Φυσικές καταστροφές και αναζήτηση ευθυνών

Νίκος Μπόκαρης
Δασολόγος-Περιβαλλοντολόγος
Αντιπρόεδρος ΠΕΔΔΥ, μέλος Δ.Σ ΓΕΩ.Τ.Ε.Ε

Με αφορμή τη συζήτηση που γίνεται στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης για τις ζημιές που προκλήθηκαν στο δίκτυο μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας και είχαν σαν άμεση συνέπεια την διακοπή παροχής ενέργειας και την ταλαιπωρία των πολιτών στην Αττική, ίσως θα ήταν χρήσιμο  να βλέπαμε κάποια δεδομένα του προβλήματος.

Αρχικά πρέπει να κατανοήσουμε ότι όλες οι υποδομές της χώρας και κυρίως οι οργανωμένες πόλεις, χωριά, οικισμοί και σπίτια εκτός σχεδίου πόλεως στην περίπτωση μιας φυσικής καταστροφής (δασική πυρκαγιά, θεομηνία κλπ) μπορεί να υποστούν εκτός από τις γνωστές σε όλους θετικές και τις αρνητικές συνέπειες  της συνύπαρξης – γειτνίασης τους – με τα φυσικά χερσαία οικοσυστήματα. 

Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι οι εν δυνάμει κίνδυνοι που συνδέονται με αυτή την αναγκαστική αλληλεπίδραση, όσα μέτρα πρόληψης και να ληφθούν, δεν εξαλείφονται.

Αυτός ο κανόνας (δυστυχώς) έχει επιβεβαιωθεί τα τελευταία χρόνια, με δραματικό τρόπο στην πράξη.

Η πολιτεία μας (όπως όλες οι σύγχρονες χώρες) αντιμετωπίζει αυτά τα προβλήματα ανεξάρτητα από την αιτία που τα προκαλεί, με τη λειτουργία οργανωμένων δομών διοίκησης (Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας, εμπλεκόμενες θεματικά υπηρεσίες της δημόσιας διοίκησης, εταιρείες δημοσίου συμφέροντος κλπ) και με εργαλείο την  εκπόνηση επιχειρησιακών σχεδίων αντιμετώπισης εκτάκτων αναγκών, την σύνταξη εγκυκλίων με τις οποίες καθορίζονται  (και ξεκαθαρίζονται προς όλους τους εμπλεκόμενους φορείς) οι αρμοδιότητες, το νομικό πλαίσιο λειτουργίας τους σε σχέση με τον κίνδυνο που διαχειρίζονται, οι υποχρεώσεις τους και οι εν γένει ανάγκες σχεδιασμού και εκτέλεσης των προληπτικών έργων και εργασιών που τις αφορούν, ώστε να μειωθεί ο κίνδυνος και να αποφευχθούν δυσάρεστα, κοινωνικά και πολιτικά, γεγονότα.

Τις περισσότερες φορές οι δραστηριότητες των ανθρώπων, τα έργα υποδομής και η οργάνωση των πόλεων συνδέονται,  λόγω του χαρακτήρα των εκτάσεων στις οποίες αυτά εγκαθίστανται, με τους κινδύνους που προαναφέρθηκαν και αναγκαστικά συνυπάρχουν με αυτούς. Δεν υπάρχει ούτε μια ανθρώπινη δραστηριότητα, που να μην εμπεριέχει το στοιχείο του φυσικού ή απρόβλεπτου «κινδύνου».

Όταν επιπροσθέτως ο κίνδυνος συνδέεται με ένα φυσικό φαινόμενο (σεισμό, πλημμύρα, χιονόπτωση δασική πυρκαγιά) ή τεχνολογικό ατύχημα,  τότε εισάγονται  στην υπόθεση της συζήτησης του περιορισμού του κινδύνου (που αυτή μας ενδιαφέρει)ανυπέρβλητοι παράγοντες οι οποίοι ξεπερνούν με μεγάλη ευκολία τον ανθρώπινο παράγοντα  (και τις δυνατότητες χειρισμού που διαθέτουμε). Οι παράγοντες αυτοί (μέγεθος φαινομένου ένταση, διάρκεια κλπ) φανερώνουν τη δύναμη της φύσης, η οποία δυστυχώς δεν μπορεί να ξεπεραστεί …

Αυτό το γνωρίζουν όλοι όσοι έχουν εμπειρία στη διαχείριση κρίσεων αυτού του επιπέδου…

Τα παραπάνω δεν τα αναφέρω για να δικαιολογήσω κανέναν (φορέα ή φυσικό πρόσωπο). Όμως εκτιμώ ότι ακόμα και η κριτική ή η απλή προσέγγιση που επιχειρούμε να κάνουμε για ένα τόσο σοβαρό θέμα, (για το οποίο οι περισσότεροι μάλλον είμαστε ημιμαθείς) δεν πρέπει να γίνεται ¨εν θερμώ¨ όσο διαρκεί το πρόβλημα -κρίση-  ή γίνονται ενέργειες για την αποκατάσταση των συνεπειών του και ασφαλώς η άποψη και η κριτική που εκφράζουμε τελικά δημόσια πρέπει να έχει όρια. Τα όρια αυτά είναι εύκολο να τεθούν αν αναλογιστούμε:

α) Ότι εμείς, που κρίνουμε τους πάντες εκ του ασφαλούς, δεν τα γνωρίζουμε όλα και κυρίως την ιδιαιτερότητα ή την έκταση του προβλήματος.

β) Ότι δεν γνωρίζουμε τις ενέργειες αυτών που κρίνουμε και ενδεχομένως να τους αδικούμε.

γ) Ότι η κριτική κατά των πάντων μπορεί να προκαλέσει μεγαλύτερη σύγχυση  και να οδηγήσει στη λήψη εσφαλμένων αποφάσεων (δηλαδή να δυσκολέψει  τη λύση).

δ) Ότι είμαστε βέβαιοι ότι με την κριτική που διακινείται «δεν κουβαλούν κάποιοι νερό» σε τρίτους που είτε για μικροπολιτικούς είτε για άλλους λόγους, προσπαθούν να αποστασιοποιηθούν πολιτικά από το πρόβλημα.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είμαι βέβαιος ότι αυτές οι προϋποθέσεις ισχύουν για να μπορέσουμε σαν πολίτες να επικοινωνήσουμε έστω με αυτό τον τρόπο, με την απαιτούμενη ασφάλεια και χωρίς να αδικούμε κανέναν.

Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγω διότι αντί να αναλογιστούμε ψύχραιμα το μέγεθος της φυσικής καταστροφής, να δούμε τα φυσικά της χαρακτηριστικά και να πέσουμε,  σαν οργανωμένη κοινωνία- κράτος,  στη δουλειά για την αποκατάσταση των ζημιών στις πόλεις και την επιστροφή της κανονικότητας στη ζωή των πολιτών, συμμετέχουμε (θέλοντας και μη)  σε μια συζήτηση εξαντλείται στην δημόσια αναζήτηση των υπευθύνων (δείτε τα πλείστα όσα ρεπορτάζ) που γίνεται με τρόπο που μάλλον περιπλέκει τη συζήτηση (μιας και ξεκινά με την εσφαλμένη υπόθεση ότι δεν είναι ξεκάθαρη η αρμοδιότητα) και καταλήγει να επιρρίπτει τις ευθύνες στον ¨άγνωστο υπεύθυνο¨ για να στηρίξει τελικά τις εξαγγελίες που ακολούθησαν για τη λήψη νομοθετικών πρωτοβουλιών που θα ρυθμίσουν το θέμα … στο μέλλον (!)

Αρκεί όμως η στοιχειώδης γνώση του τρόπου που οργανώνεται η πολιτική προστασία και η διοίκηση στη Χώρα μας για να κατανοήσουμε τον τρόπο λειτουργίας του κρατικού μηχανισμού στις περιπτώσεις αντιμετώπισης φυσικών ή τεχνολογικών καταστροφών και να διακρίνουμε πολύ ξεκάθαρα και εντοπισμένα και τις αρμοδιότητες που συνδέουν τα διάφορα επίπεδα διοίκησης (Κεντρική Διοίκηση, ΟΤΑ Εταιρείες δημοσίου συμφέροντος) με το πρόβλημα (εκτεταμένες σε χρονική διάρκεια διακοπές παροχής ηλεκτρικής ενέργειας) που καλούμαστε να λύσουμε.

Το πρόβλημα για εμένα δεν εντοπίζεται στους φορείς που προαναφέρθηκαν αλλά στην καταστροφική ιδιαιτερότητα και την έκταση των ζημιών που προκάλεσε το συγκεκριμένο καιρικό φαινόμενο που προφανώς δεν μπορούσαν να προβλεφθούν. Διότι εύκολα μπορεί να προβλέψει κάποιος ειδικός μετεωρολόγος την ένταση των καιρικών φαινομένων (χιονοπτώσεις) αλλά κανείς δεν μπορεί να μιλήσει με βεβαιότητα (και σοβαρότητα) σε επίπεδο πρόγνωσης, ότι αυτή η σφοδρή κακοκαιρία θα προκαλέσει εκτεταμένες χιονοθλασίες ή χιονοριψίες σε συγκεκριμένες περιοχές και σε τέτοιο βαθμό στα ιστάμενα δέντρα που αναπτύσσονται μέσα στον αστικό ιστό ή στα δέντρα μέσα σε άλση και πάρκα, η πτώση κυρίως των οποίων θα προκαλούσε τόσες μεγάλες ζημιές στο δίκτυο μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Θα μπορούσαν εξάλλου τα δέντρα να πέσουν πάνω στα σπίτια (μάλλον θα είχαμε και τέτοια περιστατικά), όμως ασχολούμαστε με το πρόβλημα των περισσότερων που είναι η διακοπή της παροχής ηλεκτρικής ενέργειας.

Από την άλλη πλευρά οι φορείς της Αποκεντρωμένης Διοίκησης ή της Τοπικής Αυτοδιοίκησης που εμπλέκονται έστω και έμμεσα με καθαρισμούς στην περιοχή αρμοδιότητάς τους φοβούνται και τη σκιά τους μήπως και τυχόν βρεθούν στο κάδρο της κριτικής των μ.μ.ε ενώ αντίστοιχη είναι η στάση των εκπροσώπων και των φορέων που διαχειρίζονται τα δίκτυα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας *(εισπράττουν και έσοδα αν δεν κάνω λάθος). Ανατρέχοντας στις εγκυκλίους της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας είναι εύκολο να διαπιστώσει κανείς τα επίπεδα αρμοδιοτήτων των διαφόρων εμπλεκόμενων φορέων και τον επιμερισμό των ενεργειών τους.  Στις υποχρεώσεις των φορέων που διαχειρίζονται τα δίκτυα υπάγεται η υλοποίηση προγραμμάτων μείωσης του κινδύνου επίδρασης της βλάστησης στα δίκτυα (ή και το αντίθετο), με την προληπτική απομάκρυνση μέρους της βλάστησης  (εργασίες καθαρισμού), γύρω από περιοχές που θεωρούνται λόγω της φύσεώς τους  υψηλού κινδύνου (σημεία διέλευσης δικτύων μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας μέσα από πόλεις και υποδομές κλπ).

Οι εργασίες αυτές είναι γνωστό ότι γίνονται με εργολαβικές αναθέσεις, στις διακηρύξεις των οποίων υποχρεωτικά περιγράφονται τα τεχνικά χαρακτηριστικά των παρεμβάσεων (ύψος, πλάτος κλαδεύσεων – αραιώσεων, χρήση ειδικών μηχανημάτων κλπ) και επίσης είναι γνωστό ότι πολλές φορές αυτές οι παρεμβάσεις συνδέονται με την αντιπυρική προστασία των δασών, δεδομένου ότι δεν είναι λίγες οι δασικές πυρκαγιές που ξεκινούν κάτω από δίκτυα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Για το λόγο αυτό έχουν εκδοθεί και οι σχετικές πυροσβεστικές διατάξεις (Πυρ. Διατάξεις  4/2012, 9/2000, 9Α/2005, Ν. 998/1979, ΚΥΑ12030/Φ109.1/1999, Ν.3852/2010, αρθ.94 παρ.1),  είναι δε βέβαιο ότι η εκτέλεση των έργων αυτών που συμβάλλουν και στην αντιπυρική προστασία, πραγματοποιείται στην αρχή της αντιπυρικής περιόδου (δηλαδή λίγο αργότερα από την εποχή αυτή).

Ειδικά για την  ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε. που είναι ο αρμόδιος φορέας για τη συντήρηση του Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΕΔΔΗΕ) και τον ΑΔΜΗΕ Α.Ε. ο οποίος είναι αρμόδιος για τη συντήρηση του Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής  Ενέργειας (ΕΣΜΗΕ) πρέπει να τονίσουμε ότι αποτελεί υποχρέωση τους η εκτέλεση προγραμμάτων που αφορούν προληπτικό κλάδεμα δένδρων  σε περιοχές που διέρχονται γραμμές μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας Μ/Τ, Χ/Τ και Υ/Τ, αποψίλωση χώρων που  βρίσκονται κάτω από σημεία ζεύξης, καθώς και ό,τι είναι αναγκαίο για την πρόληψη πυρκαγιών (άρθρ. 8 της  ΚΥΑ12030/Φ109.1/1999, N 4001/2011 – ΦΕΚ 179/Α΄/2011).

Οι εργασίες αυτές απαιτούν τη συνεργασία των ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε. και ΑΔΜΗΕ Α.Ε. με τις κατά τόπους αρμόδιες  Δασικές Υπηρεσίες, Πολεοδομικές Αρχές και Δήμους, στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους. Είναι δε βέβαιο ότι με τόσο ισχυρό πλαίσιο καμιά δασική αρχή δεν θα προβάλει αντιρρήσεις για την υλοποίηση τέτοιων σχεδιασμών.

Εκτιμώ ότι εφόσον η αρμοδιότητα και η ευθύνη λειτουργίας των δικτύων μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας ανήκει σε αυτές τις εταιρείες, είναι άστοχο να συζητάμε για συγκεχυμένες αρμοδιότητες (κάτι που δεν ισχύει)  και ακούμε να προτείνονται νομοθετικές πρωτοβουλίες που θα ρυθμίσουν τις ρυθμισμένες ήδη αρμοδιότητες  (κατά την άποψη μου αεροβατώντας) αλλά πρέπει να δούμε στοχευμένα τα ουσιαστικά θέματα ασφάλειας τους δικτύου, τόσο σε σχέση με τις δασικές πυρκαγιές όσο και σε σχέση με τη διέλευση ή μη εναερίων γραμμών μεταφοράς μέσα από πόλεις, δηλαδή με την πρόκληση ζημιών σε περίπτωση χιονοριψιών ή αλλων φυσικών φαινομένων..

Ίσως οι αρμόδιοι παράγοντες του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας (μιας και  η άσκηση ενεργειακών δραστηριοτήτων τελεί υπό την εποπτεία του Κράτους και ασκείται από τον Υπουργό Περιβάλλοντος  και Ενέργειας και τη Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας (ΡΑΕ), στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους και του μακροχρόνιου ενεργειακού σχεδιασμού  της χώρας (Ν.4001/2011 – ΦΕΚ 179/Α’/2011) θα  πρέπει να δουν τα ζητήματα  χρήσης συνεστραμμένων καλωδίων για τη χαμηλή ή και μέση τάση και την κατά περίπτωση υπογειοποίηση των γραμμών μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας μέσης τάσης τουλάχιστον σε κάποιες περιοχές υψηλού κινδύνου, μέσα στις πόλεις. Ειδικότερα, η Ρυθμιστική Αρχή  Ενέργειας (ΡΑΕ) που έχει σαν αρμοδιότητα την παρακολούθηση της ποιότητας και του επιπέδου συντήρησης και αξιοπιστίας  των συστημάτων μεταφοράς και των δικτύων διανομής ηλεκτρικής ενέργειας (Ν.4001/2011 – ΦΕΚ 179/Α’/2011) θα πρέπει να δει το θέμα.

Διαφορετικά,  δεδομένου ότι τα δέντρα τα πάρκα και τα άλση στις περιοχές υψηλότερου βιοτικού επιπέδου (τουλάχιστον) θα συνεχίζουν να αποτελούν βασικά στοιχεία του αστικού- φυσικού περιβάλλοντος και οι γραμμές του δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας θα διέρχονται δίπλα από ιδιωτικές περιουσίες με αυτά τα ποιοτικά φυσικά χαρακτηριστικά (ύπαρξη πρασίνου), και θα πρέπει συστηματικά κάθε έτος η ψηλή βλάστηση να κλαδεύεται από τους ιδιοκτήτες τους ή και από τους διαχειριστές του δικτύου,  χωρίς όμως αυτό να εξασφαλίζει την ασφαλή λειτουργία του δικτύου, δεδομένου ότι ένα έκτακτο καιρικό φαινόμενο μπορεί να προκαλέσει όχι θραύση κλαδιών (που μπορεί η κλάδευση   σε ορισμένο ύψος ή βάθος να προλάβει τη ζημιά) αλλά εκρίζωση των δέντρων και πτώση τους (όπως στην περίπτωση των πρόσφατων χιονοπτώσεων) που είναι βέβαιο ότι θα προκαλέσουν όχι σημειακή διακοπή στη λειτουργία του δικτύου αλλά γενική η οποία δεν μπορεί να προβλεφθεί.

Ας περιμένουμε λοιπόν να δούμε με περισσότερη ψυχραιμία τις επιλογές και τα επόμενα βήματα της Κυβέρνησης η οποία θυμίζουμε ότι πολύ πρόσφατα,  άλλαξε τον ισχύοντα νόμο για την οργάνωση της πολιτικής προστασίας και οι νέες εξαγγελίες του Υπουργού Εσωτερικών  για νομοθετικές ρυθμίσεις συνειρμικά μας παραπέμπουν σε ομολογία της αποτυχίας του τότε σχεδιασμού.

 


 



ΚατηγορίεςΑπόψεις

Tags: , , , , , , , , , , ,

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: