Η συνταγματική προστασία του περιβάλλοντος (άρθρο 24 Συντ.)

Η συνταγματική προστασία του περιβάλλοντος
(άρθρο 24 Συντ.)

Σόφη Ε. Παυλάκη, Δικηγόρος

Landscape – Milton Avery, 1995

Η συνειδητοποίηση της ανάγκης νομικής κάλυψης της προστασίας του περιβάλλοντος οδήγησε στη σύσταση ενός αυτόνομου κλάδου δικαίου, του δικαίου του περιβάλλοντος. Η προστασία του περιβάλλοντος, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 24 του Συντάγματος, στοιχειοθετεί υποχρέωση του Κράτους και αντίστοιχο δικαίωμα του ατόμου. Το δικαίωμα στο περιβάλλον είναι ένα συνταγματικό, θεμελιώδες δικαίωμα, αφού την ύπαρξη και άσκησή του εγγυάται μια συνταγματική διάταξη αυξημένης τυπικής ισχύος, η οποία δεσμεύει και τις τρεις συντεταγμένες εξουσίες και δεν δύναται να καταργηθεί με τυπικό νόμο ή με διοικητική πράξη. Στη μελέτη που ακολουθεί εξετάζονται τα βασικά στοιχεία του δικαιώματος στο περιβάλλον και αναλύεται, ως προς τις κυριότερες παραμέτρους της, η συνταγματική κατοχύρωση της προστασίας του περιβάλλοντος σύμφωνα με το άρθρο 24 του ισχύοντος ελληνικού Συντάγματος.

Ι. Εισαγωγή

Στην ελληνική έννομη τάξη θεμελιώδη διάταξη για την προστασία του περιβάλλοντος αποτελεί το άρθρο 24 του ισχύοντος ελληνικού Συντάγματος,[1] κατά το οποίο:

Άρθρο 24 

1. Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και δικαίωμα του καθενός. Για τη διαφύλαξή του το Κράτος έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας. Νόμος ορίζει τα σχετικά με την προστασία των δασών και των δασικών εκτάσεων. Η σύνταξη δασολογίου συνιστά υποχρέωση του Κράτους. Απαγορεύεται η μεταβολή του προορισμού των δασών και των δασικών εκτάσεων, εκτός αν προέχει για την Εθνική Οικονομία η αγροτική εκμετάλλευση ή άλλη τους χρήση, που την επιβάλλει το δημόσιο συμφέρον.
2. Η χωροταξική αναδιάρθρωση της Χώρας, η διαμόρφωση, η ανάπτυξη, η πολεοδόμηση και η επέκταση των πόλεων και των οικιστικών γενικά περιοχών υπάγεται στη ρυθμιστική αρμοδιότητα και τον έλεγχο του Κράτους, με σκοπό να εξυπηρετείται η λειτουργικότητα και η ανάπτυξη των οικισμών και να εξασφαλίζονται οι καλύτεροι δυνατοί όροι διαβίωσης.
Οι σχετικές τεχνικές επιλογές και σταθμίσεις γίνονται κατά τους κανόνες της επιστήμης. Η σύνταξη εθνικού κτηματολογίου συνιστά υποχρέωση του Κράτους.
3. Για να αναγνωριστεί μία περιοχή ως οικιστική και για να ενεργοποιηθεί πολεοδομικά, οι ιδιοκτησίες που περιλαμβάνονται σε αυτή συμμετέχουν υποχρεωτικά, χωρίς αποζημίωση από τον οικείο φορέα, στη διάθεση των εκτάσεων που είναι απαραίτητες για να δημιουργηθούν δρόμοι, πλατείες και χώροι για κοινωφελείς γενικά χρήσεις και σκοπούς, καθώς και στις δαπάνες για την εκτέλεση των βασικών κοινόχρηστων πολεοδομικών έργων, όπως νόμος ορίζει.
4. Νόμος μπορεί να προβλέπει τη συμμετοχή των ιδιοκτητών περιοχής που χαρακτηρίζεται ως οικιστική στην αξιοποίηση και γενική διαρρύθμιση της σύμφωνα με εγκεκριμένο σχέδιο, με αντιπαροχή ακινήτων ίσης αξίας ή τμημάτων ιδιοκτησίας κατά όροφο, από τους χώρους που καθορίζονται τελικά ως οικοδομήσιμοι ή από κτίρια της περιοχής αυτής.
5. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εφαρμόζονται και στην αναμόρφωση των οικιστικών περιοχών που ήδη υπάρχουν. Οι ελεύθερες εκτάσεις, που προκύπτουν από την αναμόρφωση, διατίθενται για τη δημιουργία κοινόχρηστων χώρων ή εκποιούνται για να καλυφθούν οι δαπάνες της πολεοδομικής αναμόρφωσης, όπως νόμος ορίζει.
6. Τα μνημεία, οι παραδοσιακές περιοχές και τα παραδοσιακά στοιχεία προστατεύονται από το Κράτος. Νόμος θα ορίσει τα αναγκαία για την πραγματοποίηση της προστασίας αυτής περιοριστικά μέτρα της ιδιοκτησίας, καθώς και τον τρόπο και το είδος της αποζημίωσης των ιδιοκτητών.

Ερμηνευτική δήλωση: Ως δάσος ή δασικό οικοσύστημα νοείται το οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό πάνω στην αναγκαία επιφάνεια του εδάφους, τα οποία, μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα χλωρίδα και πανίδα, αποτελούν μέσω της αμοιβαίας αλληλεξάρτησης και αλληλοεπίδρασης τους, ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές). Δασική έκταση υπάρχει όταν στο παραπάνω σύνολο η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά.

Όπως γίνεται δεκτό,[2] το περιβάλλον ορίζεται ως το σύνολο των βιοτικών και αβιοτικών παραγόντων που αλληλοεξαρτώνται και αλληλεπιδρούν δημιουργώντας βιοκοινότητες και οικοσυστήματα. Η έννοια του περιβάλλοντος περικλείει το σύνολο των συνθηκών, στις οποίες ζει και αναπτύσσεται ένας οργανισμός, το σύνολο των όντων της δημιουργίας, όπως και τους κανόνες και νόμους που διέπουν την ίδια τη ζωή. Το περιβάλλον θα μπορούσε επίσης να ορισθεί ως ένα δυναμικό σύστημα το οποίο εξελίσσεται και προσαρμόζεται συνεχώς στις μεταβαλλόμενες αντιδράσεις και επιδράσεις των στοιχείων και παραγόντων που το συναποτελούν, ως ένα με­γα­σύστημα αποτελούμενο από οικοσυστήματα και ανθρωπογενή συστήματα τελού­ντα σε πολύπλοκες σχέσεις δυναμικής αλληλεπίδρασης.[3]

Περιβάλλον και φύση δεν είναι έννοιες ταυτόσημες. Το περιβάλλον περιλαμβάνει στοιχεία, τα οποία ενδεχομένως δεν αφορούν τη φύση, όπως ο αστικός χώρος, ενώ η φύση προσδιορίζεται ως το σύνολο των στοιχείων που βρίσκονται έξω από την ορθολογική και τεχνική δραστηριότητα του ανθρώπου.[4] Η συνειδητοποίηση της ανάγκης νομικής κάλυψης της προστασίας του περιβάλλοντος, υπό την έννοια της ένταξης της προστασίας του στο χώρο του δικαίου, οδήγησε στη σύσταση ενός αυτόνομου κλάδου δικαίου, του δικαίου του περιβάλλοντος, το οποίο συνοπτικά μπορεί να ορισθεί ως το δίκαιο για την προστασία του περιβάλλοντος και την αντιμετώπιση της οικολογικής βλάβης.[5]

Κατ΄ άλλη διατύπωση, το δίκαιο του περιβάλλοντος ορίζεται ως το σύνολο των κανόνων δικαίου, οι οποίοι, βάσει συγκεκριμένων κριτηρίων και προστατευτικών μηχανισμών, οριοθετούν την ανθρώπινη δράση, ατομική και συλλογική, με σκοπό την επίτευξη ισορροπίας μεταξύ περιβάλλοντος, φυσικού, πολιτιστικού και οικιστικού, και κάθε άλλης ανθρώπινης δραστηριότητας.[6] Το δίκαιο του περιβάλλοντος έχει έντονα πραγματολογικό και εμπειρικό χαρακτήρα, μεγάλη εξάρτηση από τη νομολογία, συνδέεται στενά με την οικονομική ανάπτυξη και την τεχνολογία και αποτελεί πρόσφορο χώρο για την εκδήλωση συμμετοχικών διαδικασιών εκ μέρους των πολιτών κατά τη διαδικασία λήψεως αποφάσεων. Η πλήρης κατανόηση του προβλήματος της προστασίας του περιβάλλοντος απαιτεί την προσέγγιση της οικολογικής βλάβης από την οπτική πολλαπλών κλάδων του δικαίου.[7]

Η έννοια της προστασίας του περιβάλλοντος προϋποθέτει την έννοια της περιβαλλοντικής ανάγκης, δηλαδή της ανάγκης για ένα περιβάλλον υγιεινό και οικολογικά ισόρροπο, το οποίο δεν θέτει σε κίνδυνο την υγεία και τη ζωή του ανθρώπου και των ειδών, αλλά τους επιτρέπει να διατηρήσουν τη θέση τους, την ισορροπία τους και τη βιώσιμη ανάπτυξή τους στο σύνολο των φυσικών συστημάτων. Η προστασία του περιβάλλοντος, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 24 του Συντάγματος, στοιχειοθετεί υποχρέωση του Κράτους και αντίστοιχο δικαίωμα του ατόμου. Το δικαίωμα στο περιβάλλον είναι ένα συνταγματικό (θεμελιώδες) δικαίωμα, εφ΄ όσον την ύπαρξη και άσκησή του εγγυάται μια συνταγματική διάταξη αυξημένης τυπικής ισχύος, η οποία δεσμεύει και τις τρεις συντεταγμένες εξουσίες και δεν δύναται να καταργηθεί με τυπικό νόμο ή με διοικητική πράξη.

ΙΙ. Νομικά θεμέλια του δικαιώματος

Α. Σύνταγμα

Το Σύνταγμα του 1975 περιέλαβε για πρώτη φορά στην ιστορία των ελληνικών Συνταγμάτων ρητές διατάξεις για την προστασία του περιβάλλοντος.[8] H συνταγματική προστασία του περιβάλλοντος καταλαμβάνει:[9] α) το φυσικό περιβάλλον, με ιδιαίτερη έμφαση στα δασικά οικοσυστήματα (άρθρο 24 παρ. 1 και ερμ. δήλωση συνδ. με άρθρο 117 παρ. 3-4) και β) το ανθρωπογενές περιβάλλον, οικιστικό (άρθρο 24 παρ. 2-5) και πολιτιστικό (άρθρο 24 παρ. 1, 6). H καθιέρωση υποχρέωσης του Κράτους για την περιβαλλοντική προστασία αποκλείει τη θε­ώ­ρη­­ση της διατάξεως του άρθρου 24 παρ. 1 του Συντάγματος ως κατευθυντήριας διά­ταξης ή ευχής,[10] δεκτού γενομένου ότι οι δια­τά­ξεις του Συ­­ντάγματος περιέχουν κανόνες δι­καίου νομικά δεσμευτικούς για τον νομοθέτη, τη Διοίκηση και τον δικαστή.

Από το άρθρο 24 του Συντάγματος απορρέει υποχρέωση της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας να προβαίνουν σε θετικές ενέργειες για την προστασία του περιβάλλοντος με τη λήψη των απαιτούμενων νομοθετικών, διοικητικών, προλη­πτικών και κατασταλτικών μέτρων, παρεμβαίνοντας στον αναγκαίο βα­θμό και στην οικονομική ή άλλη ατομική ή συλλογική δραστηριό­τητα. Το άρθρο 24 του Συντάγματος αποτελεί το κύριο, όχι όμως και το αποκλειστικό συνταγματικό έρεισμα προστασίας του περιβάλλοντος. H διασφάλιση των περιβαλλοντικών αγαθών είναι επιταγή άρρηκτα συνδεδεμένη με τον σεβασμό και την προστασία της αξίας του ανθρώπου (άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος) και αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την ελεύ­θερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του (άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος) και την πραγμάτωση άλλων δικαιωμάτων, όπως ιδίως το δικαίωμα στην υγεία (άρθρο 5 παρ. 5 συνδ. 21 παρ. 3 του Συντάγματος).

Το αντικείμενο του δικαιώματος στο περιβάλλον ορίζεται με ιδιαίτερη ευρύτητα, ώστε να καταλαμβάνει όλα τα στοι­χεία που συνθέτουν εκάστοτε τον υπό ευρεία έννοια ζωτικό χώρο του ανθρώ­που. Με τη ρητή κατοχύρωση της αρχής της αειφορίας, που επήλθε με τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001, επιτάσσεται η στάθμιση της οι­κονομικής ανάπτυξης με την περιβαλλοντική προστασία.[11] O χαρακτηρισμός ενός δικαιώματος ως ατομικού, κοινωνικού ή πολιτικού, έχει σημασία για την οριοθέτηση της δέσμευσης των εξου­σιών που παρέχει στον φορέα του. Το αίτημα για πληρότητα της νομικής προστασίας του πε­ριβάλλοντος έχει οδηγήσει στην παραδοχή ότι το άρθρο 24 του Συντάγματος καθιερώνει τόσο ατομικό όσο και κοινωνικό και πολιτικό δικαί­ωμα στο περιβάλλον. H άποψη αυτή είναι νομικά υποστηρίξιμη λόγω της ευρείας διατύπωσης του άρθρου 24, η οποία προσ­φέρεται για την ανάδειξη της σχετικότητας της τριχοτόμησης των συνταγματικών δικαιωμάτων, της παραπληρωματικότητας και αλληλεξάρτησης ατομικών, κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμά­των.

Β. Το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ)

Στο πλαίσιο του πρωτογενούς κοινοτικού δικαίου, η προστασία του περιβάλλοντος δεν συμπεριλαμβανόταν στους στόχους της Iδρυτικής Συνθήκης της Eυρωπαϊκής Oικονομικής Kοινότητας (Συνθήκη της Pώμης, 1957), η οποία περιοριζόταν στη διαμόρφωση ενός πλαισίου οικονομικής συνεργασίας των κρατών μελών. Mε την πάροδο του χρόνου κατέστη σαφές ότι η δημιουργία μίας κοινής αγοράς και η οικονομική ανάπτυξη δεν είναι δυνατόν να επιδιωχθούν ερήμην της περιβαλλοντικής πολιτικής και χωρίς σαφή κοινωνικό και οικολογικό προσανατολισμό.[12] H προστασία του περιβάλλοντος ανάγεται έτσι σε στόχο της Kοινότητας, για πρώτη φορά, στη Σύνοδο Kορυφής στο Παρίσι, τον Oκτώβριο του 1972.

H προστασία του περιβάλλοντος λαμβάνει μορφή αυτοτελούς κοινοτικής δράσεως με την Eνιαία Eυρωπαϊκή Πράξη του 1986, οπότε προστέθηκαν στη ΣυνθEOK τα άρθρα 130Π, 130P και 130Σ, προσδιορίζοντας τα αντικείμενα, τις γενικές αρχές και τα όρια της κοινοτικής περιβαλλοντικής δράσης. Oι βασικές αρχές που διέπουν την άσκηση της κοινοτικής περιβαλλοντικής πολιτικής ήταν σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές: α) H αρχή της ενσωμάτωσης, σύμφωνα με την οποία η πολιτική της Kοινότητας, σε κάθε τομέα της αρμοδιότητάς της, πρέπει να διαμορφώνεται μετά από συνεκτίμηση των απαιτήσεων της προστασίας του περιβάλλοντος και β) η αρχή της επικουρικότητας, σύμφωνα με την οποία η Kοινότητα δρα στον τομέα του περιβάλλοντος, εφ΄ όσον οι σχετικοί στόχοι της μπορούν να πραγματοποιηθούν καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο παρά σε επίπεδο των επιμέρους κρατών μελών.

H Συνθήκη του Mάαστριχτ του 1992 (άρθρα 2-3 και 130P επ. ΣυνθEK) ανήγαγε, για πρώτη φορά ρητά, την προστασία του περιβάλλοντος στις βασικές αρχές και τους σκοπούς της Kοινότητας (άρθ. 2 και 3 ΣυνθEK) ορίζοντας ότι η κοινοτική δράση για το περιβάλλον προάγεται σε κοινοτική πολιτική, η δε ανάγκη προστασίας του περιβάλλοντος δεν αποτελεί απλώς «συνιστώσα» των λοιπών Κοινοτικών πολιτικών, αλλά θα πρέπει να λαμβάνονται υπ΄ όψη κατά τη διαμόρφωσή τους. Eπίσης ορίσθηκε ρητά ότι τα αρμόδια όργανα για την υλοποίηση της κοινοτικής περιβαλλοντικής πολιτικής οφείλουν να αποβλέπουν σε υψηλό επίπεδο προστασίας και ενισχύθηκε ο ρόλος του Eυρωπαϊκού Kοινοβουλίου στη διαμόρφωση των σχετικών μέτρων. Mε τη Συνθήκη του Mάαστριχτ η Kοινότητα παύει να έχει μόνον οικονομικό προσανατολισμό και μετασχηματίζεται σε ένα πολυδιάστατο θεσμό με διευρυμένες δυνατότητες παρέμβασης στις έννομες τάξεις των κρατών μελών, όχι μόνο σε οικονομικό, αλλά και σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο. H αυξημένη δυνατότητα παρέμβασης σε περιβαλλοντικά θέματα εντάσσεται στην εξέλιξη αυτή και αποτελεί ένα από τα πιο ουσιώδη στοιχεία της.[13]

Η Συνθήκη του Άμστερνταμ του 1997[14] επέφερε τροποποιήσεις, οι οποίες ομοίως κινήθηκαν προς την κατεύθυνση της διεύρυνσης της κοινοτικής δράσης και πολιτικής για το περιβάλλον. Σημαντικότερη καινοτομία ήταν ότι η προστασία του περιβάλλοντος θεωρήθηκε για πρώτη φορά ως στόχος της Kοινότητας ανεξάρτητος από την οικονομική ανάπτυξη, ενώ έγινε ρητή αναφορά και στην αρχή της αειφόρου ανάπτυξης. Eπιπλέον, η απαίτηση για υψηλό επίπεδο περιβαλλοντικής προστασίας διατυπώθηκε και στο άρθρο 2 της Συνθήκης ως γενική επιταγή που διέπει όλο το φάσμα του κοινοτικού έργου. Εν συνεχεία, η Συνθήκη της Νίκαιας, η οποία ετέθη σε ισχύ την 1η Φεβρουαρίου 2003, δεν επέφερε ουσιώδεις αλλαγές στο πρωτογενές κοινοτικό δίκαιο του περιβάλλοντος, εστιάζοντας κυρίως στα αντικείμενα, για τα οποία απαιτείται ομοφωνία για την εκπόνηση παραγώγου κοινοτικού δικαίου.

Το Σχέδιο Ευρωπαϊκού Συντάγματος[15] περιέλαβε την προστασία του περιβάλλοντος στους στόχους της Ένωσης στο άρθρο Ι-3 παρ. 3, ενώ το περιβάλλον εντάσσεται, κατ΄ άρθρο 1-14, στους τομείς συντρέχουσας αρμοδιότητας της Ένωσης. Ο Χάρτης Θεμελιωδών Διακιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο άρθρο 37, περιλαμβάνει το δικαίωμα στο περιβάλλον υπό τον τίτλο IV «Αλληλεγγύη» και κατοχυρώνει την προστασία του περιβάλλοντος ορίζοντας ρητά ότι το υψηλό επίπεδο προστασίας του και η βελτίωση της ποιότητάς του πρέπει να ενσωματώνονται στις πολιτικές της Ένωσης και να διασφαλίζονται σύμφωνα με την αρχή της αειφόρου ανάπτυξης.

Η Συνθήκη της Λισαβόνας[16] (άρθρα 191 επ. ΣΛΕΕ) επέφερε σημαντικές μεταβολές στη δομή και λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όσον αφορά την προστασία του περιβάλλοντος σημαντικότερη καινοτομία της ήταν ότι στους στόχους της περιβαλλοντικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης συμπεριέλαβε την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής.[17] Συνοψίζοντας, διαφαίνεται ότι οι κατευθυντήριες αρχές, βάσει των οποίων διαμορφώνεται η περιβαλλοντική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι οι εξής:

α) Οι γενικές αρχές της ενσωμάτωσης και της επικουρικότητας, που καθορίζουν το εύρος της κοινοτικής περιβαλλοντικής πολιτικής και οριοθετούν την κανονιστική αρμοδιότητα των κοινοτικών οργάνων, όπως ανωτέρω αναπτύχθηκαν ως προς το περιεχόμενό τους, βάσει της παρ. 2 του άρθρου 191 ΣΛΕΕ.

β) H απαίτηση υψηλού επιπέδου προστασίας του περιβάλλοντος, όπως θεσμοθετήθηκε με τη Συνθήκη του Mάαστριχτ (άρθρο 130P παρ. 2) και ενισχύθηκε με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ του 1997 (άρθρο 174 παρ. 2 και άρθρο 2 ΣυνθEK), αναχθείσα σε θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου. Λόγω της αοριστίας της η αρχή αυτή είναι δύσκολο να αναπτύξει νομική δεσμευτικότητα, ωστόσο δεν επιτρέπει την υποβάθμιση του ήδη επιτευχθέντος επιπέδου προστασίας καθιερώνοντας ένα κοινοτικό οικολογικό κεκτημένο.[18]

γ) Οι αρχές της πρόληψης και της προφύλαξης καθιερώθηκαν με το άρθρο 191 ΣΛΕΕ και τη Διακήρυξη του Pίο του 1992,[19] στην οποία εξαγγέλλεται ότι η προστασία του περιβάλλοντος πρέπει να προσεγγίζεται κατά βάση ως προληπτική δράση.

δ) H αρχή της αειφορίας ή βιώσιμης ανάπτυξης, κατοχυρώνεται στα άρθρα 2, 6 και 191 παρ. 1 ΣΛΕΕ και προβλέπει ότι κάθε ανθρώπινη επέμβαση στο περιβάλλον θα πρέπει να γίνεται ούτως, ώστε να διασφαλίζεται ισόρροπη σχέση μεταξύ εκμετάλλευσης φυσικών πόρων και εξέλιξης των οικοσυστημάτων χάριν και των επομένων γενεών.[20]

ε) H αρχή της επανόρθωσης των προσβολών του περιβάλλοντος κατά προτεραιότητα στην πηγή κατ΄ άρθρο 191 παρ. 2 ΣΛΕΕ. H πρακτική σημασία της είναι μεγάλη καθώς η οικολογική ζημία δεν περιορίζεται σε ορισμένο χώρο, αλλά διαχέεται από τη φύση της (π.χ. διασυνοριακή ρύπανση) ή ηθελημένα (π.χ. μεταφορά αποβλήτων).[21]

στ) H αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει», ως βασική έκφραση της έννοιας της περιβαλλοντικής ευθύνης στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεσμεύει τον κοινοτικό νομοθέτη και τα κοινοτικά όργανα σε όλα τα επίπεδα και υπερέχει έναντι οποιασδήποτε ισχύουσας διάταξης του εθνικού δικαίου, στο μέτρο που η τελευταία αντιστρατεύεται τον επιδιωκόμενο από την αρχή αυτή σκοπό. Διατυπώθηκε το πρώτον το 1972 σε Σύσταση του ΟΟΣΑ και ενσωματώθηκε και στη Διακήρυξη του Ρίο (1992), έχει δε την έννοια ότι ο ρυπαίνων βαρύνεται με τις δαπάνες υλοποίησης των μέτρων, τα οποία λαμβάνουν οι δημόσιες αρχές, προκειμένου να διασφαλισθεί η διατήρηση του περιβάλλοντος σε αποδεκτή κατάσταση. Αποτελεί θεμελιώδη ερμηνευτική αρχή της περιβαλλοντικής δράσης της Ένωσης και της εν γένει χάραξης των πολιτικών της για το περιβάλλον.

ζ) Η αρχή της συμμετοχής των πολιτών και το δικαίωμα ελεύθερης πληροφόρησης για θέματα περιβάλλοντος με δυνατότητα αναζήτησης πλήρους δικαστικής προστασίας ομοίως ερείδεται στο άρθρο 191 παρ. 2 ΣΛΕΕ και αναδεικνύει τον ρόλο του πολίτη στο πεδίο προστασίας του περιβάλλοντος.[22]

Tο παράγωγο κοινοτικό δίκαιο περιβάλλοντος απαρτίζεται κυρίως από Oδηγίες και δευτερευόντως από Kανονισμούς και Aποφάσεις, Συστάσεις, Γνώμες. Τα σημαντικότερα νομοθετικά κείμενα του παράγωγου κοινοτικού δικαίου περιβάλλοντος, κατά κατηγορία ρυθμιστικού αντικειμένου, είναι τα ακόλουθα:[23]

ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΟΜΕΝΕΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ
Οδηγία 43/1992 του Συμβουλίου της 21ης Μαΐου 1992 για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας (EE L 206/7/22.7.1992), Οδηγία 147/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 30ής Νοεμβρίου 2009 περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών (ΕΕ L 20/7/26.1.2010)
Απόφαση 85/2011 της Επιτροπής της 10ης Ιανουαρίου 2011 σχετικά με την έγκριση του τετάρτου ενημερωμένου καταλόγου τόπων κοινοτικής σημασίας για τη Μεσογειακή βιογεωγραφική περιοχή κατ΄ εφαρμογή της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου (2011/85/ΕΕ) (ΕΕ L 40/206/12.2.2011)
ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΕΙΔΩΝ (ΑΓΡΙΑΣ ΠΑΝΙΔΑΣ ΚΑΙ ΧΛΩΡΙΔΑΣ)
Κανονισμός 338/1997 του Συμβουλίου της 9ης Δεκεμβρίου 1996 για την προστασία των ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας με τον έλεγχο του εμπορίου τους (ΕΕ L 61/1/3.3.1997)
Κανονισμός 709/2010 της Επιτροπής της 22ας Ιουλίου 2010 περί τροποποίησης του Κανονισμού (ΕΚ) 338/97 του Συμβουλίου για την προστασία των ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας με τον έλεγχο του εμπορίου τους (ΕΕ L 212/1/12.8.2010)
Κανονισμός 865/2006 της Επιτροπής της 4ης Μαΐου 2006 για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΚ) 338/97 του Συμβουλίου για την προστασία των ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας με τον έλεγχο του εμπορίου τους (ΕΕ L 166/1/19.6.2006)
Κανονισμός 100/2008 της Επιτροπής της 4ης Φεβρουαρίου 2008 για τροποποίηση, όσον αφορά τις συλλογές δειγμάτων και ορισμένες διατυπώσεις σχετικά με το εμπόριο των ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας, του Κανονισμού (ΕΚ) 865/2006 για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του Κανονισμού 338/1997 του Συμβουλίου (ΕΕ L 31/3/5.2.2008)
Κανονισμός 997/2010 της Επιτροπής της 5ης Νοεμβρίου 2010 για την αναστολή της εισαγωγής στην Ένωση δειγμάτων από ορισμένα είδη άγριας πανίδας και χλωρίδας (ΕΕ L 290/1/6.11.2010)
Κανονισμός 1967/2006 του Συμβουλίου της 21ης Δεκεμβρίου 2006 σχετικά με μέτρα διαχείρισης για τη βιώσιμη εκμετάλλευση των αλιευτικών πόρων στη Μεσόγειο Θάλασσα, την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2847/93 και την κατάργηση του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1626/94 (ΕΕ L 409/11/30.12.2006)
Κανονισμός 894/1997 του Συμβουλίου της 29ης Απριλίου 1997 για τη θέσπιση ορισμένων τεχνικών μέτρων διατήρησης των αλιευτικών πόρων (EE L 132/1/23.5.1997)
Κανονισμός 1110/2009 της Επιτροπής της 18ης Νοεμβρίου 2009 περί θεσπίσεως απαγόρευσης της αλιείας τόνου στον Ατλαντικό Ωκεανό, ανατολικώς του γεωγραφικού μήκους 45° Δ και στη Μεσόγειο από σκάφη που φέρουν σημαία Ελλάδας (ΕΕ L 306/3/20.11.2009)
ΔΑΣΙΚΑ ΚΑΙ ΓΕΩΡΓΙΚΑ ΟΙΚΟΣΥΣΤΗΜΑΤΑ
Κανονισμός 3062/1995 του Συμβουλίου της 20ής Δεκεμβρίου 1995 σχετικά με τις δράσεις στον τομέα των τροπικών δασών (ΕΕ L 327/9/30.12.1995)
Κανονισμός 1698/2005 του Συμβουλίου της 20ής Σεπτεμβρίου 2005 για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ) (EE L 277/1/21.10.2005)
Κανονισμός 834/2007 του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 2007 για τη βιολογική παραγωγή και την επισήμανση των βιολογικών προϊόντων και την κατάργηση του Κανονισμού 2092/91 (ΕΕ L 189/1/20.7.2007)
Κανονισμός 995/2010 της 20ής Οκτωβρίου 2010 για την αντιμετώπιση του εμπορίου παράνομα υλοτομημένης ξυλείας και προϊόντων ξυλείας εντός της ΕΕ (EUTR)
ΘΑΛΑΣΣΙΟ ΚΑΙ ΠΑΡΑΚΤΙΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ
Κανονισμός 417/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 18ης Φεβρουαρίου 2002 για την εσπευσμένη σταδιακή καθιέρωση απαιτήσεων διπλού κύτους ή ισοδύναμου σχεδιασμού για τα πετρελαιοφόρα μονού κύτους και για την κατάργηση του Κανονισμού 2978/94 του Συμβουλίου (EE L 64/1/7.3.2002)
Οδηγία 56/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17ης Ιουνίου 2008 περί πλαισίου κοινοτικής δράσης στο πεδίο της πολιτικής για το θαλάσσιο περιβάλλον (Οδηγία – Πλαίσιο για τη θαλάσσια στρατηγική) (ΕΕ L 164/19/25.6.2008)
Οδηγία 35/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 7ης Σεπτεμβρίου 2005 σχετικά με τη ρύπανση από τα πλοία και τη θέσπιση κυρώσεων για παραβάσεις (ΕΕ L 255/11/30.9.2005)
Οδηγία 123/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Οκτωβρίου 2009 για τροποποίηση της Οδηγίας 2005/35/ΕΚ σχετικά με τη ρύπανση από τα πλοία και τη θέσπιση κυρώσεων για παραβάσεις (ΕΕ L 280/52/27.10.2009)
Οδηγία 21/1995 του Συμβουλίου σχετικά με τη ναυσιπλοΐα που συνεπάγεται χρήση κοινοτικών λιμένων ή διέλευση από ύδατα υπό τη δικαιοδοσία κράτους μέλους, των διεθνών προτύπων για την ασφάλεια των πλοίων, την πρόληψη της ρύπανσης και τις συνθήκες διαβίωσης και εργασίας επί των πλοίων (έλεγχος του κράτους του λιμένα) (ΕΕ L 157/1/7.7.1995)
Οδηγία 106/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 19ης Δεκεμβρίου 2001 που τροποποιεί την Οδηγία 95/21/ΕΚ του Συμβουλίου για την επιβολή, σχετικά με τη ναυσιπλοΐα που συνεπάγεται χρήση κοινοτικών λιμένων ή διέλευση από ύδατα υπό τη δικαιοδοσία κράτους μέλους, των διεθνών προτύπων για την ασφάλεια των πλοίων, την πρόληψη της ρύπανσης και τις συνθήκες διαβίωσης και εργασίας επί των πλοίων (έλεγχος του κράτους του λιμένα) (ΕΕ L 19/17/22.1.2002)
Σύσταση 413/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 30ής Μαΐου 2002 σχετικά με την εφαρμογή στην Ευρώπη της ολοκληρωμένης διαχείρισης των παράκτιων ζωνών (ΕΕ L 148/24/6.6.2002)
ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΥΔΑΤΙΚΩΝ ΠΟΡΩΝ
Directive 2000/60/EC of the European Parliament and of the Council of 23 October 2000 establishing a framework for Community action in the field of water policy (OJ L 327/1/22.12.2000)
Οδηγία 83/1998 του Συμβουλίου της 3ης Νοεμβρίου 1998 σχετικά με την ποιότητα του νερού ανθρώπινης κατανάλωσης (EE L 330/32/5.12.1998)
Οδηγία 118/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2006 σχετικά με την προστασία των υπόγειων υδάτων από τη ρύπανση και την υποβάθμιση (ΕΕ L 372/19/27.12.2006)
Οδηγία 7/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Φεβρουαρίου 2006 σχετικά με τη διαχείριση της ποιότητας των υδάτων κολύμβησης και την κατάργηση της Οδηγίας 76/160/ΕΟΚ (EE L 64/37/4.3.2006)
Οδηγία 676/1991 του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 1991 για την προστασία των υδάτων από τη νιτρορρύπανση γεωργικής προέλευσης (ΕΕ L 375/1/31.12.1991)
Οδηγία 60/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Οκτωβρίου 2007 για την αξιολόγηση και τη διαχείριση των κινδύνων πλημμύρας (ΕΕ L 288/27/6.11.2007)
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΚΑΙ ΑΔΕΙΟΔΟΤΗΣΗ
Οδηγία 337/1985 του Συμβουλίου της 27ης Ιουνίου 1985 για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων κα ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον (EE L 175/40/5.7.1985)
Οδηγία 42/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Ιουνίου 2001 σχετικά με την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων (EE L 197/30/21.7.2001)
Οδηγία 1/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Ιανουαρίου 2008 σχετικά με την ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχο της ρύπανσης (EE L 24/8/29.1.2008)
Οδηγία 75/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010 περί βιομηχανικών εκπομπών (ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχος της ρύπανσης) (EE L 334/17/17.12.2010)
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ
Κανονισμός 166/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 18ης Ιανουαρίου 2006 για τη σύσταση ευρωπαϊκού μητρώου έκλυσης και μεταφοράς ρύπων και για την τροποποίηση των Οδηγιών 91/689/ΕΟΚ και 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου (EE L 33/1/4.2.2006)
Οδηγία 4/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 28ης Ιανουαρίου 2003 για την πρόσβαση του κοινού σε περιβαλλοντικές πληροφορίες και για την κατάργηση της Οδηγίας 90/313/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 41/26/14.2.2003)
Οδηγία 35/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Μαΐου 2003 σχετικά με τη συμμετοχή του κοινού στην κατάρτιση ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων που αφορούν το περιβάλλον και με την τροποποίηση όσον αφορά τη συμμετοχή του κοινού και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη, των Οδηγιών 85/337/ΕΟΚ και 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 156/17/25.6.2003)
Οδηγία 2/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Μαρτίου 2007 για τη δημιουργία υποδομής χωρικών πληροφοριών στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα (Inspire) (ΕΕ L 108/1/25.4.2007)
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ
Οδηγία 35/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Απριλίου 2004 σχετικά με την περιβαλλοντική ευθύνη όσον αφορά την πρόληψη και την αποκατάσταση περιβαλλοντικής ζημίας (ΕΕ L 143/56/30.4.2004)
Οδηγία 99/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 19ης Νοεμβρίου 2008 σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος μέσω του ποινικού δικαίου (ΕΕ L 328/28/6.12.2008)
ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ
Ευρωπαϊκή Σύμβαση του Τοπίου (έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με τον ν. 3827/2010)
ΓΕΝΕΤΙΚΗ ΠΟΙΚΙΛΟΤΗΤΑ – ΒΙΟΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ
Κανονισμός 1829/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22ας Σεπτεμβρίου 2003 για τα γενετικώς τροποποιημένα τρόφιμα και ζωοτροφές (ΕΕ L 268/1/18.10.2003)
Κανονισμός 1830/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22ας Σεπτεμβρίου 2003 σχετικά με την ιχνηλασιμότητα και την επισήμανση γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών και την ιχνηλασιμότητα τροφίμων και ζωοτροφών που παράγονται από γενετικώς τροποποιημένους οργανισμούς και για την τροποποίηση της Οδηγίας 2001/18/ΕΚ (ΕΕ L 268/24/18.10.2003)
Κανονισμός 641/2004 της Επιτροπής της 6ης Απριλίου 2004 σχετικά με τις λεπτομέρειες εφαρμογής του Κανονισμού 1829/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά την αίτηση για έγκριση νέων γενετικώς τροποποιημένων τροφίμων και ζωοτροφών, την κοινοποίηση υφιστάμενων προϊόντων και την τυχαία ή τεχνικώς αναπόφευκτη παρουσία γενετικώς τροποποιημένου υλικού που έτυχε ευνοϊκής αξιολόγησης κινδύνου (ΕΕ L 102/14/7.4.2004)
Οδηγία 18/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Μαρτίου 2001 για τη σκόπιμη ελευθέρωση γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών στο περιβάλλον και την κατάργηση της Οδηγίας 90/220/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 106/1/17.4.2001)
ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΣ
Οδηγία 82/1996 του Συμβουλίου της 9ης Δεκεμβρίου 1996 για την αντιμετώπιση των κινδύνων μεγάλων ατυχημάτων σχετιζόμενων με επικίνδυνες ουσίες (EE L 10/13/14.1.1997)
ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΙΚΟΥ ΑΕΡΑ
Οδηγία 75/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010 περί βιομηχανικών εκπομπών (ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχος της ρύπανσης) (ΕΕ L 334/17/17.12.2010)
Οδηγία 80/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Οκτωβρίου 2001 για τον περιορισμό των εκπομπών στην ατμόσφαιρα ορισμένων ρύπων (EE L 309/1/27.11.2001)
Οδηγία 81/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Οκτωβρίου 2001 σχετικά με εθνικά ανώτατα όρια εκπομπών για ορισμένους ατμοσφαιρικούς ρύπους (EE L 309/22/27.11.2001)
Οδηγία 107/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Δεκεμβρίου 2004 σχετικά με το αρσενικό, το κάδμιο, τον υδράργυρο, το νικέλιο και τους πολυκυκλικούς αρωματικούς υδρογονάνθρακες στον ατμοσφαιρικό αέρα (EE L 23/3/26.1.2005)
Οδηγία 50/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Μαΐου 2008 για την ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα και καθαρότερο αέρα για την Ευρώπη (ΕΕ L 152/1/11.6.2008)
ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΕΔΑΦΟΥΣ
Οδηγία 278/1986 του Συμβουλίου της 12ης Ιουνίου 1986 σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος και ιδίως του εδάφους κατά τη χρησιμοποίηση της ιλύος καθαρισμού λυμάτων στη γεωργία (EE L 181/6/4.7.1986)
ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΟΡΥΒΟ
Οδηγία 49/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 25ης Ιουνίου 2002 σχετικά με την αξιολόγηση και τη διαχείριση του περιβαλλοντικού θορύβου (ΕΕ L 189/12/18.7.2002)
ΡΥΠΑΝΣΗ ΑΠΟ ΠΡΟΪΟΝΤΑ
Κανονισμός 1013/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 2006 για τις μεταφορές αποβλήτων (EE L 190/1/12.7.2006), Οδηγία 31/1999 του Συμβουλίου της 26ης Απριλίου 1999 περί υγειονομικής ταφής των αποβλήτων (EE L 182/1/16.7.1999)
Κανονισμός 1272/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Δεκεμβρίου 2008 για την ταξινόμηση, την επισήμανση και τη συσκευασία των ουσιών και των μειγμάτων, την τροποποίηση και την κατάργηση των Οδηγιών 67/548/EΟΚ και 1999/45/EΚ και την τροποποίηση του Κανονισμού (EΚ) 1907/2006 (ΕΕ L 353/1/31.12.2008)
Regulation 1907/2006 of the European Parliament and of the Council of 18 December 2006 concerning the Registration, Evaluation, Authorisation and Restriction of Chemicals (REACH), establishing a European Chemicals Agency, amending Directive 1999/45/EC and repealing Council Regulation (EEC) 793/93 and Commission Regulation (EC) 1488/94 as well as Council Directive 76/769/EEC and Commission Directives 91/155/EEC, 93/67/EEC, 93/105/EC and 2000/21/EC (OJ L 396/1/30.12.2006)
Κανονισμός 1107/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Οκτωβρίου 2009 σχετικά με τη διάθεση φυτοπροστατευτικών προϊόντων στην αγορά και την κατάργηση των Οδηγιών 79/117/ΕΟΚ και 91/414/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 309/1/24.11.2009)
Οδηγία 98/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 19ης Νοεμβρίου 2008 για τα απόβλητα και την κατάργηση ορισμένων Οδηγιών (ΕΕ L 312/3/22.11.2008)
Οδηγία 62/1994 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Δεκεμβρίου 1994 για τις συσκευασίες και τα απορρίμματα συσκευασίας (EE L 365/10/31.12.1994)
Οδηγία 96/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Ιανουαρίου 2003 σχετικά με τα απόβλητα ειδών ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού (ΑΗΗΕ) (EE L 37/24/13.2.2003)
Οδηγία 66/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 6ης Σεπτεμβρίου 2006 σχετικά με τις ηλεκτρικές στήλες και τους συσσωρευτές και τα απόβλητα ηλεκτρικών στηλών και συσσωρευτών και με την κατάργηση της Οδηγίας 91/157/ΕΟΚ (ΕΕ L 266/1/26.9.2006)
Οδηγία 103/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 19ης Νοεμβρίου 2008 για την τροποποίηση της Οδηγίας 2006/66/ΕΚ σχετικά με τις ηλεκτρικές στήλες και τους συσσωρευτές και τα απόβλητα ηλεκτρικών στηλών και συσσωρευτών, όσον αφορά την τοποθέτηση ηλεκτρικών στηλών και συσσωρευτών στην αγορά (ΕΕ L 327/7/5.12.2008)
Οδηγία 53/2000 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 18ης Σεπτεμβρίου 2000 για τα οχήματα στο τέλος του κύκλου ζωής τους (EE L 269/34/21.10.2000)
Οδηγία 21/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαρτίου 2006 σχετικά με τη διαχείριση των αποβλήτων της εξορυκτικής βιομηχανίας και την τροποποίηση της Οδηγίας 2004/35/ΕΚ (ΕΕ L 102/15/11.4.2006)
Οδηγία 76/2000 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Δεκεμβρίου 2000 για την αποτέφρωση των αποβλήτων (EE L 332/91/28.12.2000)
Οδηγία 271/1991 του Συμβουλίου της 21ης Μαΐου 1991 για την επεξεργασία των αστικών λυμάτων (EE L 135/40/30.5.1991)
Οδηγία 548/1967 του Συμβουλίου της 27ης Ιουνίου 1967 περί προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν στην ταξινόμηση, συσκευασία και επισήμανση των επικινδύνων ουσιών (ΕΕ L 196/1/16.8.1967)
Οδηγία 45/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 31ης Μαΐου 1999 για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που αφορούν την ταξινόμηση, συσκευασία και επισήμανση των επικινδύνων παρασκευασμάτων (ΕΕ L 200/1/30.7.1999)
ΚΛΙΜΑΤΙΚΗ ΑΛΛΑΓΗ
Οδηγία 87/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Οκτωβρίου 2003 σχετικά με τη θέσπιση συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της Κοινότητας και την τροποποίηση της Οδηγίας 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 275/32/25.10.2003)
Οδηγία 28/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Απριλίου 2009 σχετικά με την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και την τροποποίηση και τη συνακόλουθη κατάργηση των Οδηγιών 2001/77/ΕΚ και 2003/30/ΕΚ (ΕΕ L 140/16/5.6.2009)
Οδηγία 29/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Απριλίου 2009 για τροποποίηση της οδηγίας 2003/87/ΕΚ με στόχο τη βελτίωση και την επέκταση του συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου της Κοινότητας (ΕΕ L 140/63/5.6.2009)
Οδηγία 31/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Απριλίου 2009 σχετικά με την αποθήκευση διοξειδίου του άνθρακα σε γεωλογικούς σχηματισμούς και για την τροποποίηση της Οδηγίας 85/337/ΕΟΚ του Συμβουλίου, των Οδηγιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 2000/60/ΕΚ, 2001/80/ΕΚ, 2004/35/ΕΚ, 2006/12/ΕΚ και 2008/1/ΕΚ και του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1013/2006 (ΕΕ L 140/114/5.6.2009)

Γ. Διεθνές δίκαιο

Κυριότερο χαρακτηριστικό γνώρισμα του διεθνούς δικαίου του περιβάλλοντος είναι η συμβατική του προέλευση. Ως κατ΄ εξοχήν όργανο νομοθετι­κής παραγωγής στον χώρο του διεθνούς περιβαλλοντκού δικαίου αναδεικνύεται η σύμβαση – πλαίσιο,[24] ένα διεθνές συμβατικό κείμενο δεσμευτικό για όλα τα κράτη που το υπογράφουν, το οποίο περιέχει συχνά μια γενική και αφηρημένη υποχρέωση των μελών «να προστατεύουν και να διατηρούν το περιβάλλον» ή μια επίσης γενική υποχρέωση «να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για την πρόληψη, τη μείωση και τον έλεγχο της ρύπανσης του περιβάλλοντος από οποιασδήποτε πηγή».

Στην εποχή μας, τα περιβαλλοντικά προβλήματα και η οικολογική βλάβη είτε από χερσαίες πηγές, είτε η ατμοσφαιρική ή θαλάσσια, λόγω της αλματώδους εξέλιξης της τεχνολογίας και της διόγκωσης της βιομηχανικής παραγωγής, λαμβάνουν συχνά εκτεταμένες διαστάσεις πλήττοντας το περιβάλλον περισσοτέρων του ενός, όμορων ή μη, κρατών σε τέτοιο βαθμό, ώστε μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι ο ρόλος του διεθνούς δικαίου και του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, στην περίπτωση της διασυνοριακής ρύπανσης, καθίσταται καθοριστικός. Στην Ελλάδα, δυνάμει της διατάξεως του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος, κατοχυρώνεται η πλήρης εναρμόνιση της Πολιτείας με τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει όσον αφορά την υποχρέωση προστασίας του περιβάλλοντος που απορρέει από διεθνή συμβατικά κείμενα.

Ακολούθως σημειώνονται οι κυριότερες διεθνείς περιβαλλοντικές συμβάσεις, που καλύπτουν στο σύνολό τους τις μορφές περιβαλλοντικής προστασίας και αντιμετώπισης της περιβαλλοντικής βλάβης, με ιδιαίτερη μνεία στην πορεία ενσωμάτωσής τους στην εθνική μας έννομη τάξη:[25]

ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΟΜΕΝΕΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ – ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΕΙΔΩΝ
(ΑΓΡΙΑΣ ΠΑΝΙΔΑΣ ΚΑΙ ΧΛΩΡΙΔΑΣ)
Σύμβαση για τη Βιολογική Ποικιλότητα (Ρίο Ντε Τζανέιρο, 5 Ιουνίου 1992) (έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με τον ν. 2204/1994)
Σύμβαση Διεθνούς Εμπορίας ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας που κινδυνεύουν να εξαφανισθούν με τα Παραρτήματα Ι και ΙΙ αυτής (Σύμβαση CITES) (Ουάσινγκτον ΗΠΑ, 3 Μαρτίου 1973) (έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με τον ν. 2055/1992)
Διεθνής Σύμβαση για τη διατήρηση της άγριας ζωής και του φυσικού περιβάλλοντος της Ευρώπης (Βέρνη, 19 Σεπτεμβρίου 1979) (έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με τον ν. 1335/1983)
Διεθνής Σύμβαση για τη διατήρηση των αποδημητικών ειδών της άγριας πανίδας (Βόννη, 23 Ιουνίου 1979) (έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με τον ν. 2719/1999)
Διεθνής Συμφωνία περί προστασίας των διεθνούς ενδιαφέροντος υγροτόπων ιδία ως υδροβιοτόπων (Ramsar Ιράν, 2 Φεβρουαρίου 1971) (έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με το νδ/γμα 191/1974)
Πρωτόκολλο που τροποποιεί τη Σύμβαση Ραμσάρ του 1971 για την προστασία των διεθνούς ενδιαφέροντος υγροτόπων ιδία ως υδροβιοτόπων (Παρίσι, 3 Δεκεμβρίου 1982) (έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με τον ν. 1751/1988)
Τροποποιήσεις της Σύμβασης Ραμσάρ (1971) για την προστασία των διεθνούς ενδιαφέροντος υγροτόπων ιδία ως υδροβιοτόπων (Ρεγγίνα Καναδάς, 28 Μαΐου – 3 Ιουνίου 1987) (έχουν κυρωθεί από την Ελλάδα με τον ν. 1950/1991)
Διεθνής Σύμβασις διά την προστασίαν της Παγκοσμίου Πολιτιστικής και Φυσικής Κληρονομιάς (Σύμβαση της UNESCO) (Παρίσι, 23 Νοεμβρίου 1972) (έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με τον ν. 1126/1981)
ΔΑΣΙΚΑ ΚΑΙ ΓΕΩΡΓΙΚΑ ΟΙΚΟΣΥΣΤΗΜΑΤΑ
Διεθνής Συμφωνία για την τροπική ξυλεία (Γενεύη, 27 Ιανουαρίου 2006) (έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με τον ν. 3970/2011)
ΘΑΛΑΣΣΙΟ ΚΑΙ ΠΑΡΑΚΤΙΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ
United Nations Convention on the Law of the Sea (UNCLOS) (Montego Bay Τζαμάικα, 10 December 1982) Part XII – Protection and Preservation of the Marine Environment (έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με τον ν. 2321/1995)
Διεθνής Σύμβαση για την πρόληψη της ρύπανσης από τα πλοία (Σύμβαση MARPOL 73/78) (Λονδίνο, 2 Νοεμβρίου 1973) (έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με τον ν. 1269/1982)
Πρωτόκολλο που τροποποιεί τη Διεθνή Σύμβαση για την πρόληψη της ρύπανσης από τα πλοία του 1973, όπως τροποποιήθηκε με το Πρωτόκολλο του 1978 (Λονδίνο, 26 Σεπτεμβρίου 1997) (έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με τον ν. 3104/2003)
Διεθνής Σύμβαση για την ετοιμότητα, συνεργασία και αντιμετώπιση της ρύπανσης της θάλασσας από πετρέλαιο (Λονδίνο, 30 Νοεμβρίου 1990) (έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με τον ν. 2252/1994)
Πρωτόκολλο στη Διεθνή Σύμβαση για την ετοιμότητα, συνεργασία και αντιμετώπιση περιστατικών ρύπανσης της θάλασσας από επικίνδυνες και επιβλαβείς ουσίες (Λονδίνο, 15 Μαρτίου 2000) (έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με τον ν. 3100/2003)
Διεθνής Σύμβασις της Βαρκελώνης της 16 Φεβρουαρίου 1976 περί προστασίας της Μεσογείου Θαλάσσης εκ της ρυπάνσεως, μετά του συνημμένου εις αυτήν Παραρτήματος και Πρωτόκολλα της εν λόγω Συμβάσεως περί προλήψεως ρυπάνσεως της Μεσογείου Θαλάσσης εκ της απορρίψεως ουσιών εκ των πλοίων και αεροσκαφών και περί συνεργασίας διά την καταπολέμησιν ρυπάνσεως της Μεσογείου Θαλάσσης εκ πετρελαίου και άλλων επιβλαβών ουσιών μετά των συνημμένων εις αυτά Παραρτημάτων (έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με τον ν. 855/1978)
Πρωτόκολλα 1980 για την προστασία της Μεσογείου Θαλάσσης από τη ρύπανση από χερσαίες πηγές και 1982 περί των ειδικά προστατευομένων περιοχών της Μεσογείου (έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με τον ν. 1634/1986)
Τροποποιήσεις της Σύμβασης της Βαρκελώνης για την προστασία της Μεσογείου Θάλασσας από τη ρύπανση (ν. 855/1978, Α΄ 235, Βαρκελώνη 10 Ιουνίου 1995) και Πρωτοκόλλου 1980 για την προστασία της Μεσογείου Θάλασσας από τη ρύπανση από χερσαίες πηγές (ν. 1634/1986, Α΄ 104) (Συρακούσες, 7 Μαρτίου 1996) (έχουν κυρωθεί από την Ελλάδα με τον ν. 3022/2002)
Πρωτόκολλο περί συνεργασίας για την πρόληψη της ρύπανσης από πλοία και σε περιπτώσεις επείγουσας ανάγκης, στην καταπολέμηση της ρύπανσης της Μεσογείου Θάλασσας (Βαλέτα Μάλτα, 25 Ιανουαρίου 2002) (έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με τον ν. 3497/2006)
Διεθνής Σύμβασις για την ίδρυση διεθνούς κεφαλαίου αποζημίωσης ζημιών ρύπανσης από πετρελαιοειδή (Λονδίνο, 18 Οκτωβρίου 1971) (έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με τον ν. 1638/1986, καταγγέλθηκε από 2 Μαΐου 1998)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της Διεθνούς Σύμβασης του 1971 για την ίδρυση Διεθνούς Κεφαλαίου αποζημίωσης (Λονδίνο, 19 Νοεμβρίου 1976) (βλ. πδ/γμα 270/1995)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της Διεθνούς Σύμβασης του 1971 για την ίδρυση Διεθνούς Κεφαλαίου αποζημίωσης (Λονδίνο, 27 Νοεμβρίου 1992) (βλ. πδ/γμα 270/1995, έναρξη ισχύος: 9 Οκτωβρίου 1996)
Πρωτόκολλο τροποποίησης της Διεθνούς Σύμβασης του 1971 για την ίδρυση Διεθνούς Κεφαλαίου αποζημίωσης (Λονδίνο, 16 Μαΐου 2003) (έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με τον ν. 3482/2006)
Διεθνής Σύμβασις περί προλήψεως της ρυπάνσεωςτης θαλάσσης εξ απορρίψεως καταλοίπων και άλλων υλών (Λονδίνο, Πόλη του Μεξικού, Μόσχα, Ουάσιγκτον, 29 Δεκεμβρίου 1972) (έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με τον ν. 1147/1981)
Αποδοχή τροποποιήσεων των παραρτημάτων της Διεθνούς Σύμβασης για την πρόληψη της ρύπανσης της θάλασσας από την απόρριψη καταλοίπων και άλλων υλών (Λονδίνο, 12 Οκτωβρίου 1978) (βλ. πδ/γμα 68/1995)
Συνθήκη για την Ανταρκτική (Ουάσιγκτον ΗΠΑ, 1 Δεκεμβρίου 1959) (έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με τον ν. 1629/1986)
Πρωτόκολλο στη Συνθήκη της Ανταρκτικής για την προστασία του περιβάλλοντος (Μαδρίτη, 4 Οκτωβρίου 1991) (έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με τον ν. 2293/1995)
Σύμβαση για τη διατήρηση των θαλάσσιων βιολογικών πόρων της Ανταρκτικής με το Παράρτημα και το ειδικό της Παράρτημα (Καμπέρα Αυστραλία, 20 Μαΐου 1980) (έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με τον ν. 1660/1986)
Συνθήκη για την απαγόρευση τοποθέτησης πυρηνικών όπλων και άλλων όπλων μαζικής καταστροφής στον βυθό των θαλασσών και ωκεανών και στο υπέδαφος αυτών (Ουάσιγκτον, Λονδίνο, Μόσχα, 11 Φεβρουαρίου 1971) (έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με τον ν. 1528/1985)
Protocol for the Protection of the Mediterranean Sea against Pollution resulting from Exploration and Exploitation of the Continental Shelf and the Seabed and its Subsoil (έχει υπογραφεί από την Ελλάδα)
Protocol concerning Specially Protected Areas and Biological Diversity in the Mediterranean (έχει υπογραφεί από την Ελλάδα)
Annexes to the Protocol concerning Specially Protected Areas and Biological Diversity in the Mediterranean (έχει υπογραφεί από την Ελλάδα)
Protocol on the Prevention of Pollution of the Mediterranean Sea by Transboundary Movements of Hazardous Wastes and their Disposal (έχει υπογραφεί από την Ελλάδα)
Protocol on Integrated Coastal Zone Management in the Mediterranean (έχει υπογραφεί από την Ελλάδα)
International Convention on Liability and Compensation for Damage in Connection with the Carriage of Hazardous and Noxious Substances by Sea, 2010 (2010 HNS Convention) (δεν έχει υπογραφεί από την Ελλάδα)
Amendments to the Protocol for the Prevention of Pollution of the Mediterranean Sea by Dumping from Ships and Aircraft (δεν έχει υπογραφεί από την Ελλάδα)
ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΥΔΑΤΙΚΩΝ ΠΟΡΩΝ
Σύμβαση ΟΗΕ για την προστασία και τη χρήση των διασυνοριακών υδάτων και των διεθνών λιμνών (έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με τον ν. 2425/1996)
UN Economic and Social Council – Economic Commission for Europe – Meeting of the Parties to the Convention on the Protection and use of Transboundary Watercourses and International Lakes – MP.WAT/2000/1 EUR/ICP/EHCO 020205/8Fin/18 October 1999 (έχει υπογραφεί από την Ελλάδα)
Protocol on Civil Liability and Compensation for Damage caused by the Transboundary Effects of Industrial Accidents on Transboundary Waters to the 1992 Convention on the Protection and Use of Transboundary Watercourses and International Lakes and to the 1992 Convention on the Transboundary Effects of Industrial Accidents (έχει υπογραφεί από την Ελλάδα)
UN Economic and Social Council – Economic Commission for Europe – Meeting of the Parties to the Convention on the Protection and use of Transboundary Watercourses and International Lakes – Amendment to articles 25 and 26 of the Convention – ECE/MP.WAT/14/12 January 2004 (δεν έχει υπογραφεί από την Ελλάδα)
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΚΑΙ ΑΔΕΙΟΔΟΤΗΣΗ
Σύμβαση για την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων σε διασυνοριακά πλαίσια (Espoo Φινλανδία, 25 Φεβρουαρίου 1991) (έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με τον ν. 2540/1997)
Protocol on Strategic Environmental Assessment to the Convention on Environmental Impact Assessment in a transboundary context (Kiev, 2003) (έχει υπογραφεί από την Ελλάδα)
1st and 2nd Amendment to the Espoo Convention (δεν έχουν υπογραφεί από την Ελλάδα)
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ
Σύμβαση για την πρόσβαση σε πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων, καθώς και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα (Aarhus Δανία, 25 Ιουνίου 1998) (έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με τον ν. 3422/2005)
Economic Commission for Europe – Meeting of the Parties to the Convention on Access to Information, Public Participation in Decision-making and Access to Justice in Environmental Matters: Decision II/1 Genetically Modified Organisms, adopted at the second meeting of the Parties – Amendment to the Convention (Almaty Kazakhstan May 2005) (δεν έχει υπογραφεί από την Ελλάδα)
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ
Convention on Civil Liability for Damage Resulting from Activities Dangerous to the Environment (Lugano, 1993) (έχει υπογραφεί από την Ελλάδα, δεν ετέθη σε ισχύ)
Convention on Civil Liability for Damage caused during Carriage of Dangerous Goods by Road, rail and Inland Navigation Vessels (CRTD) (UN 1989) (δεν έχει υπογραφεί από την Ελλάδα)
ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ
Διεθνής Σύμβασις διά την προστασίαν της Παγκοσμίου Πολιτιστικής και Φυσικής Κληρονομιάς (Σύμβαση της UNESCO) (Παρίσι, 23 Νοεμβρίου 1972) (έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με τον ν. 1126/1981)
UNESCO Underwater Cultural Heritage 2001 Convention (δεν έχει υπογραφεί από την Ελλάδα)
Σύμβαση για την προστασία της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της Ευρώπης (Γρανάδα, 1985) (έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με τον ν. 2039/1992)
Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προστασία της αρχαιολογικής κληρονομιάς (αναθεωρημένη) (Βαλέτα Μάλτα, 16 Ιανουαρίου 1992) (έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με τον ν. 3378/2005)
Σύμβαση για την προστασία της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς (Παρίσι, 3 Νοεμβρίου 2003) (έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με τον ν. 3521/2006)
Ευρωπαϊκή Σύμβασις διά την προστασίαν της αρχαιολογικής κληρονομίας (Λονδίνο, 6 Μαΐου 1969) (έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με τον ν. 1127/1981)
Σύμβαση περί προστασίας των πολιτιστικών αγαθών εν περιπτώσει ενόπλου συρράξεως (Χάγη, 14 Μαΐου 1954) (έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με τον ν. 1114/1981)
Δεύτερο Πρωτόκολλο στη Σύμβαση της Χάγης 1954 για την προστασία των πολιτιστικών αγαθών σε περίπτωση ένοπλης σύρραξης (Χάγη, 26 Μαρτίου 1999) (έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με τον ν. 3317/2005)
ΓΕΝΕΤΙΚΗ ΠΟΙΚΙΛΟΤΗΤΑ – ΒΙΟΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ
Πρωτόκολλο της Καρθαγένης για τη Βιοασφάλεια στη Σύμβαση για τη βιολογική ποικιλότητα που υπογράφηκε στο Μόντρεαλ, στις 29 Ιανουαρίου 2000 (έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με τον ν. 3233/2004)
Nagoya Protocol on Access to Genetic Resources and the Fair and Equitable Sharing of Benefits arising from their Utilization to the Convention on Biological Diversity (δεν έχει υπογραφεί από την Ελλάδα)
* Βλ. σχετ. Ανακοίνωση ΕΕ σχετικά με την έναρξη ισχύος του Πρωτοκόλλου της Ναγκόγια για την πρόσβαση στους γενετικούς πόρους και τον δίκαιο και ισότιμο καταμερισμό των οφελών που απορρέουν από τη χρησιμοποίησή τους στη σύμβαση για τη βιολογική ποικιλομορφία (ΕΕ L 283/1/27.9.2014)
ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΣ
Σύμβαση για τις διασυνοριακές επιπτώσεις των βιομηχανικών ατυχημάτων (Ελσίνκι, 17 Μαρτίου 1992) (έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με τον ν. 2546/1997)
Συνθήκη για την πλήρη απαγόρευση των πυρηνικών δοκιμών (Νέα Υόρκη) (έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με τον ν. 2686/1999)
Σύμβαση για την έγκαιρη γνωστοποίηση σε περίπτωση πυρηνικού ατυχήματος (Βιέννη, 26 Σεπτεμβρίου 1986) (έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με τον ν. 1938/1991)
Σύμβαση για αρωγή σε περίπτωση πυρηνικού ατυχήματος ή έκτακτης ραδιολογικής ανάγκης (Βιέννη, 26 Σεπτεμβρίου 1986) (έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με τον ν. 1937/1991)
Σύμβασις περί Αστικής Ευθύνης εις τον τομέα της πυρηνικής ενεργείας (Παρίσι, 29 Ιουλίου 1960) (βλ. νδ/γμα 336/1969)
Συμφωνία μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Εθνικής Επιτροπής για τον έλεγχο πυρηνικών δραστηριοτήτων της Ρουμανίας για την έγκαιρη γνωστοποίηση πυρηνικού ατυχήματος και την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικών με τις πυρηνικές εγκαταστάσεις (Βουκουρέστι, 22 Δεκεμβρίου 1997) (έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με τον ν. 2680/1999)
Σύμβαση για την απαγόρευση της στρατιωτικής ή οποιασδήποτε άλλης εχθρικής χρήσης των τεχνικών μεθόδων μεταβολής του περιβάλλοντος (Γενεύη, 18 Μαΐου 1977) (έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με τον ν. 1362/1983)
Protocol on Civil Liability and Compensation for Damage caused by the Transboundary effects of Industrial Accidents (έχει υπογραφεί από την Ελλάδα)
ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΩΝ ΠΟΡΩΝ
Συνθήκη για τον Χάρτη Ενέργειας (Λισαβόνα, 23 Δεκεμβρίου 1994) (έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με τον ν. 2476/1997)
Πρωτόκολλο του Χάρτη Ενέργειας για την ενεργειακή απόδοση και τα σχετικά περιβαλλοντικά ζητήματα (έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με τον ν. 2476/1997)
ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΙΚΟΥ ΑΕΡΑ – ΚΛΙΜΑΤΙΚΗ ΑΛΛΑΓΗ
Σύμβαση – Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για τις κλιματικές μεταβολές (Νέα Υόρκη ΗΠΑ, 9 Μαΐου 1992) (έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με τον ν. 2205/1994)
Πρωτόκολλο του Κιότο στη Σύμβαση – Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για την αλλαγή του κλίματος, που υπογράφηκε στη Νέα Υόρκη την 29η Απριλίου 1998 (έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με τον ν. 3017/2002)
Σύμβαση της Βιέννης του 1985 για την προστασία της στοιβάδας του όζοντος και Πρωτόκολλο του Μόντρεαλ του 1987 για τις ουσίες που καταστρέφουν τη στοιβάδα του όζοντος (έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με τον ν. 1818/1988)
Τροποποίηση του Πρωτοκόλλου του Μόντρεαλ του 1987 σχετικά με τις ουσίες που καταστρέφουν τη στοιβάδα του όζοντος (έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με τον ν. 2110/1992)
Τροποποίηση του Πρωτοκόλλου του Μόντρεαλ του 1987 σχετικά με τις ουσίες που καταστρέφουν τη στοιβάδα του όζοντος (Κοπεγχάγη, 23-25 Νοεμβρίου 1992) (έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με τον ν. 2262/1994)
Τροποποιήσεις του Πρωτοκόλλου του Μόντρεαλ του 1987 σχετικά με τις ουσίες που καταστρέφουν τη στοιβάδα του όζοντος (Μόντρεαλ, 15-17 Σεπτεμβρίου 1997 και Πεκίνο, 29 Νοεμβρίου – 3 Δεκεμβρίου 1999) (έχουν κυρωθεί από την Ελλάδα με τον ν. 3425/2005)
Διεθνής Σύμβαση ΟΗΕ για τη διασυνοριακή ρύπανση της ατμόσφαιρας σε μεγάλη απόσταση (Γενεύη, 14 Νοεμβρίου 1979) (έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με τον ν. 1374/1983)
Πρωτόκολλο στη Σύμβαση της Γενεύης του 1979 για τη διαμεθοριακή ατμοσφαιρική ρύπανση σε μεγάλη απόσταση σχετικά με τη μακροπρόθεσμη χρηματοδότηση του Προγράμματος για τη συνεχή παρακολούθηση και εκτίμηση της μεταφοράς των ατμοσφαιρικών ρύπων σε μεγάλη απόσταση στην Ευρώπη (ΕΜΕΡ) (Γενεύη, 28 Σεπτεμβρίου 1984) (έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με τον ν. 1752/1988)
Πρωτόκολλο της Σύμβασης 1979 περί της διασυνοριακής ατμοσφαιρικής ρύπανσης σε μεγάλη απόσταση σχετικά με την περαιτέρω μείωση των εκπομπών θείου (Όσλο, 14 Ιουνίου 1994) (έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με τον ν. 2542/1997)
Πρωτόκολλο της Σύμβασης 1979 περί της διασυνοριακής ατμοσφαιρικής ρύπανσης σε μεγάλη απόσταση σχετικά με τον έλεγχο των εκπομπών οξειδίων του αζώτου ή των διασυνοριακών ροών τους (Σόφια, 31 Οκτωβρίου 1988) (έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με τον ν. 2543/1997)
Συνθήκη περί απαγορεύσεως των δοκιμών πυρηνικών όπλων εις την ατμόσφαιραν, το εκτός της ατμόσφαιρας διάστημα και υπό το ύδωρ (Μόσχα, 5 Αυγούστου 1963) (έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με τον ν. 4335/1963)
Protocol to the 1979 Convention on long – range transboundary air pollution concerning the control of emissions of volatile organic compounds or their transboundary fluxes (έχει υπογραφεί από την Ελλάδα)
Protocol to the 1979 Convention on long – range transboundary air pollution on heavy metals (έχει υπογραφεί από την Ελλάδα)
Protocol to the 1979 Convention on long – range transboundary air pollution on persistent organic pollutants (έχει υπογραφεί από την Ελλάδα)
Protocol to the 1979 Convention on long – range transboundary air pollution to abate acidification, eutrophication and ground-level ozone (έχει υπογραφεί από την Ελλάδα)
ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΟΥ ΕΔΑΦΟΥΣ
Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για την καταπολέμηση της απερήμωσης σε χώρες που αντιμετωπίζουν σοβαρή ξηρασία ή/και απερήμωση, ιδιαίτερα στην Αφρική (Παρίσι, 14 Οκτωβρίου 1994) (έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με τον ν. 2468/1997)
ΡΥΠΑΝΣΗ ΑΠΟ ΠΡΟΪΟΝΤΑ
Σύμβαση για τον έλεγχο των διασυνοριακών κινήσεων επικίνδυνων αποβλήτων και της επεξεργασίας τους (Βασιλεία, 22 Μαρτίου 1989) (έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με τον ν. 2203/1994)
Τροποποίηση της Σύμβασης της Βασιλείας για τον έλεγχο των διασυνοριακών κινήσεων επικίνδυνων αποβλήτων και της επεξεργασίας τους (Γενεύη, 22 Σεπτεμβρίου 1995) (έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με τον ν. 3835/2010)
Σύμβαση περί της διαδικασίας συναίνεσης μετά από ενημέρωση για ορισμένα επικίνδυνα προϊόντα και προϊόντα φυτοπροστασίας στο διεθνές εμπόριο (Ρότερνταμ, 11 Σεπτεμβρίου 1998) (έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με τον ν. 3176/2003)
Σύμβαση για τους Έμμονους Οργανικούς Ρύπους (Persistent Organic Pollutants – POPs) (Στοκχόλμη, 22 Μαΐου 2001) (έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με τον ν. 3447/2006)
Κοινή Σύμβαση για την ασφάλεια της διαχείρισης αναλωθέντων καυσίμων και την ασφάλεια της διαχείρισης ραδιενεργών αποβλήτων (Βιέννη, 5 Σεπτεμβρίου 1997) (έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με τον ν. 2824/2000) 
Protocol on Liability and Compensation for Damage Resulting from Transboundary Movements of Hazardous Wastes and their Disposal (δεν έχει υπογραφεί από την Ελλάδα)
ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ
Συμφωνία μεταξύ των κυβερνήσεων της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Κυπριακής Δημοκρατίας για συνεργασία στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος και της αειφόρου ανάπτυξης (Λευκωσία, 11 Δεκεμβρίου 1995) (έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με τον ν. 2424/1996)
ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΔΙΑΚΗΡΥΞΕΙΣ
Declaration of the United Nations Conference on the Human Environment (Stockholm, 5-16 June 1972)
Rio Declaration on Environment and Development (Rio de Janeiro, 3-14 June 1992)
Johannesburg Declaration on Sustainable Development (Johannesburg South Africa, 2-4 September 2002)
The Marrakesh Accords and Declaration (Marrakesh Morocco, 29 October – 10 November 2001)

.

ΙΙΙ. Φορείς και αποδέκτες του δικαιώματος στο περιβάλλον

Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 24 του Συντάγματος που ορίζει ρητά ότι: «Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και δικαίωμα του καθενός», φορείς του δικαιώματος προστασίας του περιβάλλοντος είναι όλοι όσοι βρίσκονται στην Ελληνική Επικράτεια και όχι μόνον οι Έλληνες πολίτες, δεδομένου ότι η σχετική συνταγματική διάταξη δεν διακρίνει, αλλ΄ αναφέρεται γενικά σε «δικαίωμα του καθενός».

Λόγω της φύσεως της έννομης σχέσης που αφορά το περιβαλλοντικό αγαθό, το δικαίωμα στο περιβάλλον κατ΄ άρθρο 24 του Συντάγματος θα πρέπει να θεωρηθεί ότι κατοχυρώνεται υπέρ παντός φυσικού προσώπου και υπέρ των αλλοδαπών.[26] Πέραν δε τούτων, το δικαίωμα στο περιβάλλον, ως εκ της φύσεώς του και δυνάμει της ρητής πλέον συνταγματικής κατοχύρωσης στη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 24 της αρχής της αειφορίας, παρουσιάζει και το ιδιαίτερο και μοναδικό χαρακτηριστικό, μεταξύ των λοιπών θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνει το Σύνταγμά μας, να θεωρούνται ως φορείς του συλλήβδην και αδιακρίτως οι μέλλουσες γενεές. Τέλος, προς τα φυσικά πρόσωπα θα πρέπει να θεωρηθεί ότι εξομοιούνται ως φορείς, όσον αφορά το δικαίωμά τους σε ένα υγιεινό και οικολογικά ισόρροπο περιβάλλον, και τα νομικά πρόσωπα και ενώσεις προσώπων.[27]

Η συνταγματική διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 ορίζει ρητά το Κράτος ως υποκείμενο της υποχρέωσης προστασίας του περιβάλλοντος, φυσικού και πολιτιστικού. Κύριος αποδέκτης του δικαιώματος στο περιβάλλον είναι επομένως το Κράτος με όλα τα όργανά του: νομοθετικά, διοικητικά, δικαστικά, τα οποία οφείλουν, αρνητικά μεν να μην προβαίνουν σε πράξεις που συνιστούν προσβολή του περιβάλλοντος ή της προστασίας του, θετικά δε να το προστατεύουν προληπτικά ή κατασταλτικά.

Από το δικαίωμα στο περιβάλλον δεσμεύονται ως αποδέκτες του όλοι οι φορείς του δημοσίου τομέα, τόσο δηλαδή η δημόσια Διοίκηση κατά την έκδοση των πάσης φύσεως διοικητικών πράξεων, είτε εκδίδονται κατά δέσμια αρμοδιότητα είτε κατά διακριτική ευχέρεια, όσο και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (νπδδ) και τα όργανά τους. Με τα κρατικά όργανα εξομοιώνονται και τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου του δημοσίου τομέα και οι επιχειρήσεις, των οποίων αποκλειστικός ή κύριος μέτοχος είναι το κράτος.[28] Εμμέσως αποδέκτες είναι οι ιδιώτες, δεδομένου ότι πολλές διατάξεις του περιβαλλοντικού δικαίου υποχρεώνουν και αυτούς.

ΙV. Πεδίο προστασίας

Α. Το περιεχόμενο του δικαιώματος

Το δικαίωμα στο περιβάλλον αποτελεί δικαίωμα για ένα περιβάλλον υγιεινό και οικολογικά ισόρροπο. Όπως κάθε ανθρώπινο δικαίωμα προστατεύει ένα ανθρώπινο αγαθό, το οποίο εν προκειμένω είναι:[29]

α) η ανθρώπινη ζωή, με την έννοια της φυσικής υπόστασης του ατόμου, της υγείας του και της διαφύλαξής της,

β) η αξιοπρέπεια του ανθρώπου, η ποιότητα ζωής που καθιστά την ανθρώπινη ζωή άξια να βιωθεί και

γ) το ίδιο το περιβάλλον ως αγαθό που χρήζει έννομης προστασίας.

Επομένως, τα στοιχεία που συνθέτουν την έννοια του δικαιώματος στο περιβάλλον αφορούν την εξασφάλιση των φυσικών βάσεων της ζωής και την ποιότητά της, δηλαδή την ανάπτυξη των ανθρωπίνων ικανοτήτων προς το συμφέρον του ατόμου και του συνόλου και αφ΄ ετέρου το ίδιο το περιβάλλον, ως έννομο αγαθό του ανθρώπου και αξία αυτοτελή.[30]

Το περιεχόμενο του δικαιώματος στο περιβάλλον είναι σύνθετο: κατ΄ αρχήν προσωπικό, υπό την έννοια ότι προστατεύει τη ζωή και την υγεία ως κατ΄ εξοχήν προσωπικά αγαθά. Ως ατομικό δικαίωμα, το δικαίωμα στο περιβάλλον έχει χαρακτήρα αρνητικό, αμυντικό, ο οποίος θέτει όρια στη δράση της κρατικής εξουσίας και στοχεύει στη δημιουργία για το άτομο μιας σφαίρας ελεύθερης από κάθε κρατική παρέμβαση (status libertatis ή negatives). Σε περίπτωση δε που το Κράτος παραβιάσει την υποχρέωση αυτή αποχής, μη επέμβασης, το άτομο που θίγεται δύναται να ζητήσει επανόρθωση μέσω της δικαστικής οδού. Υπ΄ αυτή την οπτική, το δικαίωμα στο περιβάλλον σημαίνει:[31]

α) Υποχρέωση του Κράτους να μην προσβάλλει άμεσα το περιβάλλον με δραστηριότητες ή αποφάσεις που λαμβάνει στο πλαίσιο της δημόσιας εξουσίας και να μην προσβάλλει διά των οργάνων του την ελεύθερη άσκηση της συμμετοχής των ατόμων στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων που αφορούν το περιβάλλον. Από αυτή την άποψη δηλαδή η υποχρέωση του Κράτους συνιστά μια αρνητική υποχρέωσή του να μην προβαίνει σε ρυθμίσεις αντίθετες προς τις διατάξεις του άρθρου 24 του Συντάγματος και σε περίπτωση που τέτοιες ρυθμίσεις έχουν θεσπισθεί, να μην τις εφαρμόζει ως αντισυνταγματικές.

β) Υποχρέωση αποχής από βλαπτικές ενέργειες κατά του περιβάλλοντος, προκειμένου το τελευταίο ν΄ αποτελέσει πεδίο ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας με υγεία και υψηλή ποιότητα.

Περαιτέρω, το δικαίωμα στο περιβάλλον αναγνωρίζεται και ως κατ΄ εξοχήν κοινωνικό δικαίωμα, ενταγμένο στο πλαίσιο της υποχρέωσης του Κράτους, ως σύγχρονου κοινωνικού κράτους δικαίου, όχι μόνο να απέχει από οποιαδήποτε επέμβαση στο χώρο της ελευθερίας των ατόμων, αλλά και να προβαίνει σε θετικά μέτρα και παροχές που διασφαλίζουν και υλοποιούν το περιεχόμενο της προστασίας των δικαιωμάτων προς τους πολίτες.[32] Τα κοινωνικά δικαιώματα ανήκουν στην κατηγορία των δικαιωμάτων θετικής αποκατάστασης (status positives), υπό την έννοια ότι συνεπεία του θετικού περιεχομένου τους οι φορείς τους απαιτούν από το Κράτος ορισμένες παροχές, οι οποίες συνιστούν νομιμοποιημένες απαιτήσεις θετικής ενέργειας. Στα κοινωνικά δικαιώματα υπάγονται όλα τα δικαιώματα που είναι συνδεδεμένα με την κοινωνική υπόσταση του προσώπου.

Το δικαίωμα στο περιβάλλον γίνεται δεκτό ότι έχει και χαρακτήρα πολιτικού δικαιώματος, δεδομένου ότι η άσκησή του απορρέει από την ενεργητική κατάσταση του ατόμου (status activus) και εντάσσεται στα δικαιώματα συμμετοχής των ατόμων στην άσκηση της κρατικής εξουσίας. Υπό την έννοια ότι το περιβάλλον ανήκει σε όλους και αποτελεί κοινό αγαθό, το δικαίωμα στο περιβάλλον είναι και συλλογικό δικαίωμα, ανήκει δε στη λεγόμενη «τρίτη γενιά» των δικαιωμάτων του ανθρώπου, αυτή των συλλογικών δικαιωμάτων. Από αυτή την άποψη, το δικαίωμα στο περιβάλλον εκφράζει το συλλογικό ενδιαφέρον για την προστασία του περιβάλλοντος, το οποίο δεν ταυτίζεται ούτε με τα προσωπικά συμφέροντα των ατόμων, ούτε με την έννοια του γενικού συμφέροντος που αποτελεί θεμέλιο της ρυθμιστικής δράσης του Κράτους.

Περαιτέρω, το δικαίωμα στο περιβάλλον είναι δικαίωμα αλληλεγγύης, εφ΄ όσον προστατεύει ένα αγαθό, το οποίο λαμβάνει υπ΄ όψη και τη μέλλουσα ανθρωπότητα, δημιουργώντας στο παρόν συνθήκες ζωής που επιτρέπουν και εξασφαλίζουν τη διατήρηση και ανάπτυξή της.[33] Τέλος, το δικαίωμα στο περιβάλλον, προσδιοριζόμενο ως το δικαίωμα του ανθρώπου σε ένα περιβάλλον υγιεινό και οικολογικά ισόρροπο, έχει ένα περιεχόμενο μεταβλητό, άμεσα σχετιζόμενο με τις γενικότερες αντιλήψεις, τους στόχους και τις ακολουθούμενες πολιτικές στην οικονομία, τη χωροταξία, τις δράσεις, την τεχνολογία και τα ενεργειακά θέματα.

Β. Η τριτενέργεια του δικαιώματος στο περιβάλλον

Το ζήτημα της τριτενέργειας των συνταγματικών δικαιωμά­των είχε ως αφετηρία μία κοινωνική αναγκαιότητα. Η αποτελεσμα­τική προστασία των συνταγματικών δικαιωμάτων, η οποία αποτε­λεί θε­μελιώδη υποχρέωση όλων των οργάνων του Κράτους, σύμ­φωνα με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος δεν μπορεί να υλοποιηθεί, αν τα δι­καιώματα αυτά δεν αναπτύξουν δεσμευτικότητα και έναντι φορέων ιδιωτικής εξουσίας, π.χ. εργοδοτών, επιχειρηματιών, MME κ.ά.[34] Το περιεχόμενο της έννοιας της τριτενέργειας αναφέρεται στην εφαρμογή των ατομικών δικαιωμάτων στις σχέσεις ιδιωτικού δικαίου και σημαίνει ότι τα συνταγματικά κατοχυρωμένα ατομικά δικαιώματα προστατεύονται όχι μόνο έναντι των φορέων της δημόσιας εξουσίας, αλλά έναντι των ιδιωτών, έχουν δηλαδή εφαρμογή και στις σχέσεις ιδιωτικού δικαίου.[35] Το ιδιωτικό δικαίωμα χρήσης των κοινών σε όλους και κοινοχρήστων πραγ­μάτων, κατ΄ εξοχήν περιβαλλοντικών αγαθών, αποτελεί την ιδιωτικού δικαίου έκφανση του συνταγμα­τικά κατοχυρωμένου δικαιώματος στο περιβάλλον. Οι προσβολές του δικαιώματος αυτού από ιδιώτες αντιμετωπίζονται με τις διατάξεις του ιδιωτικού δι­καίου και όχι με άμεση εφαρ­μογή του άρθρου 24 του Συντάγματος, η συνταγματική όμως επιταγή επιβάλλει την αρχή της προστασίας του περιβάλλοντος ως γενικής αρχής που διέπει το σύνολο της έννο­μης τάξης.[36]

Με τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001 η αρχή της τριτενέγειας κατοχυρώνεται και ρητά καθώς στο νέο άρθρο 25 παρ. 1 ορίζεται ότι τα θεμελιώδη δικαιώματα «ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, στις οποίες προσιδιάζουν». Με δεδομένη την επιταγή αυτή του συνταγματικού νομοθέτη τα πολιτικά δικαστήρια υποχρεούνται πλέον να προσδώσουν οικολογική διάσταση στις ιδιωτικού δικαίου διαφορές, γίνεται δε δεκτό ότι η συνταγματική προστασία του περιβάλλοντος μπορεί να τριτενεργήσει μέσω των διατάξεων του Αστικού Κώδικα περί προστασίας της προσωπικότητας (άρθρα 57 επ.), του γειτονικού δικαίου και της προστασίας της κυριότητας (άρθρα 1003 επ.) και των διατάξεων περί αδικοπραξιών (άρθρα 914 επ.).[37]

Γ. Η έκταση της έννομης προστασίας

Tο κατ΄ άρθρο 20 του Συντάγματος κατοχυρωμένο δικαίωμα δικαστικής προστασίας λειτουργεί ως θεματοφύλακας της απρόσκοπτης άσκησης του δικαιώματος στο περιβάλλον και ως εγγυητής της πληρότητας και αποτελεσματικότητας της προστασίας του περιβάλλοντος και της αποκατάστασης των περιβαλλοντικών βλαβών. Για την αποτελεσματικότερη προστασία του περιβάλ­λοντος, κατά τις ισχύουσες δια­τάξεις, δυνατότητα προσφυγής παρέχεται μόνον σε όποιον έχει άμεσο, προσωπικό και ενεστώς έν­νομο συμ­φέρον,[38] ως προϋπόθεση του παραδεκτού των ενδίκων βοηθημάτων και της εν γένει δυνατότητας πρόσβασης στη δικαιοσύνη.

Tο έννομο συμφέρον ως προϋπόθεση του παραδεκτού της αι­τήσεως ακυρώσεως προβλέπεται από το πδ/γμα 18/1989 σύμ­φωνα με το οποίο αίτηση ακυρώσεως δικαιούται να ασκήσει ο ιδιώτης ή το νομικό πρόσωπο, τους οποίους αφορά η διοικητική πράξη ή των οποίων έννομα συμφέροντα, έστω και μη χρηματικά, προσβάλλονται από αυτή. Η προσβαλλομένη πράξη πρέπει να προξενεί υλική ή ηθική βλάβη στον αιτούντα, το δε έννομο συμφέρον πρέπει να είναι προ­σωπικό, δηλαδή ο αιτών πρέπει να τελεί σε ιδιαίτερο νομικό δεσμό με την προσβαλλομένη πράξη. Eιδικά όσον αφορά τα νομικά πρόσωπα, γίνεται δεκτό ότι νομιμοποιούνται να ασκήσουν αίτηση ακυ­ρώσεως κατά πράξεως που προσβάλλει συμφέροντά τους, η επιδίωξη των οποίων περι­λαμβάνεται στον σκοπό τους, όπως προκύπτει από τον νόμο ή το κα­ταστατικό, αλλά και κατά πράξεως που προσβάλλει τα συμφέροντα του συνόλου των με­λών τους, αν το νομικό πρόσωπο έχει σκοπό την προάσπισή τους.[39] O χαρακτήρας του εννόμου συμφέροντος ως προσωπικού απο­κλείει τη μετάπτωση της αιτήσεως ακυρώσεως σε λαϊκή αγωγή (actio popularis).[40] Tο έννομο συμφέρον πρέπει περαιτέρω να είναι άμεσο, δηλαδή να αφορά τον ίδιο τον αιτούντα και όχι άλλο πρόσωπο που συνδέεται μαζί του με ορισμένη σχέση και ενεστώς, δηλαδή να υφίσταται τόσο κα­τά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλομένης πράξεως όσο και κα­τά τον χρόνο άσκησης και συζήτησης της αιτήσεως ακυρώσεως και κατά την τελευταία συζήτηση.[41] Eιδικά για τους OTA το έννομο συμφέρον τους θεμελιώνεται στην παρεχόμενη από το Σύνταγμα αρμοδιότητα μέριμνας για τις τοπικές υποθέσεις της περιοχής αρμοδιότητάς τους.[42] Ιδιαίτερη σημασία έχει το δικαίωμα προσφυγής στη Δικαιοσύνη στο πλαίσιο της εφαρμογής των προβλεπομένων από τη Σύμβαση του Άαρχους για προσβολές της ελευθερίας περιβαλλοντικής πληροφόρησης και συμμετοχής, συνιστώντας κατ΄ ουσίαν τον τρίτο βασικό άξονα υλοποίησης και εφαρμογής της ενεργούς συμμετοχής των πολιτών σε περιβαλλοντικά θέματα.[43]

Όσον αφορά την παρεχόμενη δικαστική προστασία στο πλαίσιο του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε περίπτωση που το εθνικό δίκαιο δεν έχει εναρμονιστεί με Oδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο Ευρωπαίος πολίτης έχει δικαίωμα: α) καταγγελίας στην Eυρωπαϊκή Eπιτροπή, η οποία είναι το αρμόδιο όργανο για την εποπτεία της συμμόρφωσης των κρατών μελών στις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από τη Συνθήκη κατ΄ άρθρο 226 ΣΛΕΕ,[44] β) αναφοράς στο Eυρωπαϊκό Kοινοβούλιο κατά τα άρθρα 24 και 227 ΣΛΕΕ,[45] γ) αναφοράς στον Διαμεσολαβητή κατ΄ άρθρο 228 συνδ. με άρθρο 24 ΣΛΕΕ,[46] δ) αποζημίωσης έναντι του κράτους μέλους για ζημία που του προκάλεσε η παράβαση του δικαίου της ΕΕ ή η μη συμμόρφωση με αυτό.[47]

Σε επίπεδο διεθνούς δικαίου η πρώτη περιβαλλοντική υπόθεση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης αφορούσε πυρηνικές δοκιμές το 1974[48] και έληξε πρόωρα όταν η Γαλλία ανακοίνωσε ότι η επίμαχες πυρηνικές δοκιμές είχαν ολοκληρωθεί, οπότε το Δικαστήριο θεώρησε τη σχετική αναγγελία ως δεσμευτική μονομερή δήλωση. Λόγω έλλειψης υποθέσεων ενώπιον του τμήματος, το Δικαστήριο έπαυσε να εκλέγει δικαστές για τη στελέχωσή του από το 2006 και έπειτα.[49] Η νομολογία του σχετικά νέου Διεθνούς Δικαστηρίου για το Δίκαιο της Θάλασσας έχει προοδευτικά σημαντικές περιβαλλοντικές προεκτάσεις. Με την πάροδο του χρόνου το Δικαστήριο ήρθε αντιμέτωπο με σημαντικές υποθέσεις περιβαλλοντικού δικαίου.[50]

Και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) αναγνώρισε από το 1991, στην υπόθεση Fredin, την ιδιαίτερη αξία του αιτήματος προστασίας του περιβάλλοντος. Μέσω της διασταλτικής ερμηνείας εννοιών της Σύμβασης και του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου του 1952, το ΕΔΔΑ με σειρά αποφάσεών του έχει εξετάσει ζητήματα περιβαλλοντικής προστασίας κυρίως σε σχέση με τα άρθρα: 2 ΕΣΔΑ (δικαίωμα στη ζωή), 8 ΕΣΔΑ (δικαίωμα στην κατοικία, την ιδιωτική και οικογενειακή ζωή) και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου (προστασία περιουσίας).[51]

V. Συρροή ετέρων δικαιωμάτων με το δικαίωμα στο περιβάλλον

Το δικαίωμα στο περιβάλλον αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση συνταγματικού δικαιώματος, του οποίου η άσκηση συρρέει με άλλα επίσης συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα, κυρίως με την αρχή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας,[52] το δικαίωμα της προσωπικότητας,[53] τα δικαιώματα της υγείας[54] και εργασίας και την αρχή του κοινωνικού Κράτους δικαίου. Υπό την έννοια της συρροής νοείται ότι η συμπεριφορά ενός ατόμου, ως φορέα του δικαιώματος στο περιβάλλον, καλύπτεται από το περιεχόμενο όχι μόνο του άρθρου 24 του Συντάγματος, αλλ΄ εμπίπτει στο πεδίο προστασίας και κάποιου ακόμα συνταγματικού δικαιώματος ή αρχής.[55]

VI. Περιορισμοί του δικαιώματος στο περιβάλλον – Σύγκρουση με άλλα δικαιώματα

Οι περιορισμοί που θεσπίζει το Σύνταγμα αναφέρονται είτε στα υποκείμενα που νομιμοποιούνται να ασκήσουν τα δικαιώματα είτε στο ίδιο το περιεχόμενο των δικαιωμάτων είτε στην άσκησή τους. Ως προς τα υποκείμενα και το περιεχόμενό του, το δικαίωμα στο περιβάλλον, συνιστώντας συλλογικό αγαθό και μείζον δημόσιο συμφέρον που αφορά την υγεία και τη ζωή του συνόλου των ατόμων, δεν γνωρίζει κανέναν περιορισμό, εκτός της κατ΄ άρθρο 24 παρ. 1 όλως εξαιρετικής δυνατότητας μεταβολής του προορισμού δημοσίων δασών και δασικών εκτάσεων για λόγους που αφορούν την εθνική οικονομία και το δημόσιο συμφέρον.[56]

Όσον αφορά την άσκησή του, περιορισμούς του δικαιώματος στο περιβάλλον γίνεται δεκτό ότι αποτελεί η γενική ρήτρα απαγόρευσης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος του άρθρου 25 παρ. 3 του Συντάγματος. Η αρχή της αναλογικότητας διαγράφει τα όρια της διοικητικής δράσης με σκοπό τη στενή και ορθή χρήση των περιορισμών του δικαιώματος στο περιβάλλον από τη Διοίκηση, ενώ η απαγόρευση προσβολής της ουσίας του δικαιώματος στο περιβάλλον διασφαλίζει ότι ο πυρήνας του παραμένει άθιχτος μετά τον περιορισμό. Περιορισμός του δικαιώματος στο περιβάλλον έχει κριθεί ότι πηγάζει και από το άρθρο 5 του Συντάγματος, το οποίο προστατεύει μεν την προσωπική ελευθερία, η συνταγματική όμως αυτή κατοχύρωση δεν αποκλείει να θεσπίζονται από τον κοινό νομοθέτη ή την κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση περιορισμοί της ελευθερίας αυτής κατά τρόπο γενικό και αντικειμενικό, εφ΄ όσον συντρέχουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος, οι περιορισμοί δε αυτοί μπορούν να φθάσουν μέχρι και την πλήρη απαγόρευση της άσκησης ορισμένης επαγγελματικής δραστηριότητας.[57] Επίσης η ένταξη περιοχών σε ιδιαίτερο καθεστώς προστασίας, όπως ο χαρακτηρισμός αρχαιολογικού χώρου ως οργανωμένου, δύναται ν΄ αποτελέσει περιορισμό της ελεύθερης πρόσβασης και κυκλοφορίας των ατόμων σε αυτές.[58]

Σύγκρουση συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων δημιουργείται σε περίπτωση που δεν είναι δυνατή ταυτόχρονη άσκηση περισσοτέρων δικαιωμάτων, οπότε η άσκηση του ενός αποκλείει, εν όλω ή εν μέρει, την ταυτόχρονη άσκηση άλλου δικαιώματος. Το άρθρο 24 του Συντάγματος εξισορροπεί αντιμαχόμενες δυνάμεις μεταξύ δημοσίου συμφέροντος και ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών. Το δημόσιο συμφέρον προάγει, μεταξύ άλλων, σκοπούς όπως η οικονομική ανάπτυξη, η αξιοποίηση του εθνικού πλούτου, η εξασφάλιση εργασίας στους πολίτες. Σε όλους τους χώρους έντονης κρατικής παρέμβασης καθίσταται ιδιαίτερα αισθητή η σύγκρουση του δικαιώματος στο περιβάλλον με άλλα κοινωνικά και οικονομικά δικαιώματα, κυρίως δε με τα δικαιώματα ιδιοκτησίας, ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας, οικονομικής ελευθερίας και εργασίας.[59]

Όπως γίνεται δεκτό, το φυσικό περιβάλλον έχει αναχθεί σε αυτοτελώς προστατευόμενο αγαθό, προκειμένου να εξασφαλισθεί η οικολογική ισορροπία και διαφύλαξη των φυσικών πόρων χάριν και των επομένων γενεών, κατά τη λήψη δε των μέτρων που επιτάσσει το Σύνταγμα για την προστασία του, τα όργανα της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας οφείλουν, κατ΄ άρθρο 24 του Συντάγματος ερμηνευομένου εν όψει και των άρθρων 106 και 22 παρ. 1, που κατοχυρώνουν την οικονομική ελευθερία και το δικαίωμα εργασίας, αντίστοιχα, να σταθμίζουν και άλλους παράγοντες αναγόμενους στο γενικότερο δημόσιο συμφέρον.[60] Η επιδίωξη όμως των σκοπών αυτών πρέπει να συμπορεύεται προς την υποχρέωση της Πολιτείας να μεριμνά για την προστασία του περιβάλλοντος κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να εξασφαλίζεται βιώσιμη ανάπτυξη. Κατά τη στάθμιση αυτή τα αρμόδια όργανα της Πολιτείας πρέπει να λαμβάνουν προεχόντως υπ΄ όψη την τυχόν ύπαρξη ιδιαιτέρου κινδύνου για το φυσικό περιβάλλον από την κατασκευή και λειτουργία συγκεκριμένου έργου ή την ανάπτυξη συγκεκριμένης δραστηριότητας και να μην παρέχουν τη σχετική έγκριση, αν διαπιστώσουν αιτιολογημένα ότι ο κίνδυνος αυτός, στον οποίο περιλαμβάνεται και ο επαπειλούμενος από ενδεχόμενη πλημμελή λειτουργία του έργου, υπερακοντίζει προδήλως τα προσδοκώμενα οφέλη από τη λειτουργία του.

Οι περιορισμοί της ιδιοκτησίας που στηρίζο­νται στο άρθρο 24 του Συντάγματος μπορούν κατ΄ αρχήν να έχουν ευρύτερο πε­ριε­χόμενο από τους επιτρεπόμενους κατά το άρθρο 17 του Συντάγματος γενικούς περιο­ρισμούς των δικαιωμάτων του ιδιοκτήτη. Aν όμως συνεπάγο­νται τόσο ουσιώδη δέσμευση της ιδιοκτησίας, ώστε να πλήττεται ο πυρήνας του δικαιώματος, γεννάται υποχρέωση της Διοικήσεως να αποζημιώσει τον θιγόμενο ιδιοκτήτη.[61] Και οι περιορισμοί του άρθρου 24 παρ. 1 και 6 του Συντάγματος, προς τον σκοπό προστασίας στοιχείων της πολιτιστικής κληρονομιάς, δύνανται να έχουν ευρύτερο περιεχόμενο από τους γενικούς περιορισμούς της ιδιοκτησίας του άρθρου 17, δημιουργώντας αντίστοιχη υποχρέωση αποζημίωσης του θιγομένου ιδιοκτήτη, όταν δεσμεύουν ουσιωδώς την ιδιοκτησία κατά τον προορισμό της.[62]

Περαιτέρω γίνεται δεκτό ότι σε περίπτωση που η περιουσία προσώπου αποτελεί αντικείμενο απαλλοτριώσεως, πρέπει να υφίσταται διαδικασία, η οποία εξασφαλίζει σφαιρική εκτίμηση των συνεπειών της, ήτοι τη χορήγηση αποζημίωσης σε σχέση με την αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, τον καθορισμό των δικαιούχων της αποζημιώσεως και κάθε άλλο θέμα σχετικό προς την απαλλοτρίωση, συμπεριλαμβανομένης της δικαστικής δαπάνης.[63] Οι επιβαλλόμενοι με τη θέσπιση Ζώνης Οικιστικού Ελέγχου (ΖΟΕ) περιορισμοί στο περιεχόμενο και την έκταση του δικαιώματος κυριότητας ιδιοκτητών ακινήτων, έστω και αν είναι δυσμενέστεροι για τους ιδιοκτήτες από αυτούς που ίσχυαν προηγουμένως, δεν προσκρούουν στο άρθρο 17 του Συντάγματος, εφ΄ όσον θεσπίζονται με αντικειμενικά κριτήρια χάριν προστασίας του δημοσίου συμφέροντος και δεν εξαφανίζουν ούτε καθιστούν αδρανή την ιδιοκτησία σε σχέση με τον προορισμό της.[64]

Έχει επίσης κριθεί ότι η νόμιμη ένταξη περιοχής σε ζώνη προστασίας με καθορισμό αυστηρών όρων δόμησης και χρήσεων δεν συνιστά παράβαση του δικαιώματος στην ιδιοκτησία, εφ΄ όσον αφορά ακίνητα εκτός σχεδίου πόλεως, μη προοριζόμενα προς δόμηση.[65] Μπορεί όμως, υπό προϋποθέσεις, να γεννηθεί υποχρέωση αποζημίωσης των θιγομένων ιδιοκτητών. Αλλά και η πράξη εφαρμογής πολεοδομικής μελέτης, καθορίζοντας τμήματα αφαιρούμενα από ιδιοκτησίες για εισφορά σε γη ή προσδιορίζοντας τμήματα ιδιοκτησίας που ρυμοτομούνται για δημιουργία κοινοχρήστων χώρων, επιτρέπει σημαντικές επεμβάσεις στην ιδιοκτησία, οι οποίες δεν ολοκληρώνονται με τη μεταγραφή της πράξης εφαρμογής, αλλά κατ΄ άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος πρέπει να προηγηθεί πλήρης αποζημίωση των θιγομένων ιδιοκτησιών.[66]

Γίνεται επίσης δεκτό ότι η Διοίκηση, εφ΄ όσον επιδιώκει τροποποίηση του σχεδίου πόλεως, δύναται να προβαίνει εκ νέου σε απαγόρευση οικοδομικών εργασιών, υπό την προϋπόθεση ότι το μεσολαβήσαν από την παλαιότερη απαγόρευση χρονικό διάστημα επαρκεί για την ακώλυτη χρήση της ιδιοκτησίας και δεν την καθιστά αδρανή.[67] Ιδιωτικά ακίνητα μπορούν να αποκτήσουν χαρακτήρα κοινοχρήστου χωρίς να καταβληθεί αποζημίωση, εφ΄ όσον αυτά προβλέπονται από εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο ως κοινόχρηστοι χώροι και έχουν τεθεί σε κοινή χρήση, υπό την απαραίτητη προϋπόθεση ότι η κοινοχρησία είναι αποτέλεσμα της βουλήσεως του ιδιοκτήτη ή προκύπτει από πραγματική κατάσταση που διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο.[68]

Ωστόσο, έχει κριθεί ότι ο καθορισμός με πράξη έγκρισης, αναθεώρησης, τροποποίησης ή επέκτασης ρυμοτομικού σχεδίου, ακινήτων ως χώρων προοριζομένων για την ανέγερση εγκαταστάσεων κοινής ωφέλειας, εφ΄ όσον υπερβαίνει τα κατά περίπτωση εύλογα χρονικά όρια, επισύρει υποχρέωση της Διοικήσεως να άρει τη δέσμευση με τον αποχαρακτηρισμό του ακινήτου, ο οποίος σε περίπτωση αρνήσεως της Διοικήσεως, επιβάλλεται δικαστικώς με ακύρωση της αρνήσεως.[69] Αλλά και το γεγονός ότι λόγω της εφαρμογής του τεκμηρίου του άρθρου 1 ν. 653/1977, που θεωρήθηκε αμάχητο, ήταν αδύνατη η εξασφάλιση αποζημιώσεως των θιγομένων ιδιοκτητών, την οποία είχε αποφασιστεί ότι εδικαιούντο, αποτελεί παράβαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου ΕΣΔΑ.[70]

VII. Ειδικές μορφές προστασίας

Η συνταγματική προστασία των εννόμων αγαθών του φυσικού και ανθρωπογενούς (οικιστικού και πολιτιστικού) περιβάλλοντος, που εμπίπτουν στο πεδίο προστασίας του άρθρου 24, εξειδικεύεται περαιτέρω και υλοποιείται μέσα από τις ειδικές νομοθετικές διατάξεις που αφορούν και ρυθμίζουν κάθε περίπτωση. Ακολούθως παρουσιάζονται συνοπτικά τα κυριότερα επιμέρους προστατευόμενα από το άρθρο 24 του Συντάγματος περιβαλλοντικά αγαθά.

Α. Φυσικό περιβάλλον

Η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 24 του Συντάγματος επιτάσσει στο Κράτος να λαμβάνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας. Παράλειψη της Διοικήσεως να λάβει τα μέτρα που προβλέπει η διάταξη αυτή συνιστά παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας υποκείμενη σε ακύρωση από το Συμβούλιο της Επικρατείας, διότι διαφορετικά η συνταγματική αυτή επιταγή θα μετέπιπτε σε απλή θεωρητική διακήρυξη αρχής με αποτέλεσμα να παραμένει το περιβάλλον χωρίς ουσιαστική προστασία παρά τη σαφώς αντίθετη βούληση του συνταγματικού νομοθέτη.[71] Διατάξεις για την προστασία του περιβάλλοντος και την αρχή της αειφόρου ανάπτυξης περιέχει και η Συνθήκη της Λισαβόνας (άρθρα 191 συνδ. 2 και 6 ΣΛΕΕ).

Ο ν. 1650/1986 αποτέλεσε το βασικό νομοθετικό πλαίσιο για την προστασία του περιβάλλοντος στη χώρα μας, μέσα από μια διαβαθμισμένη συστηματική κατάταξη του συνόλου των προστατευόμενων περιοχών, προβλέποντας και τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία αδειοδότησης έργων και δραστηριοτήτων που ενδέχεται να έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στο περιβάλλον σε συμμόρφωση και με σχετικές διατάξεις του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.[72] Η μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων αποτελεί το βασικό μέσο εφαρμογής των αρχών της πρόληψης και προφύλαξης, προκειμένου τα αρμόδια διοικητικά όργανα να διακριβώνουν και αξιολογούν τους κινδύνους και τις συνέπειες του έργου και να εκτιμούν, αν η πραγματοποίησή του είναι σύμφωνη με τις διατάξεις της οικείας νομοθεσίας και τις συνταγματικές επιταγές.[73] Η αρμοδιότητα έκδοσης πράξης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων καθορίζεται από τον κύκλο αρμοδιοτήτων κάθε υπουργού με βάση τη φύση και το αντικείμενο του εκτελούμενου έργου.[74]

Προκειμένου περί έργων ή δραστηριοτήτων προβλεπομένων από εγκεκριμένο χωροταξικό, πολεοδομικό ή ρυθμιστικό σχέδιο, δεν απαιτείται προκαταρκτική περιβαλλοντική εκτίμηση και αξιολόγηση ούτε προμελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων, επιβάλλεται όμως τήρηση της διαδικασίας περιβαλλοντικής αδειοδότησης, ήτοι μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων, κατά την οποία εξετάζεται και η καταλληλότητα από γενικότερη περιβαλλοντική άποψη της θέσεως του έργου που έχει καθορισθεί με χωροταξικά και πολεοδομικά κριτήρια.[75] Η έγκριση σχεδίου ή προγράμματος υποκειμένου σε στρατηγική περιβαλλοντική εκτίμηση δεν επιτρέπεται να χωρήσει πριν την έγκριση στρατηγικής μελέτης, με την οποία ολοκληρώνεται η διαδικασία στρατηγικής εκτίμησης.[76] Η εκπόνηση στρατηγικής μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων αποσκοπεί να διαφωτίσει τη Διοίκηση, ήδη κατά το στάδιο σχεδιασμού, ως προς τους κινδύνους υλοποίησης σχεδίου για το φυσικό, πολιτιστικό και ανθρωπογενές περιβάλλον και τους τρόπους αποσόβησής τους.[77]

Γίνεται επίσης δεκτό ότι μέχρι την κατάρτιση του κοινοτικού καταλόγου του δικτύου Natura 2000, οι ενταχθέντες στον εθνικό κατάλογο τόποι απολαύουν προστασίας, η οποία αποσκοπεί στη διασφάλιση της ικανοποιητικής διατήρησής τους, απαγορεύεται δε να ασκούνται στους τόπους αυτούς δραστηριότητες συνεπαγόμενες υποβάθμισή τους. Τα κράτη μέλη υποχρεούνται να λαμβάνουν μέτρα προστασίας των τόπων αυτών, ικανά να διαφυλάξουν το ουσιώδες οικολογικό ενδιαφέρον τους και δεν μπορούν να επιτρέπουν παρεμβάσεις δυνάμενες να ελαττώσουν σημαντικά την έκτασή τους ή να προκαλέσουν εξαφάνιση ειδών προτεραιότητας σε αυτούς.[78]

Τα δασικά οικοσυστήματα συνιστούν βασικό στοιχείο του φυσικού περιβάλλοντος, καθοριστικής σημασίας παράγοντα της παγκόσμιας οικολογικής ισορροπίας και πολύτιμο πλουτοπαραγωγικό πόρο της φύσης. Στο ισχύον Σύνταγ­μα η δασική προστασία προβλέπεται και κατοχυρώνεται ρητά με τις διατάξεις των άρθρων 24 παρ. 1 και 117 παρ. 3 και 4, ενώ με την ερμηνευτική δήλωση του άρθρου 24 του Συντάγματος, η οποία προστέθηκε με την αναθεώρηση του 2001, αποδίδεται η έννοια του δάσους και της δασικής εκτάσεως,[79] κρίσιμη για τη συγκρότηση της οποίας είναι η οργανική ενότητα της δασικής βλάστησης, η οποία προσδίδει στην έκταση την ιδιαίτερή της ταυτότητα.[80] Με τα άρθρα 24 παρ. 1 και 117 παρ. 3 το Σύνταγμα λαμβάνει ιδιαίτερη μέριμνα, κατά την οποία τα δασικά οικοσυστήματα υπάγονται σε αυστηρό προστατευτικό καθεστώς προς τον σκοπό διαφύλαξης της οικολογικής ισορροπίας και της κατά προορισμόν χρήσης τους, επιβάλλεται δε η απαγόρευση μεταβολής του προορισμού τους οριζομένου ρητά ότι δημόσια ή ιδιωτικά δάση και δασικές εκτάσεις, που καταστράφηκαν ή καταστρέφονται από πυρκαγιά ή που με άλλο τρόπο αποψιλώθηκαν ή αποψιλώνονται, κηρύσσονται υποχρεωτικά αναδασωτέα και αποκλείεται να διατεθούν για άλλον προορισμό.[81] Παρέχεται ωστόσο στον νομοθέτη η δυνατότητα να επιτρέψει, όλως κατ΄ εξαίρεση και υπό τη συνδρομή επιτακτικών λόγων δημοσίου συμφέροντος, επεμβάσεις που μεταβάλλουν ή αλλοιώνουν τον δασικό χαρακτήρα δασών και δασικών εκτάσεων, μόνον όμως αν η θυσία της δασικής βλάστησης αποτελεί το μοναδικό πρόσφορο μέσο για την ικανοποίηση των εν λόγω αναγκών και εφ΄ όσον οι επεμβάσεις περιορίζονται στο απολύτως αναγκαίο μέτρο.[82]

Με το αναθεωρημένο Σύνταγμα[83] στο άρθρο 24 παρ. 1 προβλέφθηκε ρητά η σύνταξη Δασολογίου ως υποχρέωση του Κράτους.[84] Το άρθρο 3 του ν. 3208/2003 προέβλεψε την κατάρτιση δασολογίου σε προθεσμία πέντε μηνών από την κύρωση των δασικών χαρτών του άρθρου 27 ν. 2664/1998, ενώ με τον ν. 3889/2010 καθιερώθηκε νέα διαδικασία κατάρτισης δασικών χαρτών, η οποία κατέλαβε κάθε εκκρεμή διαδικασία κατάρτισης. Νέες σχετικές διατάξεις θεσπίσθηκαν με τον ν. 4389/2016. Όπως γίνεται δεκτό, η διαδικασία κατάρτισης δασικών χαρτών, από την οποία εξαρτάται η σύνταξη του δασολογίου, προωθείται άμεσα και αυτοτελώς σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη διαδικασία εν όψει του υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος που οι δασικοί χάρτες επιτελούν και του ήδη μακρού χρονικού διαστήματος που έχει παρέλθει χωρίς να έχει ολοκληρωθεί η σχετική διαδικασία, από την οποία εξαρτάται η αποτελεσματική προστασία του δασικού πλούτου της χώρας.[85]

Είναι επίσης ανεκτή η μεταβολή της μορφής εκτάσεως με δασική βλάστηση για την άσκηση μεταλλευτικών δραστηριοτήτων, προκειμένου να ικανοποιηθούν ανάγκες, οι οποίες δεν θα μπορούσαν να θεραπευθούν διαφορετικά, εφ΄ όσον όμως η συγκεκριμένη ανάγκη υπερτερεί της διαφύλαξης εκτάσεως με δασική βλάστηση και δεν υφίσταται τρόπος ικανοποίησής της κατ΄ άλλον τρόπο. Η μεταλλευτική δραστηριότητα αποτελεί επιτρεπτή υπό όρους δραστηριότητα εκμετάλλευσης πλουτοπαραγωγικών πόρων, για την ικανοποίηση ζωτικής σημασίας ανάγκης για την εθνική οικονομία, σε συγκεκριμένη χρονική διάρκεια, με την υποχρέωση ανάπλασης του μεταλλευτικού χώρου μετά τη λήξη της δραστηριότητας και απαγόρευση μεταβολής του νομικού χαρακτήρα του.[86]

Όσον αφορά το έννομο αγαθό του αιγιαλού, η παραχώρηση δικαιωμάτων απλής χρήσης του σε ΟΤΑ πρέπει να γίνεται μεμονωμένα και κατά περίπτωση, προκειμένου να διασφαλισθεί η κατά προορισμόν χρήση του ως κοινοχρήστου αγαθού. Η συλλήβδην παραχώρηση του συνόλου των αιγιαλών της χώρας στους πρωτοβάθμιους ΟΤΑ έχει κριθεί ως εκτός ορίων εξουσιοδοτήσεως της παρ. 5 του άρθρου 13 ν. 2971/2001.[87] Τα ύδατα θεωρούνται φυσικοί πόροι, οικονομικά αγαθά και περιβαλλοντικά στοιχεία, η βιώσιμη (αειφόρος) διαχείριση των οποίων συνιστά βασική παράμετρο ζωής, υγείας και ανάπτυξης, δεδομένου ότι οι υδατικοί πόροι δεν είναι απεριόριστοι.[88] Το κράτος υποχρεούται να διατηρεί τα πάσης φύσεως υδρορεύματα στη φυσική τους κατάσταση προς διασφάλιση της ελεύθερης ροής των υδάτων, αποκλείεται δε κάθε αλλοίωση της φυσικής τους κατάστασης. Εκτέλεση τεχνικών έργων πλησίον ρέματος επιτρέπεται μόνον εφ΄ όσον διασφαλίζεται η ανεμπόδιστη επιτέλεση της φυσικής του λειτουργίας, για να εξασφαλιστεί δε ο σκοπός αυτός απαιτείται, πριν την εκτέλεση τεχνικών έργων πλησίον ρέματος, ο καθορισμός της οριογραμμής του.[89] Έχει επίσης υποστηριχθεί ότι οι διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2 και 4 του ν. 4258/2014 εισάγουν ανεπίτρεπτη διάκριση των ρεμάτων σε «μεγάλα» και «μικρά» με αντίστοιχη, επί το χείρον, διαβάθμιση της νομικής τους προστασίας.[90]

Ζητήματα περιβαλλοντικής ευθύνης για την πρόληψη και αποκατάσταση περιβαλλοντικής βλάβης, ρυθμίζουν κυρίως οι διατάξεις των άρθρων 28-30 του ν. 1650/1986 και το πδ/γμα 148/2009 που ενσωμάτωσε την Οδηγία 2004/35/ΕΚ στην εθνική έννομη τάξη.[91]

Β. Οικιστικό περιβάλλον

Με τις διατάξεις των παρ. 2 έως 5 του άρθρου 24 του Συντάγματος προβλέπονται οι εγγυήσεις προστασίας του οικιστικού περιβάλλοντος, οι οποίες περαιτέρω εξειδικεύονται στο πλαίσιο των νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων που ρυθμίζουν το χωρικό – χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό, τις χρήσεις γης και τους κανόνες δόμησης στη χώρα μας. Οι συνταγματικές αυτές διατάξεις απευθύνουν επιταγές στον νομοθέτη να ρυθμίσει τη χωροταξική ανάπτυξη και πολεοδομική διαμόρφωση της χώρας με βάση ορθολογικό σχεδιασμό υπαγορευόμενο από πολεοδομικά κριτήρια, σύμφωνα με την ιδιομορφία, τη φυσιογνωμία και τις ανάγκες κάθε περιοχής. Κριτήρια για τη χωροταξική αναδιάρθρωση και την πολεοδομική ανάπτυξη των πόλεων και οικιστικών εν γένει περιοχών είναι η εξυπηρέτηση της λειτουργικότητας και της ανάπτυξης των οικισμών και η εξασφάλιση των καλύτερων δυνατών όρων διαβίωσης των κατοίκων, οι οποίες προϋποθέτουν και την ύπαρξη βασικών έργων υποδομής.[92]

Δεν είναι επιτρεπτή δημιουργία οικισμών σε περιοχές στερούμενες πολεοδομικού σχεδίου εγκεκριμένου με πράξη του οικείου οργάνου της Διοικήσεως.[93] Ο κοινός νομοθέτης δύναται να τροποποιεί, οσάκις το κρίνει σκόπιμο, ισχύουσες πολεοδομικές ρυθμίσεις και να μεταβάλλει ήδη υφισταμένους όρους δόμησης σχεδίων πόλεων με γενική ρύθμιση ή μερικότερη ρύθμιση, όπως η τροποποίηση εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου, μόνον όμως υπό την έννοια ότι με τη νέα ρύθμιση θα βελτιώνονται ακόμη περισσότερο οι συνθήκες διαβίωσης των κατοίκων. Περιεχόμενο νέων τέτοιων ρυθμίσεων, προκειμένου περί οικισμών που έχουν εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι η επιδείνωση του υφισταμένου φυσικού και οικιστικού περιβάλλοντος, επομένως τροποποιήσεις οικοδομικών κανονισμών και σχεδίων πόλεως που λαμβάνουν χώρα μετά την ισχύ του Συντάγματος του 1975, δεν επιτρέπεται να συνεπάγονται υποβάθμιση του περιβάλλοντος, ήτοι μείωση ελευθέρων χώρων, πρασίνου κ.λπ. (πολεοδομικό κεκτημένο).[94] Επομένως, κατά τον καθορισμό ή την τροποποίηση χρήσεων γης και τον καθορισμό συντελεστή δόμησης πρέπει ν΄ αναζητείται ο πλέον πρόσφορος τρόπος θεραπείας των πολεοδομικών αναγκών, δυνάμει γενικών και αντικειμενικών κριτηρίων, συναπτομένων προς τον σεβασμό του περιβάλλοντος, την ασφάλεια, υγιεινή, αισθητική και λειτουργικότητα πόλεων και οικισμών, ήτοι την ικανότητά τους να επιτελούν την κύρια λειτουργία τους γι΄ αυτούς και για το ευρύτερο χωρικό πλαίσιο, στο οποίο εντάσσονται.[95]

Η ίδρυση ή επέκταση και διαμόρφωση οικιστικής περιοχής πρέπει να γίνεται στο πλαίσιο ευρύτερου σχεδιασμού και προγραμματισμού. Ουσιώδης όρος για τη βιώσιμη ανάπτυξη είναι τα ολοκληρωμένα χωροταξικά σχέδια, τα οποία θέτουν τους μακροπρόθεσμους στόχους οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης και ρυθμίζουν το πλαίσιο διαμόρφωσης των οικιστικών περιοχών και των ελευθέρων χώρων στις εκτός σχεδίου περιοχές. Ο θεμελιώδης κανόνας της βιώσιμης ανάπτυξης ισχύει κατά μείζονα λόγο για τα ευαίσθητα οικοσυστήματα, των οποίων η οικιστική, τουριστική και εν γένει οικονομική ανάπτυξη πρέπει να συνδέεται με τη διατήρηση του χαρακτήρα τους και του ανθρωπογενούς και φυσικού περιβάλλοντος και του τοπίου και να μην παραβιάζει τη φέρουσα ικανότητά τους.[96] Ιδιαίτερα η οικιστική ανάπτυξη των μικρών νησιών δεν μπορεί να παραβιάζει τη φέρουσα ικανότητά τους ως παραδοσιακών ανθρωπογενών και ευαίσθητων οικοσυστημάτων.[97]

Η περιβαλλοντική αδειοδότηση έργων και δραστηριοτήτων οφείλει να κείται εντός του πλαισίου του θεσμοθετημένου σχεδιασμού και ν΄ αποσκοπεί στην εξουδετέρωση ή ελαχιστοποίηση των δυσμενών συνεπειών που συνεπάγεται για το περιβάλλον, το αδειοδοτούμενο έργο ή η δραστηριότητα.[98] Έτσι έχουν κριθεί παράνομες κατατμήσεις έργων, οι οποίες οδηγούν σε παράκαμψη της πιο σύνθετης διαδικασίας περιβαλλοντικής αδειοδότησης.[99] Για τη βιώσιμη οικιστική ανάπτυξη των πόλεων και οικισμών της Χώρας εκδόθηκε ο ν. 2508/1997, ο οποίος ορίζει ότι η οικιστική οργάνωση και ο πολεοδομικός σχεδιασμός εναρμονίζονται με τις αρχές και κατευθύνσεις του αναπτυξιακού προγραμματισμού και του χωροταξικού σχεδιασμού, πραγματοποιούνται δε σε δύο επίπεδα, στο πρώτο των οποίων περιλαμβάνεται το Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο (ΓΠΣ) για τον αστικό και περιαστικό χώρο και το σχέδιο χωρικής και οικιστικής οργάνωσης ανοικτής πόλης (ΣΧΟΟΑΠ) για τον μη αστικό χώρο.[100] Τα ειδικά χωροταξικά πλαίσια αποτελούν τη γενική πρόταση χωροταξικής οργάνωσης συγκεκριμένων τομέων παραγωγικών δραστηριοτήτων εθνικής σημασίας, που διατυπώνεται μετά από εκτίμηση των βασικών κατευθύνσεων της οικονομικής και αναπτυξιακής πολιτικής της χώρας στους συγκεκριμένους τομείς και των προβλεπομένων επιπτώσεών τους στο φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον, εξειδικεύουν και συμπληρώνουν τις κατευθύνσεις του γενικού πλαισίου, συγκροτούν δε με αυτό ένα συνεκτικό σύνολο γενικών κατευθύνσεων χωροταξικού σχεδιασμού και αειφόρου ανάπτυξης σε εθνικό επίπεδο.[101]

Προς υλοποίηση της συνταγματικής επιταγής του άρθρου 24 παρ. 2 του Συντάγματος τέθηκαν σε ισχύ και οι διατάξεις για τη δημιουργία Εθνικού Κτηματολογίου, που περιλαμβάνει την κτηματογράφηση ακινήτων και την αναγνώριση των εγγραπτέων στο Κτηματολόγιο δικαιωμάτων.[102] Με τον ν. 4269/2014 θεσπίστηκε νέο πλαίσιο χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού, επαναπροσδιορίστηκαν οι έννοιες και η διάρθρωση του συστήματος χωρικού σχεδιασμού και αναδιοργανώθηκε ο χωροταξικός και πολεοδομικός σχεδιασμός ως προς τα επίπεδα, τα αρμόδια όργανα, τη διαδικασία και το περιεχόμενο των επιμέρους σχεδίων.[103]

Το Ειδικό Σχέδιο Χωρικής Ανάπτυξης Στρατηγικών Επενδύσεων αποτελεί χωρικό σχέδιο ειδικού οικονομικού και αναπτυξιακού σκοπού, ικανού να υποβοηθήσει την οικονομία της χώρας και να συμβάλει στην άμεση αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσεως. Δεν εντάσσεται ως εκ τούτου σε ένα από τα προβλεπόμενα είδη χωροταξικού σχεδιασμού. Επίσης δεν αποτελεί εργαλείο πολεοδομικού σχεδιασμού πρώτου ή δευτέρου επιπέδου, κατά τα πρότυπα των γνωστών από τη νομοθεσία εργαλείων (ΓΠΣ, ΣΧΟΟΑΠ, πολεοδομικής μελέτης) προσομοιάζει όμως προς αυτόν στην ειδική περίπτωση που η στρατηγική επένδυση προσλαμβάνει μορφή πολεοδόμησης ορισμένου τύπου (π.χ. παραθεριστικού – τουριστικού χωριού άρθρου 12 παρ. 7α ν. 3986/2011), καίτοι και τότε διαφοροποιείται, ως προς τον στόχο, που είναι πάντοτε αναπτυξιακός, ενώ του πολεοδομικού σχεδίου είναι γενικός και αφορά την ανάπτυξη των πόλεων χάριν της διαβίωσης του γενικού πληθυσμού.[104]

Εγκαταστάσεις παραγωγικής δραστηριότητας είναι επιτρεπτές μόνο σε περιοχές που εκ των προτέρων και με βάση νόμιμα κριτήρια έχουν καθορισθεί ως περιοχές προοριζόμενες για την ανάπτυξη της δραστηριότητας και όχι σε περιοχές, στις οποίες απλώς και μόνο δεν απαγορεύεται ρητά η συγκεκριμένη χρήση. Τα σχετικά κριτήρια πρέπει να ανάγονται στην ανάγκη ανάπτυξης της δραστηριότητας και προστασίας του φυσικού, οικιστικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος, ούτως ώστε η ανάπτυξη που επιδιώκεται με την εγκατάσταση να παραμένει στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας.[105] Χωροθέτηση και περιβαλλοντική αδειοδότηση μονάδων διάθεσης αποβλήτων πρέπει να προβλέπονται σε ολοκληρωμένο σχεδιασμό, σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο. Δεν είναι νόμιμη εγκατάσταση ΧΥΤΑ σε περιοχή, η οποία δεν έχει αναγνωρισθεί, βάσει περιφερειακού σχεδιασμού, ως κατάλληλη για τη διάθεση αποβλήτων.[106]

Περαιτέρω είναι δεκτό, ότι δεν είναι επιτρεπτή εξαίρεση από την κατεδάφιση αυθαιρέτων κτισμάτων που έχουν ανεγερθεί μετά την 31.1.1983.[107] Το άρθρο 24 του ν. 4014/2011, δυνάμει του οποίου επιτρέπεται υπαγωγή αυθαιρέτων κατασκευών στο μέτρο της αναστολής κατεδάφισης, έρχεται σε αντίθεση με τις επιταγές του άρθρου 24 του Συντάγματος, για τον λόγο ότι η εξαίρεση αυτή συνεπάγεται νόθευση και επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης.[108] Οι δυσμενείς αυτές περιβαλλοντικές συνέπειες δεν αναιρούνται από την πρόβλεψη ειδικού προστίμου, το οποίο περιέρχεται στο Πράσινο Ταμείο και διατίθεται για τη λήψη μέτρων που αποβλέπουν στη διασφάλιση περιβαλλοντικού ισοζυγίου, δεδομένου ότι εισπρακτικοί και μόνο σκοποί δεν είναι δυνατόν να θεμελιώνουν λόγο δημοσίου συμφέροντος, που θα δικαιολογούσε τη θέσπιση ρυθμίσεων με ευρύτατες συνέπειες σε βάρος του περιβάλλοντος, όπως οι επίμαχες.[109] Με νεότερη νομολογία έγινε ωστόσο δεκτό ότι η νομιμοποίηση αυθαιρέτων κατασκευών και χρήσεων είναι κατ΄ εξαίρεση συνταγματικά ανεκτή, εφ΄ όσον τεκμηριώνεται ότι η λύση αυτή επιβάλλεται από σπουδαίο δημόσιο συμφέρον και διασφαλίζεται ο περιορισμός στο ελάχιστο της επιβάρυνσης του περιβάλλοντος και των όρων διαβίωσης.[110]

Γ. Πολιτιστικό περιβάλλον

Με τις διατάξεις των παρ. 1 και 6 του άρθρου 24 του Συντάγματος καθιερώνεται αυξημένη προστασία του πολιτιστικού περιβάλλοντος. Τα μνημεία ως μαρτυρίες του ανθρωπίνου βίου, που συγκροτούν αναγκαίο παράγοντα για τη διαμόρφωση και διατήρηση της ιστορικής μνήμης, των συλλογικών ταυτοτήτων και για τη διασφάλιση, χάριν και των επερχομένων γενεών, της ιστορικής συνέχειας και παράδοσης, συμβάλλουν στην ποιότητα ζωής και συνιστούν ουσιώδες στοιχείο της πολιτιστικής κληρονομιάς, η προστασία της οποίας αποτελεί υποχρέωση της Πολιτείας και ευθύνη και δικαίωμα καθενός. Η προστασία της κληρονομιάς αυτής συνίσταται στη διατήρηση στο διηνεκές αναλλοίωτων των ως άνω στοιχείων, συνεπάγεται δε τη δυνατότητα επιβολής αναγκαίων μέτρων και περιορισμών της ιδιοκτησίας για την αποκατάστασή τους, όταν έχουν υποστεί φθορά.[111]

Οι κατ΄ άρθρο 24 του Συντάγματος περιορισμοί για την προστασία του περιβάλλο­ντος τα μνημεία χώρου, δύνανται να έχουν ευρύτερο περιεχόμενο από τους γενι­κούς περιορισμούς της ιδιοκτησίας του άρθρου 17 του Συντάγματος και δημιουρ­γούν υποχρέωση αποζημίωσης του θιγομένου ιδιοκτήτη, εφ΄ όσον δεσμεύουν ουσι­ωδώς την ιδιοκτησία κατά τον προορισμό της χάριν προστασίας του πολιτιστικού πε­ριβάλλοντος. Αν δεν υφίσταται σχετική νομοθετική ρύθμιση, γεννάται ευθεία από το Σύνταγμα υποχρέωση της Διοικήσεως να εξασφαλίσει διηνεκώς την προστασία του μνημείου και παράλληλα, να αποζημιώσει τον πληττόμενο ιδιοκτήτη, η σχετική δε αξίωση για αποζημίωση γεννάται από την πάροδο ευλόγου χρόνου από την επιβολή του επαχθούς μέτρου.[112]

Χώροι στους οποίους συντελέσθηκαν εξαίρετα ιστορικά γεγονότα ή στους οποίους βρίσκονται κτήρια ή άλλες κατασκευές συνδεδεμένες με το έδαφος, που πληρούν τις προϋποθέσεις χαρακτηρισμού τους ως μνημείων μεταγενεστέρων του 1830 ή των εκάστοτε τελευταίων εκατό ετών ή περιέχουν σύνθετα έργα του ανθρώπου και της φύσεως, εφ΄ όσον κατά την αιτιολογημένη κρίση της Διοικήσεως χρήζουν προστασίας λόγω κοινωνικής, τεχνικής, αρχιτεκτονικής, βιομηχανικής, καλλιτεχνικής, επιστημονικής ή εν γένει ιστορικής σημασίας, χαρακτηρίζονται ως ιστορικοί τόποι.[113]

Επίσης, όροι και περιορισμοί δόμησης διατηρητέων κτηρίων εξυπηρετούν τη διατήρηση του κρινομένου ως προστατευτέου κτηρίου, προσαρμόζουν δε τις επιτρεπόμενες επεμβάσεις επ΄ αυτού και του περιβάλλοντος χώρου στον προστατευόμενο χαρακτήρα του, κατά τρόπον ώστε διατηρητέο κτήριο και επ΄ αυτού επεμβάσεις ν΄ αποτελούν ένα αρμονικό σύνολο.[114]

Και οι παραδοσιακοί οικισμοί αποτελούν ουσιώδες στοιχείο της πολιτιστικής κληρονομιάς, η δε προστασία τους περιλαμβάνει την καταγραφή, αξιολόγηση και οριοθέτησή τους με προεδρικό διάταγμα, τον χαρακτηρισμό τους και τον καθορισμό ειδικών όρων και περιορισμών δόμησης που αποσκοπούν στη διατήρηση και ανάδειξή τους και δεν επιτρέπεται να είναι δυσμενέστεροι από εκείνους που ίσχυαν προηγουμένως. Η προστασία αυτή εκτείνεται και στην περιμετρική ζώνη των οικισμών.[115] Νέα κτήρια ανεγειρόμενα εντός παραδοσιακού οικισμού πρέπει να εντάσσονται στο οικιστικό περιβάλλον, η δε ογκοπλαστική μορφή τους πρέπει να συνάδει με τα παραδοσιακά πρότυπα ως προς τη σύνθεση, την κλίμακα και τις αναλογίες των όγκων του οικισμού.[116] Η διατήρηση της αρχιτεκτονικής και πολεοδομικής φυσιογνωμίας των παραδοσιακών οικισμών ιδίως των νησιών, εκτός της συνταγματικής επιταγής για προστασία της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, θάλπει και την κατ΄ άρθρο 106 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της περιφερειακής ανάπτυξής τους, συμβάλλοντας καθοριστικά και στην ανάπτυξη του τουρισμού.[117]

———  ———

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] Σύνταγμα 1975/1986/2001.

[2] Βλ. Κωνστ. Τσαμπούκου – Σκαναβή, «Περιβάλλον & Κοινωνία – Μια σχέση σε αδιάκοπη εξέλιξη», εκδ. Καλειδοσκόπιο, σ. 20.

[3] Μιχ. Δεκλερής, «Ο Δωδεκάδελτος του Περιβάλλοντος – Εγκόλπιο Βιωσίμου Αναπτύξεως», εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή 1996, σ. 39 επ., όπου μεταξύ άλλων, επισημαίνεται και ότι: «Ο συστημικός ορι­σμός του περιβάλλοντος επισύρει ορθώς την προσοχή στην αλληλεπίδραση των στοιχείων του που υφίσταται σε όλα τα ιεραρχικά επίπεδα».

[4] Βλ. Γλ. Σιούτη, «Η Συνταγματική κατοχύρωση της προστασίας του περιβάλλοντος», εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, σ. 17.

[5] Βλ. Γλ. Σιούτη, «Η Συνταγματική κατοχύρωση της προστασίας του περιβάλλοντος», ό.π., σ. 13.

[6] Δημ. Βασιλειάδης, Χρ. Διβάνη, Μ. Κουσκουνά, Ανδρ. Παπαπετρόπουλος, «Περιβάλλον – Διαγράμματα – Σχόλια – Νομολογία – Υποδείγματα», εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2016, σ. 1.

[7] Βλ. Γλ. Σιούτη, «Η Συνταγματική κατοχύρωση της προστασίας του περιβάλλοντος», ό.π., σ. 15, 22.

[8] Βλ. Ιω. Καράκωστα, «Περιβάλλον & Δίκαιο – Δίκαιο διαχείρισης και προστασίας των περιβαλλοντικών αγαθών», 3η έκδοση, εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2011, σ. 71.

[9] Βλ. ΣτΕ 4901/2013, ΣτΕ 3976/2010 7μ., ΣτΕ 1242/2008, ΣτΕ 2818/1997, ΣτΕ 637/1998, ΣτΕ Ολ 10/1988, ΣτΕ 3284-5/2004, ΣτΕ 1784/2003, ΣτΕ 3568/2005, ΣτΕ Ολ 3146/1986, ΣτΕ 1999/2000. Βλ. σχετ. και Γλ. Σιούτη, «Η Συνταγματική κατοχύρωση της προστασίας του περιβάλλοντος», ό.π., Γλ. Σιούτη, «Εγχειρίδιο δικαίου περιβάλλοντος», εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα 2003, Κωνστ. Μενουδάκος, «Η Συνταγματική προστασία του περιβάλλοντος μετά την αναθεώρηση», σε: περιοδικό Νομικό Βήμα (ΝοΒ) 2002 σ. 45, Ανδρ. Παπαπετρόπουλος, «Χωροταξικός Σχεδιασμός και Βιώσιμη Ανάπτυξη», εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2009, Δημ. Μέλισσας, «Θεμελιώδη ζητήματα του δικαίου της χωροταξίας», εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα 2002, Απ. Παπακωνσταντίνου, «Οικολογικός συνταγματισμός και βιώσιμη ανάπτυξη – Το παράδειγμα των νησιωτικών περιοχών», σε: περιοδικό Επιθεώρησις Δημοσίου και Διοικητικού Δικαίου (ΕΔΔΔ) 2005 σ. 465, Βασ. Σκουρής, Αναστ. Τάχος, «Η προστασία του περιβάλλοντος στη Νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας», 1988, σ. 17, Γεωργία Γιαννακούρου, «Μια πρώτη, συνολική, επισκόπηση των αλλαγών στο σύστημα χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού – Σκέψεις και προβληματισμοί», σε: περιοδικό «Περιβάλλον και Δίκαιο» (ΠερΔικ) 1/2015 σ. 1, Ελ. Τροβά, «Το πολιτιστικό περιβάλλον», εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα 2003. Βλ. σχετ. και ΣτΕ 975/2015 σε: περιοδικό «Περιβάλλον και Δίκαιο» (ΠερΔικ) 2015 σ. 41, ΣτΕ Ολ 10/1988 σε: περιοδικό Νομικό Βήμα (ΝοΒ) 1988 σ. 807, σε: περιοδικό «Το Σύνταγμα» (ΤοΣ) 1988 σ. 117, ΣτΕ 637/1998, ΣτΕ 2034/2015.

[10] Βλ. Ιω. Καράκωστα, ό.π., σ. 72.

[11] Ιω. Καράκωστας, ό.π., σ. 74. Βλ. και Μιχ. Δεκλερή, «Ο Δωδεκάδελτος του Περιβάλλοντος», ό.π., σ. 32, σύμφωνα με τον οποίο: «Μετά το Ρίο … το δίκαιο του περιβάλλοντος συγχωνεύθηκε με το δίκαιο της αναπτύξεως και τα δύο έγιναν ένα. Ο θεμελιώδης κανών αναγνωρίζει και εμπεριέχει τον άρρηκτο δεσμό περιβάλλοντος και οικονομίας, αφού ορίζει εκ προοιμίου ότι κάθε οικονομική δραστηριότης πρέπει να είναι φιλική προς το περιβάλλον».

[12] Ιω. Καράκωστας, ό.π., σ. 9.

[13] Ιω. Καράκωστας, ό.π., σ. 12.

[14] Βλ. ν. 2691/1999 (άρθρα 2, 6 και 174 επ. ΣυνθEK), Ιω. Καράκωστα, ό.π., σ. 12. Βλ. σχετ. και Γεώργιο Δελλή, «Tο περιβάλλον ως στοιχείο της κοινοτικής έννομης τάξης και η Συνθήκη του Άμστερνταμ», σε: περιοδικό «Περιβάλλον και Δίκαιο» (ΠερΔικ) 1997 σ. 295.

[15] ΕΕ L C-310/116.12.2004.

[16] Η Συνθήκη της Λισαβόνας υπεγράφη την 13.12.2007 (ΕΕ C 306/17.12.2007) και ετέθη σε ισχύ την 1.12.2009. Από την Ελλάδα κυρώθηκε με τον ν. 3671/2008 (Α΄ 129).

[17] Ιω. Καράκωστας, ό.π., σ. 24.

[18] Ιω. Καράκωστας, ό.π., σ. 25.

[19] Βλ. Rio Declaration on Environment and Development (Rio de Janeiro, 3-14 June 1992).

[20] Ιω. Καράκωστας, ό.π., σ. 31, κατά τον οποίο: «Στόχος της αρχής της αειφορίας είναι ένα μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης που θα εξασφαλίζει την οικολογική ισορροπία στο διηνεκές. Έχει τις ρίζες της στη γερμανική δασική επιστήμη του 18ου αι. (γερμ. Nachhaltigkeitsgrundsatz). Ως γενική περιβαλλοντική αρχή τη συναντά κανείς και στη Διακήρυξη των Ηνωμένων Εθνών για το Περιβάλλον (Στοκχόλμη 1972), στην Έκθεση Βrundtland της Παγκόσμιας Επιτροπής για το Περιβάλλον (1987), στη Διακήρυξη των ΗΕ για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη (Ρίο 1992) και στη Διακήρυξη του Γιοχάνεσμπουργκ για την Αειφόρο Ανάπτυξη (2002)».

[21] Ιω. Καράκωστας, ό.π., σ. 31 επ.

[22] Βλ. Kανονισμό (ΕΚ) 401/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Απριλίου 2009 για τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Περιβάλλοντος και το Ευρωπαϊκό Δίκτυο πληροφοριών και Παρατηρήσεων σχετικά με το Περιβάλλον (ΕΕ L 126/21.5.2009) και Οδηγία 2003/4/ΕΚ για την πρόσβαση του κοινού σε περιβαλλοντικές πληροφορίες και για την κατάργηση της Οδηγίας 90/313/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 41/14.2.2003: Σύμβαση του Aarhus 1998 σχετικά με την πρόσβαση σε πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη σε θέματα σχετικά με το περιβάλλον). βλ. και Γεώργιο Γεραπετρίτη, «Το δικαίωμα περιβαλλοντικής πληροφόρησης: Σύγχρονες τάσεις σε Ελλάδα και Ευρώπη», σε: περιοδικό «Περιβάλλον και Δίκαιο» (ΠερΔικ) 2/2000 σ. 172, Αιμ. Λιάσκα, «Η Επιτροπή Συμμόρφωσης στο πλαίσιο της Σύμβασης του Άαρχους», σε: περιοδικό «Περιβάλλον και Δίκαιο» (ΠερΔικ) 4/2011 σ. 608, Σοφία Παυλάκη, «Η συμμετοχή των πολιτών σε περιβαλλοντικά θέματα», σε: www.dasarxeio.com/

[23] Βλ. και Μάριο Χαϊνταρλή, Αντ. Σηφάκη, Σοφία Παυλάκη, Μαρία Μαγαλιού, «Περιβαλλοντική Νομοθεσία», εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2012.

[24] Βλ. Ιω. Καράκωστα, ό.π., σ. 595 επ., με εκεί παραπομπές σε: A.-C. Kiss, «Les traités-cadres: une technique juridique caracté­ri­sti­que du droit international de l΄ environnement», AFDI 1993, σ. 792.

[25] Βλ. Ιω. Καράκωστα, ό.π., σ. 595 επ. και Μ. Χαϊνταρλή, Α. Σηφάκη, Σ. Παυλάκη, Μ. Μαγαλιού, ό.π.

[26] Βλ. Γλ. Σιούτη, «Δίκαιο περιβάλλοντος», ό.π., σ. 56 και Α. Οικονόμου, «Περιβάλλον και Αστική ευθύνη του Δημοσίου», σε: περιοδικό «Περιβάλλον και Δίκαιο» (ΠερΔικ) 1/2016 σ.  6.

[27] Βλ. Γλ. Σιούτη, «Δίκαιο περιβάλλοντος», ό.π., σ. 60.

[28] Βλ. Γλ. Σιούτη, «Η Συνταγματική κατοχύρωση της προστασίας του περιβάλλοντος», ό.π., σ. 86 επ.

[29] Βλ. Γλ. Σιούτη, «Η Συνταγματική κατοχύρωση της προστασίας του περιβάλλοντος», ό.π., σ. 44.

[30] Βλ. Γλ. Σιούτη, «Δίκαιο Περιβάλλοντος – Γενικό Μέρος Ι – Δημόσιο Δίκαιο και Περιβάλλον», εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή 1993, σ. 30 επ.

[31] Βλ. Γλ. Σιούτη, «Η Συνταγματική κατοχύρωση της προστασίας του περιβάλλοντος», ό.π., σ. 48-49.

[32] Σχετικά με την υποχρέωση θέσπισης νομοθετικών και διοικητικών ρυθμίσεων για την προστασία του περιβάλλοντος, βλ. Αναστασία Οικονόμου, «Περιβάλλον και Αστική ευθύνη του Δημοσίου», σε: περιοδικό «Περιβάλλον και Δίκαιο» (ΠερΔικ) 1/2016 σ. 6.

[33] Βλ. Γλ. Σιούτη, «Η Συνταγματική κατοχύρωση της προστασίας του περιβάλλοντος», ό.π., σ. 54, 45, «Δίκαιο Περιβάλλοντος», ό.π., σ. 31.

[34] Βλ. Ιω. Καράκωστα, «Περιβάλλον & Δίκαιο», ό.π., σ. 261 επ., Γλ. Σιούτη, «Εγχειρίδιο δικαίου περιβάλλοντος», 2003 σ. 40, Πρ. Δαγτόγλου, «H τριτενέργεια των ατομικών δικαιωμάτων» (γνμδ.), σε: περιοδικό «Νομικό Βήμα» (NοB) 1982 σ. 780. Γεώργιο Kασιμάτη, «Tο ζήτημα της τριτενέργειας των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων», σε: περιοδικό «Το Σύνταγμα» (TοΣ) 1981 σ. 1, Τζ. Ηλιοπούλου – Στράγκα, «Η τριτενέργεια των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων του Συντάγματος του 1975», 1990, σ. 65, Δ. Κατράνη, «Η θεωρία της τριτενέργειας των δικαιωμάτων του ανθρώπου», σε: περιοδικό «Το Σύνταγμα» (ΤοΣ) 1978 σ. 237, Γ. Πατρίκιο, «Η τριτενέργεια των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων του ατόμου», σε: περιοδικό «Θεωρία και Πράξη Διοικητικού Δικαίου» (ΘΠΔΔ) 5/2011 σ. 507, ΣτΕ 3682, 4617/1986, ΣτΕ Ολ 3521/1993, ΜΠρΒόλου 1097/229/1989, σε: περιοδικό «Νομικό Βήμα» (ΝοΒ) 38 σ. 308, ΜΠρΚορίνθου 301/1992, ΜΠρΝαυπλίου 163/1991, ΜΠρΧαλκίδος 336/1992, ΠρΙωαννίνων 471/1996 σε: περιοδικό «Περιβάλλον και Δίκαιο» (ΠερΔικ) 1/1997 σ. 84 (σημ. Ευγ. Δακορώνια), ΜΠρΗρακλείου 3064/2008 σε: περιοδικό «Περιβάλλον και Δίκαιο» (ΠερΔικ) 3/2008 σ. 437, ΠΠρΛαρίσης 100/2007 σε: περιοδικό «Περιβάλλον και Δίκαιο» (ΠερΔικ) 4/2007 σ. 587, ΜΠρΚορίνθου 2145/2002 σε: περιοδικό «Περιβάλλον και Δίκαιο» (ΠερΔικ) 4/2002 σ. 773 (σημ. Ιω. Καράκωστα, Ν. Ξενογιάννη).

[35] Γλ. Σιούτη, «Δίκαιο Περιβάλλοντος», ό.π., σ. 49 επ.

[36] Ιω. Καράκωστας, «Περιβάλλον & Δίκαιο», ό.π., σ. 264.

[37] Ιω. Καράκωστας, «Περιβάλλον & Δίκαιο», ό.π., σ. 264.

[38] Βλ. Ιω. Καράκωστα, «Περιβάλλον & Δίκαιο», ό.π., σ. 499 επ. και Γλ. Σιούτη, «Η Συνταγματική κατοχύρωση της προστασίας του περιβάλλοντος», ό.π., σ. 68-69.

[39] Ιω. Καράκωστα, ό.π., σ. 504. Βλ. και ΣτΕ 2257/2014 σε: περιοδικό «Περιβάλλον και Δίκαιο» (ΠερΔικ) 4/2014 σ. 616.

[40] Βλ. σχετ. ΣτΕ Ολ 3350/2013, κατά την οποία: «Για την άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως δεν αρκεί το κοινό ενδιαφέρον κάθε πολίτη για τα γενικότερα θέματα της Χώρας και την σύννομη άσκηση της δημοσίας εξουσίας, αλλ΄ απαιτείται η ύπαρξη ιδιαιτέρου δεσμού του αιτούντος προσώπου ή φορέα συλλογικής δραστηριότητας με την προσβαλλομένη πράξη. Όσον δε αφορά τα νομικά πρόσωπα, το έννομο συμφέρον τους για την προσβολή διοικητικής πράξεως κρίνεται, κατά περίπτωση, εν όψει κυρίως των επιδιωκομένων από αυτά συγκεκριμένων σκοπών και του περιεχομένου της πράξεως».

[41] Βλ., μεταξύ άλλων, ΣτΕ 413/2008. Βλ. και ΣτΕ 2257/2014 σε: περιοδικό «Περιβάλλον και Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 4/2014 σ. 616, σχετικά με το έννομο συμφέρον Δικηγορικών Συλλόγων σε περιβαλλοντικές δίκες.

[42] Βλ. ΠΠρΠειρ 464/2014 ΠερΔικ 4/2013 σ. 696, Σ. Παυλάκη, «Το ναυάγιο του κ/ζ Sea Diamond και η περιβαλλοντική προστασία του Κόλπου της Καλντέρας Σαντορίνης», (με αφορμή την ΠΠρΠειρ 464/2014) σε: περιοδικό «Περιβάλλον και Δίκαιο» (ΠερΔικ) 2/2014 σ. 218 και σε: https://dasarxeio.com/2016/05/03/1024-9/

[43] Βλ. κυα ΗΠ 11764/653 (Β΄ 327/17.3.2006) και κυα 9269/470 (Β΄ 286/2.3.2007), Ι. Βασιλόπουλο, «Η αποτελεσματική προστασία του περιβάλλοντος και το δικαίωμα προσφυγής των πολιτών στη δικαιοσύνη», σε: περιοδικό «Περιβάλλον και Δίκαιο» (ΠερΔικ) 1/1997 σ. 23.

[44] Ιω. Καράκωστας, ό.π., σ. 51 επ., κατά τον οποίο, η διαδικασία του άρθρου 226 ΣΛΕΕ έχει επικριθεί ως μη ιδιαίτερα αποτελεσματική εν όψει του ότι η εκτίμηση της καταγγελίας απόκειται στη διακριτική ευχέρεια της Eπιτροπής, η κρίση της οποίας κατά πάγια νομολογία του ΔEK δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο.

[45] Ιω. Καράκωστας, ό.π., σ. 52.

[46] Ιω. Καράκωστας, ό.π., σ. 52.

[47] Ιω. Καράκωστας, ό.π., σ. 52, κατά τον οποίο οι προϋποθέσεις της αστικής ευθύνης του κράτους σε περίπτωση παράβασης του κοινοτικού δικαίου και ειδικότερα μη ενσωμάτωσης ή μη προσήκουσας ενσωμάτωσης Oδηγιών έχουν εξειδικευθεί από το ΔEK ιδίως με τις αποφάσεις Francovich και Factortame, με αφετηρία τις προϋποθέσεις της εξωσυμβατικής ευθύνης της ίδιας της Kοινότητας (άρθρο 340 ΣΛΕΕ).

[48] Nuclear Test Cases, ICJ Rep. 1974, σε: Νικ. Τσοκανά, «Διεθνές περιβαλλοντικό δικαστήριο και μη-διακστικές λύσεις: Υπάρχει λύση για μια βιώσιμη διεθνή προστασία του περιβάλλοντος;» σε: περιοδικό «Περιβάλλον και Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 1/2011 σ. 37.

[49] Ι. Καράκωστας, ό.π., σ. 605 επ.

[50] Βλ. Ιω. Καράκωστα, ό.π., σ. 605, όπου αναφέρεται και ότι το 2001 απερρίφθη αίτηση προσωρινών μέτρων της Ιρλανδίας κατά Αγγλίας στην υπόθεση του Εργοστασίου MOX, κατά την οποία το Δικαστήριο προέβη σε σειρά διαπιστώσεων για τις περιβαλλοντικές υποχρεώσεις συνεργασίας των μερών της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας. Στην υπόθεση Μαλαισίας κ. Σιγκαπούρης για την ανάταξη γης στο στενό του Johor, το Δικαστήριο διέταξε τη σύσταση κοινής επιστημονικής επιτροπής από τα διάδικα μέρη, προκειμένου να διαπιστωθούν τυχόν αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον από τη δραστηριότητα της Σιγκαπούρης. Βλ. και εκεί αναφορές για την πιο πρόσφατη γνωμοδότηση του Δικαστηρίου προς επίλυση διαφορών που αφορούν το διεθνή βυθό.  Το 0, Βιοποικιλ

[51] Ιω. Καράκωστας, ό.π., σ. 605 επ.

[52] Βλ. Αγγ. Καλλία – Αντωνίου, «Η αξιολόγηση του αγαθού “περιβάλλον” σε σχέση με τα λοιπά αγαθά στη νομολογία του ΣτΕ και του ΔΕΚ», σε: περιοδικό «Περιβάλλον και Δίκαιο» (ΠερΔικ) 2/1999 σ. 182, Ε. Πούλου, «Θεμιτές εκπομπές και προσβολή της προσωπικότητας», σε: περιοδικό «Περιβάλλον και Δίκαωιο» (ΠερΔικ) 3/2013 σ. 401, Αλ. Τζίκα – Χατζοπούλου, Α. Καραμάνου, «Το δίκαιο της έκτακτης ανάγκης», σε: περιοδικό «Περιβάλλον και Δίκαιο» (ΠερΔικ) 3/2011 σ. 421, Χαρ. Αθανασοπούλου, «Η διαμεσολάβηση του Συνηγόρου του Πολίτη σε θέματα προστασίας του περιβάλλοντος: διαπιστώσεις από την εμπειρία μίας δεκαπενταετούς διαδρομής», σε: περιοδικό «Περιβάλλον και Δίκαιο» (ΠερΔικ) 1/2012 σ. 36, ΣτΕ Ολ 3500/2009 ΠερΔικ 3/2009 σ. 542 (εξαίρεση νέων αυθαιρέτων από την κατεδάφιση), ΣτΕ Ολ 3037/2008 ΠερΔικ 2/2009 σ. 346 (άδειες ίδρυσης υπεραγορών – οικονομική ελευθερία), ΣτΕ 4171/2012 ΠερΔικ 4/2012 σ. 707 (καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος – απαγόρευση καπνίσματος).

[53] Βλ. Ιω. Καράκωστα, «Η προστασία των περιβαλλοντικών αγαθών μέσα από τη νομολογία των πολιτικών δικαστηρίων», σε: περιοδικό «Νομικό Βήμα» (ΝοΒ) 41 σ. 45, Αθ. Παπαθανασόπουλος, «Το δικαίωμα κυριότητας των περιβαλλοντικών αγαθών», σε: περιοδικό «Περιβάλλον και Δίκαιο» (ΠερΔικ) 4/2015 σ. 616, Σ. Παυλάκη, «Το δικαίωμα ελεύθερης πρόσβασης σε στοιχεία της πολιτιστικής κληρονομιάς ως έκφανση του δικαιώματος ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας – Με αφορμή τη ΣτΕ 2034/2015», σε: https://dasarxeio.com/2016/02/21/921-6/, Σ. Παυλάκη, «Οπτική ρύπανση – Το αποτύπωμα της περιβαλλοντικής βλάβης στο επίπεδο του αισθητού», σε:  https://dasarxeio.com/2016/03/26/557-10/, Αλ. Ζέρη, Καλ. Θεοχαρίδου, «Νόμιμη άδεια της αρχής και προστασία προσωπικότητας», σε: περιοδικό «Περιβάλλον και Δίκαιο» (ΠερΔικ) 3/2009 σ. 480, Ε. Πούλου, ό.π., ΣτΕ 2034/2015 ΠερΔικ 4/2015 σ. 689 (προστασία ιερών λόφων Αθηνών), ΑΠ 207/2010 ΠερΔικ 3/2010 σ. 480 (προσβολή προσωπικότητας από παρακώλυση χρήσης δημ. δασών), ΣτΕ 2214/2015 ΠερΔικ 3/2015 σ. 521 (αποκατάσταση Ι.Μ. Βουτσάς Ζαγορίου), ΜΠρΑθ 9402/2015 ΠερΔικ 1/2016 σ. 112 (παρατ. Ε. Αθανασόπουλου) (σταθμοί βάσης κινητής τηλεφωνίας – προσωπικότητα – αρχή προφύλαξης), ΜΠρΒόλου 2786/2008 ΠερΔικ 3/2008 σ. 458 (παρατ. Ν. Μόσχος) (προσωρινή απαγόρευση κατασκευής υδάτινης οθόνης εντός θαλάσσιας ζώνης λιμένος – προσωπικότητα), ΜΠρΧαλκίδας 403/2013 ΠερΔικ 3/2013 σ. 496 (προσβολή προσωπικότητας – παρεμπόδιση λειτουργίας μονάδας βιολογικού καθαρισμού), ΜΠρΧαλκίδος 1158/2010 ΠερΔικ 3/2010 σ. 487 (κατανάλωση μολυσμένου νερού – προστασία προσωπικότητας), ΜΠρΗρακλείου 3308-1411/2010 ΠερΔικ 3/2010 σ. 555 (παρατ. Γ. Σμπώκος) (προσβολή προσωπικότητας λόγω κοπής δένδρων), ΜΠρΜεσολογγίου 829/2009 ΠερΔικ 2/2010 σ. 296 (παρατ. Π. Εμμανουηλίδου) (παράνομη αμμοληψία στον ποταμό Εύηνο – προσβολή προσωπικότητας), ΜΠρΒόλου 1503/2004 ΠερΔικ 3/2004 σ. 394 (μπάζωμα κοίτης χειμάρρου – προσβολή προσωπικότητας).

[54] Βλ. ΣτΕ Ολ 1681/2002 ΠερΔικ 1/2003 σ. 97, ΣτΕ 2546/1999 ΠερΔικ 2/2001 σ. 235 (επιδράσεις ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας – προστασία δημόσιας υγείας), ΣτΕ Ολ 1906/2014 ΠερΔικ 4/2014 σ. 625 (αντισυντ/τητα ιδιωτικοποίησης ΕΥΔΑΠ – προστασία δημ. υγείας), ΣτΕ 2656/2007 ΠερΔικ 1/2008 σ. 90 (εγκαταστάσεις βιολογικού καθαρισμού – δημόσια υγεία), ΣτΕ ΕΑ 633/2011 ΠερΔικ 4/2011 σ. 470 (ΧΥΤΑ Ν. Κέρκυρας – προστασία δημόσιας υγείας), ΤρΠλημΒόλου 3325/2005 ΠερΔικ 3/2006 σ. 427 (παρατ. Ν. Μόσχος) (απομάκρυνση κεραίας κινητής τηλεφωνίας – δημ. υγεία), ΣτΕ ΕΑ 1028/2005 ΠερΔικ 1/2006 σ. 95 (ΧΥΤΑ Θεσπρωτίας – προστασία δημ. υγείας), Αικ. Καράμπελα, «Η επίδραση της ρύπανσης του περιβάλλοντος στην ανθρώπινη υγεία», σε: περιοδικό «Περιβάλλον και Δίκαιο» (ΠερΔικ) 3/2001 σ. 376, Χαρ. Αθανασοπούλου, «Πόρισμα αναφοράς Συνηγόρου του Πολίτη – Επιπτώσεις στη δημόσια υγεία από τη χρήση δακρυγόνων (Απρ. 2006)», σε: περιοδικό «Περιβάλλον και Δίκαιο» (ΠερΔικ) 3/2006 σ. 501, Γ. Μπάλιας, «Τα ηλεκτρομαγνητικά πεδία, οι κίνδυνοι βλάβης της υγείας και του περιβάλλοντος και οι προληπτικοί μηχανισμοί του δικαίου», σε: περιοδικό «Περιβάλλον και Δίκαιο» (ΠερΔικ) 1/2002 σ. 44.

[55] Γλ. Σιούτη, «Η Συνταγματική κατοχύρωση της προστασίας του περιβάλλοντος», ό.π., σ. 139 επ.

[56] Γλ. Σιούτη, «Η Συνταγματική κατοχύρωση της προστασίας του περιβάλλοντος», ό.π., σ. 125.

[57] Βλ. ΣτΕ Ολ 1821/1995, 4357/1997.

[58] Βλ. ΣτΕ 2034/2015 ΠερΔικ 4/2015 σ. 689, Σ. Παυλάκη, «Το δικαίωμα ελεύθερης πρόσβασης σε στοιχεία της πολιτιστικής κληρονομιάς ως έκφανση του δικαιώματος ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας – Με αφορμή τη ΣτΕ 2034/2015», ό.π., Αλ. Ζέρη, Καλ. Θεοχαρίδου, «Νόμιμη άδεια της αρχής και προστασία της προσωπικότητας», σε: περιοδικό «Περιβάλλον και Δίκαιο» (ΠερΔικ) 3/2009 σ. 480.

[59] Βλ. Γλ. Σιούτη, «Δίκαιο Περιβάλλοντος», ό.π., 69 επ., Α. Kαλλία – Aντωνίου, «H έκφραση της αρχής της βιώσιμης ανάπτυξης και της συνολικής προσέγγισης της ρύπανσης του περιβάλλοντος», ΠερΔικ 2/1998 σ. 215.

[60] Βλ. ΣτE Ολ 811/1977, ΣτΕ Ολ 613/2002 ΠερΔικ 2/2002 σ. 296, ΣτΕ 1468/2004, ΣτΕ 2108/2003, ΣτΕ Ολ 1672/2005, ΣτΕ 2062/2004, ΣτΕ 4002/2004, Χ. Αθανασοπούλου, «Οικονομική Ελευθερία και Προστασία του Περιβάλλοντος – Σύγχρονες προοπτικές σε περιφερειακό και διεθνές επίπεδο (από τη GATT στον ΠΟΕ)», εκδ. Σάκκουλα ΑΕ Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2002, Ν. Ρένεση, «Η αρχή της οικονομικότητας ως έκφανση της νομιμότητας», ΘΠΔΔ 10-11/2014 σ. 833.

[61] Ι. Καράκωστας, «Περιβάλλον και Δίκαιο», ό.π., σ. 232. Βλ. και Ι. Δρόσο, «Συνταγματικοί περιορισμοί της ιδιοκτησίας και αποζη­μίωση – Προστασία της ιδιοκτησίας και Eυρωπαϊκή Σύμβαση των δικαιωμάτων του Aνθρώπου», 1997, Συνήγορος του Πολίτη, «Απαλλοτρίωση, στέρηση και περιορισμοί της ιδιοκτησίας και αποζημίωση», Ειδ. Έκθεση 2005 (σε: http://www.synigoros.gr/reports/apalotriosi.pdf), Γ. Γιαννακούρου, «Περιβάλλον και ιδιοκτησία – Η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας υπό το φως της ΕΣΔΑ», ΕυρΠολ 3/2008 σ. 617, Ε. Κιουσοπούλου, «Ο προορισμός της εκτός σχεδίου δόμησης ιδιοκτησίας: ένα ακόμη αμάχητο τεκμήριο σε δοκιμασία. Σκέψεις με αφορμή τις ΕυρΔΔΑ Ζante Marathonisi AE, Anonymos Touristiki Etairia Xenodoxeia Kritis και Theodoraki κ. Ελλάδας», Νόμος και Φύση 2009, Α. Παπαθανασόπουλος, «Το δικαίωμα κυριότητας των περιβαλλοντικών αγαθών», ΠερΔικ 4/2015 σ. 616, ΣτE Ολ 3146/1986, ΣτΕ 2343/2009 ΠερΔικ 1/2010 σ. 142.

[62] Βλ. ΣτΕ 3224/2009 ΠερΔικ 2/2010 σ. 316, ΝοΒ 2009 σ. 2428, ΣτΕ 325/2009 ΠερΔικ 2/2009 σ. 334, ΕΔΔΑ προσφ. 14216/2003 απόφ. της 6.12.2007, Ζάντε Μαραθονήσι ΑΕ κ. Ελλάδος, ΘΠΔΔ 4/2008 σ. 470, ΕΔΔΑ προσφ. 35332/2005 απόφ. 21.2.2008, Ανώνυμη Τουριστική Εταιρεία Ξενοδοχεία Κρήτης κ. Ελλάδος, ΘΠΔΔ 4/2008 σ. 472 (παρατ. Ν. Ρόζος), ΣτΕ 2128/2014 ΠερΔικ 4/2014 σ. 647 σχετ. με στέρηση χρήσεως ακινήτου εντός αρχαιολογικού χώρου.

[63] ΕΔΔΑ προσφ. 50824/1999 απόφαση της 19.9.2002, ΑΖΑ κ. Ελλάδος.

[64] Βλ. σχετ. ΣτΕ 3641/2009 ΠερΔικ 2/2010 σ. 333, ΣτΕ 3637/2009 ΠερΔικ 2/2010 σ. 339, ΣτΕ 3639/2009 ΠερΔικ 2/2010 σ. 340, ΣτΕ 3181/2009 ΠερΔικ 2/2010 σ. 348, ΝοΒ 2009 σ. 2428.

[65] Βλ. ΣτΕ 548/2008 ΠερΔικ 3/2008 σ. 499.

[66] Βλ. σχετ. ΕφΘεσ 62/2009 ΠερΔικ 4/2009 σ. 739.

[67] ΣτΕ 4097/2001 ΠερΔικ 2/2002 σ. 341, ΣτΕ 2888/2014 ΠερΔικ 3/2014 σ. 541.

[68] ΕφΑθ 7403/2013 ΕφΑΔ 3-4/2014 σ. 272.

[69] Βλ. ΣτΕ 776/2008 ΠερΔικ 3/2008 σ. 508.

[70] ΕΔΔΑ προσφ. 72/1995/578/664 απόφαση της 15.11.1996, Κατικαρίδης κ.ά. κατά Ελλάδος.

[71] Άρθρο 45 παρ. 4 πδ/τος 18/1989. Βλ. ΣτΕ 3561/2014 ΠερΔικ 1/2015 σ. 73, ΣτΕ 3943/2015 ΠερΔικ τ. 4/2015 σ. 678, ΣτΕ 2818/1997.

[72] Βλ. και ν. 4014/2011 (Α΄ 209), Οδηγίες 84/360/ΕΟΚ, 85/337/ΕΟΚ, 97/11/ΕΕ και 96/61/ΕΕ, κυα 69269/5387/24.10.1990 (Β΄ 678) και ΗΠ 11014/703/Φ 104/14.3.2003 (Β΄ 332).

[73] Βλ. ΣτΕ Ολ 3219/2010, 613/2002, 3478/2000, ΣτΕ 3139/2015 ΠερΔικ 1/2016 σ. 61.

[74] ΣτΕ Ολ 2638/2009, 4498/1998, 3478/2000.

[75] ΣτΕ 395/2014 ΠερΔικ 2/2014 σ. 298.

[76] ΣτΕ 4189/2014 ΠερΔικ 4/2015 σ. 702.

[77] ΣτΕ ΠΕ Ολ 29/2015 ΠερΔικ 1/2015 σ. 112.

[78] ΣτΕ 711/2014 ΠερΔικ 2/2014 σ. 224.

[79] Βλ. ΑΕΔ 27/1999, ΣτΕ ΠΕ 26/2016 ΠερΔικ 1/2016 σ. 72 (παρατ. Ε. Αψοκάρδου), Α. Mαριά, «H νομική προστασία των δασών», 1998, σ. 459, Π. Γιαννακούρος, «Δασικός Κώδικας και Δασικοί Νόμοι», εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή 2002, Α. Μαριά, «Τεχνικά έργα ηλεκτροπαραγωγής από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ) και προστασία του περιβάλλοντος», ΠερΔικ 3/2001 σ. 338.

[80] Βλ. ΣτΕ 842/2014 ΠερΔικ 1/2014 σ. 42, Α. Μαριά, «Οι έννοιες του δάσους και της δασικής έκτασης κατά τον ν. 3208/2003 και η νομολογιακή τους ανάγνωση – Κριτικές σκέψεις με αφορμή τη ΣτΕ 3559/2008», ΠερΔικ 4/2008 σ. 560.

[81] Βλ. σχετ. και άρθρο 38 παρ. 1 ν. 998/1979 (Α΄ 289).

[82] ΣτΕ 4189/2014 ΠερΔικ 4/2015 σ. 702, ΣτΕ 1495/2015, 2939/2012, 2743/2011, 291/2009, 553/2008, 3741/2005, ΔΕφΘεσ 2987/2015 ΠερΔικ 1/2016 σ. 87, ΣτΕ 3164/2015 ΠερΔικ 4/2015 σ. 641.

[83] Βλ. Ψήφισμα 6ης Απριλίου 2001 Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής.

[84] ΣτΕ 2818/1997, ΣτΕ 805/2016 ΠερΔικ 1/2016 σ. 66. Βλ. και Ε. Σταματίου, «Δασολόγιο – Θεσμικό πλαίσιο, διοικητική παθογένεια και πρακτική στην Ελλάδα – Η διεθνής εμπειρία», ΠερΔικ 1/2009 σ. 34.

[85] Βλ. ΣτΕ 805/2016 ΠερΔικ 1/2016 σ. 66, κατά την οποία: «Η διάταξη του άρθρου 27 παρ. 7 του ν. 2664/1998, με την οποία ο νομοθέτης μερίμνησε για την επιτάχυνση και ολοκλήρωση της διαδικασίας κύρωσης δασικών χαρτών, τίθεται προς διασφάλιση του προστατευτικού σκοπού του άρθρου 24 του Συντάγματος, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι η διαδικασία κύρωσης δασικών χαρτών θα ολοκληρώνεται στον απολύτως αναγκαίο προς τούτο χρόνο προ του πέρατος της διαδικασίας κτηματογράφησης», Σοφία Παυλάκη, «Κατάρτιση δασικών χαρτών και διαδικασία Κτηματογράφησης» (με αφορμή τη ΣτΕ 805/2016), σε: https://dasarxeio.com/2016/05/14/1059-9/

[86] ΣτΕ 549/2015, 293/2009, 1990/2007, 3297/2007, 2763/2006, 2268/2004, ΔΕφΘεσ 2987/2015 ΠερΔικ 1/2016 σ. 87.

[87] ΣτΕ 3944/2015 ΠερΔικ 4/2015 σ. 762.

[88] Ελ. Τροβά, «Οι περιπέτειες του Θεού ποταμού», σε: περιοδικό «Εφαρμογές Δημοσίου Δικαίου» 2014 σ. 18, ΣτΕ 3943/2015 ΠερΔικ 4/2015 σ. 678.

[89] Βλ. άρθρο 6 ν. 880/1979, ΣτΕ 3561/2014 ΠερΔικ 1/2015 σ. 73, ΣτΕ 3562/2014 ΠερΔικ 4/2014 σ. 631.

[90] Ευ. Αθανασόπουλος, «Η προστασία των ρεμάτων υπό την ΑΚ 57», σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 3/2016 σ. 408.

[91] Βλ. Σοφία Παυλάκη, «Περιβαλλοντική Ευθύνη», Εφαρμογές Ειδικών Αστικών Νόμων, εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2015.

[92] ΣτΕ 963/2015 ΠερΔικ 3/2015 σ. 500, ΣτΕ Ολ 1528/2003, ΣτΕ 1567/2005, 1953/2007. Βλ. και Ανδρ. Παπαπετρόπουλο, «Χωροταξικός Σχεδιασμός και Βιώσιμη Ανάπτυξη», εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2009, Βασ. Σκουρή, «Χωροταξικό και Πολεοδομικό Δίκαιο», β΄ έκδοση, εκδ. Σάκκουλα ΑΕ Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 1991, Αλ. Τζίκα – Χατζοπούλου, «Πολεοδομικό Δίκαιο», Πανεπιστημιακές Εκδόσεις ΕΜΠ, Αθήνα 2000, Δημ. Μέλισσα, «Οι χρήσεις γης, το γενικό πολεοδομικό σχέδιο και η ζώνη οικιστικού ελέγχου», β΄ έκδοση, εκδ. Σάκκουλα ΑΕ Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2010, Δημ. Χριστοφιλόπουλο, «Πολιτιστικό περιβάλλον, χωρικός σχεδιασμός και βιώσιμη ανάπτυξη», εκδ. Π.Ν. Σάκκουλα, Αθήνα 2002, Γεωργία Γιαννακούρου, «Μια πρώτη, συνολική, επισκόπηση των αλλαγών στο σύστημα χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού – Σκέψεις και προβληματισμοί», σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) 1/2015 σ. 1.

[93] ΣτΕ 2690/1994, ΣτΕ 2887/2014 ΠερΔικ 2/2015 σ. 343.

[94] ΣτΕ Ολ 10/1988.

[95] ΣτΕ Ολ 376/2014 ΠερΔικ 4/2013 σ. 735, ΣτΕ ΠΕ 28/2015 ΠερΔικ 1/2015 σ. 127. Βλ. και Μ. Χαϊνταρλή, Ι. Σταμπουλτζή, «Πράξη εφαρμογής, πολεοδομικός σχεδιασμός και ιδικτησιακά δικαιώματα – Μελέτη περίπτωσης», σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) τ. 3/2015 σ. 401, Μ. Χαϊνταρλή, «Χρήσεις γης και Δίκαιο της Πολεοδομίας», σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) 2/2010 σ. 258, Απ. Παπαθωμά, «Αυθαίρετη δόμηση – Αναστολή επιβολής κυρώσεων – Αντισυνταγματικότητα διατάξεων ν. 4014/2011 – Με αφορμή τη ΣτΕ Ολ 3341/2013», σε: περιοδικό «Συνήγορος» 99/2013 σ. 40.

[96] ΣτΕ Ολ 2996/2014 ΠερΔικ 3/2014 σ. 445, ΣτΕ 2669/2007, 3175, 4534/2009.

[97] ΣτΕ 1588/1999, ΣτΕ ΠΕ 359, 216/1999, 273/1998, 536/2002.

[98] ΣτΕ Ολ 2152/2015 ΠερΔικ 2/2015 σ. 296.

[99] ΣτΕ 2783/2014 ΠερΔικ 2/2015 σ. 239, βλ. και Σοφία Παυλάκη, «Παράνομες κατατμήσεις έργων και περιβαλλοντική αδειοδότηση» (με αφορμή τη ΣτΕ 2783/2014), σε: https://dasarxeio.com/2016/05/20/127-8/

[100] ΣτΕ 4073/2014 ΠερΔικ 1/2016 σ. 98, ΣτΕ 207/2016 ΠερΔικ 1/2016 σ. 152, ΣτΕ 4189/2014 ΠερΔικ 4/2015 σ. 702.

[101] ΣτΕ 4189/2014 ΠερΔικ 4/2015 σ. 702, ΣτΕ 1422/2013 ΠερΔικ 1/2015 σ. 104, ΣτΕ 4986/2014 ΠερΔικ 1/2015 σ. 93. Σχετ. με τα Περιφερειακά Πλαίσια Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης (ΠΠΧΣΑΑ), βλ. ΣτΕ 387/2014 ΠερΔικ 2/2014 σ. 292.

[102] Βλ. ν. 2308/1995 (Α΄ 114), ν. 2664/1998 (Α΄ 275), ν. 4164/2013 (Α΄ 156/9.7.2013), ΣτΕ 805/2016 ΠερΔικ 1/2016 σ. 66, Ελ. Σταματίου, «Κτηματολόγιο – Θεσμικό πλαίσιο, διοικητική παθογένεια και πρακτική στην Ελλάδα – H διεθνής εμπειρία», σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) 1/2010, σ. 43.

[103] Ο ν. 4269/2014 (Α΄ 142) τροποποιήθηκε με το άρθρο 238 του ν. 4389/2016 (Α΄ 94/27.5.2016) που κατήργησε τα άρθρα του 14 έως και 33 και με το άρθρο 14 του ν. 4447/2016 (Α΄ 241/23.12.2016) που κατήργησε τα άρθρα του 1 έως 13α. Σχετ. βλ. και Γεωργία Γιαννακούρου, «Μια πρώτη, συνολική, επισκόπηση των αλλαγών στο σύστημα χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού – Σκέψεις και προβληματισμοί», σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) 1/2015 σ. 1, Ι. Κανταρτζή, «Η εντοπισμένη τροποποίηση εγκεκριμένων ρυμοτομικών σχεδίων σε ζώνη προστατευόμενης περιοχής και η σχέση της με τις προβλέψεις του εκάστοτε ισχύοντος ΓΠΣ», παρατηρήσεις επί της ΣτΕ 93/2016, σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) 1/2016 σ. 156.

[104] Άρθρο 24 ν. 3894/2010 συνδ. άρθ. 11-14Α ν. 3986/2011 (όπως τροπ. με ν. 4062/2012, 4092/2012 και 4276/2014), ΣτΕ ΠΕ Ολ 29/2015 ΠερΔικ 1/2015 σ. 112.

[105] ΣτΕ 4986/2014 ΠερΔικ 1/2015 σ. 93, ΣτΕ 2885/2014 ΠερΔικ 4/2014 σ. 635 (παρατ. Γ. Τριχίλης).

[106] ΣτΕ 963/2015 ΠερΔικ 3/2015 σ. 500.

[107] Βλ. άρθρο 8 παρ. 7 ν. 1512/1985, ΣτΕ 2739/2011 ΠερΔικ 1/2012 σ. 163.

[108] ΣτΕ Ολ 3341/2013 ΠερΔικ 3/2013 σ. 555, ΣτΕ Ολ 1118/2014 ΠερΔικ 1/2014 σ. 128.

[109] ΣτΕ Ολ 1119/2014 ΠερΔικ 1/2014 σ. 123.

[110] ΣτΕ Ολ 1858/2015 ΠερΔικ 2/2015 σ. 311.

[111] ΣτΕ 2485/2014 ΠερΔικ 3/2014 σ. 515, ΣτΕ 2485/2014 ΠερΔικ 3/2014 σ. 515, ΣτΕ 1940/2014 ΠερΔικ 2/2015 σ. 292, ΣτΕ 755/2014 ΠερΔικ 2/2015 σ. 339.

[112] ΣτΕ 2850/2012 ΠερΔικ 3/2012, 515.

[113] ΣτΕ 2939/2013, ΣτΕ 366/2016 ΠερΔικ 1/2016 σ. 124.

[114] ΣτΕ 2740/2014 ΠερΔικ 3/2014 σ. 536, ΣτΕ 3303/2007, 2128/2006 7μ., 3790, 3422/2004.

[115] ΣτΕ 3837/2012 ΠερΔικ 3/2012 σ. 521, ΣτΕ 2888/2014 ΠερΔικ 3/2014 σ. 541, ΣτΕ Ολ 2526/2003, ΣτΕ 3077, 3844/2006.

[116] ΣτΕ 2888/2014, ό.π.

[117] ΣτΕ 2637/2013 ΠερΔικ 4/2013 σ. 731, ΣτΕ 637/1998.

———-  ———-


nomiki_epikairotita-001


.
Δημοσιεύτηκε στο dasarxeio.com | 13.03.2017

.


Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s