Πώς φέρνεις ξανά στη ζωή ένα δάσος;

Ακόμη και ένα δάσος που έχει καταστραφεί εντελώς, μπορεί να επιστρέψει στη ζωή. Πώς; Με υπομονή και με την κατάλληλη τεχνολογία, τα δάση μπορούν να ανακτήσουν τα χαμένα εδάφη τους και να κάνουν καλό στο περιβάλλον αλλά και στην οικονομία.

Πηγή: https://tvxs.gr

Πριν από μισή χιλιετία, τα δάση κάλυπταν μεγάλο μέρος της Ιβηρικής χερσονήσου. Αυτό όμως άλλαξε. Οι αιώνες πολέμων και εισβολών, η γεωργική επέκταση και η υλοτόμηση έσβησαν το μεγαλύτερο μέρος των δασών από τον χάρτη και μεταμόρφωσαν μέρη, όπως το Matamorisca, ένα μικρό χωριό στη βόρεια Ισπανία, σε υποβαθμισμένα τοπία. Το ξηρό κλίμα της περιοχής και τα εξαντλημένα εδάφη θα ήταν μια συνταγή καταστροφής για το οποιοδήποτε πρόγραμμα αναδάσωσης, αλλά για την «Land Life Company» που εδρεύει στο Άμστερνταμ ήταν ένα ιδανικό μέρος. «Συνήθως επεμβαίνουμε εκεί όπου η φύση δεν επιστρέφει από μόνη της», λέει στο BBC ο επικεφαλής της εταιρείας, Jurrian Ruys. Στο Matamorisca, η «Land Life Company» παρενέβη σε 17 στείρα εκτάρια που ανήκαν στην περιφερειακή κυβέρνηση. Περισσότερα από 16.000 δέντρα φυτεύτηκαν εκεί τον Μάιο του 2018 και το 96% αυτών επιβίωσε, λόγω των ειδικών βιοδιασπώμενων «κουκουλιών» που φύτεψαν μαζί με αυτά στο έδαφος, κάθε ένα από τα οποία μπορεί να κρατάει 25 λίτρα νερό.

«Δεν μπορεί όμως η φύση να ξαναγεννηθεί από μόνη της;», είναι το ερώτημα που τίθεται. Πιθανόν ναι, είναι η απάντηση, αλλά πρόκειται για μια διαδικασία που μπορεί να διαρκέσει δεκαετίες ή κι εκατοντάδες χρόνια.

 

Ένα παγκόσμιο κίνημα οργανώσεων έχουν ξεκινήσει την προσπάθεια να σώσουν υποβαθμισμένες ή αποψιλωμένες δασικές περιοχές: από τις πληθωρικές τροπικές πεδιάδες μέχρι τους άγονους λόφους στις εύκρατες περιοχές. Ορμώμενοι από την ανησυχία τους για την παγκόσμια απώλεια της βιοποικιλότητας και την κλιματική αλλαγή, αυτές οι ομάδες διερευνούν τους τρόπους για να αναβιώσουν τη δασική κάλυψη. Δεν πρόκειται όμως απλά για μια θεωρητική πρόταση, καθώς για μπορεί να γίνει πράξη μ τα σωστά κίνητρα, τα σωστά μέρη, τη σωστή ανάλυση και το επαρκές κεφάλαιο. Μπορεί λοιπόν να συμβεί…

Ο τρόπος με τον οποίο αυτοί οι παράγοντες μπλέκονται γύρω από ένα συγκεκριμένο έργο – καθώς και το αν είναι δυνατή η διάσωση του ξύλου που έχει υποστεί βλάβη – εξαρτάται από το είδος του οικοσυστήματος στο οποίο θα επιχειρηθεί παρέμβαση. Τα δευτερογενή δάση του Αμαζονίου είναι διαφορετικά από τα πεύκα του Τέξας που αναρρώνουν μετά από πυρκαγιές ή τα δέντρα ξυλείας που καλύπτουν μεγάλο μέρος της Σουηδίας. Για κάθε μέρος όμως υπάρχει ένας διαφορετικός και καλός λόγος για αναδάσωση, όπως και διαφορετικές ανάγκες.

Με περίπου 600 εκτάρια να έχουν αναδασωθεί σε όλο τον κόσμο από το 2015 και άλλα 1.100 να έχουν προγραμματιστεί για το τρέχον έτος, οι δράσεις της «Land Life Company» εντάσσονται στην πρωτοβουλία «Bonn Challenge», μια παγκόσμια προσπάθεια για την αποκατάσταση 150 εκατομμυρίων εκταρίων δασικών περιοχών μέχρι το 2020. Πρόκειται για έκταση που ισοδυναμεί με το μέγεθος του Ιράν ή της Μογγολίας. Μέχρι το 2030, ο στόχος είναι να φτάσει τα 350 εκατομμύρια εκτάρια – 20% περισσότερη έκταση δηλαδή από την Ινδία. Οι στόχοι αυτοί περιλαμβάνουν τόσο την αποκατάσταση των δασικών περιοχών που έχουν χάσει την πυκνότητα τους ή φαίνονται λίγο αδύναμες και την ανάκτηση της δασικής κάλυψης σε περιοχές από όπου το δάσος έχει εξαφανιστεί. Ο εν λόγω παγκόσμιος στόχος διαμερίζεται σε μικρότερα κομμάτια και εκφράζεται στη Λατινική Αμερική ως η «Πρωτοβουλία 20×20», μια προσπάθεια συνεισφοράς 20 εκατομμυρίων εκταρίων δάσους στον γενικό στόχο, φέροντας εις πέρας μικρά έως μεσαία έργα αναδάσωσης με την πολιτική υποστήριξη κυβερνήσεων.

Σε αντίθεση με την «Land Life Company», αυτές οι δια-περιφερειακές δράσεις λαμβάνουν υπόψη και την οικονομική κι επιχειρηματική διάσταση της αναδάσωσης, παρότι αυτή παραμένει σε συνάρτηση με τη βιοποικιλότητα. Για να επιτευχθεί αυτό χρειάζεται επενδυτές να βάλουν το χέρι τους στην τσέπη. Και για να το κάνουν αυτό θα πρέπει να έχουν διαφαινόμενο κέρδος. Έτσι μια μελέτη υποστηρίζει ότι αν ο στόχος για την Λατινική Αμερική επιτευχθεί, αυτή θα επωφεληθεί μέσα σε μια περίοδο 50 χρόνων με 23 δισ. δολάρια.

Τα κέρδη μπορούν να προέλθουν από τις πωλήσεις ξυλείας, που έχει συλλεχθεί με βιώσιμο τρόπο από τα νέα δάση, αλλά και με τη συγκομιδή «μη ξύλινων προϊόντων», όπως οι καρποί και τα λάδια που μπορούν να παραχθούν από τα δέντρα. Επίσης αν υπολογιστεί πόσο διοξείδιο του άνθρακα συλλέγει ένα δάσος, μπορούσαν πωληθούν πιστώσεις άνθρακα σε εταιρείες που θέλουν να αντισταθμίσουν τις εκπομπές τους. Επιπλέον μπορεί να δομηθεί μία ήπια ανάπτυξη του δάσους που προσελκύσει οικοτουρίστες, που θα πληρώνουν για διαμονή, περιηγήσεις και γεύματα.

Υποστηρίκτρια μιας τέτοιας κίνησης δεν μπορεί να είναι βέβαια η τράπεζα της γειτονιάς μας. Τα χρήματα πίσω από την «Πρωτοβουλία 20×20» προέρχονται κυρίως από χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς με τριπλούς στόχους – μια μέτρια απόδοση της επένδυσής τους, περιβαλλοντικά οφέλη και κοινωνικά οφέλη. Πρόκειται για τις λεγόμενες επενδύσεις αντίκτυπου.

Για παράδειγμα το γερμανικό fund «12Tree», ένας από τους εταίρους της «Πρωτοβουλίας 20×20», επένδυσε 9,5 εκατομμύρια δολάρια στο Cuango, μια έκταση 1,455 εκταρίων στον Παναμά που συνδυάζει μια εμπορική φυτεία κακάου με την εξόρυξη ξυλείας από ένα βιώσιμο δάσος. Με τα χρήματά τους, αναμόρφωσαν ένα πρώην αγρόκτημα βοοειδών, προσέφεραν υψηλής ποιότητας θέσεις εργασίας για τις γύρω κοινότητες και κέρδισαν από την επένδυσή τους.

Ακόμα και σε γη που αποψιλώθηκε πριν από δεκαετίες και χρησιμοποιείται από αγρότες, ορισμένες καλλιέργειες μπορούν να συνυπάρξουν με το δάσος, αν βρεθεί η σωστή ισορροπία. Αν και δεν είναι τεχνικά αναδάσωση, η αγροδασοκομία παρέχει μια ευκαιρία στους αγρότες μικρών γαιών να διατηρήσουν τα μέσα διαβίωσής τους προσθέτοντας δασικές εκτάσεις στον πλανήτη.

Ένα παγκόσμιο πρόγραμμα που ονομάζεται «Breedcafs» μελετά πώς συμπεριφέρονται τα δέντρα σε φυτείες καφεόδεντρων, ελπίζοντας να βρει ποικιλίες καλλιεργειών που καταφέρνουν να αναπτυχθούν κάτω από τη σκιά τους. Μια παρόμοια προσέγγιση μπορεί να εφαρμοστεί με το κακάο, τη βανίλια και τα οπωροφόρα δέντρα.

Πρέπει να σημειωθεί ότι δεν είναι όλες οι περιοχές αναδασωτέες. Χώρες χαμηλού κινδύνου, είναι η Ισπανία, το Μεξικό ή οι ΗΠΑ. Στη Μέση Ανατολή ή την Αφρική, όμως, η επιτυχία δεν είναι εξασφαλισμένη. Αλλά στο σωστό μέρος, ίσως το μόνο που χρειάζεται είναι ο χρόνος.

Στην Κόστα Ρίκα, το Εθνικό Καταφύγιο Άγριας Ζωής «Barú»έχει έκταση 330 στρεμμάτων και δεν θυμίζει πια το αγρόκτημα βοοειδών που ήταν μέχρι το 1987, όταν ο Jack Ewing αποφάσισε να το μετετρέψει σε προορισμό οικοτουρισμού. Αντί να παρέμβει τεχνητά, ένας φίλος του τον συμβούλεψε να αφήσει τη φύση να πάρει το δρόμο της.

Τα πρώην βοσκοτόπια του Barú είναι τώρα δάση και ο ιδιοκτήτης του μπορεί να υπερηφανεύεται για πάνω από 150 εκτάρια δευτερογενούς δάσους, που γεννήθηκε χωρίς καμία παρέμβαση από άνθρωπο. Τα τελευταία 10 χρόνια, μαϊμούδες και αποδηματικά πουλιά επισκέπτονται τη γη του καταφυγίου, ενισχύοντας τον τουρισμό και αναζωογονώντας το οικοσύστημα. Ο Ewing, εξηγεί αυτή την επιτυχία χρησιμοποιώντας τις λέξεις που ο φίλος του επέλεξε πριν από τρεις δεκαετίες: «Στην Κόστα Ρίκα, όταν σταματάς να κλαδεύεις τους θάμνους, η ζούγκλα επιστρέφει για να πάρει εκδίκηση».

https://tvxs.gr/news/periballon/pos-ferneis-ksana-sti-zoi-ena-dasos

Μοιραστείτε το!
Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin


ΚατηγορίεςΔασικά Οικοσυστήματα

Tags: ,

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: