Κυνήγι στη νεότερη Ελλάδα, ένας ιστοριογραφικός άγνωστος

13 Ιανουαρίου 1936, ο τότε Δήμαρχος Αθηναίων, Κώστας Κοτζιάς, σε κυνηγετική εξόρμηση στη λίμνη Στυμφαλία (πηγή εικόνας: elia.org.gr)

Το παρακάτω άρθρο βασίζεται στην εργασία του ιστορικού Γιώργου Λ. Βλάχου με τίτλο «Κυνήγι στη νεότερη Ελλάδα, ένας ιστοριογραφικός άγνωστος», η οποία δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Μνήμων, Τόμος 41 (2024), σσ. 151–171. Ο συγγραφέας θέτει στο επίκεντρο ένα ζήτημα σχεδόν αόρατο στην ελληνική ιστοριογραφία: την απουσία της κυνηγετικής πρακτικής από τη μελέτη της κοινωνικής και περιβαλλοντικής ιστορίας της νεότερης Ελλάδας. Η παρούσα απόδοση έχει στόχο να παρουσιάσει εκλαϊκευμένα τα βασικά συμπεράσματα και ερωτήματα που θέτει ο ιστορικός στο πρωτότυπο επιστημονικό του κείμενο.

Παρά τη σημασία του για τις τοπικές κοινωνίες, το κυνήγι παραμένει μέχρι σήμερα μια από τις πιο παραγνωρισμένες πτυχές της νεότερης ελληνικής ιστορίας.

Αν και η ελληνική ιστοριογραφία έχει ασχοληθεί εκτενώς με διάφορες αγροτικές και λαϊκές πρακτικές – από την υφαντική και την ελαιοπαραγωγή μέχρι την παραδοσιακή αρχιτεκτονική – το κυνήγι έχει μείνει σχεδόν εντελώς εκτός του επιστημονικού ενδιαφέροντος. Κι όμως, για πολλές δεκαετίες (και μέχρι σήμερα), αποτελεί μια διαδεδομένη δραστηριότητα για εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες.

Το κυνήγι δεν ήταν πάντοτε χόμπι. Για μεγάλο μέρος του πληθυσμού, ιδίως στις αγροτικές περιοχές, αποτελούσε έναν τρόπο εξασφάλισης τροφής ή ακόμα και εισοδήματος, ιδίως πριν οργανωθεί η αγορά και η αγροτική παραγωγή. Με την πάροδο του χρόνου και κυρίως μέσα στον 20ό αιώνα, η κυνηγετική δραστηριότητα μετατράπηκε σταδιακά σε αναψυχή ή άθλημα, με σαφώς πιο περιορισμένο ρόλο στη διατροφή και την οικονομία των ανθρώπων.

Ο βιομήχανος Ελευθέριος Μουζάκης με την παρέα του για κυνήγι στη Ζάκυνθο, το 1958. Η φωτογραφία προέρχεται από το βιβλίο του “75 Χρόνια Κυνήγι”.

Η σιωπή της ιστορίας

Γιατί όμως το κυνήγι αγνοήθηκε τόσο από την ιστοριογραφία; Μία εξήγηση είναι η έλλειψη πρωτογενών πηγών. Οι κυνηγοί, οργανωμένοι σε συλλόγους, σπάνια άφηναν πίσω τους αρχεία που να μαρτυρούν τη δράση τους, ενώ πριν τον 20ό αιώνα δεν υπήρχε καν θεσμική ρύθμιση της θήρας. Έτσι, η έρευνα περιορίζεται κυρίως στα νομοθετικά κείμενα του κράτους.

Το πρώτο σαφές νομοθετικό πλαίσιο για το κυνήγι στην Ελλάδα εμφανίζεται μόλις το 1923, με την ψήφιση του νόμου «Περί θήρας». Ο νόμος αυτός, που αργότερα εντάχθηκε στον Δασικό Κώδικα, θέτει περιορισμούς στα μέσα και τον χρόνο κυνηγίου, ενώ απαιτεί και άδεια για τη νόμιμη άσκησή του. Το κυνήγι αποσυνδέεται πλέον από την κάρπωση για επιβίωση και συνδέεται περισσότερο ως δραστηριότητα αναψυχής. Από εκεί και πέρα, οι τροποποιήσεις στους νόμους περιορίζουν περαιτέρω τη θήρα, απαγορεύουν μέσα όπως οι παγίδες και καθιερώνουν καταφύγια άγριας ζωής.

Ο κυνηγός στην Ελλάδα βρέθηκε συχνά ανάμεσα σε δύο κόσμους: από τη μία πλευρά, ως θεματοφύλακας της φύσης – με ρόλο ακόμα και στην εξισορρόπηση των οικοσυστημάτων – και από την άλλη, ως ύποπτος λαθροθήρας. Το κράτος αξιοποίησε την κυνηγετική κοινότητα τόσο ως συνεργάτη στη διαχείριση του άγριου πληθυσμού (π.χ. για μείωση “επιβλαβών” ειδών), όσο και ως αντικείμενο αυστηρής επιτήρησης.

Ο Θεόδωρος Τουρκοβασίλης σε κυνηγετική εξόρμηση στη δεκαετία του 1960. Ο Τουρκοβασίλης ήταν Έλληνας δικηγόρος και πολιτικός. Διατέλεσε βουλευτής, υπουργός, γερουσιαστής, αρχηγός πολιτικού κόμματος και διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος (πηγή εικόνας: elia.org.gr)

Μια ιστορία που περιμένει να γραφτεί

Σήμερα, ο ιστορικός που θα θελήσει να μελετήσει το κυνήγι στη νεότερη Ελλάδα θα πρέπει να αναζητήσει στοιχεία στα πιο απροσδόκητα αρχεία: στα κατά τόπους δασαρχεία, σε ιδιωτικά ημερολόγια, σε παλιές εφημερίδες, ακόμη και σε ερασιτεχνικά εγχειρίδια κυνηγών. Μπορεί η αφήγηση αυτή να μην είναι πλήρης, αλλά είναι απολύτως αναγκαία για να αποδώσει τη θέση που δικαιούται αυτή η τόσο παλιά και τόσο επίκαιρη πρακτική της ελληνικής υπαίθρου.

♦-♦-♦



Categories: Θήρα

Tags: , ,