Advertisements

ΛΙΘΙΝΟΙ ΤΟΙΧΟΙ. Τοιχίζοντας και διευθετώντας το φυσικό χώρο

«ΛΙΘΙΝΟΙ ΤΟΙΧΟΙ. Τοιχίζοντας και διευθετώντας το φυσικό χώρο…» είναι ο τίτλος του νέου βιβλίου του δασολόγου-περιβαλλοντολόγου Αντώνιου Β. Καπετάνιου, που κυκλοφόρησε πρόσφατα. Στο νέο του πόνημα ο συγγραφέας και εκλεκτός συνεργάτης του dasarxeio.com έρχεται να μελετήσει τα λιθόδμητα φράγματα των χειμάρρων που αποτελούν έργα της δασικής υπηρεσίας στους καταστρεπτικούς χειμάρρους της χώρας και τις ξερολιθιές των αγρών που κατασκευάζονταν από τους ανθρώπους της υπαίθρου στα επικλινή εδάφη.

Λίγα λόγια για το έργο από τον συγγραφέα:

Γιατί γράφτηκε το παρόν πόνημα;

Την παραπάνω ερώτηση την απευθύνω ρητορικά στον καθένα που θ’ αναρωτηθεί για τη χρησιμότητα ενός συγγραφικού έργου αναφοράς στα έργα της γης, ούτως ώστε με τη γυμνασία της σκέψης στην πράξη της ζωής, αντικείμενο της οποίας αποτελεί και η πραγμάτευση του πονήματος, να ενεργοποιηθούν τα αισθητήρια του αναγνώστη σε σχέση με αυτήν, και να λειτουργήσει ως αντιλήπτορας και θεωρός στο όλον. Δεν αποβλέπω συνεπώς με το ρώτημα να συστηθώ ως προς το έργο μου, αλλά με τούτο αποζητώ να συστηθούμε όλοι μας, ως λαός, ως κοινωνία, ως άνθρωποι σε σχέση με τα έργα μας, με τις πράξεις μας στη γη. Και να ιδωθούμε νοούμενοι στα έργα τα προγονικά, που τόσο βασικά είναι για το θέμελο της ζωής, σε σχέση με το μέγα αρχέτυπο της γης, τα οποία, αλί, τα προσπερνούμε στις μέρες μας, αγνοώντας τα!

Το θέμα του πονήματος −το να μελετώνται οι λίθοι!..− είναι εκ της φύσεώς του ταπεινό και γι’ αυτό αγνοείται από τον απαίδευτο στην αίσθηση της ζωής άνθρωπο και τον μη συνειδητό στο έργο της, καθώς το θέμα των λίθων λογίζεται ως άνευ αξίας (ή σημασίας) για να προσληφθεί από τη μεγάλη ανθρώπινη μάζα! Αυτή η μάζα έλκεται από έργα που πρωτοτυπούν ή «πρωτοπορούν» κι εξιτάρουν, από άλλα που μεγαλουργούν κι ανατέμνουν, που παραισθητούν κι αναισθητούν, που δίνουν γνώση και διανοίγουν το νου στο μέλλον, κι όχι από κείνα που συγκινούν και πληρούν.

Ζούμε στην εποχή της τεχνολογίας και της τεχνοκρατίας, και μπρος σε τούτα τα ισχυρά πρότυπα της ανάπτυξης, υποχωρούν οι πράξεις και οι λογικές της τεχνικής, καθώς και της πρακτικής δημιουργικότητας. Εξάλλου η ανάπτυξη ως έννοια έχει υποκαταστήσει την πρόοδο, με την οποία καθορίζαμε το μέλλον μας κατά το παρελθόν. Αντιστοίχως έχουν κυριαρχήσει και υποχωρήσει τα πρότυπα που εκπροσωπούσαν σ’ επίπεδο πράξης την κάθε έννοια από αυτές.

Θεμιτά όλα τούτα, καλόδεχτα, κι αναλόγως της προσωπικότητας του ανθρώπου και των «θέλω» του, αποτελούν προσφορές στη λογική του, στη συγκρότησή του, στην εξέλιξή του αν θέλετε. Όμως, όπως πολύ σοφά αναφέρει κάπου στα πεζά του κείμενα ο Άγγελος Σικελιανός, ότι «η γνώση για να μη μείνει μόνο γνώση, πρέπει να γίνει συνείδηση και ευθύνη και ζωή»[1], έτσι πρέπει εν προκειμένω να συμβεί και κάτι άλλο, διαφορετικό ή επιπρόσθετο από το προσφερόμενο, ουσιαστικό όμως για την πρόσληψη της κάθε προσφοράς, και τούτο ανάγεται στη σφαίρα της συνείδησης του ανθρώπου ως προς το μέλλον του, ούτως ώστε το έργο του να προάγεται μ’ ευθύνη και συναίσθηση σε σχέση με το μεγάλο διακύβευμα της ζωής και της συνέχειάς της.

Και σε σχέση με τα παραπάνω είναι απαιτητή η συνειδητοποίηση της πρωταρχικής σχέσης του ανθρώπου με τον κόσμο του, με τη γη και τις ρίζες του, που άγεται από την εννόηση του γεννάσθαι για το γίγνεσθαι, και στη διαμόρφωση αντιστοίχως αξιών, ή καλλίτερα στη συνειδητοποίηση διαχρονικών και πανανθρώπινων αξιών, που συγκροτούν το νοείν για το πράττειν.

Το παρόν πόνημα με το ταπεινό του θέμα λοιπόν, σε τούτο αποσκοπεί: στο να γενεί συνειδητό το έργο της πέτρας, όπως εκφράστηκε με τη νοημένη ενέργεια του ανθρώπου στη γη κατά το παρελθόν, και στην τέτοια του διάσταση να λειτουργήσει αρχικώς διανοητικά στον σύγχρονο άνθρωπο (τον Νεοέλληνα) και ως αυτοπλαστικό προζύμι να χρησιμοποιηθεί για να συγκροτηθεί η ζύμη της ζωής, ώστε με την ευθύνη της συνείδησης για το έργο του προγόνου π’ ανέδειξε τη ζωή μέσα από τη κεντρόφυγα αναζήτησή της στη γη, να διαμορφωθεί η διαπλαστική ενέργεια της συνέχειας της ζωής σε αυτήν.

Το έργο της πέτρας είναι παράδειγμα, ποίηση, δημιουργία, τέχνη, έλλογη δημιουργία, αρχέτυπο· το μέγα πρότυπο δηλαδή, και ως τέτοιο αποτελεί θέμελο ζωής, μιαν αξία ριζική −γι’ αυτό και η ανάδειξή του εν προκειμένω.

Ο λίθινος τοίχος ως έργο κατασκευής του ανθρώπου υποβάλλει στη δωρικότητα της απλής, λιτής κι έντεχνης δημιουργίας, για την οποία νοιώθεις τον δημιουργό ως πονητή του τόπου και μαζί ως ποιητή της πράξης, καθώς ποιεί φυσικώς διά της τέχνης του, αποδίδοντας με την τεχνική τη σχέση του με τη γη. Γέννημα της σχέσης αυτής είναι το έργο του, πώχει διάσταση αρχετυπική, καθώς αναδεικνύει τη φυσιοκρατική σχέση του ανθρώπου ως δημιουργού με το γήινο στοιχείο.

Υπό αυτή την έννοια θεωρούμε το χώρο της ελληνικής υπαίθρου οπού δραστηριοποιείται ο άνθρωπος φτιάχνοντας έργα στη/της γης, ως φυσικό, παρόλο που σε μια σημαντική κλίμακά του η έννοια της υπαίθρου προσδιορίζεται από τον αγροτικό της χαρακτήρα και πολλοί της αποδίδουν το χαρακτηρισμό του ημι-φυσικού.

Για εμάς δεν ημπορεί να υπάρξει κάτι διάμεσο μεταξύ φυσικού και τεχνικού (ως ημι-φυσικό), καθώς ο προσδιορισμός του όλου επάγεται σύμφωνα με την ανταπόκρισή του ως σύστημα ζωής, ο φυσικός χαρακτήρας του οποίου απορρέει από τη δυνατότητά του να υποστηρίζει την οικολογία της βιοκοινότητας και του βιότοπου (ή το σύνολο μικροβιοτόπων) ή όχι, με τον άνθρωπο ενεργό στο σύστημα ως μέρος αυτού. Ως τέτοιο το όλον λειτουργεί ως οικοσύστημα εξυπηρετώντας τις φυσικές λειτουργίες (αγροοικοσύστημα). Η παροχή οικοσυστηματικών λειτουργιών επομένως προσδιορίζει τη φυσική διάσταση του τόπου. Τα παραδοσιακά αγροτικά συστήματα, ως ανταποκρινόμενα πλήρως σε αυτό το ρόλο, θεωρούνται φυσικά, και ο χώρος όπου συνίστανται προσδιορίζεται ως ο φυσικός χώρος της ελληνικής υπαίθρου.

Συνεπώς μιλούμε εν προκειμένω για το φυσικό χώρο της ελληνικής υπαίθρου, κι ας είναι αυτός «ημερεμένος» λόγω του αγροτικού του χαρακτήρα, ας μην είναι «άγριος», καλυπτόμενος εν όλω ή στη βασική του δομή από δασική βλάστηση. Φύση φτιάχνει και ο αγροτικός χώρος, αρκεί να συγκροτείται με τα χαρακτηριστικά που προαναφέραμε.

Ο άργειος και κακοπαθής φυσικός χώρος της ελληνικής υπαίθρου, έτσι κατάλειπος από τον κακοδιαχειριστή πρόγονο, αναπλάθεται και μετουσιώνεται διευθετούμενος, κι αναγόμενος ανασυστήνεται στον δημιουργό του ως παράγωγος και γεροθέμελος. Η διευθέτησή του κι ανάταξή του είναι το ζητούμενο, όμως η δημιουργία στη βάση αυτή παράγει τέχνη· τέχνη χωροταξική, αφού η χωροταξία τακτοποιούσε το χώρο εντέχνως, με μιαν ευταξία του μέτρου και της αρμονίας· τέχνη εργονομική, αφού η βελτίωση της σχέσης εργασίας – απόδοσης διά του έργου είχε βάση αισθητική και λιγότερο υπολογιστική, προκύπτουσα από την αξιακή διάσταση του ίδιου του έργου· τέχνη καλλιτεχνική, αφού οι τοίχοι ως κατασκευές είχαν ως βάση το ωραίον, αποτελώντας γέννημα λαϊκής καλλιτεχνίας, που απέρρεε από την ίδια την τοίχινη τεχνική.

Δεν επιχειρείται μετά τούτων ένας ύμνος στην πέτρα, μα θέλεται να καταδειχτεί η σημασία της τεχνικής του ανθρώπου στο φυσικό χώρο, ο τρόπος λειτουργίας του σε σχέση με αυτόν, που χρησιμοποιεί ως μέσο για την ενέργειά του το κυρίαρχο φυσικό στοιχείο της δομής του εν λόγω χώρου: την πέτρα. Η πέτρα παίρνεται από τον ίδιο τον χώρο που αναδομείται· όχι αποσπασμένη αλλά επαναπροσδιορισμένη κι επανασυστάμενη συστήνεται σε αυτόν, και γένεται έργο ως τοίχος με τα χαρακτηριστικά που προείπαμε, χρησιμοποιούμενη λειτουργικά ως δημιουργία. Ο συντελεστής άνθρωπος αποφορτίζει το χώρο από την αταξία του και τον τακτοποιεί, ανάγοντάς τον ως προς τη συνέχειά του στη βάση της ωφέλειάς του μα και της φυσικής ωφελιμότητας. Το εγχείρημα έχει ολιστικό χαρακτήρα και φυσική προόρηση.

Με το παρόν πόνημα επιδιώκεται να καταδειχτεί πώς χρησιμοποιήθηκε η πέτρα από τον άνθρωπο τεχνικά, αναλόγως των αναγκών του, και ποια η τεχνική του ανθρώπου ως μάστορα στη διαμόρφωση των έργων του αυτών, καθώς και στη διευθέτηση του φυσικού χώρου. Η γη πάντα αποτελούσε τον αποδέκτη της ενέργειας του ανθρώπου, ο οποίος λειτουργώντας θετικά ως δημιουργός κι αναπτύσσοντας συνεργατική σχέση μαζί της παρήγαγε έργα περιβαλλοντικά και πολιτιστικά υψηλής αξίας, που εξυπηρετούσαν την κοινωνία κι αναβάθμιζαν τη φύση –στις περιπτώσεις βεβαίως που λειτουργούσε ως θετικός συντελεστής στο φυσικό σύστημα κι όχι ως αρνητικός. Η έμπνευση, η αξιοσύνη, η δούλεψη, η συσσωρεμένη σοφία, η μεταβιβαζόμενη γνώση της τεχνικής, η αίσθηση της λειτουργίας του φυσικού χώρου, φτιάξαν τον άνθρωπο, δημιουργό στην πράξη του, καλλιτέχνη στο έργο του.

Οι λίθινοι τοίχοι που μελετούμε είναι δετοί με κονίαμα (λιθόδμητα χαμηλά φράγματα) ή στητοί με τάξη κατά το φυσικό νοούμενο, τεχνητά τοποθετημένοι από τον δημιουργό τους (ξερολιθιές). Οι μεν πρώτοι τοίχοι αφορούν στα έργα της δασικής υπηρεσίας στους καταστρεπτικούς χειμάρρους της χώρας, δηλαδή στα λιθόδμητα χαμηλά φράγματα βάρους που αυτή κατασκεύαζε στο πλαίσιο της σύνολης διευθέτησης του χειμαρρόπληκτου φυσικού χώρου, συνδυαζόμενα τούτα και με ξηρολίθινους τοίχους, που εξυπηρετούσαν, επικουρικά κατά βάσιν, την όλη διευθέτηση. Οι δε δεύτεροι τοίχοι είναι οι ξηρολίθινοι τοίχοι των αγρών και κατά βάσιν οι αναλημματικοί που κατασκευάζονταν από τους ανθρώπους της υπαίθρου επί επικλινών εδαφών για την υποστήριξή τους και την καλλιέργειά τους στη συνέχεια, εντασσόμενη η ενέργειά τους στα πλαίσια της χωροτακτικής διευθέτησης που πραγματοποιούνταν στο σύνολο του χώρου (αποφεύγουμε τη χρήση της έννοιας «χωροταξική διευθέτηση», η οποία έχει άλλη λογική και παραπέμπει αλλού). Το ατομικό έργο εν προκειμένω εντάσσονταν στο ευρύτερο, δεδομένου ό,τι οι κώδικες και κανόνες δημιουργίας του κάθε τοίχου ή του κάθε συστήματος ξηρολίθινων τοίχων ήταν κοινοί, συντελώντας σε μια σύνολη διευθέτηση του υπαίθριου χώρου, αποδιδόμενο το όλο έργο σ’ επίπεδο κοινοτικής συμβολής.

Οι ανωτέρω διευθετήσεις αποτελούσαν έργα υποδομής, αφού δι’ αυτών η ελληνική ύπαιθρος −η ορεινή, ημιορεινή και νησιωτική−, μπόρεσε να σταθεί και να υποστηρίξει κάτω από δύσκολες συνθήκες την οικονομική και κοινωνική ζωή εκεί, που τόσο δραματική ήταν στα χρόνια της δημιουργίας τους, λόγω της περιβαλλοντικής υποβάθμισης και της έλλειψης υποδομών που υπήρχε! Ανατάσσοντας περιβαλλοντικά τους τόπους, τους απέδιδες λειτουργικά ικανούς να υποστηρίξουν δραστηριότητες απαραίτητες για τη συνέχιση της ζωής.

Τούτα όλα όμως, συνέβαιναν όταν ακόμα ο κόσμος κατοικούσε τους συγκεκριμένους τόπους και τους υποστήριζε ζωτικά (κοινωνικά κι οικονομικά). Η εγκατάλειψή τους στη συνέχεια, κυρίως από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 κι έκτοτε, επέφερε την ερήμωση, με απώτερες συνέπειες την αποσύνθεση των δομών και τη διάλυση των υποδομών, λόγω της μη συντήρησής τους. Δηλαδή οδήγησε στην κατάρρευση ενός ολόκληρου συστήματος ζωής και λειτουργίας των τόπων, καθώς η συνέχειά τους εξαρτιόταν από τον συντελεστή άνθρωπο και την ενέργειά του στο φυσικό χώρο. Η έλλειψη της θετικής ενέργειας του ανθρώπου, της πρακτικής του αν θέλετε στο φυσικό χώρο, οδήγησε στην κατάπτωσή του.

Σήμερα δεν «κλαίμε» για τους λίθινους τοίχους της ζωής. Δεν τους θεωρούμε αλλοτινούς και δεν τους αναφέρουμε για τη μουσειακή τους επικύρωση θέλοντας να (ανα)δείξουμε μιαν παρελθοντική συνθήκη ζωής που διαμορφώθηκε από τον υπαίθριο Έλληνα και λειτούργησε θετικά στην υποστήριξη του φυσικού χώρου. Όχι σε αυτά… Η μελέτη αυτών των έργων, με την ιστορική και λειτουργική τους ανάλυση, αποσκοπεί στο να καταδείξει τη σημασία τους στη θεώρηση του υπαίθριου ελληνικού φυσικού χώρου και την ποιοτική, περιβαλλοντική και πολιτιστική απώλεια που συνετελέσθη και συντελείται, αφήνοντάς τους να καταπίπτουν. Αποσκοπεί στο να συνειδητοποιηθεί πως η ανάταξη των τόπων που συνέβη κατά το παρελθόν με τα έργα αυτά, απαιτείται και σήμερα, που η φθορά μάς έχει καταβάλλει ως κοινωνία, έχοντας ως αιτία γι’ αυτό, την απώλεια των αξιών μας (των κοινωνικών, των περιβαλλοντικών, των πολιτιστικών, των ηθικών). Και πως μπορούμε, μ’ ένα άλλο πρότυπο κοινωνικής κι οικονομικής ζωής να ξαναϊδωθούμε στους τόπους μας ως δημιουργοί, να ξανασυστηθούμε στη γη μας με μια νέα σχέση μαζί της, αρμονιστική με τις αρχές της και σύμφωνη με το πνεύμα της· και σε αυτό το επίπεδο να γενούμε λειτουργοί κι άξιοι διαχειριστές της γης.

Δε ζητούμε, φυσικά, επαναφορά στον πρωτογονισμό, ούτε εγκατάλειψη της εξέλιξής μας· τούτο θα ήταν ανάρμοστο και τραγικά οπισθοδρομικό· ολέθρια αρνητικό! Θέλουμε όλα τούτα που μας προχωρούν να μη μας αναστέλλουν ή να μας καταστέλλουν ως λειτουργικές οντότητες προσβάλλοντας τη γη μας, αλλά εναρμονισμένα με τις αρχές της, να την αναδεικνύουν. Η γη μάς κρατά ορθούς κι αυτήν πρέπει εν πρώτοις να υποστηρίξουμε, για να υποστηριχτούμε εν παραλλήλω ως ανθρωπότητα. «Πρέπει να ξανάβρουν οι αισθήσεις μας τη χαμένη αγιότητα», ειδαλλιώς υπακούμε στον κανόνα που λέγει: «μια ανθρωπότητα που δε βρίσκει τον τρόπο να ξαναφτιάξει τον κόσμο γύρω της, βρίσκει τον τρόπο να γεράσει και ν’ αποδομηθεί…» (λόγια του Οδυσσέα Ελύτη).

_______________
[1] Σικελιανός Άγγ.,«Πεζός λόγος», τόμοι πέντε, Ίκαρος Εκδοτική Εταιρία, Αθήνα 1985.

Διαθέτης: https://www.bookstation.gr/Product.asp?ID=49135
.

.

Advertisements
Μοιραστείτε το!
Share on Facebook
Facebook
Share on Google+
Google+
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin


ΚατηγορίεςΕπιλογές - Προτάσεις

Tags: , , , , , , , ,

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: