Κοινόχρηστοι χώροι πρασίνου και ρυμοτομική απαλλοτρίωση: μια χρόνια πάλη των (δια)τάξεων

Κοινόχρηστοι χώροι πρασίνου και ρυμοτομική απαλλοτρίωση: μια χρόνια πάλη των (δια)τάξεων

Σόφη Ε. Παυλάκη, Δικηγόρος
sophiepavlaki@gmail.com

maroussi Μαρούσι – Αγήνωρ Αστεριάδης

«Το Σύνταγμα δεν αποβλέπει στη θεωρητική επίλυση των πολεοδομικών ζητημάτων, αλλά στην επίτευξη πρακτικού αποτελέσματος, δηλαδή στη δημιουργία βιώσιμων και λειτουργικών οικισμών. Εφ΄ όσον το κράτος είναι αρμόδιο για τον πολεοδομικό σχεδιασμό και την υλοποίησή του, οφείλει να αναλάβει και το κόστος των σχετικών ρυθμίσεων, είτε διαθέτοντας εκ των προτέρων στους ΟΤΑ επαρκείς πόρους ειδικά προς τον σκοπό αυτό, είτε αναλαμβάνοντας ευθέως τη δαπάνη της συγκεκριμένης απαλλοτριώσεως. 

Η ρυμοτομική απαλλοτρίωση διαφέρει θεμελιωδώς από την κοινή απαλλοτρίωση, διότι εντάσσεται στο όλο σύστημα κοινοχρήστων χώρων του οικισμού, η δε τυχόν ανάκλησή της έχει σοβαρές επιπτώσεις που μπορεί να ανατρέψουν τον πολεοδομικό σχεδιασμό και να οδηγήσουν τον οικισμό σε ασφυξία (μετατροπή οδών σε αδιεξόδους ή τεθλασμένες, κατάργηση πλατειών, χώρων πρασίνου κ.λπ.). 

Μια νομολογία διαμορφωθείσα υπό τα Συντάγματα του 1952 και του 1968, τα οποία δεν διελάμβαναν περί ορθολογικού πολεοδομικού σχεδιασμού, ούτε καθιέρωναν ρητώς τον κοινωνικό περιορισμό της ιδιοκτησίας, επιπλέον δε υπό καθεστώς απαγορεύσεως της αναγκαστικής εκτελέσεως κατά του Δημοσίου και των νπδδ, δεν μπορεί πλέον να τύχει εφαρμογής υπό το Σύνταγμα του 1975/2001, το οποίο καθιερώνει υποχρέωση του Κράτους για ορθολογικό πολεοδομικό σχεδιασμό που περιλαμβάνει και την υλοποίηση αυτού, ορίζει ότι τα απορρέοντα εκ της ιδιοκτησίας δικαιώματα δεν μπορούν να ασκούνται εις βάρος του γενικού συμφέροντος και προβλέπει την αναγκαστική εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων κατά του Δημοσίου και των ΟΤΑ. 

Μετά τη δημοσίευση του σχεδίου πόλεως, η Διοίκηση υποχρεούται να μεριμνήσει για τη συντέλεση των ρυμοτομικών απαλλοτριώσεων με τη σύνταξη πράξεως αναλογισμού αποζημιώσεως, τον προσδιορισμό της σχετικής αποζημιώσεως και την καταβολή της στους δικαιούχους. Ο ιδιοκτήτης του ρυμοτομούμενου ακινήτου έχει πλέον μόνον αξίωση αποζημιώσεως κατά της ενιαίας Διοικήσεως (ΟΤΑ και Δημοσίου), δικαιούμενος να επιδιώξει μόνο την επίσπευση της συντελέσεως της ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως (κύρωση της αρνήσεως της Διοικήσεως να συντάξει πράξη αναλογισμού κ.λπ.) και την είσπραξη της ορισθείσης αποζημιώσεως, ακόμη και δι΄ αναγκαστικής εκτελέσεως της σχετικής δικαστικής αποφάσεως κατά του Δημοσίου και του οικείου ΟΤΑ, δεν μπορεί όμως να επιδιώξει ευθέως, χωρίς δηλαδή να έχει εξαντληθεί ή αποδειχθεί ατελέσφορη η ανωτέρω διαδικασία, την άρση της ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως και την ανατροπή του σχεδίου πόλεως χάριν του ατομικού του συμφέροντος. Εν όψει δε της ανωτέρω δυνατότητας πλήρους ικανοποιήσεως και αποζημιώσεως του ιδιοκτήτου του ρυμοτομούμενου ακινήτου δεν συντρέχει αθέμιτη προσβολή της ιδιοκτησίας. 

Τροποποίηση σχεδίου πόλεως προς ανάκληση ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως επιτρέπεται μόνο κατ΄ εξαίρεση και μόνο για πολεοδομικούς λόγους, όχι όμως κατ΄ επίκληση «οικονομικής αδυναμίας» του οικείου ΟΤΑ να καταβάλει την αποζημίωση, δεδομένου ότι εν αδυναμία του ΟΤΑ, τη σχετική δαπάνη οφείλει να αναλάβει το Δημόσιο». 

ΣτΕ ΠΕ 188/2006
Ειδ. γνώμη Εισηγητή Παρέδρου
Θ. Αραβάνη

.

Το νομικό ζήτημα και οι διαστάσεις του στη σύγχρονη πραγματικότητα

Η πρόσφατη πολύ σημαντική δημόσια αναφορά[1] στο ζήτημα της κατάργησης κοινοχρήστων χώρων πρασίνου συνεπεία της ενεργοποίησης των διατάξεων περί διαδικασίας άρσεως μη συντελεσμένων ρυμοτομικών απαλλοτριώσεων, φέρνει εκ νέου στο προσκήνιο ένα καίριο ζήτημα και καθιστά περισσότερο από ποτέ επίκαιρο και επιτακτικό το αίτημα της υπεύθυνης και ορθής αντιμετώπισής του από τη Διοίκηση και τις κατά τόπους αρμόδιες αρχές.

Το πρόβλημα έγκειται στο ότι κοινόχρηστοι χώροι πρασίνου προβλεπόμενοι σε ρυμοτομικά σχέδια πόλεων και οικισμών, για τη δημιουργία των οποίων είχε κηρυχθεί ρυμοτομική απαλλοτρίωση η οποία ουδέποτε συντελέσθηκε, κινδυνεύουν να αποχαρακτηρισθούν υπαγόμενοι και πάλι στο ιδιοκτησιακό καθεστώς που ίσχυε γι΄ αυτούς κατά τον πριν την κήρυξη της απαλλοτρίωσης χρόνο, αφού σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις, η διατήρηση της απαλλοτρίωσης, ο σκοπός της οποίας ουδέποτε εκπληρώθηκε, συνιστά στην περίπτωση αυτή υπέρμετρη και καταχρηστική δέσμευση της ιδιοκτησίας, την οποία το δίκαιο δεν δύναται να επιδοκιμάζει.

Συγκεκριμένα, όπως συνάγεται από τις εφαρμοστέες εν προκειμένω διατάξεις του άρθρου 11 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων,[2] κατ΄ αρχάς δεν προβλέπεται μεν αυτοδίκαιη ανάκληση των ρυμοτομικών απαλλοτριώσεων μετά την άπρακτη πάροδο ορισμένου χρονικού διαστήματος από την κήρυξή τους, πλην όμως και αυτές οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, εφ΄ όσον μετά την κήρυξή τους διατηρούνται χωρίς να πραγματοποιείται η συντέλεσή τους σύμφωνα με τον νόμο επί μακρό χρονικό διάστημα, το οποίο, υπό τις ιδιαίτερες συνθήκες, που συντρέχουν σε κάθε περίπτωση, υπερβαίνει τα κατά την κρίση του αρμοδίου δικαστηρίου εύλογα όρια, αποτελούν νομικό και οικονομικό βάρος της ιδιοκτησίας, το οποίο είναι αντίθετο προς τη συνταγματική προστασία της.[3]

Επομένως, στις περιπτώσεις αυτές, όπως και στις περιπτώσεις ρυμοτομικού βάρους, το οποίο συνεπάγεται ο χαρακτηρισμός ακινήτου ως χώρου κοινωφελών χρήσεων, ανακύπτει υποχρέωση της Διοικήσεως να άρει την αναγκαστική απαλλοτρίωση ή το ρυμοτομικό βάρος, η υποχρέωση δε αυτή δεν αναιρείται από το γεγονός, ότι για την άρση απαιτείται τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου, για την οποία ο νόμος προβλέπει τήρηση ορισμένων διατυπώσεων, διότι η τροποποίηση με σκοπό την άρση της ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως ή άλλου ρυμοτομικού βάρους είναι υποχρεωτική για τη Διοίκηση.[4]

12-001Η περιοχή του Θησείου στην Αθήνα και άποψη της παραλίας Θεσσαλονίκης

Το πρακτικό επεξεργασίας σχεδίου πδ/τος 188/2006 του Συμβουλίου της Επικρατείας

Η μελέτη του θέματος αυτού μου έφερε στο νου το πρακτικό επεξεργασίας σχεδίου προεδρικού διατάγματος ΣτΕ ΠΕ 188/2006,[5] το οποίο μελέτησα πριν χρόνια, σχετικά με την τροποποίηση του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου Δήμου Πόρου Ν. Αττικής, που αποτυπώνει κατά τη γνώμη μου με απόλυτη ακρίβεια τον προβληματισμό που γεννιέται με αφορμή το συγκεκριμένο ζήτημα, ενώ με το αξιοσημείωτο σκεπτικό του προσφέρει και σήμερα ακόμα μια πολύ καλή αφορμή για επιστημονικό διάλογο και αναζήτηση των ενδεδειγμένων τρόπων αντιμετώπισης των κινδύνων που αναφύονται για το πολύτιμο αστικό μας πράσινο από την εφαρμογή μιας καθ΄ όλα νόμιμης και δίκαιης διαδικασίας, όπως η άρση μη συντελεσμένων ρυμοτομικών απαλλοτριώσεων που διατηρούνται για μακρό χρόνο.

Με το υπό εξέταση σχέδιο δ/τος, το οποίο είχε προταθεί από τον Υφυπουργό ΠΕΧΩΔΕ,[6] υπεβλήθη προς έγκριση τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου Δήμου Πόρου με μετατροπή τμήματος κοινοχρήστου χώρου σε οικοδομήσιμο, προκειμένου να αρθεί ρυμοτομική απαλλοτρίωση που είχε επιβληθεί στο επίμαχο ακίνητο για τη δημιουργία πεζοδρόμου.

Όπως αναφέρεται στο κείμενο του ανωτέρω Πρακτικού επεξεργασίας σχεδίου πδ/τος, με το βασιλικό διάταγμα της 30ής Μαΐου 1952 περί αναθεωρήσεως και επεκτάσεως του ρυμοτομικού σχεδίου Πόρου Τροιζηνίας (Α΄ 153) χαρακτηρίσθηκε ως κοινόχρηστος χώρος πρασίνου, μεταξύ άλλων, το επίμαχο οικόπεδο εμβαδού 326 τ.μ. Με αίτησή του, την 19η Οκτωβρίου 1993, προς τη Διοίκηση ο φερόμενος ως ιδιοκτήτης του οικοπέδου ζήτησε την άρση της ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως και την αποδέσμευση του ακινήτου, κατά δε της σχετικής σιωπηράς αρνήσεως της Διοικήσεως άσκησε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία έγινε δεκτή με την απόφαση 3520/1999 του Δικαστηρίου, για τον λόγο ότι η απαλλοτρίωση διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο χωρίς να συντελεσθεί, κατόπιν δε τούτου η υπόθεση αναπέμφθηκε στη Διοίκηση, προκειμένου να ερευνηθεί αν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις άρσεως της απαλλοτριώσεως εν όψει και του άρθρου 28 του ν. 1337/1983, σε καταφατική δε περίπτωση να αρθεί η απαλλοτρίωση διά τροποποιήσεως του σχεδίου πόλεως.

Εν τω μεταξύ, ο Πόρος χαρακτηρίσθηκε παραδοσιακός οικισμός με το πδ/γμα της 3.9.1993 (Δ΄ 1200), με το δε πδ/γμα της 13.11-15.12.1997 «Έγκριση πολεοδομικής μελέτης αναθεώρησης του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του παραδοσιακού οικισμού του Πόρου Ν. Αττικής» (Δ΄ 1091) το επίμαχο ακίνητο χαρακτηρίσθηκε εκ νέου ως κοινόχρηστος χώρος.

Στο εξεταζόμενο πρακτικό επεξεργασίας σχεδίου πδ/τος, προβλήθηκε περαιτέρω ότι, όπως έχει κριθεί, μετά τη δικαστική ακύρωση της παραλείψεως της Διοικήσεως να άρει ρυμοτομική απαλλοτρίωση ακινήτου που διατηρήθηκε επί μακρόν χωρίς να συντελεσθεί, η Διοίκηση, στο πλαίσιο της γενικής αρμοδιότητάς της προς έγκριση και τροποποίηση των ρυμοτομικών σχεδίων, οφείλει να ρυθμίσει το πολεοδομικό καθεστώς του ακινήτου είτε με τροποποίηση του σχεδίου, ώστε να αρθεί η ρυμοτομική απαλλοτρίωση, είτε με επανεπιβολή της, εφ΄ όσον συντρέχουν προς τούτο πολεοδομικοί λόγοι και υφίσταται σοβαρή πρόθεση και δυνατότητα ολοκληρώσεως της απαλλοτριώσεως με καταβολή της προσήκουσας αποζημιώσεως από τον οικείο ΟΤΑ.[7]

Σε κάθε περίπτωση όμως, δηλαδή και για την άρση τελικώς της ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως κατόπιν της σχετικής ακυρωτικής αποφάσεως, όπως άλλωστε σε κάθε περίπτωση τροποποιήσεως σχεδίου πόλεως, πρέπει να τηρείται η προβλεπομένη στο άρθρο 3 του νδ/τος της 17.7.1923 (= άρθρο 154 ΚΒΠΝ)[8] διαδικασία, δηλαδή η ανάρτηση του σχεδίου στο δημοτικό κατάστημα, η γνωστοποίηση της τροποποιήσεως διά του Τύπου και η εκδίκαση τυχόν υποβληθεισών ενστάσεων.[9] Τούτο δε προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα στους δημότες να εκφράσουν την άποψή τους επί των ζητημάτων που ανακύπτουν, δηλαδή της καταργήσεως του κοινοχρήστου χώρου και της ανάγκης τυχόν επανεπιβολής της απαλλοτριώσεως (τα οποία ως εκ της φύσεώς τους, δεν αφορούν μόνο τον ιδιοκτήτη του ρυμοτομούμενου ακινήτου, αλλ΄ ευρύτερο κύκλο πολιτών), της τυχόν αρνήσεως του Δήμου να καλύψει τη δαπάνη της ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως, της ιεραρχήσεως των δημοτικών δαπανών κ.λπ.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προέκυπτε από την προσκομιζόμενη γνωμοδότηση του ΚΣΧΟΠ, ο επίμαχος χώρος ήταν «πολύ σημαντικός και απαραίτητος, ώστε να διατηρηθούν οι ελεύθεροι χώροι πρασίνου στο νησί, λόγω και της ιδιαίτερης σημασίας της θέσεώς του στον παραδοσιακό ιστό του οικισμού του Πόρου (μέτωπο προς την παραλία)» και επομένως, συνέτρεχαν κατά το ΚΣΧΟΠ πολεοδομικοί λόγοι για τη διατήρησή του ως κοινοχρήστου.

Εν όψει τούτου, η Διεύθυνση Πολεοδομικού Σχεδιασμού του ΥΠΕΧΩΔΕ, μετά την ακυρωτική απόφαση ΣτΕ 3520/1999, ζήτησε τη γνώμη του Δημοτικού Συμβουλίου Πόρου, σχετικά με την επανεπιβολή της επίμαχης απαλλοτριώσεως και την οικονομική δυνατότητα του Δήμου να καταβάλει την αποζημίωση, πλην το Δημοτικό Συμβούλιο Πόρου με σχετική απόφασή του, έτους 2002, ετάχθη κατά της επανεπιβολής για τον λόγο ότι ο Δήμος δεν είχε τη δυνατότητα να καταβάλει την αποζημίωση, την οποία υπολόγιζε σε 152.547 ευρώ. Όπως περαιτέρω προέκυπτε από την ίδια γνωμοδότηση, απέβη άκαρπη και η προσπάθεια εξεύρεσης πόρων μέσω του ΕΤΕΡΠΣ[10] για την απαλλοτρίωση του επίμαχου ακινήτου, η αντικειμενική αξία του οποίου υπολογίσθηκε σε 122.000 ευρώ περίπου από τη ΔΟΥ Πόρου.

Κατόπιν τούτου, η Διεύθυνση Πολεοδομικού Σχεδιασμού, εισηγήθηκε την άρση της επίμαχης απαλλοτριώσεως και τη μετατροπή του χώρου σε οικοδομήσιμο, εκτός από μία λωρίδα στο άκρο του ακινήτου, προς την πλευρά παρακείμενης ιδιοκτησίας, προκειμένου να δημιουργηθεί εκεί πεζόδρομος, την εισήγηση δε αυτή τελικά απεδέχθησαν το ΚΣΧΟΠ και ο προτείνων το σχέδιο Υφυπουργός.

Όπως ακολούθως διατυπώνεται στο υπό εξέταση πρακτικό επεξεργασίας σχεδίου πδ/τος, με τα δεδομένα αυτά και ανεξαρτήτως αν η άρνηση του Δήμου Πόρου να καλύψει τη δαπάνη της απαλλοτριώσεως δικαιολογούσε τη ματαίωση της απαλλοτριώσεως και την κατάργηση του κοινοχρήστου χώρου, τον οποίο το ΚΣΧΟΠ θεωρούσε απαραίτητο,[11] στην προκειμένη περίπτωση δεν τηρήθηκε η διαδικασία του άρθρου 154 ΚΒΠΝ,[12] δηλαδή η γνωστοποίηση της σκοπούμενης τροποποιήσεως διά του Τύπου, προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα υποβολής ενστάσεων από τους δημότες, ούτε το σχέδιο επικαλείτο το άρθρο 154 ΚΒΠΝ στο προοίμιό του. Επομένως, το Ε΄ Τμήμα του Δικαστηρίου έκρινε ότι προεχόντως για τον λόγο αυτό το εξεταζόμενο σχέδιο δεν προτεινόταν νομίμως.

Η ιστορικής αξίας ειδική γνώμη του Εισηγητή Παρέδρου του ΣτΕ

Πέρα από όσα έγιναν ανωτέρω δεκτά με το υπό εξέταση πρακτικό επεξεργασίας σχεδίου πδ/τος ΣτΕ ΠΕ 188/2006, αξιοσημείωτη και ιδιαίτερα επίκαιρη είναι εν προκειμένω η γνώμη την οποία διατύπωσε ειδικότερα ο τότε Εισηγητής του πρακτικού Πάρεδρος ΣτΕ Θ. Αραβάνης, ο οποίος ανέφερε τα εξής σημαντικά:[13]

«Κατ΄ άρθρο 24 § 2 του Συντάγματος η πολεοδόμηση των οικισμών πρέπει να γίνεται με ορθολογικά και επιστημονικά κριτήρια (ΣτΕ 80/2001, 1767/1991 7μ. κ.ά.), η δε σχετική αρμοδιότητα και ειδικότερα, η έγκριση και τροποποίηση των σχεδίων πόλεων, η οποία δεν αποτελεί τοπική υπόθεση, ανατίθεται στο κράτος και ασκείται κατά κανόνα με την έκδοση προεδρικού διατάγματος (ΣτΕ Ολ 3661/2005). Ο σχεδιασμός αυτός περιλαμβάνει όχι μόνο την πρόβλεψη με το οικείο διάταγμα των απαραίτητων κοινοχρήστων χώρων του οικισμού (οδών, πλατειών κ.λπ.), αλλά και την υλοποίησή του με την απόκτηση των χώρων και την απόδοσή τους στο κοινό, διότι το Σύνταγμα δεν αποβλέπει στη θεωρητική επίλυση των πολεοδομικών ζητημάτων, αλλά στην επίτευξη πρακτικού αποτελέσματος, δηλαδή στη δημιουργία βιώσιμων και λειτουργικών οικισμών. Εφ΄ όσον δε το κράτος είναι αρμόδιο για τον πολεοδομικό σχεδιασμό και την υλοποίησή του, οφείλει να αναλάβει και το κόστος των σχετικών ρυθμίσεων, είτε διαθέτοντας εκ των προτέρων στους ΟΤΑ επαρκείς πόρους ειδικά προς το σκοπό αυτό, είτε αναλαμβάνοντας ευθέως τη δαπάνη της συγκεκριμένης απαλλοτριώσεως [βλ. νδ/γμα 632/1970 «Περί της αναλήψεως υπό του Δημοσίου των εκ της εφαρμογής των πολεοδομικών σχεδίων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των Δήμων ή Κοινοτήτων» (Α΄ 173), όπως ισχύει -άρθρο 294 ΚΒΠΝ]. Υπ΄ αυτή και μόνο την έννοια συμπορεύεται προς το Σύνταγμα ο διά νόμου καθορισμός των Δήμων και Κοινοτήτων ως υποχρέων, μαζί βεβαίως με τους ωφελουμένους από τη ρυμοτομία, για την καταβολή της αποζημιώσεως προς το σκοπό συντελέσεως της ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως (άρθρο 6 § 1 ν. 5269/1931, όπως ισχύει -άρθρο 290 ΚΒΠΝ).

Περαιτέρω, ναι μεν ρυμοτομική απαλλοτρίωση, η οποία διατηρείται επί μακρόν χωρίς να συντελεσθεί, αποτελεί οικονομικό και νομικό βάρος για την ιδιοκτησία, εν όψει μάλιστα της καταργήσεως της αυτοδικαίας ανακλήσεως των μη συντελουμένων ρυμοτομικών απαλλοτριώσεων [§ 4 του άρθρου 43 ν. 1731/1939 (Α΄ 192), προστεθείσα με άρθρο 17 ν. 2003/1939 (Α΄ 428), άρθρο 11 § 2 νδ/τος 797/1971 (Α΄ 1), όπως τροποποιήθηκε με άρθρο 36 § 1 ν. 1337/1983 (Α΄ 33), άρθρο 11 § 2 ν. 2882/2001 περί Κώδ. Αναγκ. Απαλλοτριώσεων (Α΄ 17)] και της απαγορεύσεως δομήσεως επί ρυμοτομουμένων ακινήτων [άρθρο 36 § 4 ν. 1337/1983, άρθρο 247 ΚΒΠΝ], το βάρος όμως αυτό συμπορεύεται με το άρθρο 24 § 2, το οποίο ρυθμίζει τα της πολεοδομήσεως των οικισμών -και επομένως το παρεπόμενο ζήτημα των ρυμοτομικών απαλλοτριώσεων- δεν αντίκειται στο άρθρο 17 § 1 του Συντάγματος, το οποίο διέπει κατ΄ αρχήν τις κοινές απαλλοτριώσεις (δηλ. τις επιβαλλόμενες για την εκτέλεση συγκεκριμένων έργων) και εφαρμόζεται συμπληρωματικώς εν προκειμένω.

Πράγματι, η ρυμοτομική απαλλοτρίωση διαφέρει θεμελιωδώς από την κοινή απαλλοτρίωση, διότι εντάσσεται στο όλο σύστημα κοινοχρήστων χώρων του οικισμού, η δε τυχόν ανάκλησή της έχει σοβαρές επιπτώσεις που μπορεί να ανατρέψουν τον πολεοδομικό σχεδιασμό και να οδηγήσουν τον οικισμό σε ασφυξία (μετατροπή οδών σε αδιεξόδους ή τεθλασμένες, κατάργηση πλατειών, χώρων πρασίνου κ.λπ.), ενώ η ανάκληση κοινής απαλλοτριώσεως έχει κατ΄ αρχήν συνέπειες, αφού η Διοίκηση δύναται να ανεύρει άλλο χώρο προς το σκοπό αυτό (βλ. ήδη ΣτΕ Ολ 1612/1953). Επομένως, η νομολογία, κατά την οποία ρυμοτομική απαλλοτρίωση διατηρουμένη πέραν ενός ευλόγου χρόνου χωρίς να συντελεσθεί αποτελεί νομικό και οικονομικό βάρος της ιδιοκτησίας που αντίκειται στο άρθρο 17 του Συντάγματος και υποχρεώνει τη Διοίκηση να την ανακαλέσει διά τροποποιήσεως του σχεδίου πόλεως (ΣτΕ 1612/1953, 791/1971, ΣτΕ Ολ 2821/1975 κ.ά.), διαμορφωθείσα υπό τα Συντάγματα του 1952 και του 1968, τα οποία δεν διελάμβαναν περί ορθολογικού πολεοδομικού σχεδιασμού, ούτε καθιέρωναν ρητώς τον κοινωνικό περιορισμό της ιδιοκτησίας, επιπλέον δε υπό καθεστώς απαγορεύσεως της αναγκαστικής εκτελέσεως κατά του Δημοσίου και των νπδδ [άρθρο 8 ν. 2097/1952 (Α΄ 113), επεκταθέν και στους ΟΤΑ με το νδ/γμα 31/1968 (Α΄ 281)], δεν μπορεί πλέον να τύχει εφαρμογής υπό το Σύνταγμα του 1975/2001, το οποίο καθιερώνει υποχρέωση του Κράτους για ορθολογικό πολεοδομικό σχεδιασμό που περιλαμβάνει κατά τα ήδη εκτεθέντα και την υλοποίηση αυτού (το άρθρο 24 § 2), ορίζει ότι τα απορρέοντα εκ της ιδιοκτησίας δικαιώματα δεν μπορούν να ασκούνται εις βάρος του γενικού συμφέροντος (άρθρο 17 § 1, βλ. και άρθρο 25 § 3 Συντ.), προβλέπει δε την αναγκαστική εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων κατά του Δημοσίου και των ΟΤΑ [άρθρο 94 § 4, όπως αναθεωρήθηκε το 2001, βλ. και άρθρο 2 § 3 περ. γ΄ του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με τον ν. 2462/1997 (Α΄ 25), ΑΠ Ολ 21/2001 κ.ά.].

Τούτων, κατά την αυτή γνώμη, παρέπονται τα εξής: α) Μετά τη δημοσίευση του σχεδίου πόλεως, η Διοίκηση υποχρεούται (παραλείποντας άλλως οφειλόμενη νόμιμη ενέργεια) να μεριμνήσει για τη συντέλεση των ρυμοτομικών απαλλοτριώσεων με τη σύνταξη πράξεως αναλογισμού αποζημιώσεως (ελλείψει της οποίας, άλλωστε, δεν είναι δυνατή η εκτίμηση του ακριβούς ύψους της δαπάνης που βαρύνει τον Δήμο κ.λπ.), τον προσδιορισμό (δικαστικό ή εξώδικο) της σχετικής αποζημιώσεως και την καταβολή της στους δικαιούχους, β) ο ιδιοκτήτης του ρυμοτομουμένου ακινήτου έχει πλέον μόνο αξίωση αποζημιώσεως κατά της ενιαίας Διοικήσεως (ΟΤΑ και Δημοσίου), δικαιούμενος να επιδιώξει μόνο την επίσπευση της συντελέσεως της ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως (κύρωση της αρνήσεως της Διοικήσεως να συντάξει πράξη αναλογισμού κ.λπ.) και την είσπραξη της ορισθείσης αποζημιώσεως, ακόμη και δι΄ αναγκαστικής εκτελέσεως της σχετικής δικαστικής αποφάσεως κατά του Δημοσίου και του οικείου ΟΤΑ, οι οποίοι ευθύνονται αλληλεγγύως για την καταβολή της, δεν μπορεί όμως να επιδιώξει ευθέως, χωρίς δηλαδή να έχει εξαντληθεί ή αποδειχθεί ατελέσφορη η ανωτέρω διαδικασία, την άρση της ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως και την ανατροπή του σχεδίου πόλεως χάριν του ατομικού του συμφέροντος (άρθρο 17 § 1 του Συντάγματος). Εν όψει της ανωτέρω δυνατότητας πλήρους ικανοποιήσεως και αποζημιώσεως του ιδιοκτήτου του ρυμοτομουμένου ακινήτου δεν συντρέχει αθέμιτη προσβολή της ιδιοκτησίας, αφού η τυχόν διατήρηση της απαλλοτριώσεως χωρίς τη συντέλεσή της θα οφείλεται σε ολιγωρία του ιδιοκτήτη του ρυμοτομουμένου ακινήτου να ασκήσει τα δικαιώματά του και γ) τροποποίηση του σχεδίου πόλεως προς ανάκληση ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως επιτρέπεται μόνο κατ΄ εξαίρεση και μόνο για πολεοδομικούς λόγους (π.χ. πλάνη περί τα πράγματα, αναδιάταξη των κοινοχρήστων χώρων της περιοχής χωρίς μείωσή τους κ.λπ.), όχι όμως κατ΄ επίκληση «οικονομικής αδυναμίας» του οικείου ΟΤΑ να καταβάλει την αποζημίωση, δεδομένου ότι εν αδυναμία του ΟΤΑ, τη σχετική δαπάνη οφείλει να αναλάβει το Δημόσιο.

Επομένως, κατά τη γνώμη αυτή, εφ΄ όσον εν προκειμένω συντρέχουν πολεοδομικοί λόγοι για τη διατήρηση της επίμαχης ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως, όπως προκύπτει από το χαρακτηρισμό του επίμαχου χώρου ως κοινοχρήστου στο βδ/γμα του 1952 και στο πδ/γμα του 1997 καθώς και από τα διαλαμβανόμενα στην προαναφερθείσα γνωμοδότηση του ΚΣΧΟΠ, μη νομίμως, εν πάση περιπτώσει, προτείνεται με το υπό επεξεργασία σχέδιο η κατάργησή του και η άρση της ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως λόγω «οικονομικής αδυναμίας» του Δήμου, εφ΄ όσον η σχετική δαπάνη βαρύνει και το Δημόσιο, δεν πιθανολογείται δε οικονομική αδυναμία και του Δημοσίου να καλύψει τη δαπάνη της συγκεκριμένης ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως».

exarchiaΕξάρχεια – Σπύρος Βασιλείου

Συμπεράσματα

Το ζήτημα της κατάργησης κοινοχρήστων χώρων πρασίνου συνεπεία άρσεως μη συντελεσμένων ρυμοτομικών απαλλοτριώσεων που διατηρούνται επί μακρώ, συνιστά ένα καίριας σημασίας πρόβλημα που απασχολεί εδώ και πολλές δεκαετίες τη δικαστηριακή πρακτική, τη δημόσια Διοίκηση, τις τοπικές αρχές και την ελληνική κοινωνία. Αποτελεί ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο σημείο επαφής και σύγκρουσης των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων αφ΄ ενός μεν της απόλαυσης υγιούς και βιώσιμου αστικού χώρου και της προστασίας του κοινοχρήστου πρασίνου και του περιβάλλοντος και αφ΄ ετέρου της αξίωσης για αποκατάσταση των προσβολών της ιδιοκτησίας που προκαλούνται από την αδικαιολόγητη, χρονικά παρατεταμένη και καταχρηστική δέσμευσή της χωρίς υλοποίηση του σκοπού, για τον οποίο επεβλήθη.

Το πρόβλημα εξετάσθηκε κατά το παρελθόν στο πλαίσιο του αξιοσημείωτου για τη σπάνια επιστημονική αξία και συμβολή του σκεπτικού του πρακτικού επεξεργασίας σχεδίου προεδρικού διατάγματος ΣτΕ ΠΕ 188/2006, το οποίο ερμήνευσε υποδειγματικά το σύνθετο πλέγμα των εφαρμοστέων διατάξεων με προσήλωση στον κανόνα του περιβαλλοντικού και πολεοδομικού κεκτημένου χωρίς ωστόσο να απομειώνει την αξίωση για δίκαιη ικανοποίηση των θιγομένων ιδιοκτητών. Αναμφίβολα δε οι εκεί υποστηριζόμενες απόψεις των δικαστών του Ε΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, που επελήφθησαν της επεξεργασίας του προταθέντος διατάγματος, υποδεικνύουν και σήμερα, με τον πιο εύστοχο τρόπο, την ενδεδειγμένη κατεύθυνση προς την οποία θα πρέπει να προσανατολισθεί η όποια λύση στο χρόνιο αυτό ζήτημα.

Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα σημαντικό νομικό κείμενο που αποδεικνύει πως η γνήσια και πηγαία αγάπη για το περιβάλλον και η σταθερή πεποίθηση ότι η σύγχρονη ζωή στις μεγαλουπόλεις μπορεί να καταστεί και να παραμείνει βιώσιμη, ανθρώπινη και οικολογικά ισόρροπη και ασφαλής, όταν εμπνέουν δικαστικούς λειτουργούς με αληθινή θέληση και σοφία, μπορούν να δώσουν δημιουργικά διέξοδο σε σοβαρά προβλήματα που χρονίζουν και να εξασφαλίσουν τη «χρυσή τομή» σε ζητήματα που φαινομενικά εθεωρούντο άλυτα, προάγοντας έτσι τον ανθρώπινο βίο και επιβεβαιώνοντας την πολύτιμη συμβολή του δικαίου στις κοινωνίες κάθε εποχής.

———  ———

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] Βλ. Γιώργο Λιάλιο, «Πλατείες και πάρκα κινδυνεύουν να… χαθούν», Εφημερίδα «Η Καθημερινή», 19 Ιανουαρίου 2017 (σε: http://www.kathimerini.gr/892330/article/epikairothta/ellada/plateies-kai-parka-kindyneyoyn-na-xa8oyn), με εκεί αναφορές σε: Βασίλη Γκοιμίση, «Πολεοδομικός σχεδιασμός, προστασία του περιβάλλοντος και αυθαίρετα – Η ελληνική εκδοχή του θεσμού  της Μεταφοράς Συντελεστή Δόμησης», εισήγηση στο πλαίσιο επιστημονικής εσπερίδας, με θέμα: «Αυθαίρετη Δόμηση  Αναζητώντας τη στάθμιση μεταξύ πολιτικής, επιστήμης και συνταγματικών επιταγών», που συνδιοργάνωσαν το Σπουδαστήριο Πολεοδομικών Ερευνών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου (ΕΜΠ), η Ελληνική Εταιρεία Περιβάλλοντος και Πολιτισμού και η Επιστημονική Εταιρεία Δικαίου Πολεοδομίας και Χωροταξίας, την Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2017, στην αίθουσα τελετών ΕΜΠ (Πατησίων, κτίριο Αβέρωφ).

[2] Βλ. ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ – ΦΕΚ Α΄ 17/6.2.2001).

[3] Βλ. άρθρο 17 του Συντάγματος: «Άρθρο 17. 1. Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος. 2. Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης. Αν ζητηθεί απ΄ ευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπ΄ όψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό. Στην απόφαση κήρυξης πρέπει να δικαιολογείται ειδικά η δυνατότητα κάλυψης της δαπάνης αποζημίωσης. Η αποζημίωση, εφόσον συναινεί ο δικαιούχος, μπορεί να καταβάλλεται και σε είδος ιδίως με τη μορφή της παραχώρησης της κυριότητας άλλου ακινήτου ή της παραχώρησης δικαιωμάτων επί άλλου ακινήτου. 3. Η ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριουμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης, και μόνο εξαιτίας της, δεν λαμβάνεται υπόψη. 4. Η αποζημίωση ορίζεται από τα αρμόδια δικαστήρια. Μπορεί να οριστεί και προσωρινά δικαστικώς, ύστερα από ακρόαση ή πρόσκληση του δικαιούχου, που μπορεί να υποχρεωθεί κατά την κρίση του δικαστηρίου να παράσχει για την είσπραξη της ανάλογη εγγύηση, σύμφωνα με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος. Νόμος μπορεί να προβλέπει την εγκαθίδρυση ενιαίας δικαιοδοσίας, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 94, για όλες τις διαφορές και υποθέσεις που σχετίζονται με απαλλοτρίωση, καθώς και την κατά προτεραιότητα διεξαγωγή των σχετικών δικών. Με τον ίδιο νόμο μπορεί να ρυθμίζεται ο τρόπος με τον οποίο συνεχίζονται εκκρεμείς δίκες. Πριν καταβληθεί η οριστική ή προσωρινή αποζημίωση διατηρούνται ακέραια όλα τα δικαιώματα του ιδιοκτήτη και δεν επιτρέπεται η κατάληψη. Προκειμένου να εκτελεστούν έργα γενικότερης σημασίας για την οικονομία της Χώρας είναι δυνατόν, με ειδική απόφαση του δικαστηρίου που είναι αρμόδιο για τον οριστικό ή προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης, να επιτρέπεται η πραγματοποίηση εργασιών και πριν από τον προσδιορισμό και την καταβολή της αποζημίωσης, υπό τον όρο της καταβολής εύλογου τμήματος της αποζημίωσης και της παροχής πλήρους εγγύησης υπέρ του δικαιούχου της αποζημίωσης, όπως νόμος ορίζει. Η δεύτερη πρόταση του πρώτου εδαφίου εφαρμόζεται αναλόγως και στις περιπτώσεις αυτές. Η αποζημίωση που ορίστηκε καταβάλλεται υποχρεωτικά το αργότερο μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της απόφασης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης και, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης, από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης του δικαστηρίου, διαφορετικά η απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως. Η αποζημίωση δεν υπόκειται, ως αποζημίωση, σε κανένα φόρο, κράτηση ή τέλος. 5. Νόμος ορίζει τις περιπτώσεις υποχρεωτικής ικανοποίησης των δικαιούχων για την πρόσοδο, την οποία έχασαν από το ακίνητο που απαλλοτριώθηκε έως το χρόνο καταβολής της αποζημίωσης. 6. Όταν πρόκειται να εκτελεστούν έργα κοινής ωφέλειας ή γενικότερης σημασίας για την οικονομία της Χώρας, νόμος μπορεί να επιτρέψει την απαλλοτρίωση υπέρ του Δημοσίου ευρύτερων ζωνών, πέρα από τις εκτάσεις που είναι αναγκαίες για την κατασκευή των έργων. Ο ίδιος νόμος καθορίζει τις προϋποθέσεις και τους όρους μιας τέτοιας απαλλοτρίωσης, καθώς και τα σχετικά με τη διάθεση ή χρησιμοποίηση, για δημόσιους ή κοινωφελείς γενικά σκοπούς, των εκτάσεων που απαλλοτριώνονται επιπλέον όσων είναι αναγκαίες για το έργο που πρόκειται να εκτελεστεί. 7. Νόμος μπορεί να ορίσει ότι για την εκτέλεση έργων με προφανή κοινή ωφέλεια υπέρ του Δημοσίου, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, οργανισμών κοινής ωφέλειας και δημόσιων επιχειρήσεων, επιτρέπεται να διανοιχθούν υπόγειες σήραγγες στο επιβαλλόμενο βάθος, χωρίς αποζημίωση, υπό τον όρο ότι δεν θα παραβλάπτεται η συνήθης εκμετάλλευση του υπερκείμενου ακινήτου».

[4] ΣτΕ 251/2015, σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» τ. 2/2015 σ. 310. Βλ. σχετ. και ΣτΕ 2276, 392/2014, 4792/2013, 4858, 293/2012.

[5] Βλ. ΣτΕ ΠΕ 188/2006 «Τροποποίηση του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου δήμου Πόρου (ν. Αττικής) και καθορισμός όρων και περιορισμών δόμησης» (Πρόεδρος: Κ. Μενουδάκος, Αντιπρόεδρος ΣτΕ, Εισηγητής: Θ. Αραβάνης, Πάρεδρος ΣτΕ), σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» τ. 3/2006 σ. 462, εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2006.

[6] Το εξεταζόμενο σχέδιο δ/τος επικαλείτο στο προοίμιό του τις διατάξεις των άρθρων 110 § 1, 152 §§ 1, 2 και 6, 160 § 1 και 248-250 του πδ/τος της 14.7.1999 (Κώδικας Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας – ΚΒΠΝ, Δ΄ 580), όπως ίσχυαν, των άρθρων 20 § 2 περ. ε΄, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 11 § 5 του ν. 3212/2003 (Α΄ 308), 25 § 9β΄ του ν. 2508/1997 (Α΄ 124) και 50 του πδ/τος 18/1989 (Α΄ 8) καθώς και την απόφαση ΣτΕ 3520/1999, εισήχθη δε προς επεξεργασία μετά από σχετικό έγγραφο της 27.9.2005 του Δήμου Πόρου, με το οποίο παρασχέθηκαν διευκρινίσεις και στοιχεία που ζητήθηκαν από τον Εισηγητή.

[7] Βλ. ΣτΕ 3927/1995, 3284/1986, 3805/1987, 3311/1989.

[8] Βλ. άρθρο 154 Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας (ΚΒΠΝ – πδ/γμα της 14.7.1999, Δ΄ 580): «Άρθρο 154. Διαδικασία έγκρισης ή αναθεώρησης – τροποποίησης σχεδίου πόλης (= άρθρο 3 νδ/τος της 17.7-16.8.1923, νδ/γμα της 29.11.1923, άρθρο 21§§ 1-4 πδ/τος της 3-22.4.1929, άρθρο μόνο βδ/τος της 25.6-21.8.1948, άρθρο 31 § 3 ν. 1577/1985). 1. Το σχέδιο πόλης πριν την έγκριση του εκτίθεται με το σχετικό τοπογραφικό χάρτη στο δημαρχείο ή κοινοτικό κατάστημα επί δεκαπέντε ημέρες. Για το γεγονός αυτό το κοινό ειδοποιείται από το δήμαρχο ή τον πρόεδρο της κοινότητας με γενική πρόσκληση που τοιχοκολλάται στα δημοσιότερα μέρη της πόλης. Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν μέσα στην προθεσμία αυτή να λάβουν γνώση των παραπάνω στοιχείων και να υποβάλουν έγγραφα στο δήμο ή την κοινότητα τυχόν ενστάσεις τους κατ΄ αυτών, τις οποίες ο δήμος ή η κοινότητα είναι υποχρεωμένη να διαβιβάσει μαζί με την κατά την επομένη παράγραφο γνωμοδότηση στην αρμόδια για την έγκριση κ.λπ. του σχεδίου αρχή. 2. Τα κατά τα παραπάνω σχέδια πόλεων με τους επεξηγηματικούς τους πίνακες και υπομνήματα εγκρίνονται με πδ/γμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων ή με άλλη πράξη της κατά περίπτωση αρμόδιας αρχής μετά προηγούμενη γνωμοδότηση του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου και του ΣΧΟΠ. Η γνωμοδότηση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου είναι μόνο συμβουλευτική, και η Αρμόδια αρχή μπορεί σε κάθε περίπτωση μετά σύμφωνη γνώμη του ΣΧΟΠ να απορρίπτει ή και να τροποποιεί τα σχέδια που προτείνονται από τα δημοτικά και κοινοτικά συμβούλια. 3. Κάθε φορά που ζητείται γνωμοδότηση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου για την έγκριση κ.λπ. σχεδίου πρέπει αυτή να εκδίδεται και κοινοποιείται στην Αρμόδια αρχή σε προθεσμία που ορίζεται κάθε φορά από τον Δημοτικό και Κοινοτικό Κώδικα (άρθρο 1 § 7 ν. 1832/1989) ή από άλλη ειδική διάταξη. Μέσα στην ίδια προθεσμία πρέπει να τηρούνται και οι κατά την παραπάνω παρ. 1 διατυπώσεις. Αν η προθεσμία αυτή παρέλθει άπρακτη, η Αρμόδια αρχή μπορεί μετά σύμφωνη γνώμη του ΣΧΟΠ να προβαίνει στην έγκριση κ.λπ. του σχεδίου και χωρίς τη γνωμοδότηση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου ή χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων που αναφέρθηκαν. 4. Τα σχέδια ρυμοτομίας ή οι τροποποιήσεις τους που υποβάλλονται από τους δήμους ή τις κοινότητες στην Αρμόδια αρχή για έγκριση, πρέπει να συνοδεύονται από τις τυχόν σχετικές ενστάσεις του κοινού με τις παρατηρήσεις των δήμων και κοινοτήτων γι΄ αυτές και με παραστατική επεξήγηση κάθε ένστασης στο σχέδιο. 5. Καμία τροποποίηση εγκεκριμένου σχεδίου δεν πρέπει να υποβάλλεται για έγκριση στην Αρμόδια αρχή αν δεν δικαιολογείται από κάποια κοινή ανάγκη. Οι ενδιαφερόμενοι ιδιοκτήτες πρέπει πάντοτε να ενημερώνονται όταν πρόκειται για μικρής έκτασης εντοπισμένες τροποποιήσεις και δυσδικαιολόγητες από την παραπάνω άποψη (δηλ. μετατόπιση ή κατάργηση οδού, διάνοιξη οδού σε οικοδομικό τετράγωνο κ.τ.λ.). Για το λόγο αυτό πρέπει να καλούνται από το δήμο ή την κοινότητα σύμφωνα με τις σχετικές για την κοινοποίηση διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, και να βεβαιώνεται υπεύθυνα από το δήμο ή την κοινότητα η πρόσκληση όλων αυτών. Εκτός από την πρόσκληση αυτή επιβάλλεται αν μεν πρόκειται για πόλη μέχρι 5.000 κατοίκους να τοιχοκολληθεί και ανακοίνωση στα δημοσιότερα μέρη της πόλης (δημαρχείο, κεντρικά καφενεία, ναοί κ.λπ.), αν δε πρόκειται για πόλη μεγαλύτερη των 5.000 κατοίκων να δημοσιευθεί η τροποποίηση που μελετάται δύο συνεχόμενες φορές σε δύο τοπικές εφημερίδες. Αν δεν υπάρχουν εφημερίδες, η δημοσίευση γίνεται σε αυτές οι οποίες περισσότερο κυκλοφορούν στον τόπο που πρόκειται να τροποποιηθεί το σχέδιο. Η δημοσίευση στις εφημερίδες επιβάλλεται και όταν πρόκειται για γενική έγκριση ή τροποποίηση ρυμοτομικού σχεδίου. 6. Καμία πρόταση για τροποποίηση εγκεκριμένου σχεδίου δεν επιτρέπεται να υποβάλλεται στην Αρμόδια αρχή αν ο προτείνων δεν διευκρινίζει με πληρότητα, σαφήνεια και υπεύθυνα στα σχετικά σχέδια της τροποποίησης αν με αυτές θίγονται κτίρια που έχουν ανεγερθεί με βάση το τροποποιούμενο σχέδιο ή οικόπεδα που έχουν τακτοποιηθεί με βάση αυτό και αν οικόπεδα άρτια γίνονται μη άρτια και σε καταφατική περίπτωση αν δεν καθορίζει τα ακίνητα που θίγονται. Την ίδια υποχρέωση έχει και ο δήμος ή η κοινότητα που υιοθετεί την πρόταση. 7. Οι ιδιώτες που ζητούν την τροποποίηση του σχεδίου είναι πάντα υποχρεωμένοι να προπαρασκευάζουν τα κατά το προηγούμενο άρθρο τεχνικά στοιχεία με δική τους δαπάνη και επιμέλεια και να προσκομίζουν στην αρμόδια υπηρεσία τα κατά τις προηγούμενες §§ 5 και 6 στοιχεία (κοινοποιήσεις κ.λπ.)».

[9] Βλ. ΣτΕ ΠΕ 166/2005, 364/2002, 298, 503/2000 κ.ά.

[10] Το «Ειδικό Ταμείο Εφαρμογής Ρυθμιστικών και Πολεοδομικών Σχεδίων» (ΕΤΕΡΠΣ) ιδρύθηκε το 1972 ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου υπαγόμενο στο ΥΠΕΧΩΔΕ και αποτέλεσε τον προκάτοχο του «Πράσινου Ταμείου» που ιδρύθηκε με τον ν. 3889/2010.

[11] Πρβλ. ΣτΕ ΠΕ 80/2001, 503/2000, 437/1997. Παρόμοιο σκεπτικό διατυπώθηκε κατά το παρελθόν και στο ΣτΕ ΠΕ 80/2001 «Τροποποίηση του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του δήμου Αθηναίων και καθορισμός όρων και περιορισμών δόμησης», το οποίο ομοίως απέρριψε τροποποίηση του οικείου ρυμοτομικού σχεδίου με μετατροπή τμήματος κοινοχρήστου χώρου σε οικοδομήσιμο, με το σκεπτικό ότι: «Κατά τη διαδικασία τυπικής άρσεως της ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως, που είναι επιβεβλημένη προς συμμόρφωση της Διοικήσεως στη μνημονευθείσα ακυρωτική απόφαση του ΣτΕ, διαπιστώθηκε ότι ο κοινόχρηστος χαρακτήρας της υπό αποχαρακτηρισμό ιδιοκτησίας εξυπηρετεί σοβαρές πολεοδομικές ανάγκες της περιοχής και συντρέχει συνεπώς, από την άποψη αυτή, η νόμιμος προϋπόθεση επανεπιβολής της εν λόγω απαλλοτριώσεως. Περαιτέρω όμως κρίθηκε ότι η επανεπιβολή της απαλλοτριώσεως δεν είναι δυνατή, διότι δεν πληρούται η ετέρα νόμιμος προς τούτο προϋπόθεση, δηλ. η εξασφάλιση δυνατότητας άμεσης πλέον συντελέσεως αυτής, δι΄ αποζημιώσεως των ιδιοκτητών. Αλλά η κρίση αυτή, βασιζόμενη σε μόνη την τυπική και αόριστη δήλωση του Δήμου περί αδυναμίας του να αποζημιώσει τους ιδιοκτήτες της εν λόγω εκτάσεως, δεν τεκμηριώνεται νομίμως, δεδομένου ότι ο αρνητικός ισχυρισμός του Δήμου δεν συνοδεύεται από συγκεκριμένα στοιχεία οικονομικής διαχειρίσεως, συμπεριλαμβανομένης και της δανειοληπτικής ικανότητας αυτού, από τα οποία να προκύπτουν οι προτεραιότητές του ως προς την απόκτηση των απαραιτήτων για την εφαρμογή του πολεοδομικού σχεδιασμού κοινοχρήστων χώρων και να αποδεικνύεται πραγματική αδυναμία αποκτήσεως του συγκεκριμένου χώρου, κατόπιν ενδελεχούς ερεύνης όλων των προσφερομένων εναλλακτικών λύσεων προς συντέλεση της απαλλοτριώσεως».

[12] Βλ. άρθρο 154 ΚΒΠΝ, ανωτ. υποσημ. 8.

[13] Μεταφέρω την ειδική γνώμη που διατύπωσε ο Εισηγητής Πάρεδρος Θ. Αραβάνης αυτούσια με την πεποίθηση ότι θεωρούμενη αυθεντικά και στο σύνολό της απηχεί καλύτερα τα βαθιά και πρωτοποριακά, και για την εποχή μας, νοήματά της.

———-  ———-

.


nomiki_epikairotita-001


.
Δημοσιεύτηκε στο dasarxeio.com | 22.01.2017

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s