Ο Υδροπαράλογος Κύκλος των Πλημμυρών

Άρθρο του Δρ Μπαλούτσου Γεωργίου, Δασολόγου-Υδρολόγου, που δημοσιεύθηκε στο τεύχος 65,1994 του περιοδικού «Η ΦΥΣΗ» της «Εταιρίας Προστασίας της Φύσης»

«Αποτελέσματα» ανθρώπινων παρεμβάσεων στις κοίτες των ρεμάτων στους πρόποδες του Υμηττού της νότιας Αττικής από την πλημμύρα της 21ης Νοεμβρίου 1993.

Η αντιμετώπιση των σοβαρών καταστροφών που προξενούνται από πλημμύρες στις αστικές και γεωργικές περιοχές της χώρας μας και κυρίως στην Αττική, όπως π.χ. εκείνη στους Δήμους της νότιας Αττικής τον περασμένο Νοεμβρίου 1993 και εκείνη στην Αθήνα τον Φεβρουάριο 1994, επιβάλλουν την αδήριτη ανάγκη να συνειδητοποιήσουμε και διασπάσουμε τον «υδροπαράλογο κύκλο των πλημμυρών» που απεικονίζεται στο παρακάτω σχήμα. Έτσι, με τέτοιες ενέργειες θα μπορούμε να ελπίζουμε πως θα είμαστε σε καλύτερη ετοιμότητα για την αντιμετώπιση παρόμοιων προβλημάτων στο μέλλον.

Αναλυτικότερα,  οι βροχοπτώσεις από τις οποίες εκδηλώνονται πλημμύρες έχουν στο σύνολο των περιπτώσεων τέτοια ένταση, διάρκεια και διακοπές, που δύσκολα δικαιολογούν το μέγεθος των καταστροφών που προξενούνται. Επομένως γίνεται φανερό πως οι ανθρώπινες παρεμβάσεις και δραστηριότητες παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στη σφοδρή υδρολογική απόκριση των περιοχών όπου αποφορτίζονται οι βροχές.

Βέβαια, οι πλημμύρες προϋπήρξαν της εμφάνισης του ανθρώπου και στο αδιατάρακτο φυσικό περιβάλλον οφείλονται στη μεταβλητότητα του κλίματος, εξαιτίας της  οποίας οι βροχοπτώσεις κατά ορισμένες χρονιές είναι ιδιαίτερα μεγάλης έντασης και διάρκειας. Έτσι οι κοίτες των ρεμάτων και ποταμών αδυνατούν να μεταφέρουν όλη την ποσότητα της απορροής που δημιουργείται, με αποτέλεσμα την υπερχείλιση και κάλυψη με νερό εκτάσεων οι οποίες, υπό κανονικές καιρικές συνθήκες, θα παρέμεναν ακάλυπτες. Επομένως οι πλημμύρες, όπως και οι ξηρασίες, είναι φυσικά φαινόμενα που εμφανίζονται ανά ακαθόριστα χρονικά διαστήματα και θα εξακολουθήσουν να εμφανίζονται προφανώς και στο μέλλον. Σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις οι πλημμύρες (όπως π.χ. στην αρχαία Αίγυπτο), ήταν καλοδεχούμενα φυσικά φαινόμενα, αφού επηρέαζαν θετικά τη γονιμότητα των χωραφιών.

Η εμφάνιση πλημμυρών δημιουργεί στα πεδινά των ποταμών ιδανικές προφανώς συνθήκες παραμονής και ανάπτυξης του ανθρώπου. Έτσι οι περιοχές αυτές κατοικήθηκαν από τους παλιότερους ακόμα χρόνους. Επιπλέον, το γεγονός εμφάνισης των πλημμυρών ανά ακαθόριστα χρονικά διαστήματα, ενθάρρυνε περαιτέρω τον άνθρωπο να εγκατασταθεί πλησιέστερα προς τις κοίτες των ποταμών και μοιραία να υποστεί τις δυσμενείς τους επιπτώσεις κατά τη διάρκεια υπερχείλισης της κοίτης τους. Έτσι οι πλημμύρες από φυσικά φαινόμενα βαφτίστηκαν σε «φυσικές καταστροφές», τις συνέπειες των οποίων δεχόμαστε μέχρι σήμερα και στη χώρα μας.

Το χειρότερο όμως είναι πως σήμερα, παρά την τεχνολογική ανάπτυξη, φαίνεται πως και στην Ελλάδα οι δυσμενείς επιπτώσεις από πλημμύρες είναι πολύ μεγαλύτερης έκτασης από εκείνες που προξενούνταν από ίδιες βροχοπτώσεις στο παρελθόν. Σε αυτό συνετέλεσε και συντελεί πρώτα η πλήρης μετατροπή του περιβάλλοντος γύρω από τις κοίτες των ρεμάτων και ποταμών από φυσικό σε αστικό, χωρίς όμως τη λήψη όλων εκείνων των μέτρων που θα διευκόλυναν, σε περίπτωση καταιγίδας, τα πλημμυρικά νερά να κατευθυνθούν προς τους φυσικούς τους αποδέκτες. Άλλοι λόγοι του παραπάνω προβλήματος είναι η πληθυσμιακή αύξηση του ανθρώπου κοντά στις κοίτες των υδατορεμάτων και επιπλέον η υποβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος των λεκανών απορροής, στις οποίες πέφτουν τα νερά της βροχής και στη συνέχεια μεταφέρονται στις κοίτες των ρεμάτων και ποταμών. Η υποβάθμιση αυτή απορρέει από την κακοποίηση ή πλήρη καταστροφή της φυσικής βλάστησης, την αλόγιστη βόσκηση, την άναρχη επέκταση των λατομείων και μεταλλείων, την απρογραμμάτιστη δόμηση, την ελάττωση της χωρητικότητας της κοίτης των ρεμάτων  κ.λπ. Κάτω από τέτοιες συνθήκες το σύνολο του νερού των καταιγίδων δεν διηθείται στο έδαφος, αλλά ρέει επιφανειακά. Έτσι, τεράστιες ποσότητες νερού, μαζί με τεράστιες επίσης ποσότητες διαβρωμένου φερτών υλών, καταλήγουν στις κοίτες των ρεμάτων, οι οποίες στα πεδινά υπερχειλίζουν εξαιτίας της περιορισμένης ή ελάχιστης χωρητικότητας. Τα αποτελέσματα βέβαια τέτοιων φαινομένων είναι γνωστά και επιπλέον επίκαιρα και από τις πλημμύρες του προηγούμενου χειμώνα στην Αθήνα και στο Ηράκλειο Κρήτης. Έτσι σήμερα, στα πρόθυρα του 21ου αιώνα, είναι απογοητευτικό η Ελλάδα να υφίσταται σοβαρές καταστροφές από πλημμύρες, που δεν οφείλονται σε βροχές εξαιρετικά μεγάλης έντασης και διάρκειας, αλλά στις ανθρώπινες παρεμβάσεις στα ρέματα και σε άλλες θέσεις που αναφέρθηκαν.

Βέβαια το πλημμυρικό πρόβλημα της χώρας θα συνεχίσει να υπάρχει εφόσον η αντιμετώπισή του επιχειρείται στο σύνολο των περιπτώσεων με τη λήψη περιστασιακών μέτρων, κατά την εμφάνιση των επιπτώσεων, όπως συνέβη στις πρόσφατες πλημμύρες. Τα μέτρα αυτά είναι  περιορισμένης αποτελεσματικότητας και διάρκειας, υψηλού κόστους και προσφέρουν προσωρινή ανακούφιση στους πληγέντες, χωρίς βέβαια να λύνουν το πρόβλημα. Στην πραγματικότητα με τέτοια μέτρα επιχειρείται μόνο η αντιμετώπιση της κρίσης και όχι των αιτιών που τη δημιουργούν. Κατά συνέπεια, μετά το πέρας της καταιγίδας και την αποπεράτωση των ζημιών, οι επιπτώσεις λησμονούνται και επαναλαμβάνονται κοντά ή και μέσα στα ρέματα και ποτάμια, εκείνες οι ενέργειες που με βεβαιότητα θα κάνουν τις επιπτώσεις της επόμενης πλημμύρας πιο δραματικές. Επομένως, ακολουθείται ένας υδροπαράλογος κύκλος ενεργειών και εμφάνισης πλημμυρών όπως αυτός που απεικονίζεται στο σχήμα και το πρόβλημα διαιωνίζεται.

Σε αντίθεση όμως με τα προηγούμενα, η λήψη μέτρων «αντιμετώπισης του κινδύνου εμφάνισης πλημμυρών» σε μια περιοχή, θεωρείται σήμερα ως η πιο αποτελεσματική και οικονομικά συμφέρουσα μέθοδος μετριασμού των επιπτώσεων από τα ακραία αυτά καιρικά φαινόμενα. Απαιτείται δηλαδή εκ των προτέρων η λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων και η εκτέλεση όλων των έργων που θα μετριάσουν  τις επιπτώσεις από τις πλημμύρες. Τα έργα αυτά πρέπει να εκτελούνται σε όλο το μήκος των υδατορεμάτων και όχι μόνο στις αστικές και γεωργικές πεδινές περιοχές. Αυτή η άποψη πρέπει να θεωρηθεί ως ιδιαίτερα σημαντική αφού το πλημμυρικό πρόβλημα της Ελλάδας συνδέεται, στο σύνολο των περιπτώσεων, με ορεινά ρέματα (χειμάρρους), τα οποία εξαιτίας της υποβάθμισης των λεκανών απορροής μεταφέρουν, όπως αναφέρθηκε, κατά τη διάρκεια καταιγίδων και πολύ σημαντικές ποσότητες διαβρωμένου εδάφους στις πεδινές περιοχές.

Η αναγκαιότητα λήψης αυτών των μέτρων απορρέει ακόμα και από την αβεβαιότητα που περικλείουν οι μέθοδοι πρόβλεψης και πρόγνωσης των πλημμυρών, ώστε να αποφευχθούν τουλάχιστον ανθρώπινες απώλειες. Από την άλλη όμως άποψη, η αβεβαιότητα πρόβλεψης των χρόνων εμφάνισης των πλημμυρών, μειώνει και το ενδιαφέρον των κυβερνήσεων για την εκτέλεση μεσοπρόθεσμων έργων και μη άμεσης προβολής.

Το θέμα αυτό είναι οπωσδήποτε ευαίσθητο και λεπτό και χρειάζεται ιδιαίτερη μεταχείριση. Όμως πρέπει να ξεπερασθεί και να πεισθούν τελικά οι πολιτικοί και οι υπεύθυνοι φορείς της πολιτείας πως μόνο με τη συγκέντρωση όλων των δραστηριοτήτων στην αντιμετώπιση του «κινδύνου εμφάνισης πλημμυρών» θα μπορέσουμε να ξεφύγουμε από τον υδροπαράλογο κύκλο τους που σήμερα ακολουθούμε. Ίσως έτσι θα δείχνουμε ότι κατανοούμε και την προτροπή του Άγγλου πολιτικού και ποιητή Alan Herbert από το ποίημα «Το νερό», όπου χαρακτηριστικά αναφέρεται:

“Nature is blamed for failings that are man’s
and well-run rivers have to change their plans”

«Για ανθρωπογενείς παρεμβάσεις η φύση κατηγορείται
και ‘σεις καλοτρεχούμενα ποτάμια απ’ τις κοίτες σας θα βγείτε»

 

 

_______________

Διαβάστε επίσης:
Ακραίες πλημμύρες και ορεινές υδρολογικές λεκάνες στην Ελλάδα
Το «πέρασμα» της Μαλακάσας



ΚατηγορίεςΔασική έρευνα, Υδατικοί πόροι

Tags: , , , , , , ,

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: