Διαχείριση και προστασία ιδιωτικών δασών

Σοφία Ε. Παυλάκη,
Δικηγόρος, M.Sc.

Οι πρόσφατες καταστροφικές πυρκαγιές που έπληξαν ευρύτατες δασικές περιοχές στη χώρα μας, έθεσαν εκ νέου στο προσκήνιο το ζήτημα της θεσμοθέτησης ενός σύγχρονου και αποτελεσματικού νομοθετικού πλαισίου για την προστασία και την αειφορική διαχείριση και εκμετάλλευση των δασών μας, δημοσίων και ιδιωτικών. Και ενώ ποικίλη και εκτεταμένη ενημέρωση παρέχεται για τον δημόσιο δασικό πλούτο της χώρας στα μέσα μαζικής επικοινωνίας και στο πλαίσιο του επιστημονικού διαλόγου για αυτόν, είναι πενιχρές συνήθως οι αναφορές στα ιδιωτικά δάση και στις ιδιωτικές δασικές εκτάσεις που καταλαμβάνουν ένα αξιοσημείωτο ποσοστό από το δασικό μας κεφάλαιο.

Ι. Ιδιωτική δασική κτήση

Όπως ορίζει το άρθρο 1 παρ. 1 του βασιλικού διατάγματος της 17-29ης Νοεμβρίου 1836 (ΦΕΚ Α’ 69/01.12.136), ιδιωτικά δάση είναι μόνον εκείνα που μεταβιβάστηκαν κατά τους νόμιμους οθωμανικούς τύπους και αποδεικνύεται ότι υφίσταντο ως ιδιόκτητα πριν την έναρξη του υπέρ της Ανεξαρτησίας Αγώνα. Θεωρούνται επίσης αδιαμφισβήτητα ως ιδιωτικά και τα δάση, τα οποία κείνται εντός μεγάλων ιδιωτικών κτημάτων – χωρίων (τσιφλίκια), ακόμη και αν αυτά δεν αναγράφονται ρητά στους τίτλους ιδιοκτησίας των κτημάτων, εφ’ όσον προκύπτει ότι περιέχονται εντός των ορίων τους.

Ακολούθως, το άρθρο 3 του διατάγματος του 1836 επέβαλλε στους ιδιοκτήτες των δασών του άρθρου 1 την υποχρέωση προσαγωγής τίτλων ιδιοκτησίας ενώπιον της Γραμματείας επί των Οικονομικών, εντός προθεσμίας ενός (1) έτους από τη δημοσίευση του διατάγματος, μετά την άπρακτη παρέλευση της οποίας τα δάση θεωρούνται αδιαφιλονίκητα ως εθνικά. Η Γραμματεία επί των Οικονομικών, κατ’ εφαρμογή του διατάγματος της 17-29 Νοεμβρίου 1836 περί ιδιωτικών δασών, συνέστησε με την από 16 Απριλίου 1842 δηλοποίησή της ειδική Τριμελή Επιτροπή ελέγχου των τίτλων που είχαν υποβληθεί εμπροθέσμως, κατά τις διατάξεις του άρθρου 3 του περί ιδιωτικών δασών διατάγματος.

Η δε Ελληνική Κυβέρνηση είχε συστήσει από το έτος 1832 την ειδική Ελληνική Επιτροπή περί της εξελέγξεως της αγοράς από Έλληνες των κατά την Εύβοια και Αττική τουρκικών ιδιοκτησιών, με αντικείμενο τον έλεγχο της νομιμότητας των παραπάνω μεταβιβάσεων έναντι των διεθνών συμφωνιών και με σκοπό την προστασία των νομίμων συμφερόντων των Ελλήνων αγοραστών οθωμανικών ιδιοκτησιών. Η Επιτροπή αυτή με την από 27 Μαρτίου 1832 διακήρυξή της υποδείκνυε στους αγοραστές να προβαίνουν στην αγορά κτημάτων μόνο κατόπιν σύνταξης χοτζετίου, ήτοι έγκυρου μεταβιβαστικού κυριότητας τουρκικού τίτλου, προς διασφάλιση των δικαιωμάτων τους.

Η Εξεταστική Επιτροπή, σύμφωνα με το βασιλικό διάταγμα 1462 της 24ης Αυγούστου 1836, είχε νόμιμη αρμοδιότητα εξέτασης και επικύρωσης των πωλήσεων οθωμανικών κτημάτων στην Αττική, την Εύβοια, τη Θήβα και τη Φθιώτιδα. Η Επιτροπή αυτή, έχοντας διακόψει προσωρινά τις εργασίες της, ανασυγκροτήθηκε με το βασιλικό διάταγμα 3433 της 16-28 Σεπτεμβρίου 1838, προσκάλεσε με δηλοποίηση της 19ης Σεπτεμβρίου 1838 τους ενδιαφερομένους να προσκομίσουν τους τίτλους τους προς έλεγχο και αφού ολοκλήρωσε τις εργασίες της διαλύθηκε με το βασιλικό διάταγμα της 14ης Νοεμβρίου 1849.

Σύμφωνα περαιτέρω με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 1 περ. Ια’ του ν. 3208/2003 (ΦΕΚ Α’ 303/24.12.2003), όπως ισχύει, το Δημόσιο δεν προβάλλει δικαιώματα κυριότητας σε δάση, δασικές εκτάσεις και στις εκτάσεις των περ. α’ και β’ της παρ. 5 του άρθρου 3 του νόμου αυτού, που αναγνωρίστηκαν ως ιδιωτικά με τη διαδικασία του βδ/τος της 17-29ης Νοεμβρίου 1836.

Συναφώς, η παρ. 1 του άρθρου 28 του ν. 2664/1998 (ΦΕΚ Α’ 275/03.12.1998), όπως ισχύει, περί της διαδικασίας αναγνώρισης της δασικής ιδιοκτησίας, ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι στις περιοχές, που κηρύσσονται υπό κτηματογράφηση, όποιος επικαλείται εγγραπτέο ιδιωτικό δικαίωμα σε δάση και δασικές εν γένει εκτάσεις, για τις οποίες έχει αναρτηθεί ή κυρωθεί δασικός χάρτης, έχει υποχρέωση να εντοπίσει, με οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο, τη δηλούμενη έκταση στον δασικό χάρτη και να συνυποβάλει με τη δήλωσή του όλα τα αναγκαία αποδεικτικά έγγραφα για το εγγραπτέο δικαίωμά του.

ΙΙ. Προστασία και διαχείριση

Σύμφωνα με το άρθρο 9 του ν. 3208/2003 (ΦΕΚ Α’ 303/24.12.2003) η δασική ιδιοκτησία διακρίνεται σε δημόσια και ιδιωτικά δάση και δασικές εκτάσεις. Ρητά καθιερώνεται, επίσης στην ως άνω διάταξη, η απαγόρευση της μεταβολής του προορισμού των δασών και των εν γένει δασικών εκτάσεων, δημόσιων και ιδιωτικών, εκτός αν προέχει για την εθνική οικονομία η αγροτική εκμετάλλευση ή άλλη τους χρήση, που την επιβάλλει το δημόσιο συμφέρον κατά τις ειδικές προβλέψεις της εν γένει δασικής νομοθεσίας.

Κατά την παρ. 1 του άρθρου 38 του ν. 998/1979 (ΦΕΚ Α’ 289/29.12.1979) (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 35 παρ. 1 του ν. 4280/2014 και αντικαταστάθηκε από το άρθρο 32 του ν. 4342/2015, ΦΕΚ Α’ 143/9.11.2015), σε συμφωνία και με το άρθρο 117 παρ. 3 του Συντάγματος, τα δάση και οι δασικές εκτάσεις, που καταστράφηκαν ή καταστρέφονται συνεπεία πυρκαγιάς, αποψίλωσης ή άλλης αιτίας, κηρύσσονται υποχρεωτικά αναδασωτέα ανεξάρτητα της ειδικότερης κατηγορίας τους ή της θέσεως στην οποία βρίσκονται.

Μάλιστα, κατά την πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, από τις διατάξεις των άρθρων 24 παρ. 1 και 117 παρ. 3-4 του Συντάγματος προκύπτει ότι τόσο τα δημόσια όσο και τα ιδιωτικά δάση και οι δασικές εκτάσεις υπάγονται, ως φυσικά αγαθά και ανεξάρτητα από την ειδικότερη ονομασία τους ή τη θέση όπου βρίσκονται σε σχέση με οικιστικά κέντρα ή άλλους χώρους, υπό ιδιαίτερο καθεστώς, προκειμένου να διατηρείται η χρήση τους, κατά τον προορισμό τους, και να διαφυλάσσεται η φυσική και βιολογική ισορροπία τους (βλ. ΣτΕ 89/1981 κ.ά.).

Στα ιδιωτικά, ειδικότερα, δάση και τις δασικές εκτάσεις η συνταγματική προστασία είναι εντονώτερη, αφού απαγορεύεται απόλυτα, χωρίς καμία εξαίρεση, η μεταβολή του προορισμού τους. Δεν παρέχεται δηλαδή, όπως συμβαίνει με τα δημόσια δάση και τις δασικές εκτάσεις, η ευχέρεια στον κοινό νομοθέτη να επιτρέπει τη μεταβολή του προορισμού τους, σε εξαιρετικές περιπτώσεις υπαγορευόμενες από το δημόσιο συμφέρον, προς εξυπηρέτηση και άλλων, υψίστης σημασίας σκοπών (επιτρεπτές επεμβάσεις) (βλ. ΣτΕ 89/1981, ΣτΕ 1362/1981 κ.ά.). Η ιδιαίτερη αυτή προστασία των ιδιωτικών δασών και των ιδιωτικών δασικών εκτάσεων κατοχυρώνεται στο Σύνταγμα χωρίς χρονικούς ή άλλους περιορισμούς ή αναγνωρίσεις καταστάσεων, που δημιουργήθηκαν προ της θέσεως σε ισχύ του Συντάγματος του 1975.

Άλλωστε η κήρυξη ως αναδασωτέων δασών ή δασικών εκτάσεων, που καταστράφηκαν ή αποψιλώθηκαν από οποιαδήποτε αιτία (λαθραία υλοτομία, πυρκαγιά κ.λπ.) και η απαγόρευση κάθε χρήσεως που παρεμποδίζει την αναδάσωσή τους, είναι υποχρεωτικές για τη Διοίκηση, εφ’ όσον διαπιστώσει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 3 του άρθρου 117 του Συντάγματος, ανεξάρτητα απο τον χαρακτήρα της εκτάσεως ως δημοσίου ή ιδιωτικού δάσους ή ως δημόσιας ή ιδιωτικής δασικής (ΣτΕ 926/1982 κ.ά.). 

Περαιτέρω, κατ’ άρθρο 17 του ν. 998/1979, κατά την άσκηση της δασοπονίας και την εν γένει διαχείριση των δημοσίων δασών καθώς και κατά την εφαρμογή της δασοπολιτικής επιτηρήσεως του Κράτους επί των ιδιωτικών δασών, λαμβάνεται υποχρεωτικά πρόνοια ανανεώσεως και βελτιώσεώς τους με αναγεννητικές και αναγωγικές υλοτομίες (σε συνδυασμό με ενδεικνυόμενες), ενώ επίσης επιτρέπεται η ενρητίνευσή τους ή επί μέρους αναδασώσεις, ώστε να εξασφαλίζεται, εν όψει και της φύσεως του εδάφους και του είδους της δασικής βλαστήσεως, η σπερμοφυής μορφή τους. Οι ανωτέρω υποχρεώσεις βαρύνουν τους ιδιοκτήτες ως προς τα αναγνωρισμένα ιδιωτικά δάση και τις δασικές εκτάσεις.

Κατά τα άρθρα 4-5 του βδ/τος της 17-29ης Νοεμβρίου 1836 (ΦΕΚ Α’ 69/01.12.136), τα ιδιόκτητα δάση μένουν υπό την ιδιαίτερη επιτήρηση του Δημοσίου, η οποία διενεργείται κατά τις κείμενες διατάξεις, από τους υπαλλήλους που είναι αρμόδιοι για τη συντήρηση και τη διοίκηση των δημοσίων δασών. Το Δημόσιο έχει το δικαίωμα να υλοτομεί στα ιδιόκτητα δάση για την κάλυψη δημοσίων αναγκών καταβάλλοντας προς τους ιδιοκτήτες το αντίτιμο της υλοτομηθείσας ξυλείας κατά την τρέχουσα τιμή, αφού αφαιρεθεί ο νόμιμος φόρος. Το σύνολο των κομμένων δέντρων δεν δύναται να υπερβαίνει το ένα έκτο (1/6) του ποσού των δέντρων που προσδιορίζονται για υλοτομία.

Όπως ορίζουν τα άρθρα 50-51 του πδ/τος της 19ης Νοεμβρίου 1928 (ΦΕΚ Α’ 252/30.11.192), στα ιδιωτικά δάση οι εκμεταλλευτές ή καρπωτές των ιδιωτικών δασών υλοτόμοι, από της εγκαταστάσεώς τους από την αρμόδια δασική αρχή στα δάση που πρόκειται να υλοτομηθούν, είναι υπεύθυνοι προς επανόρθωση κάθε ζημίας του ιδιοκτήτου και του Δημοσίου, η οποία προέρχεται από την παράβαση της δασικής νομοθεσίας και διαπράχθηκε από τους ίδιους τους εργάτες τους στα ενοικιασθέντα από αυτούς δάση. Η αποζημίωση των ιδιοκτητών για ζημία προκληθείσα από τους ενοικιαστές των δασών τους καθορίζεται από τους ίδιους, για τυχόν δε ζημία του Δημοσίου από την εγκατάλειψη υψηλών πρέμνων ή ακατέργαστων χρήσιμων υπολειμμάτων, εφαρμόζονται αι διατάξεις των άρθρου 45 παρ. 2 και 58 του ως άνω διατάγματος. Όσον αφορά δε την υλοτομία σε άλλες θέσεις από τις καθορισθείσες από τον πίνακα υλοτομίας κ.λπ. εφαρμόζονται οι διατάξεις περί παρανόμου υλοτομίας.

Σύμφωνα επίσης με το άρθρο 17 του ν. 998/1979, όλοι οι ιδιοκτήτες ιδιωτικών δασών και δασικών εκτάσεων (δήμοι, κοινότητες, φυσικά ή νομικά πρόσωπα) υποχρεούνται να διαθέτουν κατ’ έτος μέχρι το τριάντα τοις εκατό (30%) των καθαρών εσόδων από την εκμετάλλευση ή εκμίσθωση για την μερίμνη των ιδίων εκτέλεση δασικών έργων, τη διάνοιξη οδών, τη φύτευση ή καλλιέργεια ταχυαυξών ειδών, τη διενέργεια αναδασώσεων καθώς και τη βελτίωση ή επέκταση της δασικής βλάστησης επί της ιδιοκτησίας τους. Οι μη συμμορφούμενοι στην ως άνω υποχρέωση, παύουν να τυγχάνουν επιδοτήσεως, δανειοδοτήσεως και κινήτρων.

Δύνανται επίσης να παρέχονται πιστώσεις προς εκτέλεση δασικών έργων και έργων αναδασώσεως ή βελτίωση και ανάπαυση αναπτύξεως ιδιωτικών δασών ή δασικών εκτάσεων, προς ανάπτυξη της δασικής παραγωγής τους ή διατήρηση του αισθητικού ή προστατευτικού χαρακτήρα τους. Οι πιστώσεις αυτές διέπονται από τις διατάξεις του νδ/τος 131/1974 περί παροχής οικονομικών ενισχύσεων στη γεωργική, κτηνοτροφική, δασική και αλιευτική παραγωγή.

ΙΙΙ. Διαχείριση εγκαταλελειμμένων ιδιωτικών δασών

Περαιτέρω, με την παρ. 1 του άρθρου 19 του ν. 3208/2003 (όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 48 παρ. 3 του ν. 4423/2016, ΦΕΚ Α’ 182/27.9.2016) ορίζεται ότι ιδιωτικά δάση καθώς και δάση του άρθρου 152 του Δασικού Κώδικα (ήτοι συνιδιόκτητα δάση μετά του Δημοσίου), των οποίων η διαχείριση και εκμετάλλευση έχει από εικοσαετίας και πλέον εγκαταλειφθεί, τίθενται από την αρμόδια δασική αρχή υπό διαχείριση, για λόγους προστασίας του περιβάλλοντος και προαγωγής της εθνικής οικονομίας, σύμφωνα με τις περί διαχειρίσεως και εκμεταλλεύσεως των δημοσίων δασών ισχύουσες διατάξεις.

Σημειωτέον ότι σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 4423/2016, στη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 του ν. 3208/2003 περιελήφθη, για λόγους εθνικού συμφέροντος, το σύνολο των ιδιωτικών δασών της χώρας, υπό την προϋπόθεση της σωρευτικής (για ολόκληρη δηλαδή την εικοσαετία) αντικειμενικής αδυναμίας διαχειρίσεώς τους.

Προϋπόθεση για την κατά τα ανωτέρω ενέργεια της δασικής αρχής, είναι η διαπίστωσή της, με ειδικά αιτιολογημένη σχετική πράξη της, ότι οι κάτοχοι των δασών αυτών παρουσιάζουν αντικειμενική αδυναμία να τα διαχειριστούν ή να τα εκμεταλλευτούν. Τα έσοδα από την εκμετάλλευση των παραπάνω δασών, μετά την αφαίρεση των πάσης φύσεως εξόδων και των δικαιωμάτων υπέρ του Δημοσίου, αποδίδονται από το Δημόσιο νομίμως στους δικαιούχους. Κατά την απόδοσή τους, υφίσταται επιπλέον παρακράτηση, ποσοστού δέκα επί τοις εκατό (10%), το οποίο -όπως και τα δικαιώματα υπέρ του Δημοσίου- κατατίθενται υπέρ του Πράσινου Ταμείου στον κωδικό «Ειδικός Φορέας Δασών» και διατίθενται αποκλειστικά για έργα διαχείρισης, ανάπτυξης και προστασίας δασών.

Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και πριν τη συμπλήρωση 20ετίας από τότε που εγκαταλείφθηκε η διαχείριση ιδιωτικής δασικής εκτάσεως από τους ιδιοκτήτες, εφαρμοστέα είναι η διάταξη του άρθρου 141 του νομοθετικού διατάγματος 86/1969 (Δασικός Κώδικας), δυνάμει της οποίας ο ιδιοκτήτης υποχρεούται να συντάξει, με δική του μέριμνα και δαπάνες, πίνακα υλοτομίας ή διαχειριστική μελέτη, στην οποία θα προβλέπονται, μεταξύ άλλων, και οι απαραίτητοι καθαρισμοί και οι αραιώσεις της βλάστησης.

Για ποσό μεγαλύτερο των 1.000 κυβικών μέτρων ξυλώδους όγκου μη δημοσίων δασών, τα δασοπονικά σχέδια, οι σχετικές εκθέσεις και οι πίνακες υλοτομίας καταρτίζονται από δασολόγους με μέριμνα και δαπάνη των δασοκτημόνων (ιδιοκτητών ή διακατόχων), ενώ οι πίνακες υλοτομίας μέχρι 1.000 κυβικών μέτρων καταρτίζονται από τους ίδιους τους δασοκτήμονες. Οι δε σχετικές δασικές αστυνομικές διατάξεις (ΔΑΔ) εκδίδονται από τον αρμόδιο δασάρχη κατ’ άρθρο 66 του Δασικού Κώδικος.

Περαιτέρω δε, βάσει της παρ. 2 του άρθρου 49 του Δασικού Κώδικος, για λόγους δασικής πολιτικής, το Δημόσιο δύναται να αγοράζει ιδιωτικά δάση.

Με βάση τη δοθείσα από τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 του ν. 3208/2003 νομοθετική εξουσιοδότηση, εκδόθηκε η απόφαση του Αναπλ. Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας 168586/1388/07.08.2018 (ΦΕΚ Β’ 3519/21.08.2018) «Διαχείριση – εκμετάλλευση εγκαταλελειμμένων ιδιωτικών ή συνιδιόκτητων μετά του Δημοσίου δασών από 20ετίας και πλέον», σύμφωνα με την οποία ως εγκαταλελειμμένα ιδιωτικά ή συνιδιόκτητα μετά του Δημοσίου δάση νοούνται αυτά που κατά το χρονικό διάστημα που ορίζεται εκ του νόμου, οι ιδιοκτήτες – κάτοχοί τους δεν προέβησαν σε καμία πράξη διαχειρίσεώς τους, όπως αυτή προβλέπεται από τη δασική νομοθεσία.

Στην περίπτωση αυτή, οι τοπικές δασικές αρχές, εφ’ όσον διαπιστώσουν ότι στην περιοχή της αρμοδιότητάς τους υπάρχουν ιδιωτικά ή συνιδιόκτητα μετά του Δημοσίου δάση, τα οποία έχουν εγκαταλειφθεί τουλάχιστον επί 20ετία, συντάσσουν διαπιστωτική πράξη απευθυνόμενη στους κατόχους του δάσους, στην οποία θα εμφανίζονται τα στοιχεία του δάσους, ήτοι: ονομασία, ιδιοκτήτες, ποσοστά συνιδιοκτησίας, έκταση, είδος βλάστησης, κατάσταση του δάσους, στοιχεία που αποδεικνύουν ότι τα δάση έχουν εγκαταλειφθεί επί εικοσαετία καθώς και άλλα στοιχεία, αν κρίνεται απαραίτητο (άρθρο 2).

Στην εν λόγω διαπιστωτική πράξη της αρμόδιας δασικής αρχής γίνεται ρητή μνεία της παρ. 3 του άρθρου 48 του ν. 4423/2016 καθώς και η αντικειμενική αδυναμία των ιδιοκτητών κατόχων του δάσους να το διαχειριστούν ή εκμεταλλευτούν, συνεπεία της οποίας το δάσος τίθεται υπό διαχείριση από την αρμόδια δασική αρχή, σύμφωνα με τις περί διαχειρίσεως και εκμεταλλεύσεως των δημοσίων δασών ισχύουσες διατάξεις (άρθρο 2).

Πριν την έκδοση της διαπιστωτικής πράξεως ο αρμόδιος Δασάρχης ή ο Διευθυντής Δασών Νομού άνευ Δασαρχείων, ενημερώνει εγγράφως τους ενδιαφερομένους, θέτοντας υπόψη τους, τους λόγους για τους οποίους είναι αναγκαία η διαχείριση του ιδιωτικού δάσους καθώς και τα προβλεπόμενα στην παρ. 3 του άρθρου 48 του 4423/2016. Η ως άνω πράξη επιδίδεται με αποδεικτικό στους ενδιαφερομένους και σε περίπτωση που οι ιδιοκτήτες/κάτοχοι είναι άγνωστοι ή αγνώστου διαμονής, αναρτάται στον πίνακα ανακοινώσεων του Δασαρχείου, της Διεύθυνσης Δασών, του Δημαρχείου ή στο κατάστημα της Τ.Κ. του υπόψη δάσους, προωθείται με δελτίο τύπου σε Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και δίνεται προθεσμία έξι (6) μηνών για εκδήλωση ενδιαφέροντος από τους ιδιοκτήτες/κατόχους (άρθρο 3).

Στην περίπτωση κατά την οποία, οι ιδιοκτήτες κάτοχοι δηλώσουν αντικειμενική αδυναμία διαχείρισης ή εκμετάλλευσης δάσους ή παρέλθει άπρακτη η ταχθείσα προθεσμία ή τα δικαιολογητικά θεωρηθούν ανεπαρκή, ο αρμόδιος Δασάρχης ή ο Διευθυντής, αντίστοιχα, εισηγείται ιεραρχικά να τεθεί το εν λόγω δάσος υπό διαχείριση σύμφωνα με τις περί διαχείρισης και εκμετάλλευσης των δημοσίων δασών ισχύουσες διατάξεις, ο οποίος τελικά θα λάβει την απόφαση (άρθρο 4).

Μετά την έκδοση της αποφάσεως αρχίζει η εκμετάλλευση του δάσους. Σε πρώτο στάδιο συντάσσεται διαχειριστική μελέτη ή πίνακας υλοτομίας καθώς και οι υπόλοιπες μελέτες οδοποιίας, συντήρησης δασικού οδικού δικτύου, τεχνικών έργων κ.λπ. από δασολόγο του Δημοσίου ή, σε περίπτωση έλλειψης, από ιδιώτη δασολόγο (άρθρο 5).

Όσον αφορά τη διαχείριση του δάσους στην περίπτωση αυτή, γίνεται σύμφωνα με τις περί διαχειρίσεως και εκμεταλλεύσεως δημοσίων δασών ισχύουσες διατάξεις (άρθρο 6). Τα έσοδα από την εκμετάλλευση του δάσους, μετά την αφαίρεση των εξόδων, κατατίθενται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και είναι στη διάθεση των δικαιούχων, σύμφωνα με το ποσοστό ιδιοκτησίας τους. Τα έξοδα συνίστανται σε: Δαπάνες σύνταξης κάθε είδους μελέτης, δαπάνες εκτέλεσης έργων και εργασιών, δαπάνες διοικητικής – λογιστικής υποστήριξης, δαπάνες φύλαξης, δικαιώματα του Δημοσίου, όπως προσδιορίζονται από τον εκάστοτε Ετήσιο Πίνακα Διατίμησης Δασικών Προϊόντων, επιπλέον ποσοστό δέκα επί τοις εκατό (10% ) επί των καθαρών εσόδων υπέρ του Πράσινου Ταμείου στον κωδικό «Ειδικός Φορέας Δασών». Οι δικαιούχοι οφείλουν να αποδεικνύουν τα δικαιώματά τους με επίσημα έγγραφα.

Πηγές:

– Α. Μαριά, Α. Παπαθανασόπουλος, Σ. Παυλάκη, «Δασική Νομοθεσία», Αθήνα 2017.

– «Υπουργική απόφαση για τη διαχείριση και εκμετάλλευση εγκαταλελειμμένων ιδιωτικών δασών», σε: dasarxeio.com

– Αθ. Παπαθανασόπουλος, «Οι οθωμανικοί ιδιωτικοί τίτλοι ιδιοκτησίας δασών κατά τη νομολογία του Αρείου Πάγου», σε: dasarxeio.com

– «Δασικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις και άλλες διατάξεις», σε: dasarxeio.com




ΚατηγορίεςΑπόψεις, Νομοθεσία

Tags: , , , ,

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: