Advertisements

Η χαμένη τιμή της δασικής πολιτικής

Η χαμένη τιμή της δασικής πολιτικής

.

Ένας λαός σαν χάσει τη φυσική ευαισθησία του,
δε μπορεί παρά να πέσει στη βαναυσότητα,
κι’ ας έχει όσα θέλει, Πανεπιστήμια και Πολυτεχνεία και Ωδεία
κ’ ένα εκατομμύριο προφεσόρους.

Φώτης Κόντογλου*

DILOFO_zagori

(Το χωριό Δίλοφο στα Ζαγοροχώρια. Φωτογραφία από το διαδίκτυο)

Του Παύλου Πατσώνη – Δασολόγου

Σάββατο πρωί, σε αίθουσα δημαρχείου επαρχιακής πόλης συναντηθήκαμε μια παρέα συναδέλφων από τα παλιά. Θυμάμαι ότι όλοι είχαμε ορκιστεί την ίδια μέρα. Πτυχιούχοι πλέον το είχαμε γλεντήσει σε ταβέρνα στο «Τσινάρι» στην Άνω Πόλη. Η Άννα μετά το πτυχίο σπούδασε παιδαγωγικά, και ασχολείται τώρα με την περιβαλλοντική εκπαίδευση. Η Σοφία συνέχισε τις σπουδές της στο εξωτερικό. Δούλεψε εκεί κάποια χρόνια και επέστρεψε. Ασχολείται με θέματα περιβάλλοντος σε δημόσια υπηρεσία. Ο Δημήτρης και ο Γιώργος δουλεύουν πολλά χρόνια στη δασική υπηρεσία. Ο Παναγιώτης, που ζει στην πόλη που βρεθήκαμε, έχει δικό του τεχνικό γραφείο. Στη συντροφιά ήταν και ο κυρ’ Ευθύμης, θείος του Παναγιώτη. Γέροντας πια, γνωστός μας απ’ τα χρόνια τα φοιτητικά. Με το φορτηγάκι του έκανε μεταφορές. Μας επισκεπτόταν συχνά και πολλές φορές μας βοηθούσε. Αιτία της συνάντησης η εκδήλωση που διοργάνωσε ο Δήμος και αφορούσε τη διαχείριση του ορεινού χώρου της περιοχής, όπου η Άννα θα είχε εισήγηση.

– Το ευχάριστο σ’ αυτές τις μαζώξεις είναι η συνάντηση με φίλους, είπε ο Παναγιώτης. Τα συνέδρια έχουν ενδιαφέρον, όταν ακούγονται συγκεκριμένες απόψεις και προτείνονται κατανοητές διαδικασίες για την υλοποίησή τους, όταν προκύπτουν συμπεράσματα που διευκολύνουν τους σχεδιασμούς και την εργασία όσων δουλεύουν στην πράξη.

– Διατυπώσεις μόνο απόψεων, διαπιστώσεις για τα «κακώς κείμενα», αλλά και υποσχέσεις διόρθωσης που εύκολα λένε οι κατ’ επάγγελμα συμμετέχοντες ή οι πολιτικοί προϊστάμενοι, πιθανόν να ενθουσιάζουν στην αρχή, συνήθως όμως κουράζουν, συμπλήρωσε ο Γιώργος

– Όλες οι υποσχέσεις όταν ακούγονται, στην αρχή δημιουργούν ευφορία και αισιοδοξία. Τα «ταξίματα» ανακουφίζουν και εφησυχάζουν. Όταν επαναλαμβάνονται, τότε σίγουρα κουράζουν, είπε η Σοφία.

–  Μη ξεχνάς Σοφία, ότι αρκετοί μ’ αυτόν τον τρόπο εμπλουτίζουν το βιογραφικό τους. Αυτό τους ενδιαφέρει, γι’ αυτό απλά φλυαρούν όταν συμμετέχουν. Η βιωματική γνώση που είναι απαραίτητη και δίνει λύσεις στις μέρες μας υποβαθμίστηκε και δεν αποτελεί βασικό προσόν αξιολόγησης για ένα υπάλληλο. Έχουμε πλέον τα τυπικά προσόντα, που τα καθόρισαν και με νόμο. Ίσως αυτό να βολεύει, είπε ο Δημήτρης.

– Εσύ κι’ ο Γιώργος έχετε χρόνια στο δημόσιο και γνωρίζετε περισσότερα, είπε η Άννα. Θα διαβάσω μερικά σημεία της εισήγησής μου, να μου πείτε τη γνώμη σας. Έχουμε αρκετή ώρα μέχρι να ξεκινήσει η εκδήλωση. Άλλωστε στην αρχή θα έχουμε «τους χαιρετισμούς», με το γνωστό περιεχόμενο κάθε φορά.

Η παρέα χαμογέλασε και η Άννα με γλαφυρό τρόπο ξεκίνησε να διαβάζει.

– Μια φορά και έναν καιρό πριν σχεδόν τριάντα χρόνια, η Ελληνική Βουλή ψήφισε το Ν. 1650/86 με το γενικό τίτλο «Για την προστασία του περιβάλλοντος». «Επιτέλους καιρός ήταν», είπαν αρκετοί. Χάρηκαν και άρχισαν να ελπίζουν. Πίστευαν ότι θα υπάρξει έλεγχος και θα καθορισθούν διαδικασίες για έργα και δραστηριότητες που προγραμματίζονταν. Θα αποτελούσαν παρελθόν πια οι καταπατήσεις, η άναρχη δόμηση και η τσαπατσουλιά στην κατασκευή των έργων. Θα υπήρχε ειδική διαχείριση περιοχών, που θα είχαμε κρίνει ότι απαιτούν περισσότερη προστασία. Όλα είχαν σχεδιαστεί σε θεωρητικό επίπεδο και περίμεναν την εφαρμογή τους.

–  Έτσι σκέφτηκαν, όσοι θέλουν και επιμένουν να ελπίζουν σε κάτι καλύτερο, είπε ο Γιώργος.

– Υπάρχουν όμως και οι άλλοι, οι «επαγγελματίες» , συνέχισε η Άννα, που είδαν να ανοίγεται λαμπρό μέλλον μπροστά τους και άρχισαν να οργανώνουν γραφεία παραγωγής κυρίως μελετών, μια και πληθώρα τέτοιων προέβλεπε ο νόμος. Αυτό δεν είναι μομφή σε όσους ασκούν το ελεύθερο επάγγελμα, αγαπητέ Παναγιώτη, γι’ αυτό έβαλα εισαγωγικά στη λέξη. Απλά θέλω να επισημάνω ότι, για να είναι όλοι χρήσιμοι και αποδοτικοί, η διοίκηση όταν αποφασίζει διαδικασίες που απαιτούν συνεργασίες, πρέπει να έχει προβλέψει, σχεδιάσει και θεσμοθετήσει συγκεκριμένους κανόνες συνεργασίας. Να γνωρίζει εκ των προτέρων ο καθένας τι κάνει, πού υπακούει και πού λογοδοτεί. Ψίθυροι ακούστηκαν λοιπόν στην αρχή, αλλά και δυνατότερες και οργανωμένες φωνές στη συνέχεια, με τη βοήθεια και των μέσων ενημέρωσης, για το κακό κράτος και τους τεμπέληδες δημοσίους υπαλλήλους. Φωνές απ’ όσους πιστεύουν- και συνήθως ελέγχουν την πληροφόρηση – ότι δεν είναι κύρια υπεύθυνοι, αυτοί που με τις επιλογές πρόσληψης, στελέχωσης και (μη) αξιολόγησης οδήγησαν σε απαξίωση τη δημόσια διοίκηση, αλλά ότι φταίνε κάποιοι άλλοι, αυτοί που εκτελούν εντολές και διεκπεραιώνουν αλληλογραφίες, ως πλέον ευάλωτοι και εύκολοι αντίπαλοι. Άρχισαν λοιπόν να συντάσσονται μελέτες από ιδιώτες για να εγκριθούν από τη διοίκηση, και μαζί να δίνονται υποσχέσεις για περιορισμό της γραφειοκρατίας. Για κάθε έργο είχαμε προμελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων (ΠΠΕ), με σκοπό την προκαταρκτική περιβαλλοντική εκτίμηση και αξιολόγηση, και στη συνέχεια μελέτη Περιβαλλοντικών επιπτώσεων (ΜΠΕ) για την έγκριση των περιβαλλοντικών όρων του έργου. Αργότερα σε συμμόρφωση με τη κοινοτική οδηγία 2001/42 (οδηγία για τη Στρατηγική Περιβαλλοντική Εκτίμηση), απαιτήθηκε πριν την έγκριση ορισμένων σχεδίων ή προγραμμάτων η εκπόνηση Στρατηγικής ΜΠΕ, με σκοπό την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Όλα αυτά μπορεί να ακούγονται ωραία, ότι βάζουν μία τάξη, ελάχιστα όμως βοηθούν, αν δεν έχει προηγηθεί ο χωροταξικός σχεδιασμός των έργων και ο καθορισμός των χρήσεων της γης. Με την ίδια λογική πριν είκοσι χρόνια άρχισαν να σχεδιάζονται και να κατασκευάζονται έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας με τα γνωστά αποτελέσματα για όσους έχουν ασχοληθεί. Όλα τα είχε ο μπαξές, ογκώδεις μελέτες, πλήθος γνωμοδοτήσεων από διαφορετικές υπηρεσίες και μεγάλο αριθμό εμπλεκομένων υπηρεσιών. Πρόβλεψη όμως για το ποιος θα είναι ο συγκεκριμένος φορέας που θα ελέγχει τη σωστή εκτέλεση των έργων δεν υπήρχε. Το αποτέλεσμα ήταν πολλοί να γνωμοδοτούν, κάποιος να αποφασίζει, να είναι όμως άγνωστος αυτός που υπεύθυνα ελέγχει αν έγιναν και πώς έγιναν τα έργα.

–  Μπερδεύτηκαν και οι αρμοδιότητες για το που ανήκουν, τη διέκοψε γελώντας ο Παναγιώτης. Δυστυχώς, στα θέματα περιβάλλοντος ισχύει αυτό που μου έλεγε η μάνα μου, όταν περιέγραφε την «τάξη» του φοιτητικού μου δωματίου: «Δε γνωρίζει το σκυλί τον αφέντη του».

–  Δεν είναι τυχαίο ότι όλα αυτά ξεκίνησαν όταν άρχισαν οι χρηματοδοτήσεις από ευρωπαϊκά προγράμματα και υπήρχε διαθέσιμο χρήμα, είπε ο Δημήτρης. Τα ίδια μήπως δεν έγιναν και με άλλα έργα, όπως η σύνταξη των δασικών χαρτών, που ακόμα γίνεται και άγνωστο πότε θα τελειώσει. Αυτό ξεκίνησε νωρίτερα και η ημερομηνία ολοκλήρωσής του μετατίθεται συνεχώς στο μέλλον. Συνάδελφος διορίστηκε σε εφαρμογή του νόμου 248/76 (Περί φύλλου καταγραφής, μητρώου ιδιοκτησίας και οριοθεσίας των δασικών εκτάσεων και προστασίας των δημοσίων δασικών εκτάσεων). Πήρε σύνταξη ύστερα από 35 χρόνια και μου έλεγε πρόσφατα: «για τους δασικούς χάρτες περιοχών της Αττικής, που αναρτήθηκαν πριν πέντε χρόνια και έγιναν αντιρρήσεις από όσους διαφωνούν, δεν έχουν λειτουργήσει ακόμη οι επιτροπές επίλυσης αντιρρήσεων. Ακόμα περιμένουμε και το Π.Δ για τον ορισμό του δάσους, που προβλέπεται σε πρόσφατο νόμο».

– «Όποιος δε θέλει να ζυμώσει, δέκα μέρες κοσκινίζει». Εδώ και περισσότερα από δέκα πέντε χρόνια, συνέχισε η Άννα, αποφασίστηκε μία διαφορετική πολιτική στη διοίκηση και διαχείριση των προστατευόμενων περιοχών. Έφτιαξαν λοιπόν τον Ν. 2742/99 «Χωροταξικός Σχεδιασμός και αειφόρος ανάπτυξη». Ήταν η εποχή που η αειφορεία έμπαινε παντού, η «νέα» ανακάλυψη για ορισμένους. Αποφάσισαν λοιπόν ότι για να διαχειριστούν καλύτερα οι περιοχές αυτές, θα έπρεπε να διοικούνται από ένα πολυπληθές συμβούλιο ειδικών και μη για το περιβάλλον, που θα διορίζεται από την εκάστοτε κυβέρνηση. Με το πέρασμα των χρόνων το πιο ουσιαστικό πρόβλημα που προβάλλεται έντονα είναι η χρηματοδότηση των φορέων. Ελάχιστα γράφονται για το αν έχουν γίνει σχέδια διαχείρισης και έχουν εκδοθεί τα αντίστοιχα Π.Δ., στα χρονικά περιθώρια που προέβλεπε ο σχετικός νόμος. Φετινά δημοσιεύματα του τύπου πάλι μόνο σε αιτήματα χρηματοδότησης αναφέρονται. Πιθανόν να επιδιώκουν να μετατραπούν σε υπηρεσίες χρηματοδοτούμενες αποκλειστικά από το κράτος, με λίγα λόγια να γίνουν δημόσιες υπηρεσίες. Πριν δέκα πέντε χρόνια, άλλα έλεγαν οι «τότε υποστηρικτές» του σχετικού νόμου. Μήπως θα πρέπει να προβληματίσει αυτούς που έχουν την ευθύνη του τόπου όλος αυτός ο «σχεδιασμός»;

– Την εικοσαετία που πέρασε, διάφορες οργανώσεις με ποικίλες ονομασίες στην αρχή προσπαθούσαν με παρεμβάσεις τους να επηρεάσουν πολιτικές, που σκοπό είχαν επεμβάσεις στα δασικά οικοσυστήματα και στον τρόπο διαχείρισής τους. Συγχρόνως η πολιτεία με τον τρόπο της περιθωριοποιούσε υπηρεσίες, στην αρμοδιότητα των οποίων ήταν η διαχείρισή τους, είπε η Σοφία.

– Σ’ αυτό πάντα βοηθούν και οι «καλοθελητές» του χώρου μας για τους δικούς τους λόγους, τη διέκοψε ο Γιώργος. Σχεδιασμοί όπως παλαιότερα δασικής πολιτικής που να έχουν προοπτική υλοποίησης, έπαψαν να απασχολούν τη διοίκηση, που φροντίζει με ευκαιριακές αποφάσεις της, να αντιμετωπίσει τα προβλήματα που εμφανίζονται. Αν κάποιοι το απαιτούν, με τροπολογίες σε διάφορους νόμους που ψάξε να βρεις που και πότε δημοσιεύτηκαν.

– Τα τελευταία τριάντα χρόνια, χρόνο με το χρόνο, η υπηρεσία εμπλεκόμενη- απροετοίμαστη θα έλεγα- στην φοβερή γραφειοκρατία διευθέτησης μεμονωμένων περιπτώσεων, που είχαν σχέση με το ιδιοκτησιακό και την αλλαγή χρήσης δασών και δασικών εκτάσεων, τελμάτωσε, συμπλήρωσε ο Δημήτρης.

– Στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης., συνέχισε η Σοφία, η δασική υπηρεσία, αν και είχε τη δυνατότητα, δεν ασχολήθηκε ουσιαστικά και δεν παρακολούθησε τις εξελίξεις, που διαμόρφωναν την πολιτική διαχείρισης των δασικών οικοσυστημάτων. Συμμετείχε, όταν το απαιτούσαν οι συντονιστές, με συγκεκριμένες αρμοδιότητες στο τομέα που της υποδείκνυαν. Αποδέχτηκε με τον καιρό τον καινούργιο ρόλο της και σύμφωνα με την άποψη πολλών περιθωριοποιήθηκε. Έπαψε να έχει το συντονισμό σε θέματα διαχείρισης δασικών οικοσυστημάτων, απλά εφαρμόζει την πολιτική που άλλοι σχεδιάζουν. Διατήρησε όμως τις αρμοδιότητες που αφορούν απαγορεύσεις και επιτρεπτές επεμβάσεις. Αρκέστηκε σ’ αυτό και εφησυχάζει.

– Με τον καιρό, συνέχισε η Άννα, θεσμοθετήθηκε η συμμετοχή των ασχολούμενων με τις οργανώσεις, σε διοικητικά συμβούλια και επιτροπές με σκοπό τη διαχείριση προστατευόμενων περιοχών. Η πολιτεία έμπρακτα πλέον δείχνει ότι χάνει την εμπιστοσύνη της στους δικούς της φορείς. Υιοθετεί και νομοθετεί την εμπλοκή στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων και άλλων φορέων. Επιλέγει άτομα από τον ευρύτερο δημόσιο τομέα (ΟΤΑ, Ν.Α) αλλά και από ομάδες και οργανώσεις σχετικές με το περιβάλλον, σύμφωνα με δήλωσή τους. Απ’ αυτές τις οργανώσεις με πιο χαλαρό τρόπο προτείνονται διαδικασίες, επειδή δε δεσμεύονται από συγκεκριμένο θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας, στο οποίο θα πρέπει να υπακούσουν και να λογοδοτήσουν. Έχουν τη δυνατότητα «ανέξοδα», χωρίς δηλαδή επιπτώσεις, να προτείνουν και να καταγγείλουν. Την υποχρέωση όμως να αποδείξουν τα καταγγελλόμενα ή να απολογηθούν όταν κάτι δεν πάει καλά την αγνοούν. Λέξεις όπως «γραφειοκρατία», «γραφειοκράτες» και άλλα παρεμφερή, που δημιουργούν αρνητικά αισθήματα, τα χρησιμοποιούν αρκετά συχνά, αν διαφωνούν με αποφάσεις της διοίκησης και των υπαλλήλων της. Δεν ισχυρίζομαι ότι δεν υπήρχε ή δεν υπάρχει μιζέρια και ανευθυνότητα στη δημόσια διοίκηση, δημιουργήματα εδώ και πολλά χρόνια της κομματικής νοοτροπίας και λογικής ή ότι δεν είναι γραφειοκράτες και στενόμυαλοι πολλοί στον κρατικό μηχανισμό ή πολλοί σύμβουλοι που πλαισιώνουν πολιτικά γραφεία υπουργείων. Συνήθως αυτοί, μη ασχολούμενοι με την αποκλειστική αρμοδιότητα που έχουν, να βοηθούν στην πλέον ορθολογική λειτουργία του τομέα που τους έχει ανατεθεί, μπερδεύονται και μπερδεύουν. Δεν αποτελούν όμως παραδείγματα που χαρακτηρίζουν τη δημόσια διοίκηση, για όσους γνωρίζουν τα πράγματα.

– Σωστές απόψεις διατυπώνουν και αρκετές οργανώσεις, επιδοτούμενες και μη, είπε η Σοφία. Θέλουν και καλά κάνουν, να έχουν λόγο στη διαχείριση αυτού του τόπου, απλά λείπει το μέτρο. Συχνά ασχολούνται με την εύκολη κριτική, έχουν λόγο καταγγελτικό και λείπει η υλοποιήσιμη πρόταση. Αυτό συμβαίνει, όταν προσεγγίζουν θεωρητικά το όποιο πρόβλημα ή διαμορφώνουν άποψη υιοθετώντας μοντέλα διαχείρισης άλλων χωρών, όπως γίνεται συνήθως και είναι εύκολο. Όλες τις πληροφορίες που υπάρχουν και πλουτίζουν τη γνώση θα πρέπει να τις λαμβάνουμε υπόψη. Απαραίτητη και ουσιαστική όμως είναι η βιωματική γνώση, η οποία βασίζεται στην άμεση εμπειρία και αποκτάται με την ουσιαστική ενασχόληση του χώρου που θέλουμε να διαχειριστούμε. Αυτός είναι ο λόγος που εξ αποστάσεως και μόνο με τη βοήθεια της προηγμένης τεχνολογίας, από το γραφείο δηλαδή, δεν μπορούν να συνταχθούν σχέδια, που θα υλοποιούν έργα και δραστηριότητες, ικανά να βοηθήσουν την προκοπή ενός τόπου. Απλά ντόρος γίνεται και σε δουλειά να βρισκόμαστε.

– Στον τόπο μας τα τελευταία τριάντα χρόνια φτιάχτηκαν νόμοι, δημιουργήθηκαν ομάδες, θεσμοθετήθηκαν επιτροπές καθώς και φορείς διαχείρισης περιβαλλοντικά ευαίσθητων περιοχών. Χρηματοδοτήθηκαν αρκετές οργανώσεις που δραστηριοποιούνται σε θέματα περιβάλλοντος, με σκοπό να βοηθήσουν την πλέον ορθολογική διαχείρισή του. Πίστευαν οι διοικούντες, τουλάχιστον έτσι έλεγαν, ότι με τον τρόπο αυτό θα διαχειριστούν με καλύτερο τρόπο το φυσικό περιβάλλον. Αγνοούσαν ότι η προστασία και η διατήρηση δεν είναι μόνο θέμα νόμων η κάποιων επιτροπών και φορέων αλλά πρωτίστως παιδείας που ευαισθητοποιεί από μικρή ηλικία τον άνθρωπο, είπε η Άννα.

nipiagogeio_dasous

(Δασικό Νηπιαγωγείο**)

– Πολιτική επιλογή και υποχρέωση των διοικούντων είναι να θεσμοθετήσουν συγκεκριμένες διαδικασίες με χρονοδιαγράμματα για την υλοποίηση των διαφόρων έργων και δραστηριοτήτων. Η πλέον επωφελής όμως επιλογή είναι όταν η πολιτεία θελήσει να δώσει παιδεία περιβαλλοντική στο λαό της. Με τον τρόπο αυτό ο ενημερωμένος πολίτης θα γνωρίζει τι θέλει όταν διεκδικεί, αλλά και όταν σχεδιάζει και υλοποιεί. Γιατί ο άνθρωπος αποφασίζει, μελετά, σχεδιάζει, κατασκευάζει, χρησιμοποιεί, αλλά και δέχεται αργότερα τα αποτελέσματα των παρεμβάσεων του, συμπλήρωσε η Σοφία.

–  Ο κάτοικος μιας περιοχής τις υποσχέσεις θέλει να τις ακούει και να τις πιστεύει κυρίως όταν είναι για θέματα που τον ενδιαφέρουν. Αν απογοητευθεί, πάλι τις επιζητεί από άλλα χείλη. Όταν συνεχίζουν να παραμένουν μόνο υποσχέσεις, με παροιμίες και γνωμικά τις σχολιάζει. Θυμάμαι παιδί, είπε η Άννα, τον παππού τον Παυλή, σε συζητήσεις που είχαν οι μεγαλύτεροι για τις πολιτικές εξελίξεις και τις υποσχέσεις των πολιτικών, να απαντά: «όταν οι πολιτικοί παραβαίνουν μια υπόσχεση που σου έδωσαν, σου δίνουν μια άλλη, εξίσου καλή».

– Αγαπητή Άννα στον τόπο μας οι κυβερνήσεις πέφτουνε- όπως λέει το τραγούδι- μα το μαράζι μένει και μας ακολουθεί. Διαχρονικά μένουν τα προβλήματα και οι υποσχέσεις επίλυσής τους. Προσπαθούν κάποιοι μερακλήδες σε σεμινάρια, συνέδρια ή ημερίδες να πληροφορήσουν και να προβληματίσουν. Σ’ αυτές τις συγκεντρώσεις πολλοί μπορεί να συμμετέχουν, ορισμένοι όμως θέλουν να ακούσουν απόψεις και προτάσεις που να είναι κατανοητές και υλοποιήσιμες. Μια συγκεκριμένη ομάδα, συνήθως εισηγητών, ενδιαφέρεται να εμπλουτίσει το βιογραφικό της, και αρκετοί άλλοι επιζητούν κοινωνικές γνωριμίες, είπε ο Παναγιώτης.

– Ό,τι είσαι, αυτό βλέπεις, ό,τι ζητάς, αυτό βρίσκεις, συμπλήρωσε ο κυρ’ Ευθύμης, που όλη την ώρα μας άκουγε με προσοχή, χωρίς να μιλά.

glaros

Πατσώνης Παύλος – Δασολόγος


*Φώτης Κόντογλου: Ευλογημένο Καταφύγιο: Νεοελληνική ακαλαισθησία, εκδόσεις Ακρίτας 1985

**Η φωτογραφία είναι από το άρθρο: Νηπιαγωγεία του Δάσους. Μαθαίνοντας δίπλα από τα δένδρα. (Πηγή: letsfamily.gr )

Advertisements
Μοιραστείτε το!
Share on Facebook
Facebook
Share on Google+
Google+
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin


ΚατηγορίεςΔασική Πολιτική, Επιλογές - Προτάσεις

Tags: , , , , ,

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: