Η ελευθερία κίνησης στις μέρες της πανδημίας

«Ἀεὶ καλὸς πλοῦς ἔσθ’, ὅταν φεύγῃς κακά»
(Είναι πάντα καλό το ταξίδι, όταν γλιτώνεις από τα δεινά)

Σοφοκλή, «Φιλοκτήτης», 640-641

Εν όψει της επιβολής εκτάκτων μέτρων για την αντιμετώπιση στη χώρα μας της πανδημίας από τον κορωνοϊό, η ελευθερία κίνησης των πολιτών επιδέχεται καθημερινά σημαντικούς και πρωτόγνωρους περιορισμούς. Στο άρθρο αναλύεται το περιεχόμενο της ελευθερίας κινήσεως, όπως Συνταγματικά κατοχυρώνεται, και οι θεμιτοί κατά το δίκαιο περιορισμοί της.

Σοφία Ε. Παυλάκη,
Δικηγόρος

Απρ. 2020

Μεταξύ των μέτρων που ελήφθησαν από την Κυβέρνηση προς τον σκοπό της αποφυγής εξάπλωσης στη χώρα μας του Covid-19 (κορωνοϊού) συγκαταλέγεται η απαγόρευση του συγχρωτισμού των πολιτών στους κοινόχρηστους χώρους πόλεων και οικισμών. Η δε διαπίστωση της παράβασης του μέτρου αυτού πρόσφατα, με την υπερσυγκέντρωση κατοίκων του λεκανοπεδίου για άθληση και περίπατο στο Πάρκο Φλοίσβου, προκάλεσε την παρέμβαση του δημάρχου Παλαιού Φαλήρου, κ Γιάννη Φωστηρόπουλου,[1] ο οποίος, μεταξύ άλλων, δήλωσε ότι: «Το 95% των πολιτών, που μετέβησαν κατά την ημέρα ελέγχου στην παραλία του Φλοίσβου, είχαν μεν τα απαραίτητα έγγραφα, αλλά πολλοί από αυτούς προέρχονταν από άλλες περιοχές της Αττικής, αρκετά χιλιόμετρα μακριά από το Παλαιό Φάληρο». Τόνισε δε πως, αν συνεχιστεί αυτό το φαινόμενο, θα ζητήσει «να υπάρχει έλεγχος στις εισόδους του χώρου, ώστε να επιτρέπεται η είσοδος μόνο στους δημότες της περιοχής».

Οι εν λόγω δηλώσεις του δημάρχου Παλ. Φαλήρου, πέραν της καθ’ αυτό στοχεύσεώς τους στην προάσπιση του δικαιώματος των δημοτών της πόλης του να ασκούνται απρόσκοπτα στο πλαίσιο των γενικών απαγορεύσεων που έχουν επιβληθεί στο σύνολο του πληθυσμού, έχουν και ορισμένες ακόμα προεκτάσεις, στις οποίες αξίζει να αναφερθούμε. Το πρόβλημα, όπως ακριβώς ετέθη κατόπιν σχετικών αιτημάτων και διαμαρτυριών κατοίκων της περιοχής, αναδεικνύει το ζήτημα της δυνατότητας περιορισμού θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών, όπως εν προκειμένω, της ελευθερίας της κίνησης, εφ’ όσον μέσω του περιορισμού προσδοκάται από την έννομη τάξη η εξασφάλιση της προστασίας μείζονος σημασίας συνταγματικά προστατευομένων αγαθών, όπως η ζωή και η δημόσια υγεία.

Κατά τους ορισμούς των παρ. 3-5 και της ερμηνευτικής δήλωσης του άρθρου 5 του Συντάγματος: «3. H προσωπική ελευθερία είναι απαραβίαστη. Κανένας δεν … περιορίζεται, παρά μόνο όταν και όπως ορίζει ο νόμος. 4. Απαγορεύονται ατομικά διοικητικά μέτρα που περιορίζουν σε οποιονδήποτε Έλληνα την ελεύθερη κίνηση ή εγκατάσταση στη Χώρα, καθώς και την ελεύθερη έξοδο και είσοδο σ’ αυτήν. Τέτοιου περιεχομένου περιοριστικά μέτρα είναι δυνατόν να επιβληθούν μόνο ως παρεπόμενη ποινή με απόφαση ποινικού δικαστηρίου, σε εξαιρετικές περιπτώσεις ανάγκης και μόνο για την πρόληψη αξιόποινων πράξεων, όπως νόμος ορίζει. 5. Καθένας έχει δικαίωμα στην προστασία της υγείας … του … Ερμηνευτική δήλωση: Στην απαγόρευση της παρ. 4 δεν περιλαμβάνεται η απαγόρευση της εξόδου με πράξη του εισαγγελέα, εξαιτίας ποινικής δίωξης, ούτε η λήψη μέτρων που επιβάλλονται για την προστασία της δημόσιας υγείας ή της υγείας ασθενών, όπως νόμος ορίζει».

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 5 παρ. 2 εδάφ. α΄ του Συντάγματος: «Όλοι όσοι βρίσκονται στην Ελληνική Επικράτεια απολαμβάνουν την απόλυτη προστασία της ζωής … τους …», ενώ σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 21 του Συντάγματος: «Το Κράτος μεριμνά για την υγεία των πολιτών και παίρνει ειδικά μέτρα για την προστασία της νεότητας, του γήρατος, της αναπηρίας και για την περίθαλψη των απόρων».

Σύμφωνα με τη θεωρία του Συνταγματικού μας δικαίου, η ελευθερία κινήσεως αποτελεί μία από τις κυρίαρχες μορφές της ελευθερίας του προσώπου,[2] όπου ως προσωπική ελευθερία νοείται η ελευθερία του ατόμου εν στενή εννοία, δηλαδή η φυσική, σωματική ελευθερία ενέργειας και κίνησης στον χώρο.[3] Με άλλα λόγια, ο όρος χρησιμοποιείται από τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 του Συντάγματος υπό την έννοια της ελευθερίας σωματικής κινήσεως του ατόμου.[4] Η προσωπική ελευθερία, ως ατομικό δικαίωμα, αποτελεί βασική προϋπόθεση για την άσκηση όλων των λοιπών θεμελιωδών δικαιωμάτων, αφού η αδυναμία να διαθέσει κάποιος τη φυσική του ύπαρξη καθιστά εκ των πραγμάτων ανέφικτη την άσκηση κάθε άλλου δικαιώματός του.[5]

Σε επίπεδο δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι περιπτώσεις περιορισμού και στέρησης της προσωπικής ελευθερίας, όπως μεταξύ άλλων ο κατ’ οίκον περιορισμός, καλύπτονται από το άρθρο 45 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, το οποίο εγγυάται την ελευθερία κυκλοφορίας των Ευρωπαίων πολιτών και των υπηκόων τρίτων χωρών.[6] Περαιτέρω δε το άρθρο 21 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης προβλέπει ότι κάθε πολίτης της Ένωσης έχει το δικαίωμα να κυκλοφορεί και να διαμένει ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών, υπό την επιφύλαξη περιορισμών που προβλέπονται στις Συνθήκες και στις διατάξεις που θεσπίζονται για την εφαρμογή τους.[7]

Τόσο το άρθρο 12 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα[8] όσο και το άρθρο 2 του Τετάρτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), ορίζουν ότι οποιοσδήποτε βρίσκεται νόμιμα στο έδαφος ενός κράτους έχει, μεταξύ άλλων, δικαίωμα ελεύθερης μετακίνησης στο έδαφος του κράτους αυτού.[9] Ομοίως, στο άρθρο 13 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου προβλέπεται ότι καθένας έχει το δικαίωμα να κυκλοφορεί ελεύθερα και να επιλέγει τον τόπο διαμονής του στο εσωτερικό ενός κράτους, ενώ επίσης κατοχυρώνεται το δικαίωμα καθενός να εγκαταλείπει οποιαδήποτε χώρα, ακόμα και τη δική του, και να επιστρέφει σε αυτή.[10]

Στο ελληνικό Σύνταγμα, η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 5, ορίζοντας ότι: «Η προσωπική ελευθερία είναι απαραβίαστη. Κανένας δεν … περιορίζεται, παρά μόνο όταν και όπως ορίζει ο νόμος», κατοχυρώνει ρητά, μεταξύ άλλων, την ελεύθερη κίνηση εντός των ορίων της Ελληνικής επικράτειας.[11] Το Σύνταγμα καθιερώνει την προσωπική ελευθερία ως πανανθρώπινο δικαίωμα, η δε σημασία που της αποδίδει προκύπτει τόσο από το γεγονός ότι η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 5 δεν υπόκειται σε αναθεώρηση κατά το άρθρο 110 Συντ., όσο προεχόντως και από τον χαρακτηρισμό της προσωπικής ελευθερίας ως «απαραβίαστης», υπό την έννοια της απαγόρευσης του περιορισμού της παρά μόνο υπό τις προϋποθέσεις του νόμου.[12]

Το περιεχόμενο της ελευθερίας κινήσεως κατά το Σύνταγμα είναι ευρύτατο, περιλαμβάνοντας την κίνηση οπωσδήποτε (πεζή ή με οποιοδήποτε μεταφορικό μέσο), οποτεδήποτε (ανά πάντα χρόνο του έτους, της ημέρας ή νύχτας) και οπουδήποτε (σε οποιονδήποτε δημόσιο κοινόχρηστο χώρο) στην Ελληνική επικράτεια.[13] Ειδικά από την τελευταία αυτή περίπτωση της ελευθερίας κινήσεως «οπουδήποτε» στη χώρα, συνάγεται ότι δεν αναγνωρίζονται από το δίκαιό μας απαγορευμένα τμήματα της Ελληνικής επικράτειας.[14]

Από την ίδια την έννοια της ελευθερίας κινήσεως προκύπτει ότι η άσκησή της δεν εξαρτάται από κρατική άδεια. Αντισυνταγματική θεωρείται και η επιβολή υποχρέωσης δήλωσης (αναγγελίας, γνωστοποίησης κ.λπ.) κάθε κίνησης, καθώς τούτο, στην πράξη, θα κατέληγε σε τέτοια συρρίκνωση και εξασθένιση του εν λόγω δικαιώματος, ώστε θα έθιγε τον πυρήνα μιας ατομικής ελευθερίας, την οποία το ίδιο το Σύνταγμα διακηρύσσει ως «απαραβίαστη». Όπως επομένως γίνεται δεκτό, ο νομοθέτης μπορεί με γενικές και αντικειμενικές μόνο διατάξεις να θεσπίζει περιορισμούς της ελευθερίας κινήσεως εντός της χώρας, αρκεί να μην προσβάλλει τον πυρήνα της ελευθερίας αυτής.[15]

Το Σύνταγμα απαγορεύει περαιτέρω «ατομικά διοικητικά μέτρα» περιοριστικά της ελευθερίας κινήσεως στη χώρα.[16] Επιτρέπει όμως, όπως νόμος ορίζει, εξαιρέσεις για λόγους υγειονομικούς ή για λόγους διώξεως ή προλήψεως αξιόποινων πράξεων.[17] Επίσης το Σύνταγμα επιτρέπει την αναστολή της διατάξεως της παρ. 4 του άρθρου 5 περί ελευθερίας κινήσεως, υπό τους όρους του άρθρου 48 παρ. 1, σε περίπτωση επιβολής μέτρων της κατάστασης ανάγκης.[18]

Η πολύπλοκη αυτή ρύθμιση των περιορισμών της ελευθερίας κινήσεως απαιτεί διευκρίνιση.[19] Επιστήμη και νομολογία δέχονται γενικά ότι οι εκάστοτε προβλεπόμενοι στο Σύνταγμα νομοθετικοί περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να είναι γενικοί και αντικειμενικοί, δεν επιτρέπεται δηλαδή να αφορούν συγκεκριμένα άτομα ή περιπτώσεις.[20] Ειδικά δε στην περίπτωση της ελευθερίας κινήσεως ο συντακτικός νομοθέτης φαίνεται ότι θέλησε να περιορίσει περισσότερο τόσο τον νομοθέτη όσο και τη διοίκηση. Απαγόρευσε κατ’ αρχήν «ατομικά διοικητικά μέτρα» που περιορίζουν την ελευθερία κινήσεως.[21] Με την απαγόρευση αυτή σκοπείται ο αποκλεισμός της ανάθεσης από τον νόμο σε όργανα της διοικήσεως οποιασδήποτε διακριτικής εξουσίας σχετικά με την έκδοση ατομικών διοικητικών πράξεων περιοριστικών της ελευθερίας κινήσεως.[22]

Ακόμα ωστόσο και αυτή η απαγόρευση των «ατομικών διοικητικών μέτρων» που περιορίζουν την ελευθερία κινήσεως, όπως επιβάλλει το άρθρο 5 του Συντάγματος, δεν είναι απόλυτη. Το Σύνταγμα προβλέπει ρητά εξαιρέσεις για υγειονομικούς λόγους καθώς επίσης και για λόγους διώξεως και προλήψεως αξιόποινων πράξεων.[23] Όλες δε οι εν λόγω εξαιρέσεις εφαρμόζονται όπως ορίζεται στον νόμο, χωρίς ο νομοθέτης να μπορεί να συμπληρώσει και άλλες περιπτώσεις εξαιρέσεων ακόμα και με την επίκληση λόγων δημοσίου συμφέροντος.[24]

Σε όλες τις περιπτώσεις των προβλεπομένων αυτών εξαιρέσεων από την ελευθερία κινήσεως των πολιτών επιτρέπεται η λήψη ατομικών διοικητικών μέτρων είτε απ’ ευθείας από τον νομοθέτη είτε από τη διοίκηση είτε από άλλο όργανο που ορίζει το Σύνταγμα. Μεταξύ των ατομικών διοικητικών μέτρων, που κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται να περιορίζουν την ελευθερία κινήσεως, συγκαταλέγεται η λήψη μέτρων επιβαλλομένων για την προστασία της δημόσιας υγείας ή της υγείας νοσούντων ατόμων.[25] Τα μέτρα αυτά λαμβάνουν οι εκάστοτε αρμόδιες διοικητικές αρχές όχι μόνον όταν ήδη συντρέχει, αλλά και όταν επίκειται ή είναι πιθανός κίνδυνος υγείας, μπορούν δε να περιλαμβάνουν περιορισμούς στην ελευθερία κινήσεως προσώπων για τα οποία υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις ότι πάσχουν από λοιμώδη ή μεταδοτική ασθένεια (π.χ. υγειονομική απομόνωση, κάθαρση κ.λπ.).[26] Άλλωστε και το δικαίωμα στην υγεία, όπως ρητά κατοχυρώνεται στο άρθρο 21 παρ. 3 του Συντάγματος, καθιερώνει την υποχρέωση του Κράτους να λαμβάνει μέτρα για τη διατήρηση και αποκατάσταση της υγείας των πολιτών, ενώ και κατά το άρθρο 5 παρ. 2 του Συντάγματος: «Όλοι όσοι βρίσκονται στην Ελληνική επικράτεια απολαμβάνουν την απόλυτη προστασία της ζωής τους …».

Το ζήτημα που τίθεται εν προκειμένω αφορά την αναφυόμενη σύγκρουση μεταξύ της εξαγγελθείσας υπό του δημάρχου ενδεχομένης επιβολής απόλυτης απαγόρευσης σε δημότες άλλων πόλεων της Αττικής να επισκέπτονται την περιοχή του Φλοίσβου Παλαιού Φαλήρου και στο συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα των τελευταίων να κινούνται ελεύθερα εντός των ορίων της Ελληνικής επικράτειας. Το νόμιμο ωστόσο της επιβολής μιας τέτοιας απαγόρευσης, σύμφωνα και με όσα προελέχθησαν, πηγάζει, κατ’ αρχάς, από το ίδιο το Σύνταγμα, το οποίο στο άρθρο 5 ως άνω επιτρέπει, κατ’ εξαίρεση, την επιβολή περιορισμών στην ελευθερία κινήσεως των πολιτών, μεταξύ άλλων, για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας.

Περαιτέρω δε, το κατ’ εξαίρεσιν δικαίωμα των πολιτών για χρονικά περιορισμένη άσκηση εντός της ημέρας, στο πλαίσιο των εκτάκτων μέτρων τα οποία ελήφθησαν για την προστασία του κοινού από την πανδημία, έχει την έννοια ότι η άσκησή τους αυτή γίνεται αφ’ ενός μεν σε ελεύθερους χώρους της πόλεως ή του οικισμού εντός των οποίων κατοικούν, αφού τα χρονικά περιθώρια για την ολοκλήρωση της ασκήσεως αυτής είναι περιορισμένα όπως προκύπτει και από τους σχετικούς ελέγχους των αρχών, η δε διεξαγωγή της γίνεται με την κίνηση των πολιτών πεζή ή με ποδήλατο ή άλλο μέσο που βοηθά τη σωματική άσκηση. Αντιθέτως η μετάβαση σε περιοχή απομακρυσμένη από τον τόπο κατοικίας του ατόμου απαιτεί αρκετό χρόνο αλλά και τη χρήση οχήματος ή άλλου μηχανοκίνητου μέσου μεταφοράς, η οποία είναι ασυμβίβαστη με τη σωματική άσκηση που επιτρέπεται στο πλαίσιο των μέτρων.

Επιπλέον, η συγκέντρωση κατοίκων άλλων δήμων σε συγκεκριμένη περιοχή για την άσκησή τους, καθιστά δυσχερή ή και ματαιώνει εντελώς τη δυνατότητα των κατοίκων του ίδιου του δήμου να ασκήσουν το δικαίωμά τους για πεζοπορία, άσκηση, ποδήλατο κ.λπ. στην πόλη τους, αφού στην περίπτωση αυτή θα διακινδύνευαν να τους μεταδοθεί ο ιός λόγω του συγχρωτισμού τους με υπερβολικά μεγάλο αριθμό ανθρώπων και να τους επιβληθούν τα προβλεπόμενα πρόστιμα συνεπεία της αδυναμίας τηρήσεως εκ μέρους τους των αναγκαίων μεταξύ τους αποστάσεων.

Σύμφωνα επομένως με όσα εξετάσθηκαν, στο πλαίσιο της επιβολής των εκτάκτων μέτρων για την αντιμετώπιση στη χώρα μας της πανδημίας από τον κορωνοϊό, είναι δυνατόν, όλως εξαιρετικώς, να θεωρηθεί θεμιτή κατά το δίκαιο η πιθανολογούμενη επιβολή απαγόρευσης σε μη δημότες ενός δήμου να μεταβαίνουν για την καθημερινή άσκησή τους σε περιοχή που εμπίπτει στα όρια άλλου δήμου.

Είναι δε διαφορετικό το ζήτημα της έλλειψης ελεύθερων χώρων στις σύγχρονες πόλεις μας, το οποίο εν όψει των εκτάκτων μέτρων κατέστη πιο επίκαιρο από ποτέ και οδηγεί τους κατοίκους περιοχών που δεν διαθέτουν βιώσιμους και κατάλληλους χώρους πρασίνου και αναψυχής να στρέφονται σε άλλους δήμους για τον περίπατο και την άσκησή τους εν μέσω πανδημίας. Ευχή όλων μας ας είναι να ξεπεραστεί το συντομότερο δυνατόν η δοκιμασία που βιώνει η χώρα μας, μαζί με όλο τον πλανήτη, ώστε να μπορεί και πάλι κάθε πολίτης να μεταβαίνει ελεύθερα και να απολαμβάνει κάθε γωνιά της όμορφης πατρίδας μας!


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] Ο Δήμαρχος Παλαιού Φαλήρου για τον Φλοίσβο (12.04.2020): «Μόνο για τους δημότες αν χρειαστεί», σε: https://www.skai.gr/news/greece/dimarxos-palaiou-falirou-ston-skai-gia-floisvo-mono-gia-tous-dimotes-an-xreiastei

[2] Πρ. Δαγτόγλου, «Συνταγματικό Δίκαιο – Ατομικά Δικαιώματα», τομ. Α’, 1991, σ. 221. Κατά τον Σπ. Βλαχόπουλο (σε: «Θεμελιώδη Δικαιώματα», συλλογικό έργο, 2017, σ. 114-115), η φυσική ελευθερία του προσώπου έχει τρεις διαστάσεις: η πρώτη συνίσταται στη νομική κατοχύρωση του status libertatis, ως απαγόρευσης της δουλείας και ειλωτείας, η δεύτερη συνίσταται στην εν τοις πράγμασιν απόλαυση του status libertatis, ήτοι στην ελευθερία ως έννοια αντίθετη στη σύλληψη και κράτηση ή φυλάκιση και η τρίτη αποτελεί την καθ’ αυτό ελευθερία κίνησης και εγκατάστασης.

[3] Σπ. Βλαχόπουλος, ό.π., σ. 113-114.

[4] Αθ. Ράικος, «Συνταγματικό Δίκαιο – Θεμελιώδη Δικαιώματα», 2011, σ. 456 επ., Σπ. Βλαχόπουλος, ό.π., σ. 114.

[5] Σπ. Βλαχόπουλος, ό.π., σ. 114.

[6] Σπ. Βλαχόπουλος, ό.π., σ. 128.

[7] Σπ. Βλαχόπουλος, ό.π., σ. 131.

[8] Βλ. ν. 2462/1997.

[9] Σπ. Βλαχόπουλος, ό.π., σ. 128.

[10] Σπ. Βλαχόπουλος, ό.π., σ. 128.

[11] Πρ. Δαγτόγλου, ό.π., σ. 289. Κατά τον Σπ. Βλαχόπουλο, ό.π., γενική κατοχύρωση της προσωπικής ελευθερίας περιέχει το Σύνταγμα στο άρθρο 5 παρ. 3 εδάφ. α’,  κατά το οποίο η προσωπική ελευθερία είναι απαραβίαστη καθώς και στο άρθρο 3 παρ. 2 εδάφ. α’, το οποίο προβλέπει την απόλυτη προστασία της ελευθερίας όλων όσων βρίσκονται εντός της Ελληνικής επικράτειας, επομένως και των αλλοδαπών.

[12] Σπ. Βλαχόπουλος, ό.π., σ. 129.

[13] Πρ. Δαγτόγλου, ό.π., σ. 289-290.

[14] Πρ. Δαγτόγλου, ό.π., σ. 290, όπου περαιτέρω σημειώνεται ότι: «Μόνο χωρικό περιορισμό του δικαιώματος εγκαταστάσεως, που αναγνωρίζει απ’ ευθείας το Σύνταγμα, αποτελεί η απαγόρευση εισόδου γυναικών στο Άγιον Όρος και εγκαταστάσεως σε αυτό ετερόδοξων ή σχισματικών (κατά μείζονα λόγο ετεροθρήσκων)», εν όψει και των προβλεπομένων κατ’ άρθρο 105 Συντ.

[15] Πρ. Δαγτόγλου, ό.π., σ. 290-291.

[16] Πρ. Δαγτόγλου, ό.π., σ. 285.

[17] Πρ. Δαγτόγλου, ό.π., σ. 285. Ομοίως, για τους λόγους που ρητά προβλέπονται στις εν λόγω Συνταγματικές διατάξεις, επιτρέπονται, όπως νόμος ορίζει, περιορισμοί του δικαιώματος ελεύθερης εισόδου ή εξόδου των Ελλήνων πολιτών από τη χώρα.

[18] Πρ. Δαγτόγλου, ό.π., σ. 285. Βλ. άρθρο 48 παρ. 1 Συντ.: «1. Σε περίπτωση πολέμου, επιστράτευσης εξαιτίας εξωτερικών κινδύνων ή άμεσης απειλής της εθνικής ασφάλειας, καθώς και αν εκδηλωθεί ένοπλο κίνημα για την ανατροπή του δημοκρατικού πολιτεύματος, η Βουλή, με απόφασή της, που λαμβάνεται ύστερα από πρόταση της Κυβέρνησης, θέτει σε εφαρμογή, σε ολόκληρη την Επικράτεια ή σε τμήμα της, το νόμο για την κατάσταση πολιορκίας, συνιστά εξαιρετικά δικαστήρια και αναστέλλει την ισχύ του συνόλου ή μέρους των διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 4, 6, 8, 9, 11, 12 παρ. 1 έως και 4, 14, 19, 22 παρ. 3, 23, 96 παρ. 4 και 97. O Πρόεδρος της Δημοκρατίας δημοσιεύει την απόφαση της Βουλής».

[19] Πρ. Δαγτόγλου, ό.π., σ. 285.

[20] Πρ. Δαγτόγλου, ό.π., σ. 285.

[21] Πρ. Δαγτόγλου, ό.π., σ. 286. ΣτΕ Ολ 2313/1976 ΤοΣ 1976 σ. 684, ΣτΕ 2336/1980 ΤοΣ 1981 σ. 439 (παρατηρήσεις Ν. Ρώτη), ΣτΕ Ολ 2858/1985 ΤοΣ 1986 σ. 88.

[22] ΣτΕ Ολ 2313/1976 ό.π., ΣτΕ 2336/1980 ό.π., ΣτΕ Ολ 2858/1985 ό.π.

[23] Βλ. και ερμηνευτική δήλωση άρθρου 5 Συντ. Σχετ. και Κ. Γεωργόπουλος, «Εγχειρίδιο Συνταγματικού Δικαίου», 1990, σ. 457 επ.

[24] Πρ. Δαγτόγλου, ό.π., σ. 286.

[25] Πρ. Δαγτόγλου, ό.π., σ. 286-287. Βλ. και ερμηνευτική δήλωση άρθρου 5 Συντ.

[26] Πρ. Δαγτόγλου, ό.π., σ. 287, κατά τον οποίο: «Στην περίπτωση δε της διακινδύνευσης της δημόσιας υγείας επιτρέπονται οι ατομικοί περιορισμοί της ελευθερίας κινήσεως και χωρίς να συντρέχει η “εξαιρετική περίπτωση ανάγκης” την οποία προβλέπει η ερμηνευτική δήλωση του άρθρου 5 του Συντάγματος».


.
Δημοσιεύτηκε στο dasarxeio.com | 21.04.2020

.


Μοιραστείτε το!
Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin


ΚατηγορίεςΑπόψεις

Tags: , , , , , ,

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: