Η αντισυνταγματικότητα των διατάξεων περί «οικιστικών πυκνώσεων» κατά την απόφαση ΣτΕ 1942/2017

Η αντισυνταγματικότητα των διατάξεων περί «οικιστικών πυκνώσεων» κατά την απόφαση ΣτΕ 1942/2017

Σόφη Ε. Παυλάκη, Δικηγόρος

HERMANN HESSE Bäume und Häuser
(Δένδρα και σπίτια), 1922

Η απόφαση ΣτΕ 1942/2017 υπήρξε πολυαναμενόμενη αφού το Δικαστήριο απεφάνθη σχετικά με την καινοφανή έννοια των «οικιστικών πυκνώσεων» που εισήχθη στην έννομη τάξη με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 23 του ν. 3889/2010, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 153 παρ. ΙΑ του ν. 4389/2016 και εξειδικεύθηκε με την προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση. Σύμφωνα με την απόφαση οι ως άνω διατάξεις κρίθηκαν κατά πλειοψηφία αντισυνταγματικές ως αντίθετες πρωτίστως στο άρθρο 24 παρ. 1 του Συντάγματος για την προστασία του περιβάλλοντος και των δασικών οικοσυστημάτων, αλλά και στο άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος για την αρμοδιότητα έκδοσης κανονιστικών πράξεων από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Αξιοσημείωτη είναι η θέση του Δικαστηρίου όσον αφορά τη νόθευση και σημαντική παρακώλυση της διαδικασίας κύρωσης δασικών χαρτών που επιφέρει η εφαρμογή των επίμαχων διατάξεων για τις οικιστικές πυκνώσεις καθώς επίσης και η μνεία της απόφασης στην παράβαση της αρχής της ισότητας και στα σοβαρά ασυμβίβαστα που εγείρονται από τη ρύθμιση των οικιστικών πυκνώσεων όσον αφορά το εν γένει νομοθετικό πλαίσιο περί αυθαιρέτων. Όσα κρίθηκαν από το Συμβούλιο της Επικρατείας με την απόφασή του 1942/2017, σε σχέση με την αντισυνταγματικότητα του μέτρου των οικιστικών πυκνώσεων, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη και ενόψει της εσπευσμένης κατάθεσης από το ΥΠΕΝ σχετικής τροπολογίας σε νομοσχέδιο που εκκρεμεί στη Βουλή προς ψήφιση, δυνάμει της οποίας επιχειρείται να προσδοθεί το «ένδυμα του νόμου» σε κριθείσες πλέον ως αντισυνταγματικές κανονιστικές διατάξεις της διοικήσεως και να παρακαμφθεί με τον τρόπο αυτό ο περαιτέρω ακυρωτικός τους έλεγχος από τη δικαιοσύνη.

Ι. Εισαγωγή

Με την πρόσφατη απόφαση 1942/2017[1] του Ε΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας η διάταξη του άρθρου 23 παρ. 4 του ν. 3889/2010 (όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο 153 παρ. ΙΑ του ν. 4389/2016)[2] κρίθηκε αντίθετη στα άρθρα 24 παρ. 1 και 43 παρ. 2 του Συντάγματος. Η υπόθεση αφορούσε εκδίκαση αιτήσεως ακυρώσεως που κατατέθηκε από το «Παγκόσμιο Ταμείο για τη Φύση – WWF ΕΛΛΑΣ»[3] την 11η Νοεμβρίου 2016 κατά του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, με την οποία ζητήθηκε η ακύρωση της 34844/11.7.2016 (ΑΑΠ 145)[4] κοινής απόφασης του Υπουργού και Αναπληρωτή Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, δυνάμει της οποίας είχαν ορισθεί τα κριτήρια προσδιορισμού της οικιστικής πύκνωσης, κατά την έννοια του άρθρου 23 παρ. 4 του ν. 3889/2010, όπως ισχύει.

ΙΙ. Η απόφαση και η δικαστική κρίση

Το Δικαστήριο δέχθηκε κατά πλειοψηφία τα εξής:

Από τις διατάξεις των άρθρων 24 παρ. 1 και 117 παρ. 3 του Συντάγματος[5] συνάγεται ότι τα δάση και οι δασικές εκτάσεις, ως φυσικά αγαθά, ανεξαρτήτως της ειδικότερης ονομασίας ή της θέσεώς τους, υπάγονται σε ιδιαίτερο και αυστηρό προστατευτικό καθεστώς, με σκοπό τη διατήρηση της κατά προορισμόν χρήσεώς τους, ανατίθεται δε στον κοινό νομοθέτη η θέσπιση των επιβαλλομένων προληπτικών ή κατασταλτικών μέτρων για την επίτευξη του σκοπού αυτού.[6]

Η συνταγματική υποχρέωση διαφυλάξεως του εν γένει δασικού πλούτου της χώρας καθιστά κατ΄ εξαίρεση μόνον επιτρεπτή τη μεταβολή της μορφής των εκτάσεων δασικού χαρακτήρα, τούτο δε εφ΄ όσον προέχει για την εθνική οικονομία η αγροτική εκμετάλλευση ή άλλη χρήση επιβαλλόμενη από λόγους δημοσίου συμφέροντος.[7] Στην περίπτωση αυτή, ο σκοπός δημοσίου συμφέροντος που επιδιώκεται να εξυπηρετηθεί με την απώλεια δασικού πλούτου οφείλει να σταθμίζεται προς τη διατήρηση άθικτου του τελευταίου, η οποία αποτελεί εξ ορισμού σκοπό δημοσίου συμφέροντος, συνταγματικής εμβέλειας.[8]

Η στάθμιση αυτή πρέπει να διενεργείται από τα αρμόδια δημόσια όργανα -νομοθετικά και διοικητικά- δεν είναι δε ανεκτή καταστροφή της δασικής βλάστησης ορισμένης εκτάσεως δασικού χαρακτήρα από οποιονδήποτε τρίτο. Η καταστροφή αυτή, εφ΄ όσον παρά ταύτα λάβει χώρα, καθιστά υποχρεωτικώς ληπτέο το συνταγματικό μέτρο της αναδάσωσης και την υπαγωγή της δασικής εκτάσεως που καταστράφηκε σε προστατευτικό καθεστώς ακόμη αυστηρότερο από το προβλεπόμενο για τις εκτάσεις που διατηρούν τη δασική τους μορφή.[9]

Ο συνταγματικός νομοθέτης, γνωρίζοντας ότι η προστατευτική του δασικού πλούτου νομοθεσία, οσοδήποτε ολοκληρωμένη και αυστηρή και αν είναι, δεν θα μπορούσε να εγγυηθεί την αποτελεσματική προστασία του χωρίς τον έγκυρο εντοπισμό και την καταγραφή των εκτάσεων δασικού χαρακτήρα, ανήγαγε σε συνταγματική υποχρέωση την κατάρτιση Δασολογίου, προαπαιτούμενο της οποίας είναι η κατάρτιση των δασικών χαρτών.[10] Τούτο δε προκειμένου τα δασικά όργανα να προβαίνουν έγκαιρα στις αναγκαίες ενέργειες σε περίπτωση αθέμιτων παρεμβάσεων σε δάσος ή δασική έκταση και να διευκολύνεται η άμεση αποκατάσταση του δασικού χαρακτήρα σε περιπτώσεις αλλοίωσης ή μεταβολής του από ανθρώπινες ενέργειες ή άλλα αίτια.[11]

Η διάταξη του άρθρου 23 παρ. 4 του ν. 3889/2010 προβλέπει την αποτύπωση με ιώδες χρώμα και την εξαίρεση από την ανάρτηση δασικών χαρτών των περιοχών, στις οποίες έχουν αναπτυχθεί «οικιστικές πυκνώσεις», των οποίων ωστόσο δεν περιέχει ορισμό. Οι εν λόγω συγκεντρώσεις κτηρίων δεν εμπίπτουν ούτε σε περιοχές εγκεκριμένων ρυμοτομικών σχεδίων ή νομίμως υφισταμένων οικισμών, οι οποίες κατά το σύστημα του νόμου αποτυπώνονται στο υπόβαθρο του δασικού χάρτη με πορτοκαλί χρώμα, ούτε σε περιοχές οικισμών που στερούνται νόμιμης έγκρισης ή έστω υπό έγκριση σχεδίων ή υπό οριοθέτηση οικισμών, οι οποίες αποτυπώνονται με κίτρινο χρώμα.

Οι «οικιστικές πυκνώσεις» αποτελούν κατά την απόφαση συγκεντρώσεις κτηρίων κατά τεκμήριο αυθαιρέτων, η δε εξαίρεσή τους από τον αναρτώμενο δασικό χάρτη και τη διαδικασία αντιρρήσεων κατ΄ αυτού νοείται από τον νομοθέτη ως οριστική. Τούτο συνάγεται από το γεγονός ότι η διάταξη αυτή αφ΄ ενός δεν προβλέπει άλλη διαδικασία, η οποία υπό το ισχύον νομοθετικό καθεστώς θα διασφάλιζε ότι οι εντός των «πυκνώσεων» δασικές εκτάσεις θα συμπεριληφθούν στους οριστικούς δασικούς χάρτες και εν τέλει στο Δασολόγιο,[12] αφ΄ ετέρου δε από τον ρητώς διατυπούμενο σκοπό της, που είναι η «περιβαλλοντική και πολεοδομική διαχείριση» των οικιστικών πυκνώσεων, τμήματα των οποίων έχουν εν τούτοις εγνωσμένο δασικό χαρακτήρα.[13]

Η εξαίρεση αυτών των περιοχών από τους δασικούς χάρτες και κατ΄ επέκταση από το Δασολόγιο δεν υπαγορεύεται από κανέναν σκοπό δημοσίου συμφέροντος, είναι δε ιδίως απρόσφορη και για την επιτάχυνση της κύρωσης των δασικών χαρτών. Και τούτο, διότι για μεν τα τμήματα των δασικών χαρτών, ως προς τα οποία δεν υπεβλήθησαν αντιρρήσεις, η κύρωση των δασικών χαρτών προβλέπεται ως άμεση και χωρεί ανεξαρτήτως της εκβάσεως των αντιρρήσεων,[14] που άλλωστε δεν αφορούν τα τμήματα αυτά, για δε τα υπόλοιπα τμήματα, ως προς τα οποία υπεβλήθησαν αντιρρήσεις, μετατίθεται μεν για τον μετά την εξέταση των αντιρρήσεων χρόνο, γεγονός που επιφέρει μοιραίως τις αναγκαίες καθυστερήσεις, πρόσφορος όμως τρόπος αντιμετώπισής τους δεν είναι προδήλως η εκ προοιμίου έκταξή τους από τους δασικούς χάρτες, η οποία αφ΄ ενός μεν στερεί χωρίς αποχρώντα λόγο τα τμήματα αυτά και από την προσωρινή αλλά άμεση ισχύ της καταγραφής τους ως δασικών στον καταρτισθέντα χάρτη[15] και αφ΄ ετέρου όχι απλώς δεν επιταχύνει αλλά ματαιώνει, υπό το ισχύον νομοθετικό καθεστώς, τη συμπερίληψή τους στο Δασολόγιο.

Όσον αφορά το πρόβλημα της αυθαίρετης δόμησης εντός δασών και δασικών εκτάσεων, η απόφαση δέχεται ότι δεν είναι επιτρεπτό να επιβραβεύεται η αυθαίρετη δόμηση εντός δασών κατά παράβαση των άρθρων 4 του Συντάγματος περί της αρχής της ισότητας των Ελλήνων ενώπιον του νόμου και 25 του Συντάγματος περί του κράτους δικαίου και της απαγόρευσης της καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος. Ομοίως είναι ανεπίτρεπτο κατά την απόφαση η μεταχείριση όσων οικοδομούν αυθαιρέτως σε δάση να καθίσταται ευνοϊκότερη ακόμη και έναντι εκείνων που δόμησαν σε εκτάσεις κίτρινου περιγράμματος, δηλαδή εντός οικισμών έστω και μη νομίμως οριοθετημένων,[16] οποιαδήποτε δε λύση του προβλήματος αυτού όχι μόνο δεν αποκλείει, αλλ΄ αντιθέτως προϋποθέτει την έγκυρη καταγραφή των εκτάσεων ως δασικών στον αναρτώμενο δασικό χάρτη.

Η εξαίρεση των εν λόγω περιοχών από τους δασικούς χάρτες, περιστέλλοντας την πληρότητα του υπό κατάρτιση Δασολογίου, δεν συνιστά κατά την απόφαση πρόσφορο μέσο ούτε για την εξυπηρέτηση του σκοπού ενημέρωσης της Διοικήσεως ως προς τα χαρακτηριστικά των «οικιστικών πυκνώσεων», αφού αντιθέτως τον σκοπό αυτό θα εξυπηρετούσε η υπαγωγή και των εκτάσεων αυτών στη διαδικασία ανάρτησης των δασικών χαρτών και των κατ΄ αυτών αντιρρήσεων, με τις οποίες οι ενδιαφερόμενοι θα έθεταν οι ίδιοι υπ΄ όψη της Διοικήσεως οποιοδήποτε στοιχείο θα συνηγορούσε υπέρ των απόψεών τους, στην περίπτωση δε αυτή θα εξαιρούνταν από το Δασολόγιο μόνον οι εκτάσεις για τις οποίες θα συνέτρεχε νόμιμος λόγος και όχι όλες συλλήβδην οι εκτάσεις που αποτελούν την «οικιστική πύκνωση», δομημένες αυθαιρέτως ή αδόμητες.

Τέλος, η πρόβλεψη στην επίμαχη διάταξη ότι εξακολουθεί να εφαρμόζεται η δασική νομοθεσία σε όσες από τις ως άνω περιοχές έχουν δασικό χαρακτήρα, δεν θεραπεύει σύμφωνα με την απόφαση την πλημμέλεια της διατάξεως αυτής ούτε προσδίδει νομιμότητα στη ρύθμιση των «οικιστικών πυκνώσεων», δεδομένου ότι η προστασία των δασών μέσω της δασικής νομοθεσίας ολοκληρώνεται κατά το Σύνταγμα με την προσήκουσα απογραφή τους από το Δασολόγιο, την οποία όμως παρακωλύει η εν λόγω διάταξη κατά τα προαναφερόμενα.

Εν όψει τούτων σύμφωνα με την άποψη της πλειοψηφίας, η επίμαχη διάταξη η οποία εξαιρεί από τη διαδικασία δασικών χαρτών τις οικιστικές πυκνώσεις, οι οποίες εντοπίζονται και υποδεικνύονται από τους οικείους ΟΤΑ, αντίκειται στο άρθρο 24 παρ. 1 του Συντάγματος.

Το Δικαστήριο διατύπωσε περαιτέρω την άποψη ότι η εξεταζόμενη εξουσιοδοτική διάταξη, κατ΄ επίκληση της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση, περιέχει τον όρο της «οικιστικής πύκνωσης», ως περιοχής υπαγομένης σε ειδικό νομικό καθεστώς (εξαίρεση από τη διαδικασία των δασικών χαρτών -μόνιμη ή πρόσκαιρη, ειδική περιβαλλοντική και πολεοδομική διαχείριση κ.λπ.), χωρίς όμως να δίνει η ίδια τον ορισμό της ή να εκθέτει τα ληπτέα υπ΄ όψη στοιχεία για την υπαγωγή ορισμένης περιοχής στην έννοια της «οικιστικής πύκνωσης» ή να προβλέπει έστω σε αδρές γραμμές τα χαρακτηριστικά της, ούτε να προβλέπει τη διαδικασία για τον χαρακτηρισμό της. Η ρύθμιση των θεμάτων αυτών ανατίθεται εξ ολοκλήρου στη Διοίκηση, εν όψει δε τούτου μόνο όργανο, προς το οποίο θα μπορούσε να παρασχεθεί η σχετική εξουσιοδότηση είναι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Υπό τα δεδομένα αυτά, η εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 23 παρ. 4 του ν. 3889/2010 (όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 153 παρ. ΙΑ του ν. 4389/2016), αντίκειται και στο άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος,[17] διότι εξουσιοδοτεί άλλο όργανο, πλην του Προέδρου της Δημοκρατίας, για τη ρύθμιση θέματος το οποίο δεν είναι ειδικότερο κατά την έννοια του άρθρου 43 παρ. 2 εδάφιο β΄ του Συντάγματος, η δε προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση, έρεισμα της οποίας αποτελεί η εν λόγω ανίσχυρη για τους λόγους που αναλύθηκαν διάταξη τυπικού νόμου, θα ήταν παράνομη και ακυρωτέα.

Εν όψει τούτων, το Δικαστήριο ετάχθη υπέρ της ακύρωσης της προσβαλλόμενης υπουργικής απόφασης, για τον λόγο ότι εκδόθηκε κατ΄ εξουσιοδότηση διάταξης τυπικού νόμου, η οποία αντιβαίνει στο Σύνταγμα. Παρέπεμψε δε την υπόθεση κατά τα μη οριστικώς επιλυθέντα ζητήματα στην Ολομέλεια.

ΙΙΙ. Σκέψεις και συμπεράσματα

Η απόφαση ΣτΕ 1942/2017 υπήρξε πολυαναμενόμενη αφού το Δικαστήριο για πρώτη φορά απεφάνθη σχετικά με την καινοφανή έννοια των «οικιστικών πυκνώσεων» που εισήχθη στην έννομη τάξη με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 23 του ν. 3889/2010, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 153 παρ. ΙΑ του ν. 4389/2016 και εξειδικεύθηκε με την προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση. Παραπέμπει την υπόθεση στην Ολομέλεια για λοιπά θέματα που δεν κρίθηκαν οριστικά, σύμφωνα δε με το σκεπτικό της οι ως άνω διατάξεις κρίθηκαν κατά πλειοψηφία αντισυνταγματικές ως αντίθετες πρωτίστως στο άρθρο 24 παρ. 1 του Συντάγματος για την προστασία του περιβάλλοντος και των δασικών οικοσυστημάτων, αλλά και στο άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος για την αρμοδιότητα έκδοσης κανονιστικών διατάξεων από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Ιδιαίτερα σημαντική είναι και η μνεία της απόφασης σε σοβαρά ασυμβίβαστα που δημιουργούνται από τη ρύθμιση των οικιστικών πυκνώσεων στο πλαίσιο της εν γένει νομοθεσίας περί αυθαιρέτων.

Κατά την απόφαση, η διατήρηση άθικτου του δασικού πλούτου της χώρας συνιστά εξ ορισμού σκοπό δημοσίου συμφέροντος συνταγματικής εμβέλειας, ο οποίος υπερακοντίζει κάθε περαιτέρω περιορισμό ή αλλαγή προορισμού των δασών και δασικών εκτάσεων της χώρας. Σε περίπτωση δε οποιασδήποτε καταστροφής ή απώλειας δασικού κεφαλαίου καθίσταται υποχρεωτικά ληπτέο το συνταγματικό μέτρο της αναδάσωσης και η υπαγωγή της δασικής εκτάσεως που καταστράφηκε σε προστατευτικό καθεστώς ακόμη αυστηρότερο από το προβλεπόμενο για τις εκτάσεις που διατηρούν τη δασική μορφή τους.

Αξιοσημείωτη είναι επίσης η άποψη που διατυπώνεται ότι η εξαίρεση των οικιστικών πυκνώσεων από τον αναρτώμενο δασικό χάρτη και τη διαδικασία αντιρρήσεων έχει χαρακτήρα οριστικής κρίσεως, γεγονός που αφαιρεί ανεπίτρεπτα από τους ενδιαφερομένους τη δυνατότητα ανταποδείξεως όσον αφορά τον «εγνωσμένο» δασικό χαρακτήρα εκτάσεων που συμπεριελή-φθησαν στις οικιστικές πυκνώσεις. Η εξαίρεση των περιοχών αυτών από τους δασικούς χάρτες και κατ΄ επέκταση από το Δασολόγιο δεν υπαγορεύεται κατά την απόφαση από κανέναν σκοπό δημοσίου συμφέροντος, είναι δε ιδίως απρόσφορη και για την επικαλούμενη επιτάχυνση της διαδικασίας κύρωσης των δασικών χαρτών, αφού κρίθηκε ότι οι οικιστικές πυκνώσεις όχι μόνο δεν διευκολύνουν την ολοκλήρωση των δασικών χαρτών αλλά νοθεύουν και παρακωλύουν ολόκληρο το σχετικό έργο εισάγοντας και συνδέοντας μια έκνομη ρύθμιση σε μια καθόλα νόμιμη διαδικασία.

Το Δικαστήριο επισημαίνει περαιτέρω με ιδιαίτερη αναφορά του ότι δεν είναι επιτρεπτό να επιβραβεύεται η αυθαίρετη δόμηση εντός δασών κατά παράβαση των συνταγματικά κατοχυρωμένων αρχών της ισότητας και του κράτους δικαίου, τονίζοντας εμφαντικά ότι η ρύθμιση των οικιστικών πυκνώσεων κατατείνει σε ευνοϊκότερη αντιμετώπιση όσων οικοδομούν αυθαίρετα σε δάση ακόμη και σε σχέση με εκείνους που οικοδομούν αυθαίρετα σε οικισμούς μη νομίμως οριοθετημένους (εκτάσεις κίτρινου περιγράμματος), ορίζοντας ότι οποιαδήποτε λύση του προβλήματος της αυθαίρετης δόμησης εντός δασών και δασικών εκτάσεων όχι μόνο δεν αποκλείει, αλλ΄ αντιθέτως επιτάσσει και προϋποθέτει την έγκυρη καταγραφή τους στον αναρτώμενο δασικό χάρτη.

Υπέρ της θέσεως αυτής του Δικαστηρίου σημαντικά θα μπορούσε να ειπωθεί ότι συνεπικουρεί και το σκεπτικό του, όπως διατυπώθηκε στην πρόσφατη απόφαση ΣτΕ 1025/2017 (Τμ. Ε΄) σχετικά με τη ΖΟΕ Θήρας – Θηρασιάς και την προστασία της Καλντέρας και της αγροτικής γης από την υποβάθμιση και αλλοίωση λόγω οικιστικής ανάπτυξης, κατά την οποία το Δικαστήριο δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι: «Η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου, ως ειδικότερη εκδήλωση της συνταγματικής αρχής της ασφάλειας δικαίου που απορρέει από την αρχή του κράτους δικαίου (άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 Συντ.) και επιβάλλει τη διατήρηση της ισχύος της ευμενούς για τον καλόπιστο διοικούμενο πράξεως, δεν επιβάλλει τη διαιώνιση τυχόν ευνοϊκών ρυθμίσεων για το καθεστώς των εκτός σχεδίου περιοχών ούτε τη διατήρηση και νομιμοποίηση εν τοις πράγμασι οικιστικών συνόλων … Αντίθετη εκδοχή θα αναιρούσε την υποχρέωση του νομοθέτη να ρυθμίζει τα σχετικά ζητήματα κατ΄ εκτίμηση των επιταγών του δημοσίου συμφέροντος, όπως διαμορφώνονται από τις διαρκώς μεταβαλλόμενες συνθήκες και να εκπληρώνει με τον τρόπο αυτό την κατά το Σύνταγμα επιταγή για προστασία του περιβάλλοντος … Εν όψει του κατά νόμον σκοπού της ΖΟΕ και του χαρακτήρα των περιλαμβανομένων σε αυτήν περιοχών, που αποτελούνται από ακίνητα εκτός σχεδίου και εκτός οικισμών, τα οποία δεν προορίζονται κατ΄ αρχήν για δόμηση, οι καθοριζόμενοι κατ΄ εξουσιοδότηση του άρθρου 29 ν. 1337/1983 όροι και περιορισμοί δύνανται να εξικνούνται μέχρι της ολοσχερούς απαγορεύσεως της δόμησης, σε περιοχές στις οποίες τούτο επιβάλλεται από την ιδιαίτερη φύση τους και τους σκοπούς που εξυπηρετεί ο θεσμός της ΖΟΕ …». Μπορεί επομένως να ειπωθεί ότι η θέση αυτή του Δικαστηρίου στην απόφαση 1025/2017 παρέχει και στην παρούσα υπόθεση των οικιστικών πυκνώσεων ένα σημαντικό επιχείρημα «εκ του ελάσσονος εις το μείζον» (argumentum a minori ad maius: «όταν απαγορεύεται το έλασσον, απαγορεύεται και το μείζον»), για τη μη αποδοχή από την έννομη τάξη της ρύθμισης των οικιστικών πυκνώσεων και τη θεώρησή τους ως μη σύννομου και αντισυνταγματικού μέτρου, υπό την έννοια ότι εφ΄ όσον το Δικαστήριο σε περιοχές εν τοις πράγμασι οικιστικών συνόλων (όπως οι ΖΟΕ) προτάσσει την επιλογή ακόμα και της «ολοσχερούς απαγορεύσεως της δόμησης» εφ΄ όσον αφορούν εκτάσεις εκτός σχεδίου στις οποίες τούτο επιβάλλεται από την ιδιαίτερη φύση τους και την ανάγκη της ιδιαίτερης προστασίας τους, πολλώ δε μάλλον τούτο θα έπρεπε να ισχύει για τα δάση και τις δασικές εκτάσεις, για τα οποία ως εκ του χαρακτήρα τους και της σχετικής συνταγματικής κατοχύρωσης της προστασίας τους προβλέπεται ρητά η απαγόρευση της μεταβολής του προορισμού τους και το κατ΄ αρχήν ανεπίτρεπτο της οικιστικής εκμετάλλευσής τους.

Περαιτέρω κατά την απόφαση ΣτΕ 1942/2017, σχετικά με την επίκληση στην επίμαχη διάταξη περί οικιστικών πυκνώσεων ότι σε όσες από τις εν λόγω περιοχές έχουν δασικό χαρακτήρα εξακολουθεί να εφαρμόζεται η δασική νομοθεσία, το Δικαστήριο έκρινε όχι μόνον ότι ο όρος αυτός δεν θεραπεύει την πλημμέλεια της εξεταζομένης διατάξεως, αλλά πολύ περισσότερο η προστασία των δασών μέσω της δασικής νομοθεσίας ολοκληρώνεται κατά το Σύνταγμα με την προσήκουσα απογραφή τους στο Δασολόγιο, την οποία η εν λόγω διάταξη παρακωλύει.

Άλλωστε, σύμφωνα με το Δικαστήριο, η προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση περιέχει τον όρο της «οικιστικής πύκνωσης» χωρίς να δίνει η ίδια τον ορισμό της ή να εκθέτει τα στοιχεία που ελήφθησαν υπόψη για την υπαγωγή ορισμένης περιοχής σε αυτήν ή να προβλέπει έστω σε αδρές γραμμές τα χαρακτηριστικά της και τη διαδικασία χαρακτηρισμού. Η ρύθμιση των θεμάτων αυτών ανατίθεται εξ ολοκλήρου στη Διοίκηση, για τούτο η εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 23 παρ. 4 του ν. 3889/2010, όπως ισχύει, αντίκειται και στο άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος, διότι εξουσιοδοτεί άλλο όργανο, πλην του Προέδρου της Δημοκρατίας, για τη ρύθμιση θέματος το οποίο δεν κρίνεται ως ειδικότερο.

Και ναι μεν όσον αφορά το ζήτημα της αναρμοδιότητας του υπουργού να εκδώσει την προσβαλλομένη απόφαση θα μπορούσε η Διοίκηση να επανέλθει με προεδρικό διάταγμα επαναφέροντας τη ρύθμιση όπως της υποδεικνύεται, ωστόσο εν όψει της κρίσεως της επίμαχης διατάξεως του άρθρου 23 παρ. 4 του ν. 3889/2010, όπως ισχύει, ως αντισυνταγματικής για λόγους που αφορούν την επί της ουσίας αντίθεσή της προς τις διατάξεις του άρθρου 24 παρ. 1 του Συντάγματος για την προστασία του δασικού πλούτου της χώρας ως βασικού στοιχείου του φυσικού περιβάλλοντος, καθίσταται πλέον ανέφικτο για τη δημόσια Διοίκηση να θεμελιώσει και να τεκμηριώσει με συνταγματικώς θεμιτά κριτήρια τη ρύθμιση των οικιστικών πυκνώσεων σε κάθε μορφής κανονιστική της διάταξη.

Περαιτέρω δε η κρίση της ρύθμισης των οικιστικών πυκνώσεων ως αντισυνταγματικής εγείρει στο εξής σοβαρά θέματα και όσον αφορά την αντιμετώπιση των «οικισμών αυθαιρέτων» που δηλώθηκαν επίσημα από τους δήμους ανά την επικράτεια, προκειμένου να ενταχθούν στις οικιστικές πυκνώσεις. Τα εν λόγω αυθαίρετα κτίσματα, ελλείψει πλέον και των οικιστικών πυκνώσεων, αποτελούν αυθαίρετες οικοδομές εντός δασών και δασικών εκτάσεων. Εφ΄ όσον δε έχει περιέλθει ρητά σε γνώση των αρμοδίων αρχών η ύπαρξη ολόκληρων συνόλων αυθαιρέτων μέσα σε δάση απανταχού της χώρας, οι αρμόδιες υπηρεσίες καλούνται πλέον, μεταξύ άλλων, να επιληφθούν και όσον αφορά την τύχη των κτισμάτων που συμπεριελήφθησαν στις οικιστικές πυκνώσεις κατ΄ εφαρμογή της κείμενης νομοθεσίας για την αυθαίρετη δόμηση εντός δασών και δασικών εκτάσεων. Τούτο ισχύει κυρίως και όσον αφορά τις ποινικές ευθύνες από την ανέγερση αυθαιρέτων κτισμάτων εντός δασών, δασικών και αναδασωτέων εκτάσεων, οι οποίες υφίστανται  παράλληλα και ανεξάρτητα από τυχόν άλλης φύσεως ευθύνη (διοικητική κ.λπ.) για τα επίσημα δηλωθέντα αυθαίρετα που εντάχθηκαν στις οικιστικές πυκνώσεις ανά τη χώρα.

Η απόφαση ΣτΕ 1942/2017 αποκτά ιδιαίτερο βάρος και όσον αφορά την πρόσφατη εσπευσμένη κατάθεση τροπολογίας από το ΥΠΕΝ σε νομοσχέδιο που ήδη εκκρεμεί στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής προς ψήφιση,[18] δυνάμει της οποίας επιχειρείται να προσδοθεί το «ένδυμα του νόμου» στις ως άνω κριθείσες πλέον ως αντισυνταγματικές κανονιστικές διατάξεις περί οικιστικών πυκνώσεων. Η κατάθεση της τροπολογίας αυτής συντελέσθηκε ενόσω ακόμα εκκρεμούσε η δημοσίευση της απόφασης 1942/2017 από το Δικαστήριο κι ενώ ήδη εκκρεμεί να αποφανθεί σχετικά η Ολομέλεια, προφανώς προκειμένου να παρακαμφθεί ο περαιτέρω ακυρωτικός έλεγχος των επίμαχων διατάξεων από τη δικαιοσύνη. Ωστόσο, πέραν των όσων κρίνονται με την εξεταζόμενη απόφαση, το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει και κατά το παρελθόν προβεί -και δη με αποφάσεις της Ολομέλειάς του (ΣτΕ Ολ 376/2014, ΣτΕ Ολ 4076/2010, σχετ. και ΣτΕ Ολ 26/2014), ακόμα και σε ακύρωση «διατάξεων νόμου» σε περιπτώσεις που κρίθηκε ότι εμπεριείχαν καταχρηστικά «υπό το ένδυμα του νόμου» παράνομες και αντισυνταγματικές διοικητικές ρυθμίσεις που προσέβαλλαν το περιβαλλοντικό κεκτημένο και τη συνταγματικά κατοχυρωμένη προστασία του περιβάλλοντος.[19]

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] Βλ. ΣτΕ 1942/2017 (Τμ. Ε΄ 5μ.) σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» τ. 2/2017. Σχετ. βλ. και Δημ. Παπαστερίου, «Η συνεχιζόμενη ιδέα των πυκνώσεων», σε: https://dasarxeio.com/2017/08/02/1056-10/, Δημ. Παπαστερίου, Οικιστικές Πυκνώσεις – υα 34844 (ΑΑΠ 145 20.7.2016) – Κριτήρια προσδιορισμού οικιστικής πύκνωσης άρθρου 23 παρ. 4 ν. 3889/2010, όπως ισχύει», σε: https://dasarxeio.com/οικιστικές-πυκνώσεις/, Δ. Σταγγίδη, «Οικιστικές πυκνώσεις. Ο θρίαμβος της επινοητικότητας», σε: https://dasarxeio.com/2017/07/30/2339-3/, «ΣτΕ: Αντισυνταγματικές οι οικιστικές πυκνώσεις», σε: https://dasarxeio.com/2017/07/21/1931-4/

[2] Η παρ. 4 του άρθρου 23 του ν. 3889/2010, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 153 παρ. ΙΑ του ν. 4389/2016, εισήγαγε νέες διατάξεις και την έννοια των «οικιστικών πυκνώσεων» ως εξής: «4. Το περίγραμμα των οικιστικών πυκνώσεων που δεν υπάγονται στις κατηγορίες α΄ και β΄ της παρ. 2 αποτυπώνονται [αποτυπώνεται] με ιώδες χρώμα. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας που θα εκδοθεί εντός μηνός θα καθοριστούν τα κριτήρια προσδιορισμού της οικιστικής πύκνωσης για τις ανάγκες εφαρμογής της παρούσας. Εντός έξι (6) μηνών από την έκδοση της ως άνω Υπουργικής Απόφασης οι τεχνικές υπηρεσίες των ΟΤΑ αποτυπώνουν με ιώδες χρώμα το περίγραμμα των οικιστικών πυκνώσεων που δεν υπάγονται στις κατηγορίες α΄ και β΄ της παρ. 2, εφαρμοζομένων των διατάξεων της δασικής νομοθεσίας. Στις περιοχές που υφίσταται θεωρημένος δασικός χάρτης η ως άνω εξάμηνη προθεσμία περιορίζεται στους δύο (2) μήνες. Τα περιγράμματα των οικιστικών πυκνώσεων της παρούσας παραγράφου διαβιβάζονται εντός της ως άνω προθεσμίας, στην ΕΚΧΑ ΑΕ, η οποία τα αποστέλλει αμελλητί στην Διεύθυνση Δασών για να εξαιρεθούν από την ανάρτηση στο δασικό χάρτη κατά το άρθρο 14 του παρόντος νόμου και στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας για την περιβαλλοντική και πολεοδομική τους διαχείριση, ώστε να προχωρήσει η διαδικασία ανάρτησης και κύρωσης των δασικών χαρτών σύμφωνα με τα οριζόμενα στο νόμο αυτόν».

[3] Η σύσταση του αιτούντος κοινωφελούς ιδρύματος με την επωνυμία «Παγκόσμιο Ταμείο για τη Φύση – WWF ΕΛΛΑΣ» εγκρίθηκε με πδ/γμα της 11ης Ιανουαρίου 1994 (Β΄ 22). Μεταξύ άλλων ο καταστατικός σκοπός του περιλαμβάνει τη διατήρηση της φυσικής κληρονομιάς, η οποία περιλαμβάνει τη χλωρίδα, το φυσικό τοπίο, τους φυσικούς πόρους κ.λπ. καθώς και τη διατήρηση της βιοιποικιλότητας και της αειφορικής διαχείρισης των οικοσυστημάτων. Επομένως το αιτούν ίδρυμα είχε κατά την απόφαση έννομο συμφέρον για την άσκηση της εξεταζόμενης αιτήσεως ακυρώσεως προβάλλοντας ότι η προσβαλλόμενη πράξη αντιβαίνει στη συνταγματική προστασία των εκτάσεων δασικού χαρακτήρα.

[4] Κατ΄ εξουσιοδότηση του δευτέρου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 23 του ν. 3889/2010 εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 34844/11.7.2016 κοινή απόφαση του Υπουργού και Αναπλ. Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας (ΑΑΠ 145), με την οποία ορίσθηκαν τα κριτήρια προσδιορισμού της οικιστικής πύκνωσης, κατά την έννοια του άρθρου 23 παρ. 4 του ν. 3889/2010, όπως ισχύει, ως εξής: «1. Καθορίζονται ως κριτήρια προσδιορισμού του περιγράμματος της οικιστικής πύκνωσης … α) ο ελάχιστος αριθμός συγκέντρωσης κτιρίων και β) η μέση αναλογία αριθμού κτιρίων ανηγμένη στην επιφάνεια που περιλαμβάνεται στο ιώδες περίγραμμα. Ειδικότερα: α) Ελάχιστος αριθμός κτιρίων: πενήντα (50). β) Για τον προσδιορισμό της επιφάνειας της έκτασης που περιλαμβάνεται εντός του ιώδους περιγράμματος ισχύουν τα ακόλουθα: αα) Όταν ο συνολικός αριθμός των κτιρίων είναι ίσος ή μεγαλύτερος των 50, αναλογεί τουλάχιστον ένα (1) κτίριο ανά 500 τ.μ. ββ) Όταν ο συνολικός αριθμός των κτιρίων είναι μεγαλύτερος των 100, αναλογεί τουλάχιστον ένα (1) κτίριο ανά 1.000 τ.μ. γγ) Όταν ο συνολικός αριθμός των κτιρίων είναι μεγαλύτερος των 400, αναλογεί τουλάχιστον ένα (1) κτίριο ανά 2.000 τ.μ. 2. Για τον υπολογισμό των ως άνω επιφανειών δεν λαμβάνεται υπόψη το μέγεθος της κάθε ιδιοκτησίας, αλλά μόνο το σύνολο της περιοχής εντός του ιώδους περιγράμματος. 3. Οι κορυφές του ιώδους περιγράμματος πρέπει κατά το δυνατόν να ταυτίζονται με κτίρια. 4. Σε κάθε στάδιο οι αρμόδιες υπηρεσίες δύνανται να ελέγχουν την ορθή εφαρμογή των κριτηρίων. 5. Βάσει των ανωτέρω προσδιορίζονται, με ευθύνη των οικείων ΟΤΑ, ιώδη περιγράμματα για τις οικιστικές πυκνώσεις, τα οποία διαβιβάζονται στις οικείες Διευθύνσεις Δασών της Αποκεντρωμένης Διοίκησης προκειμένου να εξαιρεθούν από την ανάρτηση κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 23 του ν. 3889/2010, όπως ισχύει. Κατά την ανάρτηση του δασικού χάρτη της ευρύτερης περιοχής, το περιεχόμενο του δασικού χάρτη εντός των ιωδών περιγραμμάτων παραμένει ορατό και εκτός διαδικασίας ανάρτησης. Τυχόν δασικές εκτάσεις εντός των περιοχών των οικιστικών πυκνώσεων συνεχίζουν να υπάγονται στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας. 6. …».

[5] Βλ. άρθρο 24 παρ. 1 του Συντάγματος (όπως αναθεωρήθηκε με το Ψήφισμα της 6ης Απριλίου 2001 της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, Α΄ 84): «Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και δικαίωμα του καθενός. Για τη διαφύλαξή του το Κράτος έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας. Νόμος ορίζει τα σχετικά με την προστασία των δασών και των δασικών εκτάσεων. Η σύνταξη δασολογίου συνιστά υποχρέωση του Κράτους. Απαγορεύεται η μεταβολή του προορισμού των δασών και των δασικών εκτάσεων, εκτός αν προέχει για την Εθνική Οικονομία η αγροτική εκμετάλλευση ή άλλη τους χρήση, που την επιβάλλει το δημόσιο συμφέρον». Περαιτέρω, στο άρθρο 117 παρ. 3 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «Δημόσια ή ιδιωτικά δάση και δασικές εκτάσεις που καταστράφηκαν ή καταστρέφονται από πυρκαγιά ή που με άλλο τρόπο αποψιλώθηκαν ή αποψιλώνονται δεν αποβάλλουν για το λόγο αυτό το χαρακτήρα που είχαν πριν καταστραφούν, κηρύσσονται υποχρεωτικά αναδασωτέες και αποκλείεται να διατεθούν για άλλο προορισμό».

[6] Πρβλ. ΣτΕ 805/2016 7μ., ΣτΕ Ολ 2153/2015 κ.ά.

[7] Πρβλ. ΣτΕ Ολ 2499/2012.

[8] ΣτΕ Ολ 2153/2015.

[9] Πρβλ. ΣτΕ Ολ 2153/2015, 2499/2012, 2778/1988.

[10] Άρθρο 20 παρ. 3 του ν. 3889/2010, όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 55 του ν. 4030/2011, 7 παρ. 7 του ν. 4164/2013 και 153 παρ. Η΄ του ν. 4389/2016.

[11] Βλ. ΣτΕ 2818/1997 (7μ.).

[12] Σχετ. βλ. άρθρο 24 ν. 3889/2010 για τις περιοχές μη εγκύρως οριοθετημένων οικισμών κ.λπ.

[13] Βλ. προπαρακευαστικές εργασίες ψήφισης του ν. 4389/2016.

[14] Άρθρο 17 του ν. 3889/2010.

[15] Άρθρο 17 παρ. 7 ν. 3889/2010.

[16] Βλ. άρθρο 24 ν. 3889/2010.

[17] Βλ. άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος: «Ύστερα από πρόταση του αρμόδιου Υπουργού επιτρέπεται η έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων με ειδική εξουσιοδότηση νόμου και μέσα στα όριά της. Εξουσιοδότηση για έκδοση κανονιστικών πράξεων από άλλα όργανα της Διοίκησης επιτρέπεται προκειμένου να ρυθμισθούν ειδικότερα θέματα ή θέματα με τοπικό ενδιαφέρον ή με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό».

[18] Βλ. σχέδιο νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με τίτλο: «Ευρωπαϊκή εντολή έρευνας στις ποινικές υποθέσεις – Εναρμόνιση της νομοθεσίας με την Οδηγία 2014/41/ΕΕ», το οποίο κατετέθη την 30ή Αυγούστου 2017 και εκκρεμεί προς εξέταση στη διαρκή Επιτροπή δημόσιας διοίκησης, δημόσιας τάξης και δικαιοσύνης. Σχετ. βλ. και dasarxeio.com/2017/09/05/2036/

[19] Ειδικότερα, η απόφαση ΣτΕ Ολ 376/2014 (βλ. περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο», τ. 4/2013 σ. 735) αφορούσε αίτηση ακυρώσεως με την οποία ζητήθηκε η ακύρωση «των εις το ΦΕΚ Α΄ 302/24.12.2003, υπό το ένδυμα του νόμου (άρθρου 6 ν. 3207/2003), εμπεριεχομένων ρυθμίσεων. Η Ολομέλεια του Δικαστηρίου ακύρωσε την ως άνω προσβαλλόμενη διάταξη τυπικού νόμου για τον λόγο ότι εμπεριείχε καταχρηστικά «υπό το ένδυμα του νόμου» διοικητικές ρυθμίσεις σχετικά με τον υπερτοπικό πόλο ΟΑΚΑ Αμαρουσίου, οι οποίες προσέβαλαν το περιβαλλοντικό κεκτημένο. Συγκεκριμένα κρίθηκε ότι απαγορεύεται η λήψη μέτρων που επιφέρουν την επιδείνωση των όρων διαβιώσεως και την υποβάθμιση του υπάρχοντος φυσικού ή οικιστικού περιβάλλοντος (ΣτΕ Ολ 1528/2003, 1847/2008, 3059/2009, 415/2011). Εάν δε τέτοια μέτρα ληφθούν με νόμο, πρέπει είτε σε αυτόν είτε στην εισηγητική του έκθεση και τα συνοδεύοντα αυτήν στοιχεία ή τις συζητήσεις στη Βουλή ή τέλος τις συντρέχουσες πραγματικές συνθήκες, υπό τις οποίες κατέστη αναγκαία η ψήφισή του, να προκύπτει ο ειδικός πολεοδομικός λόγος, ο οποίος επέβαλε τη λήψη τους (πρβλ. ΣτΕ Ολ 1528/2003). Η τήρηση της συνταγματικής αυτής επιταγής υπόκειται και στην περίπτωση αυτή στον οριακό έλεγχο του ακυρωτικού δικαστού, ο οποίος οφείλει βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας να σταθμίσει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, εάν και κατά πόσον υποβαθμίζεται το περιβάλλον (ΣτΕ Ολ 3059/2009, 415/2011) και σε περίπτωση που τούτο κατ΄ εξαίρεση συμβαίνει, εάν προκύπτει ο ανωτέρω ειδικός πολεοδομικός λόγος (ΣτΕ Ολ 1528/2003). Ομοίως με την απόφαση ΣτΕ Ολ 4076/2010 (βλ. «Περιβάλλον & Δίκαιο», τ. 1/2011 σ. 139) κρίθηκε ότι δεν αποκλείεται ευθεία προσβολή με αίτηση ακυρώσεως διοικητικής ρύθμισης, η οποία έχει μορφή διατάξεως τυπικού νόμου. Με την αίτηση ακυρώσεως παραδεκτώς αμφισβητείται στην περίπτωση αυτή η συμφωνία της ρυθμίσεως με κανόνες υπέρτερης του νόμου τυπικής ισχύος, εφ΄ όσον δε ο σχετικός λόγος κριθεί βάσιμος, ακυρώνεται η διά του νόμου επιβαλλομένη ατομική ρύθμιση, κατά τρόπον ώστε να αποκλείεται η εκτέλεσή της με υλικές ενέργειες. Ακυρώθηκαν εν προκειμένω πολεοδομικές ρυθμίσεις οι οποίες δημοσιεύθηκαν στην ΕτΚ υπό το ένδυμα νόμου επίσης για την υπόθεση ΟΑΚΑ Αμαρουσίου. Τέλος και στην απόφαση ΣτΕ Ολ 26/2014 (βλ. «Περιβάλλον & Δίκαιο», τ. 4/2013 σ. 648) σχετικά με την εκτροπή του Αχελώου, η προσβαλλόμενη πράξη ήταν νόμος, ήτοι οι διατάξεις του άρθρου 13 παρ. 3 του ν. 3481/2006, οι οποίες «έντυναν» διοικητικές πράξεις ώστε να καθίστανται απρόσβλητες από τον ακυρωτικό έλεγχο. Συγκεκριμένα με την αίτηση ζητήθηκε να ακυρωθεί η πράξη έγκρισης περιβαλλοντικών όρων και περιορισμών για την κατασκευή και λειτουργία έργων μερικής εκτροπής του άνω ρου του Αχελώου ποταμού προς τη Θεσσαλία και για την ενεργειακή αξιοποίηση των υδάτων του, που «περιβλήθηκε το ένδυμα τυπικού νόμου». Βλ. και Σ. Παυλάκη, «Κι όμως το ΣτΕ έχει ακυρώσει και διατάξεις νόμου!», σε: https://dasarxeio.com/2017/09/05/2006-3/  καθώς και: WWF, «Απάντηση στη δήλωση του Αν. ΥΠΕΝ για τους αυθαίρετους οικισμούς σε δάση», σε: https://dasarxeio.com/2017/09/11/1115-11/

.

.

.


nomiki_epikairotita-001


.
Δημοσιεύτηκε στο dasarxeio.com | 13.09.2017

.


 

Advertisements

2 thoughts on “Η αντισυνταγματικότητα των διατάξεων περί «οικιστικών πυκνώσεων» κατά την απόφαση ΣτΕ 1942/2017

    • Σας ευχαριστώ πολύ! η απόφαση του Δικαστηρίου μας είναι εξαιρετική, εμείς απλά την παρουσιάζουμε με ελάχιστες σκέψεις και την ευχή να έχουμε μία ανάλογη κρίση σύντομα και από την Ολομέλεια!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s