Advertisements

«Βρωμόδεντρα», τα αυθαίρετα του φυτικού βασιλείου

vouli

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ | Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Η εισβολή έχει ξεκινήσει. Δεν πρόκειται για τους παράνομους μετανάστες, η παρουσία των οποίων στη χώρα προκαλεί φοβική υστερία σε μια συγκεκριμένη -δυστυχώς πολύ μεγάλη- μερίδα του πληθυσμού, ούτε για τερατόμορφους εξωγήινους. Πρόκειται για κάτι που δεν παραπέμπει σε στενές επαφές τρίτου τύπου, και το οποίο, σε αντίθεση με το μεταναστευτικό, δεν έχει προσελκύσει σχεδόν καθόλου την προσοχή: η εξάπλωση του αείλανθου του υψηλότατου (Ailanthus altissima), γνωστού και ως «βρωμοκαρυδιά» ή «βρωμόδεντρο» στην ελληνική επικράτεια.

Συγκεκριμένα, η εισβολή ξεκίνησε περίπου το 1850, όταν η βασίλισσα Αμαλία έφερε το κινεζικής προέλευσης καλλωπιστικό αυτό φυτό στην Αθήνα, μεταξύ άλλων για να κοσμήσει τον Βασιλικό -μετέπειτα Εθνικό- Κήπο, που ήταν τότε στα πρώτα χρόνια της ζωής του. Στο «Φυτολογικόν Λεξικόν» του Π. Γ. Γεννάδιου (η πρώτη έκδοση του οποίου χρονολογείται από το 1914), αναφέρονται οι αντοχές του στο κρύο, στη ζέστη και στις φυτικές ασθένειες. Το ένστικτο επιβίωσης του αείλανθου πάντως είναι εντυπωσιακά ισχυρό: φυτρώνει και ευδοκιμεί σε χωματερές, σε σιδηροδρομικές ράγες, στην άσφαλτο, στο τσιμέντο. Από δαρβινική άποψη, είναι ένα θαύμα της φύσης. Ωστόσο το λεξικό σημείωνε και ένα κρίσιμο μειονέκτημα – τη «δυσάρεστη οσμή την οποία αναδίδει».

«Τόσο από αισθητικής όσο και από οικολογικής άποψης, πρέπει να ανησυχούμε» για την παρουσία του αείλανθου στην Αθήνα, σύμφωνα με τον Γιάννη Μπαζό, επιμελητή του Βοτανικού Μουσείου και του Βοτανικού Κήπου και μέλος προσωπικού του Τμήματος Βιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ο δρ Μπαζός χαρακτηρίζει τα συγκεκριμένα δέντρα παρεμφερή με τα λεγόμενα «διαταραχόφυλλα» – ιθαγενή φυτά που τείνουν να αναφύονται σε περιβάλλοντα διαταραγμένα από τον άνθρωπο και εχθρικά προς την ανάπτυξη χλωρίδας.

Τι είναι αυτό που καθιστά προβληματική την εξάπλωση του αείλανθου; Δεν θέλουμε, υποτίθεται, περισσότερο πράσινο στην πόλη; Δεν είχε δίκιο η γειτόνισσα του απεσταλμένου της «Κ», που τον προέτρεψε να μη φωτογραφίσει τις βρωμοκαρυδιές στη γειτονιά τους, ώστε να μη γίνουν στόχοι «κατεδαφίσεων»;

Το ζήτημα δεν είναι μόνο η δυσάρεστη μυρωδιά. «Πρόκειται για είδος ιδιαίτερα επιθετικό, αλλά και δυσεξόντωτο», λέει στην «Κ» ο Αρτέμιος Γιαννίτσαρος, ομότιμος καθηγητής του Τμήματος Βιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ο αείλανθος παράγει τοξικές ουσίες (κουασσινοειδή), που παρεμποδίζουν την ανάπτυξη άλλων ειδών. Επιπλέον, όπως σημειώνει ο καθηγητής, το συγκεκριμένο είδος έχει ιδιαίτερα ισχυρές ρίζες που μπορούν να προκαλέσουν ζημιές σε υπόγειες σωληνώσεις και καλώδια, αλλά και σε αρχαιολογικά ευρήματα, αν δεν περιοριστεί η επέκτασή του σε αρχαιολογικούς χώρους.

Πέρα από τον αδίστακτο τρόπο με τον οποίο δηλητηριάζει τον ανταγωνισμό και επικρατεί σε μια περιοχή, ο αείλανθος έχει την ικανότητα να πολλαπλασιάζεται ευρέως, καθώς, όπως εξηγεί ο δρ Μπαζός, «τα σπέρματά του διαθέτουν μια πτητική συσκευή, ένα πτερύγιο, που τους επιτρέπει να ταξιδεύουν μακριά». Αν οι σπόροι πιάσουν, το φυτό αναπτύσσεται ταχύτατα – «μέσα σε μία πενταετία, έχει γίνει δέντρο μερικών μέτρων», λέει ο επιμελητής του Βοτανικού Κήπου.

Το ευτύχημα είναι ότι -μέχρι στιγμής τουλάχιστον- οι αείλανθοι δεν έχουν επεκταθεί στα ελληνικά δάση. «Τα είδη που υπάρχουν στα μεσογειακά δάση -τα πεύκα, οι θάμνοι- είναι κι αυτά ιδιαίτερα ανταγωνιστικά και έχουν καταφέρει να αποτρέψουν την εισβολή», εξηγεί ο δρ Μπαζός.

http://www.bricoleurbanism.org

Μέτρα επιφυλακής

Ο Δημήτρης Κυριακάκης, επικεφαλής της Διεύθυνσης Περιβάλλοντος και Πρασίνου του Δήμου Αθηναίων, είναι καθησυχαστικός. «Είναι ένα επεκτατικό είδος και πρέπει να το περιορίσουμε ώστε να επιτρέψει την ανάπτυξη άλλων φυτών. Οι εργαζόμενοι του δήμου το γνωρίζουν αυτό και περιοδικά καθαρίζουν περιοχές από συστάδες νεαρών φυτών του είδους», δηλώνει στην «Κ». Ωστόσο, όταν έχουν αποκτήσει κορμό, ο δήμος δεν τα ξεριζώνει. «Επιτελούν κι αυτά τον ρόλο τους στη δημιουργία πρασίνου», λέει ο κ. Κυριακάκης. «Μάλιστα, είναι προικισμένα από τη φύση με μεγαλύτερη ικανότητα απορρόφησης διοξειδίου του άνθρακα από το μέσο δένδρο και απελευθερώνουν περισσότερο οξυγόνο».

Ο δρ Μπαζός αναδεικνύει κι αυτός μια από τις ευεργετικές χρήσεις του αείλανθου. «Οι τοξικές ουσίες που παράγει χρησιμοποιούνται από ορισμένους καλλιεργητές ως φυσικό ζιζανιοκτόνο, αντί των ρυπογόνων χημικών». Ακόμα και οι εισβολείς, φαίνεται, έχουν τα θετικά τους.

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ | Έντυπη έκδοση

Advertisements
Μοιραστείτε το!
Share on Facebook
Facebook
Share on Google+
Google+
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin


ΚατηγορίεςΧλωρίδα

Tags: , ,

2 replies

  1. Αναλυτικότατος ο Αποστόλης!

  2. Διαφωνώ με τις ανησυχίες των ανωτέρω όσον αφορά στην εισβολή του Αείλανθου στα φυσικά χερσαία οικοσυστήματα της χώρας μας που αγγίζουν τα όρια του πανικού. Οι ανωτέρω ειδικοί αν ήταν λίγο πιο παρατηρητικοί επί του πεδίου θα αντιλαμβάνονταν ότι στην προκειμένη περίπτωση του Αείλανθου, συνυπολογίζοντας τις πολλαπλές παραμέτρους που διέπουν το φαινόμενο της προσαρμογής, της εγκατάστασης και της εξάπλωσης ενός ξενικού είδους στο φυσικό περιβάλλον ενός άλλου τόπου (σταθμού) που βρίσκεται εκτός της φυτο-βιογεωγραφικής περιοχής εξάπλωσής του, το είδος δεν έχει εξαπλωθεί όσον φορά στον ελλαδικό χώρο μέσα σε δασικά οικοσυστήματα παρά μόνο σε ελάχιστες θέσεις όπως στα ερείσματα των δρόμων που βρίσκονται κοντά σε ανθρωπογενείς δραστηριότητες (κοντά σε οικισμούς, αγρούς), παρόλο που διανύθηκε μεγάλο χρονικό από την αρχική του εγκατάσταση και δόθηκε η ευκαιρία στο είδος να εκφράσει τις δυνατότητές του (ενάμισι αιώνας πέρασε από τότε, αν και υπάρχει η πιθανότητα να εισήλθε στη χώρα μας και παλαιότερα με την είσοδο των εποικιστικών ξενικών ειδών στην ευρώπη περί τον 17ο αι. κατά την αποικιοκρατία) . Το γεγονός αυτό δείχνει ότι το συγκεκριμένο είδος στερείται ανταγωνιστικότητας σε πολύ μεγάλο βαθμό έναντι των ιθαγενών φυτικών ειδών, θαμνώδους ή δενδρώδους μορφής, που φύονται στα δάση της χώρας μας. Μια βόλτα σε οποιοδήποτε δάσος στη χώρα πυκνό ή αραιό, υψηλό ή χαμηλού ύψους, σε παρόχθια δάση, υδρόφιλες διαπλάσεις, ακόμη και σε δασικούς θαμνότοπους δεν θα συναντήσει κανείς θέσεις όπου ο Αείλανθος να έχει ξεφύγει από ολιγάριθμα φυόμενα δένδρα περιπτώσεων δίπλα σε δρόμους και σε ερείπια ανθρωπογενών κατασκευών και να έχει εισβάλει απειλητικά μέσα στις συστάδες των δασών ή στα διάκενά τους. Η ανικανότητα του Αείλανθου στο να εξαπλωθεί μέσα στα χερσαία φυσικά οικοσυστήματα που επικρατούν στη χώρα μας οφείλεται στις βιολογικές απαιτήσεις και χαρακτηριστικά του είδους όπως απαιτήσεις σε φως, αντοχή στη σκίαση έναντι της υπόλοιπης βλάστησης κλπ, στις αντοχές του όσον αφορά στην ολιγάρκεια των θρεπτικών απαιτήσεών του από το έδαφος κ.α. Αντίθετα, τον Αείλανθο θα τον συναντήσουμε μέσα στις πόλεις, στα χωριά, στους αγρούς, στα χαλάσματα ερειπωμένων οικισμών και συγκεκριμένα σε θέσεις εντός αυτών που εγκαταλείφθηκαν και δεν υφίστανται κάποια επέμβαση. Κατά συνέπεια μπορούμε να πούμε ότι ο Αείλανθος καταλαμβάνει «κενές» θέσεις μέσα στους χώρους που δραστηριοποιείται ο άνθρωπος προσδίδοντας τα οφέλη της αισθητικής του πρασίνου, της συγκράτησης των ρύπων-της σκόνης των πόλεων, προσφέροντας σκίαση και δροσιά για το καλοκαίρι, συνθήκες που ευνοούν τη διατήρηση και επιβίωση των λιγοστών ειδών πανίδας και χλωρίδας εντός του αστικού χώρου και του οικιστικού περιβάλλοντος, επίσης συντελεί στη μείωση του κόστους εγκατάστασης και συντήρησης του αστικού πρασίνου αφού εγκαθίσταται και αναπτύσσεται ανέξοδα και χωρίς ιδιαίτερη φροντίδα κ.α.
    Επίσης στο σημείο αυτό πρέπει να τονισθεί ότι και άλλα εποικιστικά δενδρώδη είδη χαίρουν δυσφημίσεως από τους κατοίκους της χώρας μας όπως η βρουσσονέτια (Broussonetia papyrifera), η γλεδίτσια (Gleditsia triacanthos), προφανώς λόγω χαρακτηριστικών τους όπως η δυσοσμία, τα αγκάθια κ.α. Αυτά τα είδη έχουν παρόμοια με τον Αείλανθο συμπεριφορά στο «καινούργιο» τους «σπίτι» και δεν πρόκειται από όσο όλα δείχνουν να εισβάλλουν και να καταλάβουν τα φυσικά οικοσυστήματα ή να εκτοπίσουν άλλα δενδρώδη, θαμνώδη, ποώδη φυτικά είδη και να επηρεάσουν αρνητικά τις λοιπές παραμέτρους του φυσικού περιβάλλοντος στη χώρα μας, παρά μόνο η ύπαρξή τους θα συνεχίσει προφανώς να παίζει ρόλο συμπληρωματικό και με θετικά αποτελέσματα για τον άνθρωπο και το οικιστικό περιβάλλον του.

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: