ΙΔΡΥΣΗ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΑΣΙΚΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ


Κείμενο του δασολόγου και συγγραφέα Σεραφείμ Τσιτσά που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΔΑΣΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ (τεύχος 9 – 10, Σεπτέμβριος – Οκτώβριος 1978). 


Πριν τρία περίπου χρόνια είχε ριφθεί στην Κεντρική Δασική Υπηρεσία, η ιδέα για την ίδρυση Δασικού Μουσείου. Είχε τότε παρακληθεί και ο υποφαινόμενος να βοηθήσει προς την κατεύθυνση αυτή. Είχαμε μάλιστα επισκεφθεί (ορισμένες περιοχές της Θεσσαλίας πού θα προσφέρονταν για το σκοπό αυτό. Επειδή μέχρι σήμερα δεν δόθηκε συνέχεια για την πραγματοποίηση του τόσο ενδιαφέροντος αυτού έργου, θα ήθελα να εκθέσω εδώ τις σκέψεις μου εκείνες, όπως τις είχα διατυπώσει σε σύντομο γραπτό σημείωμα.

Η συνολική έκταση του Μουσείου πρέπει να είναι της τάξεως μερικών εκατοντάδων στρεμμάτων, να προσφέρεται από την άποψη ευνοϊκών εδαφικών και κλιματικών συνθηκών και να έχει κοντά της αρκετό νερό. Στο χώρο αυτό θα περιληφθούν:

1. Ειδικός χώρος 20-30 στρεμμάτων θα καλύπτεται με όλα σχεδόν τα είδη των δασικών μας δέντρων — δασοβοτανικός κήπος — με ειδικές καρτέλες πού θα γράφουν τα επιστημονικά (λατινικά) και τα κοινά των ονόματα.

2. Σε στεγασμένο ιδιαίτερο χώρο θα υπάρχουν οι παραδοσιακές δασικές εγκαταστάσεις: νεροπρίονα, μαντάνια και νεροτριβές (υδροτριβεία), κινούμενες με κατάλληλα παροχετευόμενο νερό. Εγκαταστάσεις ανθρακαμίνων, ασβεστοκαμίνων και αποστάξεως κατράμης. Κοντά σε υδροπρίονα θα υπάρχουν προϊόντα της πρωτογενής επεξεργασίας των κορμών των δέντρων: μαδέρια, τάβλες, σανίδες, πέταβρα, καδρόνια.

3. Χώρος ποιμενικών εγκαταστάσεων νομαδικής κτηνοτροφίας. Θερινή και χειμερινή (κονάκια) ποιμενική εγκατάσταση, στρούγκα πέτρινη με διπλή έξοδο και είσοδο για το άρμεγμα των κοπαδιών, λειασμένες πέτρες (αλαταρίες) κλπ. ‘Ολα τα ποιμενικά σύνεργα και σκεύη: βιδούρες, λεβέτια, καρδάρες, κάδοι, βαρέλες, βουτσέλες, τσότρες, τσίτσες, πλόσκες, ασκιά, κρεμανταλάδες, κοπανόκαδη ή βούρτσα (για την αποβουτύρωση του γίδινου γάλατος), τάλαροι, ρόκες, αδράχτια, σφοντήλια, αργαλειοί, σαΐτες, λανάρια, ανέμες, τσικρίκια, γκλίτσες, φλογέρες, τζαμάρες, κουδούνια, κλειδοπίνακα, τυρολόϊ (μικρό ασκί) κλπ. Ποιμενικές φορεσιές αντρίκιες καί γυναικείες.

4. Συλλογή υλοτομικών εργαλείων (τσεκούρια, κόφτρες, πριόνια, σφήνες, διχάλες, κλαδευτήρες κλπ.) και ξύλινων αγροτικών σκευών και εργαλείων: ησιόδειο άροτρο, φτυάρια, καρπολόγια, δικούλια, στηλιάρια, σκαπάνες τσάπες, σβάρνα, κάδες, βαρέλια, καρούτα, αμπάρι δημητριακών, τρυγόκαδες, σεντούκια, κιούπια, δρεπάνια, σαμάρι, βουκέντρα, τσόκαρα, σήμαντρα, εξωκκλησιών, κλάπες, γουδιά, κόπανοι ρούχων, ξύλινη σαρμανίτσα, ξύλινη κυψέλη (κρινί), δόκανες αλωνισμού, σκάφη, κουβέλι (μετρητής δημητριακών), τσακατούρα, αραμπάς (βοϊδάμαξα με συμπαγείς ξύλινους τροχούς), ένα παραδοσιακό τζάκι με κούτσουρα δίπλα του.

5. Φωτογραφικοί πίνακες από τα ‘Ελληνικά δάση, χάρτες, διαγράμματα και στατιστικοί πίνακες για τα ελληνικά δάση και τις διάφορες δασοπονικές και δασοτεχνικές δραστηριότητες.

6. Φωτογραφίες των εκλιπόντων Δ/ντών τής Δασικής Υπηρεσίας και των ακαδημαϊκών διδασκάλων (καθηγητών Παν/μίων, Πολυτεχνείου και Ανωτάτων Σχολών).

7. Λεύκωμα με τα καλύτερα δασικά και φυσιολατρικά τραγούδια γνωστών ποιητών (Παλαμά, Παπαντωνίου, Δροσίνη, Πολέμη, Πορφύρα, Στ. Γρανίτσα, Μ. Μαλακάση, Ν. Γενηματά, Τάκη Καρρά, Μυρτιώτισσας κλπ.) αλλά και της Δημοτικής Μούσας.

’Αρκετά από τα παραδοσιακά αυτά στοιχεία εκλείπουν, αν δεν εξέλιπαν έως τώρα. Επιζούν ακόμα, λαϊκοί Τεχνίτες πού θα μπορούσαν να τα κατασκευάσουν. Γι’ αυτό επείγει η πραγμάτωσης αυτού τού Μουσείου. Στο έργο θα βοηθήσουν και λαογραφικά κείμενα, όπως τα «Αγροτικά» και «Ποιμενικά» της Ρούμελης του λαογράφου της Ακαδημίας Δημ. Λουκοπούλου, το μνημειώδες (δυστυχώς ατελές) έργο της Άγγελ. Χατζημιχάλη «Οι Σαρακατσάνοι», «Λαϊκός πολιτισμός και παράδοση» και «Στέγη από ούρανό» τουΝέστορα Μάτσα, όπως επίσης λαογραφικές εργασίες των Παν/κών καθηγητών της Λαογραφίας Νικ. Πολίτη, Γ. Μέγα, Στίλπ. Κυριακίδη. Εις τα βιβλία αυτά υπάρχουν εικόνες αρκετών παραδοσιακών αντικειμένων της αγροτικής και ποιμενικής ζωής.

Καμμιά πρόοδος και εξέλιξη δεν έχει γερά θεμέλια αν δεν στηρίζεται στη βαθιά γνώση και συνείδηση του παρελθόντος. Αυτό το δασικό παρελθόν κινδυνεύει ν’ αφανιστεί ταχύτατα στην εποχή μας από τον οδοστρωτήρα της σύγχρονης τεχνολογικής αλλαγής. Πρέπει να το διασώσουμε έγκαιρα. Η εθνική σημασία τού παραδοσιακού μας λαϊκού πολιτισμού είναι τεράστια. Η μελέτη και η διαπίστωση τής Ενότητας και της μακραίωνης συνέχειας τού παραδοσιακού μας βίου, ανέτρεψε τις πλάνες ξένων ιστορικών πού αμφισβήτησαν την γνησιότητα τής φυλής μας, στην ροή του χρόνου. Η ίδια ατράνταχτη πίστη των πατέρων μας στις Ιερές ελληνικές παραδόσεις βοήθησε αποφασιστικά στην επιβίωση της φυλής μας σε θύελλες κι’ επιδρομές στη χώρα μας βαρβάρων και ξένων εθνοτήτων.

Ειδικότερα ο ορεινός δασικός βίος κατέχει κυρίαρχη ιστορική θέση στην εθνική μας αντίσταση και κατίσχυση σέ δουλεία απάνθρωπη 400 χρόνων στους Τούρκους.

Το δασικό μας μουσείο θα διασώσει τα μνημεία του δασικού μας παρελθόντος. Παράλληλα θ’ αποτελέσει και μέσο προβολής του δάσους, της Δασικής Υπηρεσίας και των δασικών υπαλλήλων. Θα υπηρετήσει έτσι τη φιλοδασική διαφώτιση του λαού μας και την αγάπη του προς το ατίμητο φυσικό μας αγαθό, το Ελληνικό Δάσος.

ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΤΣΙΤΣΑΣ

 

Μοιραστείτε το!
Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin


ΚατηγορίεςΔασική Υπηρεσία

Tags: , , ,

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: