις διατάξεις του παρόντος υπάγονται και εκτάσεις κηρυγμένες ως αναδασωτέες. Η έγκριση επέμβασης χορηγείται αποκλειστικά για γεωργική και δενδροκομική καλλιέργεια».

Σχόλιο:
Οι «τακτοποιήσεις» αυτές διευκολύνουν την προσβολή του καθεστώτος των αναδασώσεων. Στο βαθμό που θα αρχίσουν να εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις, οι πράξεις των δασικών οργάνων θα αντιτίθενται προς το άρθρο 117, παρ. 3, του Συντάγματος. Eίναι δυνατόν να προσβληθούν ενώπιον του ΣτΕ και ελέγχονται σε πολύ μεγάλο βαθμό ως αντισυνταγματικές[8]. Στην § 1 του άρθρ. 47Β του ν. 998/1979 δεν προβλέπεται, πλέον, όπως στην αρχική μορφή της διάταξης (τροπ. ν .4315/14, αρθ. 12), ο λόγος του δημοσίου συμφέροντος ως δικαιολογητική βάση για την εκχέρσωση δασικών εκτάσεων, ενώ, ακόμη, η ρύθμιση επεκτείνεται και σε δάση, όχι μόνο εντός δασικών εκτάσεων.

Σύμφωνα όμως, με τη νομολογία του Ε’ τμήματος του ΣτΕ απ. αριθ. 2579/2018, θεωρούνται ως νόμιμες οι επεμβάσεις σε δασική ή αναδασωτέα έκταση για τη διασφάλιση της επάρκειας του ενεργειακού εφοδιασμού της χώρας (εγκατάσταση Ανεμογεννητριών) και κυρίως την αντιμετώπιση των κλιματικών αλλαγών.

Σχόλιο: 
Ενώ κατά την έννοια των άρθρων 24 και 106 παρ. 1 του Συντάγματος, κατοχυρώνεται η αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης , η αλλαγή χρήσης π.χ. από Επέμβαση για εγκατάσταση ΑΠΕ, ακόμη και σε αναδασωτέες, αν και θεωρητικά δεν πρόκειται για μεταβολή του νομικού χαρακτήρα της αναδασωτέας έκτασης αλλά μόνο για προσωρινή δυνατότητα επεμβάσεως για την άσκηση συγκεκριμένης δραστηριότητας, με την υποχρέωση αποκατάστασης του δασικού χαρακτήρα της εκτάσεως μετά την παύση λειτουργιάς της δραστηριότητας, διατηρουμένου του προστατευτικού χαρακτήρα της αναδάσωσης, αυτό δεν μπορεί να εφαρμοσθεί στην πράξη με βάση τις συνθήκες που διαμορφώθηκαν στην χώρα μας, όπου ισχύει το «ουδέν μονιμότερο του προσωρινού».

Σύμφωνα με το άρ. 45 παρ. 8 του ν. 998/1979, όπως προστέθηκε από το άρ. 1 παρ. 1 του ν. 4467/2017: Για μέχρι 4 στρέμματα εκχέρσωση καταργείται η οικονομοτεχνική μελέτη και υποχρεούται σε αποζημίωση της δαπάνης αναδάσωσης με κατάθεση στο πράσινο ταμείο (άρθρο 1, παρ. 1). Σύμφωνα και με το άρθρο 45, παρ. 8, του ν. 998/1979, όπως προστέθηκε από το άρθρο 1, παρ. 2, του ν. 4467/2017: Αν δεν βρίσκεται περιοχή αναδάσωσης, ο δικαιούχος της επέμβασης, κατόπιν συντάξεως μελέτης με δαπάνη του ιδίου εγκεκριμένης από τη δασική υπηρεσία, είναι υποχρεωμένος να προβεί σε δασοκομικές εργασίες ή στην εκτέλεση ειδικών δασοτεχνικών έργων επί των εκτάσεων που θα υποδειχθούν από τη δασική υπηρεσία, με σκοπό τη βελτίωση ή και προστασία τους».

Σχόλιο: 
Στην πράξη είναι ασαφείς οι εργασίες αντί αναδάσωσης. Ακόμη είναι άλλο η αναδάσωση (με τις συγκεκριμένες έννομες συνέπειες) και άλλο «τίμημα» αντί της αναδασώσεως. Η συγκεκριμένη ρύθμιση ελέγχεται ως αντισυνταγματική (άρθρο 117, παρ. 3). Εξ άλλου, η εισαγόμενη ρύθμιση καταθέσεως στο Πράσινο Ταμείο, μπορεί «εύκολα» να αλλοιωθεί με άλλο νόμο, όταν μια επικαλούμενη «ανάγκη» το επιβάλλει[8].

– Αλλαγή σκοπού Παραχώρησης

Στην Εγκύκλιο 158577/1580/4-7-2017, για τις τροπολογίες νόμων 4462/2017 και 4467/2017, στο Β’ μέρος παρ. 5, αναφέρεται: «Οριστικά παραχωρητήρια που εκδόθηκαν με σκοπό τη ρητινοκαλλιέργεια, στα οποία έχει μεταβληθεί ο σκοπός της παραχώρησης, ανακαλούνται κατά το τμήμα που μετέβαλλαν χρήση πέραν του εγκεκριμένου σκοπού, και περαιτέρω εξετάζεται εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής τους στα άρθρα 47 ή 47Β του ν. 998/1979 όπως ισχύει».

Σχόλιο: 
Θεωρητικά, έτσι αποφεύγεται ο κίνδυνος από ρητινοσυλλέκτες , η χρήση δασοτεμαχίου να γίνει τίτλος. Πλην όμως στην πράξη σε ορισμένα Ρητινευόμενα δάση, που είναι πευκοδάση χαλεπίου πεύκης που παραχωρήθηκαν το 1923 σε ρητινοσυλλέκτες για να συλλέγουν ρητίνη είχε δοθεί, η κυριότητα σε ρητινοσυλλέκτες με το σκεπτικό να τα συντηρούν ως δάση, να τα φροντίζουν κτλ. χωρίς όμως να μπορούν να τα πουλήσουν, να τα εκμεταλλευτούν οικιστικά ή όπως αλλιώς. Καθώς όμως απαξιώθηκε η ρητίνη και αντικαταστάθηκε από άλλα προϊόντα (καταργήθηκε δηλαδή ως επάγγελμα ο ρητινοσυλλέκτης), οι έχοντες το δικαίωμα της ρητινοσυλλογής το μεταβίβασαν σε οικοδομικούς συνεταιρισμούς, οι οποίοι έχουν αποκτήσει την κυριότητα σε αυτές τις εκτάσεις. Κάποιοι από αυτούς, με τις διατάξεις που ίσχυαν προ του Συντάγματος του 1975, κατάφεραν ήδη και έχτισαν.

– Σφάλματα ακρίβειας εντοπισμού θέσης σε βάρος του Φυσικού Περιβάλλοντος.

Σύμφωνα με τις Τεχνικές Προδιαγραφές[3] οι τιμές των συντεταγμένων για το 90% των σημείων που ελέγχονται για την γεωμετρική τους ακρίβεια σε Α/Φ 1945, πρέπει να είναι εντός ±10μ. από την πραγματική τους θέση. Παρακάτω παρατίθενται μία σειρά σχετικών διατάξεων:

Σύμφωνα με την Εγκύκλιο 158577/1580/4-7-17 για τις τροπ. νόμων 4462/2017 και 4467/2017):

«Κατά τα προβλεπόμενα στα άρθρα 47 και 47Β του ν. 998/1979, όπως ισχύουν και των κατ’ εφαρμογή αυτών Υπουργικών αποφάσεων, καθώς και σε συνδυασμό με την παρ. 10 άρθρου 17 ν. 3889/2010, για περιπτώσεις αποκλίσεων που οφείλονται στις φωτογραμμετρικές μεθόδους αποτύπωσης καθώς και των ακριβειών των υποβάθρων απεικόνισης του ΟΣΔΕ, γίνεται αποδεκτό το διάγραμμα του ΟΣΔΕ στα όρια που καθορίζουν τις ενταγμένες σε αυτό περιοχές και ταυτοποιείται τούτο επί του τοπογραφικού διαγράμματος του γεωτεμαχίου που συνοδεύει την αίτηση εξαγοράς ή έγκρισης επέμβασης, εφόσον βρίσκονται οι πλευρές του πρώτου (δηλ. διάγραμμα ΟΣΔΕ) εντός μέγιστης απόστασης τεσσάρων (4) μέτρων επί των αντίστοιχων πλευρών τού τοπογραφικού επί των ενιαίων υποβάθρων της ΕΚΧΑ Α.Ε.».

Σύμφωνα με την υ.α αριθμ. 146776/2459/3-11-16 (ΦΕΚ Β´ 3532/16), αρ. 2 Κεφ. 5 «Λόγω τεχνικών σφαλμάτων, ασαφειών και αποκλίσεων στον προσδιορισμό και στην αποτύπωση των πολυγώνων όμορων αντιρρήσεων, ενδέχεται να δημιουργούνται πολύγωνα μικρού εμβαδού (κάτω των 100 τ.μ.) ή λωρίδες μικρού πλάτους (μικρότερου ή ίσου των 2,5 μ.), μεταξύ των ορίων των εκτάσεων στις οποίες αφορούν οι αντιρρήσεις. Τα ανωτέρω αυτοτελή τμήματα, στην κλίμακα απόδοσης του Δασικού Χάρτη (1:5.000), θεωρούνται ότι βρίσκονται εντός της «ζώνης συμβατότητας απεικόνισης» των αντιρρήσεων, η οποία είναι ζώνη πλάτους 2,5 μέτρων, που προσαρτάται σε κάθε μία από τις υποβληθείσες παραδεκτές αντιρρήσεις».

Σχόλιο: 
Λόγω έλλειψης αξιόπιστων διαγραμμάτων και αδρομερούς ακρίβειας της φωτοερμηνείας των αεροφωτογραφιών του 1945 κλίμακας 1/40.000, είναι φυσικό να παρατηρούνται αποκλίσεις μεταξύ δασοορίων και ορίων αγρών. Η συμβιβαστική διευθέτησης τους θα είναι εις βάρος των δασικών εκτάσεων καθ’ όσον οι δεκτές αποκλίσεις λόγω των Α/Φ 1945, μπορεί να είναι και 10 μ..

– Αποχαρακτηρισμός Δασικών εκτάσεων μέσω «Βοσκήσιμων γαιών»;

Σύμφωνα με το άρθρο 1, ν. 4351/2015, ως βοσκήσιμες γαίες καλούνται οι εκτάσεις που μπορεί να χρησιμοποιηθούν για βόσκηση ζώων (βοσκότοποι) στις οποίες αναπτύσσεται βλάστηση αυτοφυής ή μη, ποώδης, φρυγανική ή ξυλώδης με θαμνώδη ή αραιά δενδρώδη μορφή ή και μικτή και οι οποίες μπορεί να εκτείνονται και σε υδάτινα παραλίμνια ή παραποτάμια οικοσυστήματα, όπου αναπτύσσεται υδροχαρής βλάστηση. O χαρακτήρας και ο προορισμός των βοσκήσιμων γαιών δεν μεταβάλλεται λόγω της χρήσης τους για τη διατροφή των αγροτικών ζώων, η δε διαχείριση και η προστασία τους διέπεται από τις σχετικές για κάθε κατηγορία έκτασης διατάξεις της αγροτικής, δασικής και περιβαλλοντικής νομοθεσίας.

Το άρθρο. 6, περιλαμβάνει τα δικαιώματα χρήσης της βοσκής παραχωρούνται στους κτηνοτρόφους για χρονικό διάστημα αντίστοιχο με την υλοποίηση των στόχων των διαχειριστικών σχεδίων βόσκησης, το οποίο δεν μπορεί να είναι μικρότερο από τρία (3) έτη, με την υπογραφή σχετικής σύμβασης μίσθωσης.

Σχόλιο: 
Κύριο χαρακτηριστικό τους είναι η αναγόρευση της βόσκησης σε κύρια δραστηριότητα μέσα σε περίπου 50 εκατ. στρέμματα δασών και δασικών εκτάσεων. Ελπίζουμε ότι πως αυτό δεν σημαίνει ενεργοποίηση του σχεδίου αποχαρακτηρισμού και ιδιωτικοποίησης αυτών των εκτάσεων, στο όνομα της εξασφάλισης των κοινοτικών επιδοτήσεων των κτηνοτρόφων. Mε τον όρο «βοσκήσιμες γαίες», είναι σαν να παραπέμπει σε τρίτη κατηγορία γης (πέραν των δασών και γεωργικών) και έτσι μεταλλάσσει τη βόσκηση από χρήση γης σε γη, μέσω του αποχαρακτηρισμού δασών και δασικών εκτάσεων.

Σημειώνεται ότι μια απόπειρα αποχαρακτηρισμού δασικών εκτάσεων παλαιότερα, εκφράσθηκε με τον ν. 1734/1987, «Βοσκότοποι και ρύθμιση ζητημάτων σχετικών με κτηνοτροφική αποκατάσταση και με άλλες παραχωρήσεις καθώς και θεμάτων που αφορούν δασικές εκτάσεις», στο άρθρο 6, «Αλλαγή χρήσης βοσκότοπου». Κατέπεσε όμως στο ΣτΕ και κατέστη ανενεργός.

2.3 Χωροταξία

2.3.1 Οικιστικές πυκνώσεις

Σε Οικισμούς στερούμενους νόμιμης έγκρισης (κεφ. ΙΑ, άρθρο 153, ν. 4389/2016, σε αντικ. άρθρου 23, ν. 3889/10), οι υπηρεσίες δόμησης αποστέλλουν στην EKXA A.E, τα κάτωθι:

α) Με πορτοκαλί χρώμα τα όρια των οικισμών, όπως τα όρια αυτά έχουν εγκριθεί με πράξεις της Διοίκησης, σύμφωνα με τις διατάξεις των προεδρικών διαταγμάτων της 21.11-1.12.1979 (Δ΄693), της 2.3-13.3.1981 (Δ΄138) ή της 24.4-3.5.1985 (Δ΄181), καθώς και τα όρια των εγκεκριμένων πολεοδομικών μελετών ή ρυμοτομικών σχεδίων και όπως τα όρια αυτά έχουν εφαρμοστεί στο έδαφος. Δεν καταρτίζεται Δασικός χάρτης.

β) Με κίτρινο χρώμα τα όρια των οικισμών που έχουν οριοθετηθεί με άλλες διατάξεις πέραν των αναφερομένων στην περίπτωση α΄ της παρούσας παραγράφου (ατελείς διαδικασίες), τα περιγράμματα των νομίμως υφιστάμενων οικισμών, προ του έτους 1923, για τους οποίους δεν έχει καθοριστεί όριο καθ’ οιονδήποτε τρόπο, πλην όμως είναι συγκροτημένοι οικισμοί, τα όρια των πολεοδομικών μελετών και σχεδίων πόλεως που εκπονούνται για τις περιοχές αρμοδιότητάς τους, καθώς και τα υπό καθορισμό όρια οικισμών με βάση το προεδρικό διάταγμα 24.4-3.5.1985 (Δ΄181) που δεν έχουν ακόμα εγκριθεί. Δεν αναρτάται Δασικός χάρτης. Επιτροπές (2 Δασολόγοι, 2 Μηχανικοί, 1 Δικηγόρος) κρίνουν (τροπ. άρθρου 24, ν. 3889/10 από ν. 4389/16), συντάσσουν έκθεση, οι αντιρρήσεις κρίνονται από ΕΠ.Ε.Α (Δασολόγος ως πρόεδρος και μέλη, Δασολόγος ή Γεωπόνος ή Μηχανικός, Δικηγόρος).

γ)Το περίγραμμα των οικιστικών πυκνώσεων που δεν υπάγονται στις κατηγορίες α΄ και β΄ της παραγράφου 2 αποτυπώνονται με ιώδες χρώμα. Εξαιρούνται της ανάρτησης ώστε να επιταχύνουν την κατάρτιση ΔΧ.

Οικιστική πύκνωση (αυθαίρετα), είναι ομάδα 50 κτιρίων σε έκταση έως 25 στρέμματα δηλ. 1 κτήριο ανά 500 τ.μ. Οι οικιστικές πυκνώσεις εξαιρούνται της ανάρτησης, ώστε να επιταχύνουν την κατάρτιση ΔΧ. Κατά την εισήγηση του Ε’ τμήμα του ΣτΕ κρίνεται αντισυνταγματική η εξαίρεση. Κατά εγκυκλίους, ο καθορισμός μιας περιοχής ως «οικιστική πύκνωση» δεν συνεπάγεται τη νομιμοποίηση, αλλά σε πρώτη φάση μόνον την εξαίρεση από την ανάρτηση του δασικού χάρτη.

Όμως με το νομοσχέδιο που βρίσκεται σε διαβούλευση, προβλέπεται «τακτοποίηση» με ενιαίο δασικό πρόστιμο των ακινήτων, που βρίσκονται εντός των οικιστικών πυκνώσεων ως εξής:

Για 40 έτη εξαιρούνται της κατεδάφισης, για κτίρια και οι συνοδεύουσες αυτά κατασκευές, που ανεγέρθηκαν έως και την 11.6.1975, σε δάση, δασικές εκτάσεις ή σε εκτάσεις των παραγράφων 5α ή 5β του άρθρου 3 του ν. 998/1979.

Για 25 έτη εξαιρούνται της κατεδάφισης, για κτίρια και οι συνοδεύουσες αυτά κατασκευές, που ανεγέρθηκαν μετά την 11.6.1975 και μέχρι την 28.7.2011, σε δάση, δασικές εκτάσεις ή σε εκτάσεις των παραγράφων 5α ή 5β του άρθρου 3 του ν. 998/1979.

Το συνολικό ύψος του ενιαίου δασικού προστίμου θα υπολογίζεται με αλγόριθμο και μεταβλητές παραμέτρους τριών κατηγοριών α) το κτίριο, (δηλαδή την επιφάνεια, την παλαιότητα, την χρήση) β) τον καταληφθέντα περιβάλλοντα χώρο (δηλαδή αξία δασικής έκτασης, περιβαλλοντική ζημία, κόστος εκχέρσωσης, αναδάσωσης κλπ) και γ) τις συνοδεύουσες εγκαταστάσεις του κτιρίου (επεκτάσεις, πισίνες, γκαράζ κλπ). Προβλέπονται 100 δόσεις αποπληρωμής του προστίμου.

Σύμφωνα με δημοσιεύματα στον τύπο, το σύνολο των θεωρημένων Δασικών Χαρτών της χώρας (αντιστοιχούν στο 51,53% της ελληνικής επικράτειας), οι οικιστικές πυκνώσεις αποτελούν το 0,17%, δηλαδή 113.079 στρέμματα. Από αυτήν την έκταση, σύμφωνα με τα στοιχεία του Κτηματολογίου, το 17,15% βρίσκεται σε δάση, δασικές, χορτολιβαδικές και βραχώδεις περιοχές, δηλαδή 19.394 στρέμματα, τα οποία θα μπορούν να υπαχθούν στον προωθούμενο νόμο για τη διατήρηση των δασικών αυθαιρέτων.

Θετικό ότι απαγορεύει την υπαγωγή στην διαδικασία τακτοποίησης των δασικών αυθαιρέτων, που βρίσκονται σε προστατευόμενες περιοχές υψηλής περιβαλλοντικής αξίας δηλ. α) σε εθνικούς δρυμούς, περιοχές Ramsar και περιοχές Δικτύου Natura 2000, εκτός εάν προϋπήρχαν του καθορισμού του προστατευτικού καθεστώτος, β) σε προστατευτικά δάση, αιγιαλό, παλαιό αιγιαλό, ρέμα και άλλες κατηγορίες του νόμου 4495/2017, στον οποίο δεν υπάγονται αντιστοίχως κτίρια σε τέτοιες περιοχές, γ) σε δάση και δασικές εκτάσεις που καταστράφηκαν συνεπεία πυρκαγιάς και έχουν κηρυχτεί για αυτό τον λόγο αναδασωτέες κ.α.

Σχόλιο:
– Επιλέγεται η διατήρηση των οικιστικών πυκνώσεων, έναντι υψηλού προστίμου, παρά τις προστατευτικές διατάξεις του Συντάγματος (άρθρο 24 και άρθρο 117, παρ. 3), όσο και της σχετικής νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ), που απαγορεύουν τη μεταβολή των δασών και των δασικών εκτάσεων, παρά μόνο για λόγους δημοσίου συμφέροντος, καθώς και τη διάθεση αναδασωτέας εκτάσεως για άλλη χρήση. Το Ε’ τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας, κάνοντας δεκτή την προσφυγή του Γεωτεχνικού Επιμελητηρίου, της WWF Hellas, και της Πανελλήνιας Ενωσης Δασολόγων Δημοσίων Υπαλλήλων (ΠΕΔΔΥ). που είχαν στραφεί εναντίον της ρύθμισης, παραπέμπει λόγω σπουδαιότητας την υπόθεση στην Ολομέλεια. Το θέμα δεν αναμένεται να ξεκαθαρίσει άμεσα, δημιουργώντας πολλαπλούς κραδασμούς για την κύρωση των δασικών χαρτών.

– Σε μια χώρα στην οποία το «ουδέν μονιμότερον του προσωρινού» (τακτοποίηση για 25-40 χρόνια), ο νέος νόμος ευνοεί για άλλη μια φορά, όσους παρανομούν και μάλιστα προβλέπονται εκπτώσεις και 100 δόσεις στο πρόστιμο για διευκόλυνση.

– Ως αντίμετρο για την εξισορρόπηση της τακτοποίησης των δασικών αυθαιρέτων ο νομοθέτης ορίζει ένα «περιβαλλοντικό ισοζύγιο». Δηλαδή μέρος των χρημάτων που θα συγκεντρώνονται από τα πρόστιμα διατήρησης θα αποδίδονται σε δράσεις αποκατάστασης του οικοσυστήματος που έχει υποβαθμιστεί από τις οικιστικές πυκνώσεις.Οι δυσμενείς περιβαλλοντικές, δεν αναιρούνται από την πρόβλεψη ότι το ειδικό πρόστιμο, του οποίου η καταβολή επιβάλλεται για την υπαγωγή των αυθαίρετων κατασκευών, εκχερσώσεων στις επίμαχες διατάξεις περιέρχεται στο Πράσινο Ταμείο, δεδομένου ότι εισπρακτικοί και μόνον σκοποί δεν θα ήταν δυνατό να θεμελιώσουν λόγο δημοσίου συμφέροντος. Στην πράξη, η εφαρμογή των παραπάνω έτσι ώστε να αποτραπεί η κατασκευή νέων δασικών αυθαιρέτων είναι σχεδόν αδύνατη με τις παρούσες συνθήκες, σε μια χώρα με οικονομικά προβλήματα, με αδύναμες διαδικασίες ελέγχου, από υποστελεχωμένα δασαρχεία και Παρατηρητήρια Δόμησης.

– Η εκτίμηση της αξίας δασικής γης είναι ανεκτίμητη, λαμβανομένων υπόψη των ωφελειών των δασικών οικοσυστημάτων για τους πολίτες ,όπως αναφέρονται στην εισαγωγή. Άλλωστε οι ωφέλειες ή οι περιβαλλοντικές ζημιές δεν είναι μετρήσιμες, όπως στην αξία αγρού ή οικοπέδου ή κτίσματος και δεν υπάρχει «χρηματιστήριο αξιών φυσικού περιβάλλοντος».

2.3.2 Οικιστική χρήση

– Οικιστική χρήση μέσα σε δημόσια δάση και δασικές εκτάσεις, δεν επιτρέπεται (άρθρο 36, παρ. 1, ν. 4280/14, αντικ. άρθρου 60 του ν. 998/79).

– Οικιστική χρήση σε δημόσιες εκτάσεις της παρ. 5α (Βραχώδεις), 5β (Πεδινά χορτολίβαδα) του ν. 998/79.

Στις εκτάσεις παρ. 5α και 5β, είναι δυνατή η δημιουργία οικιστικής περιοχής (στην Ηπειρωτική Ελλάδα, Κρήτη, Εύβοια) σε προβλεπόμενη πολεοδομική επέκταση (αρθ. 36, παρ. 2, ν. 4280/14 αντικ. άρθρου 60 του ν. 998/79).

Αν διαπιστωθεί ότι δεν είναι δασικού χαρακτήρα κτίζονται (άρθρο 36 του ν. 4280/14, αντικ. άρθρου 61). Για την άδεια κτήσης γης από οικοδομικό συνεταιρισμό, εφόσον διαπιστώνεται από τον ΔΧ ή την Πράξη Χαρακτηρισμού (ΠΧ) ότι δεν είναι δασικού χαρακτήρα, πρέπει εγκρίνεται από Υπουργείο με εισήγηση της Δ/νσης προστασίας Δασών.

Σημειώνεται ότι μέχρι τον ν. 4389/16 οι χορτολιβαδικές {ν. 4280/14 οι παρ. 5α (πρώην παρ. 6β), 5β (πρώην 6γ)} δεν αναρτιόνταν στον ΔΧ, αλλά καταγράφονταν. Με τον ν. 4389/16 συμπεριλαμβάνονται στον ΔΧ (άρθρο 153 παρ. 1, αντικ. άρθρου 13 ν. 3889/10). Δεν είναι δασικές εκτάσεις, αλλά προστατεύονται από την Δασική Νομοθεσία.

Με την Τροπ. ν. 4467/17, άρθρο 6, παρ. 5, οι Χορτολιβαδικές 6β (5α), 6γ (5β) εξαιρούνται ανάρτησης με διαπιστωτική πράξη του Δασαρχείου, προκειμένου να προσδιορισθούν εννοιολογικά οι ανωτέρω εκτάσεις και να διακριθούν αντιστοίχως, σύμφωνα με το άρθρο 5 του π.δ. 32/2016, αν είναι Δασικού χαρακτήρα.

– Οικιστικές χρήσεις σε Ιδιωτικές Δασικές εκτάσεις για Ιδιωτική Πολεοδόμηση

Στις εκτός σχεδίου δασικές εκτάσεις σύμφωνα με ν. 4280/14 «Εκτάσεις περιβαλλοντικής αναβάθμισης και ιδιωτικής πολεοδόμησης» (Ε.Π.Π.Α.Ι.Π):

Διευκολύνεται η πολεοδόμηση ιδιωτικής περιοχής που τμήμα της εμπίπτει σε δάσος, δασική ή αναδασωτέα έκταση (άρθρο 7 παρ. 2). Καθορίζονται Ε.Π.Π.Α.Ι.Π. Η έκταση πρέπει να ανέρχεται σε 100-300 στρέμ. Προβλέπονται έργα αποκατάστασης.

– Αποχαρακτηρισμός δασικών εκτάσεων, όταν η απώλεια του δασικού χαρακτήρα έγινε πριν το 1975 ή για τα εκτός σχεδίου εκδόθηκε οικοδομική άδεια πριν το 1975 και 2011 (άρθρο 154, παρ. 1, του ν. 4389/16).

Εφόσον είναι νόμιμη, η οικοδομική άδεια (πριν το 1975 έως το 2011, ν. 4389/16, άρθρο 154 παρ. 1, προσθήκη παρ. 7) και δεν έχει αναιρεθεί, υποβάλλεται ατελώς αντίρρηση στον ΔΧ και δεν απαιτείται βεβαίωση της οικείας δασικής αρχής.

«Για τις οικοδομικές άδειες οι οποίες έχουν εκδοθεί πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4030/2011, οι οποίες δεν έχουν ανακληθεί ή ακυρωθεί, εφαρμόζονται τα προβλεπόμενα στις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου της παρούσας μόνον για ακίνητα ή τμήματα αυτών που πληρούν τους όρους αρτιότητας σύμφωνα με το ισχύον καθεστώς κατά το χρόνο έκδοσης της σχετικής άδειας. Στις περιπτώσεις αυτές δεν απαιτείται η εκ νέου έκδοση βεβαίωσης της οικείας δασικής αρχής για την έκδοση έγκρισης δόμησης και άδειας δόμησης κατά τις διατάξεις του ν. 4030/2011».

– Ανάκτηση ΖΕΠ (Ζώνη Ενεργού Πολεοδομίας)

Προβλέπεται ανάκτηση ΖΕΠ, όταν οι Οικοδομικές εργασίες έγιναν από Εταιρεία Μικτής Οικονομίας μέσα σε 5 χρόνια (ν. 4258/14, άρθρο 22, παρ. 18.2).

– Αρση Αναδάσωσης

Προβλέπεται η δυνατότητα ανάκλησης ή τροποποίησης μιας αποφάσεως κήρυξης εκτάσεως ως αναδασωτέας κατά το τμήμα τους, που η εκχέρσωση του είχε εγκριθεί ήδη, πριν από την καταστροφή του, για λόγο δημοσίου συμφέροντος με την έκδοση της οικείας νομικής πράξης ( άρθρο 35 ν. 4280/14, παρ. 1 «Τροποποιήσεις των άρθρων 38 και 44 του νόμου 998/1979»).

Σχόλιο:
– Απαραίτητη η θέσπιση Ανεξάρτητης αρχής στελεχωμένη με μέλη γνωστικού αντικειμένου δασικής οικολογίας, για να κρίνει το Δημόσιο συμφέρον σε σχέση με τον διαχωρισμό των εκτάσεων παρ. 5α και 5β σε δασικού χαρακτήρα οικολογικής ή μη σημασίας.

Οι σταθμίσεις για την επιλογή της δασικής χρήσης σε σχέση με την Αγροτική, βοσκότοπων, οικιστική χρήσης προκειμένου να προστατευθεί το Δημόσιο συμφέρον, θα πρέπει να μη δίνουν έρεισμα για διλήμματα, όπως:

Κάλυψη πρόσκαιρων κοινωνικών αναγκών, απορρόφηση επιδοτήσεων ΕΕ ή οικολογική προστασία από την κλιματική αλλαγή, διάβρωση, ερημοποίηση, πλημμύρες, και την πτώση του υδροφόρου ορίζοντα; Κτηματολόγιο ή Kαταπατολόγιο; Χωροταξία ή Χωροαταξία; Xωροταξικός σχεδιασμός ή κτίζει όποιος δει, όπου δει και ό,τι δει;».

Ο Μ. Δεκλερής, επίτιμος αντιπρόεδρος του ΣτΕ, προσπάθησε να επιβάλει μια τάξη όσον αφορά στη χωροταξία και την οικιστική ανάπτυξη, με το σύνθημα «άπαξ δάσος – ές αεί δάσος».

Αντίθετα, στην πράξη παρατηρείται επιβράβευση της παρανομίας σε βάρος των δασικών οικοσυστημάτων, όπως:

– Η ανάκτηση ΖΕΠ από το Υπουργείο Περιβάλλοντος (ν. 4258/14, άρθρο 22, παρ. 18.2).

– Ο αποχαρακτηρισμός, όταν η απώλεια του δασικού χαρακτήρα έγινε πριν το 1975 ή για τα εκτός σχεδίου εκδόθηκε οικοδομική άδεια πριν το 1975 και 2011 (άρθρο 154 , παρ. 1, ν. 4389/16).

– Η μη ανάρτηση αυθαιρέτων οικισμών (άρθρο 153, ν. 4389/16 σε αντικ. άρθρου 23, ν. 3889/10) και η επικείμενη «τακτοποίηση» δασικών αυθαιρέτων.

Αρνητικό παράδειγμα η Μείξη δασικών εκτάσεων σε οικισμό με Αυθαίρετη χωροταξία με την γνωστή κατάληξη μετά από πυρκαγιά π.χ. στο Μάτι Αττικής.

– Οι ανταλλαγές δασικών εκτάσεων με εκτάσεις οικοδομικών Συνεταιρισμών (άρθ. 11-15, ν. 4280/14).

– Η σταδιακή τακτοποίηση αυθαιρέτων (ν. 4495/17), παρόλο που δεν αφορά πάντα τις δασικές (ν. 4178/13– ΦΕΚ Α΄ 174) αυξάνει την τάση για παραβατικότητα.

– Η μη άμεση εφαρμογή νόμων κατεδάφισης σε ρέματα με κίνδυνο πλημμύρας, δασικές εκτάσεις οικολογικής σημασίας (ν. 4559/18, άρθρο 52), με δυνατότητα παράτασης της παρανομίας, μέσω της άσκησης αίτησης ακύρωσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικράτειας (παρ. 2).

2.4 Επιτρεπτές επεμβάσεις μεταβολής Δασικής χρήσης σε Άλλη μορφή (ΔΑ)

Δεν επιτρέπεται σε δάση και δασικές εκτάσεις, οι μεταβολές χρήσης γης, η εγκατάσταση, και οι δραστηριότητες σε αυτές, πλην των επιτρεπτών επεμβάσεων (παρ. 1, αρθ. 36, ν. 4280/14, αντικ. αρθ. 45). Απαγορεύεται :

– Η εγκατάσταση μονάδων μελισσοκομείων, υδατοκαλλιεργειών, Κτηνοτροφικών σε Προστατευόμενα δάση, Αναψυχής, Πάρκα-άλση. (Τροπ. ν. 4467/17 του άρθρου 47Α, ν. 998/79 με το άρθρο 3 παρ. 2 & 3).

– Σε αναδασωτέες μετά από πυρκαγιά (άρθρο 117, παρ. 3 Συντάγματος), με εξαιρέσεις σε Έργα Υποδομών, Στρατιωτικά, Διάνοιξης, κεραίες κ.λπ. (ν. 4280/14 άρθρο 36, αντικ. άρθρου 46, ν. 998/79).

– Η έγκριση επέμβασης χορηγείται υπό την προϋπόθεση ότι για τη συγκεκριμένη χρήση δεν είναι δυνατή η διάθεση μη δασικών δημοσίων εκτάσεων (άρθρο 36, ν. 4280/14 σε αντικ. άρθρου 45 ν. 998/79, παρ. 3).

– Απαιτείται Μελέτη Περιβαλλοντικών επιπτώσεων (ΜΠΕ)[4] για έκδοση Απόφασης Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων (ΑΕΠΟ) ή Πρότυπων Περιβαλλοντικών Δεσμεύσεων (ΠΠΔ) με πράξη Δασικής αρχής, ανάλογα με την κατηγορία του έργου (άρθρο 36, παρ. 4, ν. 4280/14 σε αντικατάσταση άρθρων 45-62, ν. 998/79).

Οι Επιτρεπτές Επεμβάσεις (Χρήση- Εκμετάλλευση- Δραστηριότητα σε δάση και δασικές εκτάσεις), σύμφωνα με τον ν. 4280/14, άρθρο 36 αντικ. άρθρων 45-62, ν. 998/79 αφορούν:

Γεωργική, κτηνοτροφική εκμετάλλευση και υδατοκαλλιέργειες, διάνοιξη οδών, εγκαταστάσεις τουριστικού χαρακτήρα, κατασκηνώσεις, βιομηχανικές εγκαταστάσεις, μεταλλεία – λατομεία, έργα υποδομής (αεροδρόμια, τεχνητές λίμνες, φράγματα, υδροηλεκτρικοί σταθμοί κ.λπ.), έργα πολιτιστικού χαρακτήρα, στρατιωτικά έργα, ορειβατικά καταφύγια , αθλητικές εγκαταστάσεις, πάρκα – άλση, σχέδια πόλεως, άδεια κτήσης γης από οικοδομικό συνεταιρισμό, Αστεροσκοπείο (Τροπ. ν. 4467/11, άρθρο 3, παρ. 5).

Σχόλιο:
– Η ιδιομορφία της ανάπτυξης ορεινών περιοχών έγκειται στο γεγονός, ότι η ανθρωπογενής δράση συχνά υποβαθμίζει το φυσικό και δομημένο περιβάλλον, που ταυτόχρονα αποτελεί την πρώτη ύλη για την ανάπτυξή του.
Χωρίς την εκτίμηση της φέρουσας ικανότητας του ορεινού τοπίου και περιβάλλοντος αλλά και της αντοχής των φυσικών πόρων να δεχθούν ανθρώπινες δραστηριότητες μια περιοχή μπορεί να οδηγηθεί σε μη ανατρέψιμες καταστάσεις περιβάλλοντος.

– Οι ΜΠΕ (και οι αποφάσεις ΣτΕ) οφείλουν να εξετάζουν και να αξιολογούν βάσει περιβαλλοντικών κριτηρίων όλες τις εναλλακτικές λύσεις εγκατάστασης του έργου, συμπεριλαμβανομένης και της μηδενικής και αν τελικώς επιλέγουν αυτή με το μικρότερο περιβαλλοντικό κόστος. Το ΣτΕ περιοριζόμενο σε ένα καθαρά επιφανειακό έλεγχο του περιεχομένου των ΜΠΕ, απορρίπτει επανειλημμένα τις αιτήσεις ακύρωσης των ΑΕΠΟ. Η στάση του αυτή αναμφίβολα υποβοηθείται και από την έλλειψη καθορισμού σαφών, αναλυτικών, εξατομικευμένων και ανθεκτικών στην καταστρατήγηση περιβαλλοντικών κριτηρίων[6], τα οποία θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη οι ΜΠΕ. Ο έλεγχος και η εφαρμογή της ορθής τήρησης των δεσμεύσεων να εξετάζεται περιοδικά[5] και να αναφέρεται στον κύκλο ζωής[9] της επέμβασης (Σχήμα 2).

– Η επίσπευση στη πράξη της κύρωσης ΔΧ επηρεάζει σημαντικά την μείωση των κακόβουλων Δασικών πυρκαγιών, αλλά και την κατάρτιση του Δασολογίου. Το Δασολόγιο με τον θεματικό χαρακτηρισμό των φυτοπολυγώνων θα βοηθήσει στην πιο αντικειμενική κατάρτιση ΜΠΕ στις επεμβάσεις.

Σχήμα 2. Ο Κύκλος Ζωής επέμβασης (Project Life Cycle)

– Η χωροθέτηση μιας επιχειρηματικής δραστηριότητας για να αδειοδοτηθεί περιβαλλοντικά οφείλει να είναι συμβατή με το Εθνικό και τα περιφερειακά χωροταξικά, τα ειδικά χωροταξικά το ρυθμιστικό, το γενικό πολεοδομικό σχέδιο του δήμο, τον Δασικό χάρτη και τον στρατηγικό σχεδιασμό για την αειφόρο ανάπτυξη των δασών. Απαιτείται μια πιο ευέλικτη χωροταξία για διευκόλυνση των επενδύσεων με μικρές αποκλίσεις, ύστερα όμως από επιστημονική τεκμηρίωση των ειδικών ανάλογα με την χρήση γης στην εγκατάσταση και δείκτες (κριτήρια) αναμφισβήτητους, αφού εξαντληθούν άλλες εναλλακτικές λύσεις εκτός δασικών εκτάσεων.

– Το πρόβλημα της περιβαλλοντικής αδειοδότησης, συνδέεται με τον σωστό σχεδιασμό των έργων στον κύκλο ζωής τους (Σχήμα 2), την αντικειμενική κατάρτιση Μ.Π.Ε., ενώ η ανάρτηση ΑΕΠΟ, ΔΧ σε συγκεκριμένο διαδικτυακό τόπο συμβάλλει την ενημέρωση των τοπικών κοινωνιών και την άσκηση αίτησης ακύρωσης με επιστημονικά κριτήρια και κατά συνέπεια τον αντικειμενικό δικαστικό έλεγχο.

2.5 Το Πολυδαίδαλο Ιδιοκτησιακό καθεστώς

– Διαδοχή κυριότητας του Ελληνικού δημοσίου

Το Ελληνικό Κράτος στη μορφή που το γνωρίζουμε σήμερα, δεν αποτέλεσε από την αρχή της ιδρύσεως του ένα ενιαίο Κράτος, αλλά δημιουργήθηκε με τη σταδιακή προσάρτηση στο λεγόμενο «Παλαιό Βασίλειο» (1832: Πελοπόννησος, Στερεά Ελλάδα, Εύβοια, νησιά Σαρωνικού, Σποράδες, Κυκλάδες) των διαφόρων περιοχών (Θεσσαλία, Ήπειρος, Μακεδονία, κ.α.) κατόπιν διεθνών συνθηκών. Συνέπεια αυτής της κατάστασης ήταν να μην υπάρχει από την αρχή ένα ενιαίο ιδιοκτησιακό νομοθετικό πλαίσιο για όλη τη Χώρα, αλλά κάθε περιοχή να έχει το δικό της με αποτέλεσμα να αντικατοπτρίζεται αυτό και στους μετέπειτα τίτλους ιδιοκτησίας. Έτσι αυτό που ονομάζουμε σήμερα «τίτλοι ιδιοκτησίας» δεν είναι κάτι ενιαίο για όλη τη Χώρα, διαφέρει από περιοχή σε περιοχή και ανάλογα με την εποχή.

Κατά την χρονική περίοδο της συστάσεως του Ελληνικού Βασιλείου το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο[7], το οποίο άρχιζε σταδιακά να αναδύεται ως κυρίαρχο δικαιϊκό σύστημα στα ελληνικά εδάφη, αντιπαρατίθεται προς το οθωμανικό, προβάλλοντας τις σημαντικές διαφορές τους. Σύμφωνα λοιπόν με το Βυζαντινορωμαϊκό Δίκαιο τα δάση ανήκαν κατά πλήρη κυριότητα στο βυζαντινό κράτος. Σύμφωνα με θεμελιώδη αρχή, που διείπε το οθωμανικό γαιοκτητικό δίκαιο, η κυριότητα της αυτοκρατορικής γης, εφόσον προερχόταν από πολεμικές κατακτήσεις, ανήκε κατ’ αρχάς στο οθωμανικό δημόσιο και τον εκπρόσωπό του σουλτάνο.

Μετά την απελευθέρωσητα δάση περιήλθαν στην Ελληνική Πολιτεία με δικαίωμα πολέμου ή διεθνών συνθηκών (πρωτόκολλο του Λονδίνου 1830 «επίσημη ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της Ελλάδος», Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης 9/21 – 7-1832 «ο περί της Ελλάδος διομολογηθείς συμβιβασμός»), χωρίς αποζημίωση του Σουλτάνου. Έτσι τα δάση από το Οθωμανικό δημόσιο πέρασαν στον διάδοχό του, το Ελληνικό δημόσιο.

Το Ελληνικό Δημόσιο δεν έγινε καθολικός διάδοχος του Τουρκικού Δημοσίου, αλλά στην κυριότητά του περιήλθαν εκείνα μόνο τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία κατά τη διάρκεια του πολέμου κατέλαβε και δήμευσε με τις στρατιωτικές δυνάμεις του και εκείνα τα οποία, κατά το χρόνο υπογραφής των παραπάνω πρωτοκόλλων, είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες Οθωμανούς.

– Τεκμήριο υπέρ Δημοσίου

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 62, παρ.1, ν. 998/1979 οποιοσδήποτε επικαλείται ή αξιώνει δικαίωμα εμπράγματο ή μη επί των δασών, των δασικών εκτάσεων ή των αναφερόμενων στο άρθρο 74 του νόμου αυτού εδαφών, οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη του δικαιώματός του (Τεκμήριο υπέρ Δημοσίου)[7]. Με τη διάταξη αυτή εισάγεται διαδικαστικό προνόμιο υπέρ του Δημοσίου, το οποίο συνίσταται στην απαλλαγή αυτού από το βάρος της απόδειξης της ιδίας του κυριότητας επί των δασών, δασικών εκτάσεων και μετατίθεται το βάρος απόδειξης στο επικαλούμενο υπέρ αυτού δικαίωμα κυριότητας. Σύμφωνα με το άρθρο 62 του νόμου 998/1979, για τα δάση των νησιών Κυκλάδες, Λέσβος, Σάμος, Ικαρία, Χίος, Κυθήρων, Αντικυθήρων, όπως και με την Κρήτη, δεν ισχύει το τεκμήριο υπέρ του Δημοσίου. Με βάση το ΒΔ της 17/29-11-1836 «περί ιδιωτικών δασών», δεν ισχύει και στην Αττική, Εύβοια, Φθιώτιδα και Θήβα, Σποράδες, νησιά του Σαρωνικού, Μάνη. Ακόμη δεν ισχύει στα Επτάνησα, Δωδεκάνησα, στη Θεσσαλία και Άρτα για δάση πριν το 1881 (έτος παραχώρησης), στην Μακεδονία και Ήπειρο πλην Άρτας για δάση πριν το 1914 (έτος απελευθέρωσης), στην Θράκη για δάση πριν 1923 (έτος ανταλλαγής πληθυσμών).

– Χρησικτησία

Τα δημόσια κτήματα, άρα δάση και δασικές εκτάσεις, εξαιρούνται της τακτικής χρησικτησίας. Έκτακτη χρησικτησία κατά του δημοσίου (σε δάσος ή δασική έκταση) είναι δυνατή μόνο εφόσον ο χρόνος χρησικτησίας συμπληρώθηκε μέχρι της 12/09/1915 με προϋπόθεση την 30ετή νομή και καλή πίστη (δηλ. έχει την πεποίθηση ότι του ανήκει, χωρίς να προσβάλλεται το δικαίωμα τρίτου) του χρησιδεσπόζοντος (Α.Π. 1284/1983 και Α.Π. 198/1983) και 10 χρόνια για δημόσια ακίνητα, αλλά μη δασικά.

Η απόκτηση νομής σε: α) δάση, δασικές εκτάσεις, γίνεται με άδεια υλοτομίας, ή την εκμετάλλευση αυτώνως ιδιωτικών εκτάσεων, με βάση άδειες της δασικής αρχής. β) χορτολιβαδικές η βοσκή επί δημοσίων κτημάτων δεν μπορεί από μόνη της να θεωρηθεί ως νομή του. γ) επί των αδέσποτων και επί των δημόσιων εν γένει δασών, θεωρείται νομέας το Δημόσιο, έστω και αν ουδεμίαενήργησε σ’ αυτά πράξη νομής.

Υπό το καθεστώς του Αστικού Κώδικα (>1946) δεν είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητος σε δημόσιο δάσος με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία σύμφωνα με τα άρθρα 1041, 1045, 974 του ΑΚ, αφού αυτό είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας .

Σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο δεν είναι δυνατή η κτήση της κυριότητας με χρησικτησία. Εφ’ όσον συνεπώς το Οθωμανικό δίκαιο δεν αναγνωρίζει το θεσμό της χρησικτησίας, ο χρόνος νομής που διανύθηκε υπό το κράτος της Οθωμανικής νομοθεσίας δεν υπολογίζεται για τη συμπλήρωση του χρόνου χρησικτησίας.

Σχόλιο: 
Οι ίδιοι κανόνες δεν ίσχυσαν σε όλη τη Χώρα, αλλά πάρθηκε υπόψη η ιδιαιτερότητα της κάθε περιοχής (οι ιστορικές συνθήκες που επικράτησαν και ο τρόπος με τον οποίο απελευθερώθηκαν τα διάφορα γεωγραφικά διαμερίσματα,
το εθιμικό δίκαιο, η ιστορική πορεία, τα οικονομικά, κοινωνικά και νομικά δεδομένα).

Βέβαια ο δασικός χάρτης δεν καταργεί, δεν τροποποιεί, δεν αναστέλλει, ούτε αναιρεί την ισχύ διατάξεων της εν γένει δασικής νομοθεσίας, αλλά και οποιασδήποτε άλλης διάταξης της γενικής ή ειδικής νομοθεσίας, που δεν έρχεται σε αντίθεση με αυτή. Πράξεις της διοίκησης που έχουν εκδοθεί σε εφαρμογή κείμενων διατάξεων και δεν έχουν ανακληθεί ή ακυρωθεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο ή λόγο, είναι σε ισχύ και δεν ανατρέπονται από τον δασικό χάρτη (Εγκύκλιος 158577/1580/04-07-2017 για τροπ. ν. 4462/17, ν. 4467/17, παρ. Α10). Δηλ. οι ΔΧ δεν επιλύουν το ιδιοκτησιακό, αλλά δίνουν το έρεισμα για την επίλυσή του, αρκεί όμως η απόκτηση νομής στην έκτακτη χρησικτησία να αποδεικνύεται με έγγραφες άδειες της δασικής αρχής.

2.6 Παλινωδίες στις Νομοθετικές ρυθμίσεις του Κτηματολογίου σε σχέση με ΔΧ.

Διαχρονικά παρατηρούνται οι παρακάτω παλινωδίες:

– Αλλαγές ορισμού δασικής έκτασης:

Όσον αφορά το ποσοστό συγκόμωσης (σκίαση γης από δένδρα, όταν ο ήλιος είναι στο ζενίθ), προκειμένου να ερμηνευθεί ο όρος “αραιά βλάστηση” του ορισμού και έτσι να χαρακτηρισθεί μια έκταση ως δασική μεταβλήθηκε, όπως παρακάτω:

– Ν. 998/79, άρθρο 3. Με ερμηνεία του, μέχρι το 1980 τα φρύγανα ήταν δασικές, ενώ μετά το 1980 τα φρύγανα δεν είναι δασικές εκτάσεις. Το ποσοστό συγκόμωσης για τον χαρακτηρισμό των δασικών εκτάσεων ανέρχεται στο 15%.

– Ν. 3208 /2003, τα φρύγανα είναι δασικές και η απαραίτητη συγκόμωση για δασικές εκτάσεις το 25%.

– Ν. 3818/2010, τα φρύγανα είναι δασικές, σχετική εγκύκλιος ερμηνεύει με αριθμητικά δεδομένα δηλ. με συγκόμωση μικρότερη του 15% χαρακτηρίζονται ως Χορτολίβαδα, με συγκόμωση 15-25% ως Δασικές, με συγκόμωση μεγαλύτερη του 25% ως Δάσος.

Με απόφασεις της ολομέλειας του ΣτΕ 32, 33 και 34/2013, η χρησιμοποίηση μόνο αριθμητικών κριτηρίων* για τον χαρακτηρισμό, δεν είναι δεκτή.

– Ν. 4280/2014, άρθρο 32 παρ. 4, τα φρύγανα είναι δασικές, απαραίτητη συγκόμωση για δασικές 15%-25%. Οι εκτάσεις παρ. 5α (πρώην 6β δηλ. βραχώδεις), 5β (πρώην 6γ, δηλ. ημιορεινά και πεδινά χορτολίβαδα σε υψόμετρο μέχρι 100 μ. και κλίση <8-12%) προστατεύονται εκτός αν είναι ιδιωτικές. Οι 5α και 5β αναρτώνται μόνο στον πρόσφατο ορθοφωτοχάρτη όχι όμως στον ΔΧ.

* Με την π.δ. 32 (ΦΕΚ Α΄46/2016) εισάγονται τα παραπάνω αριθμητικά του ποσοστού συγκόμωσης και ερμηνεύονται όροι οικολογικοί του ορισμού. Επί πλέον το ενδεικτικό μέγεθος ελάχιστης επιφάνειας που αποτελεί δάσος είναι τα 700 τ.μ. από 3000 τ.μ. που προέβλεπε ο ν. 3208/2003.

– Μετονομασίες του Δασικού Κτηματολογίου

Το Δασικό Κτηματολόγιο, είναι χωροταξικός όρος διαχωρισμού εκτάσεων στα πλαίσια του Εθνικού και αναφέρεται στον δασικό χώρο. Αρχικά ονομάσθηκε:

– Με τον ν. 248/76, Φύλλα καταγραφής, Μητρώο Ιδιοκτησίας.

– Συζητήθηκαν ακόμη, οι Light Κτηματολόγιο, Πρόδρομο Κτηματολόγιο για αδρομερή καταγραφή δασικών εκτάσεων.

– Με τον ν. 2664/1998, Δασικοί χάρτες στα πλαίσια του Εθνικού, που ισχύει μέχρι σήμερα.

– Αλλαγές στον φορέα του κτηματολογίου με τον:

– Ν. 1647/1986, φορέας ο ΟΚΧΕ( Οργανισμός Κτηματογραφήσεων Χαρτογραφήσεων Ελλάδος), ως ΝΠΔΔ.

– Ν. 2308/1995 (Απόφαση 81706/6085/6-10-1995, ΦΕΚ 872Β/19-10-1995), φορέας η ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ Α.Ε.

– Ν. 4164/2013 «Εθνικό Κτηματολόγιο & Χαρτογράφηση Α.Ε», φορέας ο ΕΚΧΑ Α.Ε.

– Ν. 4512/2018, ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ, ιδρύεται νέος δημόσιος φορέας, με την επωνυμία «Ελληνικό Κτηματολόγιο», στον οποίο θα απορροφηθούν το Εθνικό Κτηματολόγιο και Χαρτογράφησης (ΕΚΧΑ) και τα υποθηκοφυλακεία – Κτηματολογικά γραφεία, ως ΝΠΔΔ.

– Αρμοδιότητες κατάρτισης ΔΧ

– Ν. 248/1976, αρμόδια η δασική υπηρεσία.

– Ν. 3889/2010, αρμόδια η Διεύθυνση Δασών Περιφέρειας.

– Ν.4164/2013, αρμόδια η Διεύθυνση δασών Περιφέρειας μόνο τη θεώρηση, αρμόδια για λοιπά στάδια, ο ΕΚΧΑ.

– Ν. 4389/2016, σε όλη την διαδικασία, αρμόδια η Διεύθυνση Δασών της Αποκεντρωμένης Διοίκησης.

Σχόλιο:
– Τα παραπάνω σε συνδυασμό και με την καθυστέρηση της κατάρτισης και έγκρισης της κωδικοποίησης[4] της δασικής Νομοθεσίας (ν. 4280/2014, άρθρο 60, που απαιτεί σε 1 χρόνο), δημιούργησαν σύγχυση στην διοίκηση με αποτέλεσμα την αδυναμία έγκαιρης κατάρτισης των Δασικών χαρτών.

Παρατηρούμε στο διάστημα κατάρτισης δασικών χαρτών 1995-2018, την Ιδιωτικοποίηση του Δημόσιου συμφέροντος με φορέα Α.Ε και μετά τις «τακτοποιήσεις», την επαναφορά στο δημόσιο με φορέα ΝΠΔΔ. Το δημόσιο όμως συμφέρον είναι διαχρονικό.

– Ακόμη κατά το άρθρο 17, ν. 4512/2018, στην κεντρική υπηρεσία στο τεχνικό τμήμα προβλέπεται ο διορισμός με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, 4 γεωτεχνικών και 7 Δασολόγων, όχι όμως και στα περιφερειακά κτηματολογικά γραφεία, δηλ. η Διαχείριση υλικού φυσικού περιβάλλοντος, στα πλαίσια των περιφερειακών κτηματολογικών γραφείων θα γίνεται από μη ειδικούς, παρά το άρθρο 24, παρ. 2, του Συντάγματος.

Η Συμμετοχή του ΓΕΩΤ.Ε.Ε που διαχειρίζεται και καταρτίζει ΔΧ στο περίπου το 60% της χώρας, στα υπό ίδρυση Περιφερειακά Κτηματολογικά γραφεία για διαχείριση των πληροφοριών του φυσικού περιβάλλοντος και την αδειοδότηση επιτρεπτών επεμβάσεων, κρίνεται απαραίτητη. Θετικό η ενίσχυση με προσωπικό των διευθύνσεων δασών για την διεκπεραίωση των αντιρρήσεων. Απαραίτητη όμως η επέκταση και στα περιφερειακά Κτηματολογικά γραφεία.

3. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ – ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

– Καταρχήν είναι θετικό το γεγονός της ώθησης που δέχθηκε το Δασικό Κτηματολόγιο με τους τελευταίους νόμους, έστω και μετά από μνημονιακή απαίτηση. Θα ήταν ακόμη θετικότερο αν γινόταν με μεγαλύτερο σεβασμό στο φυσικό Περιβάλλον, γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι είναι πηγή ζωής και για τις επόμενες γενιές από τις οποίες είναι «δανεικό». Με τις συνεχείς «τακτοποιήσεις» και την άνιση εφαρμογή νόμων εις βάρος του φυσικού Περιβάλλοντος, υπερτερεί το βραχυπρόθεσμο από το μακροπρόθεσμο όφελος.

– Στο Σύνταγμα (άρθρο 117) καθίσταται σαφές ότι «τα δάση και οι δασικές εκτάσεις που καταστρέφονται δεν χάνουν τον δασικό τους χαρακτήρα». Επομένως οι οικιστικές πυκνώσεις είναι φυτοπολύγωνα με χαρακτηρισμό ΔΑ δηλ. κατά χαρακτήρα δασικές εκτάσεις, που σημαίνει ότι η εξαίρεση τους από την ανάρτηση διευκολύνει την «νομιμοποίησή τους», αν και κρίθηκε σε πρώτη φάση αντισυνταγματικό.

– Συνεχείς αλλαγές νόμων και ορισμού του δάσους, αποχαρακτηρισμών, τακτοποιήσεις κ.λπ. οδηγούν σε δασικούς χάρτες χωρίς οριστικοποίηση αλλά σε συνεχή αναμόρφωση, που «επιβραβεύει την παρανομία» και μακροπρόθεσμα αντιβαίνει στο δημόσιο συμφέρον, αυξάνοντας την παραβατική συμπεριφορά των πολιτών.

– Η Διαχείριση υλικού φυσικού Περιβάλλοντος πρέπει να γίνεται από ειδικούς επιστήμονες (Δασολόγους) στα πλαίσια των κτηματολογικών γραφείων και ΜΠΕ, όπως άλλωστε επιτάσσει το Σύνταγμα στο άρθρο 24, παρ. 2, για τις τεχνικές επιλογές και σταθμίσεις.

– Απαραίτητη η Σύσταση ανεξάρτητης αρχής παρόμοια της δικαστικής, έτσι ώστε:

Γνώμονας σε κάθε περίπτωση να είναι η αρχή της προστασίας των δασικών οικοσυστημάτων (πηγή ζωής) σε συνδυασμό με την αρχή της αξιοποίησης, αλλά με βάση χάρτες χρήσεων γης από ειδικούς επιστήμονες, που θα ζυγίσουν ανεπηρέαστα σαν ανεξάρτητη αρχή, αν είναι καλύτερο για την κοινωνία η ύπαρξη δασικής έκτασης ή άλλη χρήση. Aν κρίνεταιαπό μια ανεξάρτητη αρχή, ότι η οικιστική, τουριστική, αθλητική, γεωργική, βιομηχανική ή άλλη χρήση μιας δασικής έκτασης με λίγους θάμνους ή φρύγανα, έχει μεγαλύτερη αξία από την οικολογική, τότε να προκρίνεται η άλλη χρήση.

– Οι Δασικοί χάρτες επηρεάζουν, το Δασολόγιο, το ιδιοκτησιακό, την χωροταξία, τις ΜΠΕ, που με την σειρά τους, συμβάλλουν στην αειφόρο ανάπτυξη και τις επενδύσεις. Οι καθυστερήσεις στην υλοποίηση βασικών συνταγματικών επιταγών, όπως η θέσπιση-εφαρμογή χωροταξικών πλαισίων, η κατάρτιση δασικών χαρτών και η κτηματογράφηση, δημιουργούν προβλήματα αξεπέραστα για την προοπτική ανάπτυξης της χώρας. Οι αποσπασματικές και ευκαιριακές ρυθμίσεις επιτείνουν το πρόβλημα.

– Το Κτηματολόγιο σε συνδυασμό με το χωροταξικό σχέδιο, οφείλουν να εμπνέουν και να δίνουν προοπτική ανάπτυξης, κοινωνικής συνοχής και βελτίωσης της ποιότητας ζωής στη χώρα. Οι επιλογές αξιοποίησης στο χώρο δεν πρέπει να είναι στην πράξη παράγωγα της κρατούσας πολιτικής. Χρειάζεται υπέρβαση στο βαθμό που σύμφωνα με το άρθρο 24 του Συντάγματος οι επιλογές αποτελούν προϊόν επιστημονικής τεκμηρίωσης και επιβάλλονται από τις ανάγκες της κοινωνίας .

____________________________________________

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Κοσμάς-Αριστοτέλης Γ. Δούκας, 2018. Δασικό κτηματολόγιο και δασικοί χάρτες, εκδόσεις Τζιόλα.

2. Αναστασία Δούκα, 2017. Δασικό κτηματολόγιο: νομοθετικές πλημμέλειες και πρακτική ανεφαρμογή. Τιμητικός Τόμος, Περιβαλλοντική και Περιφερειακή Πολιτική, σελ. 77 – 97.

3. Απόστολος Λ. Αρβανίτης. 2014. Το κτηματολόγιο ως σύστημα διοίκησης γης και διαχείρισης γεωπληροφορίας, ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ 2020, εκδόσεις ΖΗΤΗ.

4. Διαμαντόπουλος Γ., 2017. Κώδικας Κτηματολογίου «κωδικοποίηση» νομοθεσίας για το εθνικό Κτηματολόγιο και τον Κτηματολογικό κανονισμό Δωδεκανήσου. Σειρά: Βιβλιοθήκη Κτηματολογικού Δικαίου – τ. 5. ISBN/ISSN: 978-960-568-536-2.

5. Δούκα Αναστασία, Δρόσος Βασίλειος, 2015. Το νομικό πλαίσιο προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος από εξορυκτικές δραστηριότητες με έμφαση στα δάση και στις δασικές εκτάσεις. Πρακτικά 2ου Περιβαλλοντικού Συνεδρίου Θεσσαλίας, Σκιάθος 26-28/9/2015.

6. Δούκας Γεώργιος, Στεργιάδου Αναστασία, Δρόσος Βασίλειος, 2017. Αποτίμηση συμβατότητας δασικού δρόμου με το περιβάλλον σε προστατευόμενα δάση, με χρήση σύγχρονων οργάνων. Συνέδριο ΕΔΕ. Έδεσσα.

7. Kαρύμπαλη Γ., Τσίπτσιου Γ., Διαμαντόπουλος Γ., 2013. Δίκαιο Κτηματολογίου, Εκδόσεις Σάκκουλας.

8. Παπαστερίου Δ., 2017. «Δασικό Δίκαιο και Εθνικό Κτηματολόγιο», εκδόσεις Σάκκουλας, Αθήνα-Θεσσαλονίκη.

9. Ηans Heinimann, 2006. Modeling spatial variability in the life-cycle costs of low-volume forest roads. Article inEuropean Journal of Forest Research 125(4):377-390, January 2006.

Δημοσιεύτηκε στο dasarxeio.com | 21.02.2019

 

Μοιραστείτε το!
Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin


ΚατηγορίεςΔασικοί Χάρτες, Νομοθεσία

Tags: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: