Advertisements

Νέα τραγωδία με νεκρό κυνηγό… Ακούει κανείς;

Ένα ακόμη τραγικό περιστατικό σημειώθηκε σήμερα το μεσημέρι, στην Κόνισκα Θέρμου, με θύμα κυνηγό, αυξάνοντας τον αριθμό των νεκρών κατά τη διάρκεια της κυνηγετικής δραστηριότητας.

Σύμφωνα με αστυνομικές πηγές, ο άνδρας (γύρω στα 50) έπεσε νεκρός από τις σφαίρες άλλου κυνηγού που βρισκόταν στην ίδια περιοχή.

Όπως δημοσιεύει το sinidisi.gr, ήδη στην περιοχή έχουν σπεύσει ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις οι οποίες ερευνούν την υπόθεση, με επικεφαλής τον Αστυνομικό Διευθυντή Ακαρνανίας, Ταξίαρχο, Δημήτρη Παπαευθυμίου. Η σορός του άτυχου άνδρα παρελήφθη από ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ και θα μεταφερθεί για νεκροψία – νεκροτομή, στην Ιατροδικαστική Υπηρεσία Πατρών.

Για το τραγικό συμβάν αναμένεται επίσημη ανακοίνωση από την Ελληνική Αστυνομία.

Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να ασχοληθούν σοβαρά με το θέμα για να πάψουμε να μετράμε νεκρούς κάθε Σαββατοκύριακο. Χρειάζονται ριζικές αλλαγές στο τρόπο άσκησης της θήρας, ειδικά του αγριόχοιρου όπου συμβαίνει και η συντριπτική πλειοψηφία των ατυχημάτων.

 

Advertisements
Μοιραστείτε το!
Share on Facebook
Facebook
Share on Google+
Google+
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin


ΚατηγορίεςΘήρα

Tags: , ,

1 reply

  1. Ο ορυμαγδός ήταν εξωφρενικός. Οι κεραυνοί βρόντηξαν δέκα δώδεκα φορές, καθώς Αυτός τους πετούσε από τα χέρια Του.

    «Πρόσεχε», είπε η μητέρα του Μπάμπι. «Μην τρέχεις. Όταν όμως θα πρέπει να διασχίσουμε το ανοιχτό πεδίο, τρέξε όσο πιο γρήγορα μπορείς. Και μην ξεχάσεις, Μπάμπι αγόρι μου, μη δώσεις καμία σημασία σ’ εμένα όταν βγούμε εκεί έξω. Ακόμα κι αν πέσω, μη μου δώσεις σημασία, μόνο συνέχισε να τρέχεις. Καταλαβαίνεις, Μπάμπι;»

    Καταμεσής του πανικού η μητέρα του περπατούσε προσεκτικά βήμα προς βήμα. Οι φασιανοί έτρεχαν πάνω κάτω, θάβοντας τους εαυτούς τους στο χιόνι. Ξαφνικά θα ξεπρόβαλλαν πάλι και θ’ άρχιζαν να τρέχουν ξανά. Ολόκληρη η οικογένεια του Λαγού πηδούσε πέρα δώθε, μετά κάθονταν οκλαδόν και στη συνέχεια αναπηδούσαν πάλι. Κανείς δεν είπε λέξη. Ήταν όλοι παγωμένοι από τον φόβο και σαστισμένοι από την οχλαγωγία και τις βροντές.

    Ευθεία μπροστά από τον Μπάμπι και τη μητέρα του η φωτεινότητα μεγάλωνε. Μέσα από τους θάμνους φάνηκε το ανοιχτό πεδίο. Πίσω τους, τα τρομαχτικά χτυπήματα στους κορμούς των δέντρων έρχονταν όλο και πιο κοντά. Τα κλαδιά έσπαζαν και ακουγόταν ο βρυχηθμός: «Χα! Χα! Χο! Χο!»

    Τότε ο Φίλος Λαγός και δύο ξαδέλφια του τους ξεπέρασαν βιαστικά πηγαίνοντας προς το ξέφωτο. Μπινγκ! Πινγκ! Μπανγκ! Βρόντηξε ο κεραυνός. Ο Μπάμπι είδε τον Φίλο Λαγό να πέφτει πάνω σε μια κουφοξυλιά καθώς έτρεχε και να μένει ξαπλωμένος με τη λευκή του κοιλιά προς τα πάνω. Είχε σπασμούς για λίγες στιγμές και μετά παρέμεινε ακίνητος. Ο Μπάμπι κοκάλωσε. Όμως ήρθαν οι φωνές από πίσω του: «Εδώ είναι, Τρέξε! Τρέξε!»

    Ξαφνικά ακούστηκαν δυνατά φτεροκοπήματα. Υπήρξαν λυγμοί, πνιχτές κραυγές και μια βροχή από φτερά στον αέρα. Οι φασιανοί άνοιξαν τα φτερά τους και πέταξαν σχεδόν ταυτόχρονα. Ο ουρανός αντηχούσε από επαναλαμβανόμενες βροντές και μουντούς γδούπους από εκείνους που έπεφταν και από τις δυνατές, διαπεραστικές κραυγές εκείνων που είχαν δραπετεύσει.

    Ο Μπάμπι άκουσε βήματα και κοίταξε πίσω του. Ήταν Αυτός. Ξεπρόβαλε άγρια μέσα από τους θάμνους διαλύοντάς τους. Εμφανιζόταν από παντού, χτυπώντας τους θάμνους και τους κορμούς των δέντρων και φωνάζοντας με μια τερατώδη φωνή.

    «Τώρα», είπε η μητέρα του Μπάμπι. «Φύγε από εδώ. Μη μένεις άλλο κοντά μου». Ξεκίνησε με ένα σάλτο· το χιόνι μόλις που υποχώρησε στο πάτημά της. Ξεκίνησε κι ο Μπάμπι βιαστικά ξωπίσω της.

    Απ’ όλες τις μεριές γύρω τους ακούστηκαν κεραυνοί. Φαινόταν πως η γη θα σχιστεί στα δύο. Ο Μπάμπι δεν έβλεπε τίποτα. Συνέχισε να τρέχει. Η αυξανόμενη επιθυμία του να φύγει από τον ορυμαγδό και να βγει από την εμβέλεια της οσμής που τον έπνιγε, η θέλησή του να ξεφύγει, να σωθεί, βρισκόταν στο αποκορύφωμά της. Έτρεξε. Του φάνηκε πως είδε τη μητέρα του να δέχεται κάποιο χτύπημα, μα δεν ήταν σίγουρος. Ο ήχος του κεραυνού τον είχε τρομάξει απίστευτα. Δεν μπορούσε να σκεφτεί ή να δει τίποτα γύρω του. Συνέχισε να τρέχει.

    Πλέον είχε διασχίσει το ανοιχτό πεδίο και μπροστά του βρισκόταν ένας θαμνώνας έτοιμος να τον υποδεχτεί. Πίσω του ο χαμός συνεχιζόταν. Οι διαπεραστικοί κρότοι βροντούσαν ακόμα ενώ στα κλαδιά από πάνω του υπήρχαν σιγανοί ψίθυροι σαν την αρχή μιας καταστροφής. Μετέπειτα οι ψίθυροι ησύχασαν, μα ο Μπάμπι συνέχισε να τρέχει.
    Ένας ετοιμοθάνατος φασιανός με τον λαιμό του σπασμένο κειτόταν στο χιόνι και χτυπούσε αδύναμα τα φτερά του. Όταν άκουσε τον Μπάμπι να έρχεται, σταμάτησε τις σπασμωδικές του κινήσεις και ψιθύρισε: «Εγώ τελείωσα». Ο Μπάμπι δεν του έδωσε σημασία και συνέχισε να τρέχει.

    [Φίλιξ Ζάλτεν – Μπάμπι, Η ιστορία μιας ζωής μέσα στο δάσος]

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: