Η έννομη προστασία των πάρκων και αλσών

Σοφία Ε. Παυλάκη
Δικηγόρος, υπ. Δρ., ΜΔΕ Περιβαλλοντική Πολιτική ΔΠΘ

Στο άρθρο αναλύεται το περιεχόμενο της προστασίας που παρέχει ο νόμος στα πάρκα και τα άλση, κατά τις τρεις βασικές διαστάσεις της, όπως έχουν αποδοθεί από τη σχετική νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας: 1. την εξομοίωση, όσον αφορά την παρεχομένη προστασία, των πάρκων και αλσών με τα δάση και τις δασικές εκτάσεις της χώρας και την απαγόρευση μεταβολής του προορισμού τους, 2. την υποχρέωση προηγούμενης προβλέψεώς τους στο οικείο ρυμοτομικό σχέδιο και 3. την αρχή της απαγόρευσης της εντάξεως δάσους ή δασικής εκτάσεως σε σχέδιο πόλεως.

1. Εξομοίωση με τα δάση και απαγόρευση μεταβολής του προορισμού τους

Στο πλαίσιο της σύγχρονης πόλης, η διατήρηση και προστασία των κοινοχρήστων χώρων πρασίνου συνιστά βασική συνιστώσα του σχεδιασμού, με στόχο τη διασφάλιση και απόλαυση βιώσιμου δημόσιου χώρου και αστικού περιβάλλοντος. Μάλιστα, η σημασία που αποδίδει το δίκαιο στο αστικό πράσινο είναι τόσο εμφαντική, ώστε επεξέτεινε αμείωτη στα πάρκα και άλση εντός οικιστικού ιστού τη συνταγματικά κατοχυρωμένη προστασία που παρέχεται σε αυτά τα ίδια τα δάση και τις δασικές εκτάσεις της χώρας.

Άμεση συνέπεια της εξομοίωσης των πάρκων και αλσών, από πλευράς της παρεχομένης σε αυτά εννόμου προστασίας, με τα δάση και τις δασικές εκτάσεις, είναι η υπαγωγή τους στο σύνολο των προστατευτικών περί δασών διατάξεων του Συντάγματος, της δασικής μας νομοθεσίας καθώς επίσης των λοιπών διατάξεων ειδικών νομοθετημάτων που διέπουν και ρυθμίζουν τη δασική προστασία και διαχείριση. Ούτως γίνεται δεκτό ότι άλση και πάρκα, που βρίσκονται σε κοινόχρηστο χώρο εντός εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου, αποτελούν μέρος του φυσικού κεφαλαίου και εξομοιώνονται με τα δασικά οικοσυστήματα,[1] η δε αυξημένη συνταγματική προστασία των δασών και δασικών εκτάσεων επεκτείνεται και σε εκτάσεις που καλύπτονται από δασική βλάστηση, η οποία δημιουργήθηκε με φυσικό ή και τεχνητό τρόπο, πλησίον ή και εντός οικιστικών περιοχών ή σχεδίων πόλεων, δηλαδή στα αστικά άλση και πάρκα.[2]

Ειδικά επομένως για τα πάρκα και άλση εντός του αστικού και περιαστικού ιστού, εκτός από τη θεμελιώδη διάταξη του άρθρου 24 του Συντάγματος, η οποία όπως αναλύθηκε, καλύπτει και προστατεύει το σύνολο των περιβαλλοντικών αγαθών ως φυσικών και ανθρωπογενών στοιχείων που συναποτελούν τον «ζωτικό χώρο» του ανθρώπου, στα πάρκα και άλση εφαρμόζονται και οι λοιπές προστατευτικές των δασών διατάξεις του ισχύοντος ελληνικού Συντάγματος, ήτοι οι διατάξεις των παρ. 3 και 4 του άρθρου 117[3] που επιτάσσουν την απαγόρευση μεταβολής του προορισμού των δασών και δασικών εκτάσεων που αποψιλώνονται ή καταστρέφονται και την υποχρεωτική κήρυξή τους αναδασωτέων (παρ. 3) και καθορίζουν ότι η αναγκαστική απαλλοτρίωση δασών και δασικών εκτάσεων επιτρέπεται μόνον υπέρ του Δημοσίου για λόγους δημόσιας ωφέλειας και με τον όρο ότι διατηρείται αμετάβλητη η δασική μορφή τους (παρ. 4).

Έτσι στα πάρκα και άλση παρέχεται ολόκληρο το φάσμα της αυξημένης, συνταγματικής προστασίας που προβλέπεται για τα δάση και τις δασικές εκτάσεις της χώρας μας. Η επιλογή αυτή του Έλληνα νομοθέτη δικαιολογείται κυρίως από τους ακόλουθους λόγους:

α) Τα άλση και πάρκα συνιστούν, σε πολλές περιπτώσεις, οικοσυστήματα υψηλής οικολογικής και αισθητικής αξίας, που προσιδιάζουν σε αυτά τα ίδια τα δάση, συνιστώντας τόπους, στους οποίους διαβιούν ακόμα και σπάνια είδη ζώων και φυτών και γενικά αποτελούν περιβάλλοντα, στα οποία αναπτύσσονται περισσότερα προστατευόμενα στοιχεία της φύσης και της βιοποικιλότητας, όπως ρέματα, λίμνες, ποτάμια, υγροβιότοποι και παράκτια οικοσυστήματα, φυσικοί σχηματισμοί, τοπία, μνημεία, αρχαιολογικοί χώροι κ.ά. Επομένως χρήζουν, ως στοιχεία του περιβάλλοντος, της ίδιας αυξημένης εννόμου προστασίας που παρέχεται από το Σύνταγμα και τον νόμο στα δασικά οικοσυστήματα.

β) Τα άλση και πάρκα συνδέονται συχνά με την ίδια την ιστορία, τον πολιτισμό και την εξέλιξη των τόπων, εντός των οποίων αναπτύσσονται ή τους οποίους περιβάλλουν. Μια σημαντική κατηγορία πάρκων και αλσών έχει συντελέσει στη διαμόρφωση της συλλογικής μνήμης και ταυτότητας των κατοίκων και κοινοτήτων που αφορούν καθώς επίσης και στη διαμόρφωση της τοπικής κοινωνικής, πολιτικής, επαγγελματικής και πολιτιστικής ζωής, σε βαθμό που θεωρούνται πλέον αναπόσπαστο μέρος και σημείο αναφοράς των οικείων τόπων και των κατοίκων τους.

γ) Τα άλση και πάρκα, ιδίως στα νεότερα χρόνια, λόγω της άμεσης γειτνίασής τους με τον αστικό χώρο και τη ζωή στις σύγχρονες πόλεις, γίνονται καθημερινά αποδέκτες σημαντικών περιβαλλοντικών πιέσεων καθώς η τάση για επέκταση των πόλεων και του οικιστικού ιστού ολοένα και αυξάνει απειλώντας την ακεραιότητα του αστικού και περιαστικού πρασίνου και υποβαθμίζοντας τη σπουδαία οικολογική, προστατευτική και αισθητική αξία του για το περιβάλλον των πόλεων, για το τοπικό κλίμα και την υγεία των κατοίκων τους. Γίνεται επομένως σαφές ότι οι αυξημένοι αυτοί περιβαλλοντικοί κίνδυνοι για τα πάρκα και άλση επιτάσσουν και τη λήψη αυστηρών και αυξημένων μέτρων προστασίας τους, η οποία εξασφαλίζεται με την επέκταση σε αυτά της παρεχομένης στα δάση προστασίας του Συντάγματος και της δασικής μας νομοθεσίας.

Σύμφωνα δε με τη βασική αρχή ότι η επιβαλλομένη από τις διατάξεις των άρθρων 24 παρ. 1 και 117 παρ. 3 του Συντάγματος προστασία των δασών και δασικών εκτάσεων έχει την έννοια της προστασίας των δασικών οικοσυστημάτων «ως έχουν»,[4] γίνεται δεκτό ότι δεν επιτρέπεται μεταβολή της χρήσεως ή του προορισμού των εντός σχεδίου πόλεως πάρκων και αλσών. Ισχύει επομένως ο κανόνας ότι άλση και πάρκα σε κοινόχρηστο χώρο εντός εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου δεν πρέπει να μειώνονται ούτε να αλλάζει ο προορισμός τους και να αναιρείται η λειτουργία τους με την πρόβλεψη εντός αυτών άλλων χρήσεων και λειτουργιών πλην εκείνων που υλοποιούν και υποβοηθούν την απόλαυση του πρασίνου.[5]

Μεταβολή της χρήσεως ή του προορισμού των εντός σχεδίου πόλεως πάρκων και αλσών, τα οποία καλύπτονται από βλάστηση, φυσικά ή τεχνητά δημιουργημένη, γίνεται δεκτή αποκλειστικά και μόνο κατ΄ εξαίρεση, ανεξαρτήτως αν οι εκτάσεις αυτές χαρακτηρίζονται από το εγκεκριμένο σχέδιο ως χώροι κοινοχρήστου πρασίνου ή έχουν εν τοις πράγμασι αποκτήσει τον χαρακτήρα αυτόν, στις περιπτώσεις που τούτο προβλέπεται από διάταξη νόμου για την ικανοποίηση σκοπού επιβαλλομένου χάριν του δημοσίου συμφέροντος.[6] Συναφώς, συνιστά λόγο δημοσίου συμφέροντος, που επιτρέπει εξαιρετικά τη μεταβολή της χρήσεως ή του προορισμού πάρκων και αλσών, η περίπτωση της διανοίξεως δημοσίων οδών, προκειμένου να εξυπηρετηθεί σπουδαία ανάγκη επικοινωνίας κατά τους ορισμούς του άρθρου 48 παρ. 1 του ν. 998/1979, ως ίσχυε προ της θέσεως σε ισχύ του ν. 4280/2014.[7]

Γίνεται περαιτέρω δεκτό ότι πράξεις που εκδίδονται κατ΄ εφαρμογή των εξουσιοδοτικών διατάξεων του νδ/τος της 17ης Ιουλίου – 16ης Αυγούστου 1923 (Α΄ 228) δεν επιτρέπεται να περιλαμβάνουν ρυθμίσεις αντίθετες με τις διατάξεις του ν. 998/1979 και ειδικότερα δεν δύνανται να μεταβάλλουν την κατά προορισμόν χρήση πάρκων ή αλσών, εντός εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως, με τη μετατροπή τους, έστω και εν μέρει, σε οικοδομήσιμους χώρους. Η απαγόρευση αυτή ισχύει και για πάρκα ή άλση, τα οποία δεν χαρακτηρίζονται από το εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως ως χώροι κοινοχρήστου πρασίνου, αλλ΄ έχουν αποκτήσει «εν τοις πράγμασι» τέτοιον χαρακτήρα[8] καθώς και για τμήματα πάρκων και αλσών, τα οποία είναι μερικώς ή ολικώς ασκεπή ή ακάλυπτα ή βραχώδη, συνδέονται όμως οργανικά με το σύνολο του πάρκου ή άλσους, υπό την έννοια ότι συμβάλλουν στη διατήρηση της φυσικής ισορροπίας του και στην αποστολή του.[9]

Οι διατάξεις του άρθρου 43 του ν. 4277/2014[10] «Νέο Ρυθμιστικό Σχέδιο Αθήνας – Αττικής και άλλες διατάξεις» επιτρέπουν ωστόσο την παραχώρηση κατά χρήση στη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού ή σε νομικά πρόσωπα εποπτευόμενα ή έλκοντα δικαιώματα από αυτήν, τμημάτων αλσών ή πάρκων και την αλλαγή χρήσεώς τους, εφ΄ όσον τα τμήματα αυτά κρίνονται απολύτως αναγκαία για τον εκσυγχρονισμό, τη βελτίωση, τη συμπλήρωση και την ασφαλή λειτουργία νομίμως υφισταμένων αθλητικών εγκαταστάσεων ή την ανέγερση νέων, με την υποχρέωση δάσωσης ή αναδάσωσης επιφανείας ίσης με την παραχωρηθείσα.[11]

Η παραχώρηση τελεί υπό προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων η παραχωρούμενη επιφάνεια να βρίσκεται σε σημείο που να μην διασπά τη συνοχή και συνέχεια του άλσους ή πάρκου και να μην υπερβαίνει το 5% της συνολικής του επιφανείας, περαιτέρω δε να μην πρόκειται για άλσος ή πάρκο των Δήμων Αθηνών, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης.[12]

Το Άλσος Κηφισιάς

2. Υποχρέωση προηγουμένης προβλέψεως στο οικείο ρυμοτομικό σχέδιο

Απαραίτητη προϋπόθεση για την επέκταση της συνταγματικής και νομοθετικής προστασίας των δασών και δασικών εκτάσεων στα άλση και πάρκα, είναι οι σχετικές εκτάσεις να βρίσκονται σε κοινόχρηστο χώρο χαρακτηρισμένο από το οικείο ρυμοτομικό σχέδιο ως «άλσος» ή ως «πάρκο» ή γενικά ως «κοινόχρηστο χώρο πρασίνου».[13] Κατά συνέπεια, οι προστατευτικές των δασών και δασικών εκτάσεων συνταγματικές και νομοθετικές διατάξεις δεν καταλαμβάνουν χώρους, οι οποίοι χαρακτηρίζονται στο οικείο ρυμοτομικό σχέδιο ως οικοδομήσιμοι, έστω και αν η τυχόν υφισταμένη επ΄ αυτών βλάστηση θα δικαιολογούσε, ενδεχομένως, την εισαγωγή ρυμοτομικής ρυθμίσεως για τον χαρακτηρισμό τους ως κοινοχρήστων χώρων πρασίνου.[14]

3. Απαγόρευση εντάξεως δάσους ή δασικής εκτάσεως σε σχέδιο πόλεως

Περαιτέρω, σε αναφορά με τους κοινοχρήστους χώρους αστικού πρασίνου, ισχύει η γενική απαγόρευση της εντάξεως δάσους ή δασικής εκτάσεως σε πολεοδομικό σχέδιο.[15] Τα ενιαία και αυτοτελή συστήματα (σύνολα) τοπίου, φυσικού και πολιτιστικού (ανθρωπογενούς) χαρακτήρα, δεν μπορούν να γίνουν αντικείμενα πολεοδόμησης ούτε να ενταχθούν στον οικιστικό ιστό πόλεως μετατρεπόμενα σε χώρους αστικού πρασίνου.[16] Σύμφωνα ειδικότερα με την πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, είναι αντίθετη με το Σύνταγμα (άρθρο 24) η ένταξη δασικού οικοσυστήματος εντός οικιστικής περιοχής ή σχεδίου πόλεως, ακόμη και αν γίνεται προς τον σκοπό δημιουργίας κοινοχρήστων χώρων που διατηρούν τον δασικό χαρακτήρα τους.[17]

Συνακόλουθα, θεωρείται αντισυνταγματική οποιαδήποτε νομοθετική ρύθμιση, η οποία εντάσσει δασική έκταση σε οικιστική περιοχή ή εγκρίνει σχέδιο πόλεως σε δασική έκταση.[18]

Υπό την έννοια αυτή, κρίθηκε ανεπαρκώς αιτιολογημένη και ακυρωτέα πράξη κύρωσης δασικού χάρτη, κατά το μέρος που αφορούσε το περιληφθέν σε αυτόν ως «δασικό» τμήμα ακινήτου, το οποίο ωστόσο ενέπιπτε στο σύνολό του εντός εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου. Η Διοίκηση προέβη δηλαδή ανεπίτρεπτα, κατά το Δικαστήριο, στην κύρωση του επίμαχου δασικού χάρτη κατά τρόπον, ώστε να συμπεριλαμβάνεται σε αυτόν, ως δασικό, τμήμα πολεοδομούμενου ακινήτου χωρίς προηγουμένως να έχουν αρθεί σχετικές αμφιβολίες ως προς τα ακριβή όρια του οικείου ρυμοτομικού σχεδίου.[19]

Επιτρέπεται παρ΄ όλα αυτά, κατ΄ εξαίρεση, χάριν της ενότητας του πολεοδομικού σχεδιασμού, να εντάσσονται σε σχέδιο πόλεως μικρά μόνο τμήματα δασών ή δασικών εκτάσεων, γειτνιάζοντα με οικισμούς ή περιβαλλόμενα από οικισμούς.[20] Στην περίπτωση αυτή, οι εντασσόμενοι στο σχέδιο δασικοί θύλακες διατηρούν υποχρεωτικά αναλλοίωτο τον δασικό χαρακτήρα τους, απαγορεύεται δε ως προς αυτούς κάθε άλλη χρήση τους πλην της κατά προορισμόν χρήσεως των δασών και κάθε επέμβαση συνεπαγομένη την κατασκευή έργων κοινωφελούς ή κοινοχρήστου χαρακτήρα.[21]

Τούτο δε για τον λόγο ότι η ένταξη των δασικών θυλάκων, εφ΄ όσον κριθεί ως, κατ΄ εξαίρεση, επιβεβλημένη για τους παραπάνω λόγους, έχει μεν ως μόνη νοητή συνέπεια τον χαρακτηρισμό τους ως κοινοχρήστων χώρων πρασίνου, δεν τους αποσυνδέει όμως από τη δασική νομοθεσία και επομένως δεν τους εξομοιώνει με τους κοινούς κοινοχρήστους χώρους πρασίνου, τους οποίους η Διοίκηση μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να μετακινεί ή να αναδιατάσσει με την τροποποίηση του οικείου ρυμοτομικού σχεδίου και στους οποίους είναι επιτρεπτή η διενέργεια διαμορφώσεων ή κατασκευών ορισμένου χαρακτήρα.[22]

Εξ άλλου, η ανάγκη ενότητας του πολεοδομικού σχεδιασμού παρέχει μεν στη Διοίκηση την ευχέρεια να εντάσσει στο σχέδιο τους δασικούς θύλακες που περιβάλλονται από πόλεις ή οικισμούς, αλλά δεν επιβάλλει την ένταξή τους σε αυτό, ιδίως όταν ειδικές συνθήκες αναγόμενες στην έκταση, τη θέση τους κ.λπ. υπαγορεύουν την παραμονή τους εκτός σχεδίου πόλεως, τούτο δε ανεξάρτητα από το ιδιοκτησιακό τους καθεστώς, αν δηλαδή αποτελούν δημόσιο ή ιδιωτικό δάσος.[23]

Έχει ακόμα κριθεί[24] ότι εντός των Γενικών Πολεοδομικών Σχεδίων (ΓΠΣ), τα οποία αποτελούν πρόταση μόνον πολεοδομικής οργάνωσης, δεν αποκλείεται να συμπεριλαμβάνονται δασικές ή αναδασωτέες εκτάσεις, οι οποίες όμως παραμένουν εκτός σχεδίου, μπορούν δε να συμπεριληφθούν στο σχέδιο κατά το επόμενο στάδιο πολεοδομικού σχεδιασμού, αυτό της πολεοδομικής μελέτης, υπό αυστηρές προϋποθέσεις, διατηρώντας πάντα τον δασικό τους χαρακτήρα.

Περαιτέρω δε δασικού χαρακτήρα εκτάσεις, που έχουν ενταχθεί στο σχέδιο πόλεως όχι ως οικοδομήσιμοι χώροι ή ως οδοί, αλλ΄ ως κοινόχρηστοι χώροι, ακόμη και εάν δεν χαρακτηρίζονται ρητώς ως «πάρκα» ή «άλση» ή ως «χώροι πρασίνου», υπάγονται στο καθεστώς προστασίας των πάρκων και αλσών και δεν δύνανται να καταστούν οικοδομήσιμοι χώροι με τροποποίηση του οικείου πολεοδομικού σχεδίου.[25]

Το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει επίσης δεχθεί ότι η πάροδος μακρού χρόνου από την ένταξη δασικής εκτάσεως σε εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο δεν εμποδίζει την ανάκληση της σχετικής αποφάσεως ως παράνομης και την εν μέρει κατάργηση του σχεδίου, προκειμένου να παραμείνει εκτός σχεδίου πόλεως τμήμα δάσους, το οποίο είχε μεταβάλει νομικώς μορφή με την απόδοσή του σε οικιστική χρήση, κατά παράβαση απαγορευτικών διατάξεων της δασικής νομοθεσίας, εφ΄ όσον μάλιστα ο επιτασσόμενος από το Σύνταγμα δημοσίου συμφέροντος σκοπός προστασίας των δασών μόνο με τον τρόπο αυτόν θα μπορούσε να επιτευχθεί.[26]

Και τούτο, διότι η ικανοποίηση του επιτακτικού σκοπού δημοσίου συμφέροντος για την προστασία ενός συνταγματικά προστατευομένου εννόμου αγαθού, όπως τα δάση και οι δασικές εκτάσεις, δεν μπορούσε να καταστεί αδρανής και ατελέσφορη εις το διηνεκές, εκ μόνου του λόγου ότι η Διοίκηση είχε εντάξει κατά το παρελθόν δασική έκταση, ως οικιστική, σε σχέδιο πόλεως λόγω πλάνης οφειλομένης σε δόλο των διοικουμένων.[27]

Έχει επίσης δεχθεί το Δικαστήριο ότι, σε περίπτωση εντάξεως εκτάσεως με δασικό χαρακτήρα σε σχέδιο πόλεως και χαρακτηρισμού της ως οικοδομικού τετραγώνου, ναι μεν δεν υφίσταται υποχρέωση της Διοικήσεως να τροποποιήσει το σχέδιο, προκειμένου να χωρήσει σε χαρακτηρισμό της εκτάσεως αυτής ως κοινοχρήστου χώρου, πλην όμως αν κατά τη διοικητική διαδικασία εγκρίσεως ή τροποποιήσεως σχεδίου πόλεως υποβληθούν ενστάσεις των ενδιαφερομένων με τον ισχυρισμό ότι η συγκεκριμένη έκταση έχει δασικό χαρακτήρα και το απαφαινόμενο επί των ενστάσεων όργανο τις εξετάσει κατ΄ ουσίαν και λάβει θέση επί του δασικού ή μη χαρακτήρα της εκτάσεως, αποφαινόμενο ότι ο χαρακτήρας αυτός δεν συντρέχει και ότι πρέπει να διατηρηθεί ο χαρακτηρισμός του συναφούς χώρου ως οικοδομήσιμου, η σχετική κρίση πρέπει να είναι αιτιολογημένη.[28]

Σε περιπτώσεις οικισμών προϋφισταμένων του έτους 1923, η αρμόδια αρχή δεν δεσμεύεται από τυχόν κανονιστικού χαρακτήρα μη νόμιμη πράξη οριοθετήσεως του οικισμού, αλλ΄ οφείλει να εκφέρει δική της αιτιολογημένη κρίση, αν πράγματι υφίστατο στην περιοχή οικισμός προ του 1923 και αν το συγκεκριμένο ακίνητο εμπίπτει στα πραγματικά όρια του οικισμού αυτού.[29] Η δε γενικώς ισχύουσα απαγόρευση να συμπεριλαμβάνονται δάση και δασικές εκτάσεις σε οριοθετούμενους οικισμούς θεσπίζεται όχι μόνο με το πδ/γμα της 2ας-13ης Μαρτίου 1981 (άρθρο 1 παρ. 4), αλλά και με το πδ/γμα της 24ης Απριλίου – 3ης Μαΐου 1985 (άρθρο 4 παρ. 2 περ. Α΄ στοιχ. α΄, όπως ισχύει).[30]

Στο Βερολίνο τα δέντρα στους δημόσιους χώρους
φέρουν ιδιαίτερη αρίθμηση για άμεση προστασία και διαχείριση
(προσωπικό αρχείο, Δεκέμβριος 2017)

Οι αναφορές του άρθρου αντλούνται από το πρόσφατο έργο της Σ. Παυλάκη, «Αστικό και Περιαστικό Πράσινο (Νομοθετικό Πλαίσιο – Νομολογία)», εκδ. Νομόραμα, Αθήνα 2019.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] ΣτΕ 2301/2017 (Τμ. Ε΄, 5μ.) ΤΝΠ ΔΣΑ, ΣτΕ 1261/2018 ΤΝΠ ΔΣΑ.

[2] ΣτΕ 974/2005 ΤΝΠ Νόμος, ΣτΕ Ολ 677/2010 ΔιΔικ 2010 σ. 933, ΣτΕ Ολ 3144/2004 ΤΝΠ Νόμος, ΣτΕ 4376/2015 ΤΝΠ Νόμος, ΣτΕ 1261/2018 σε: https://nomosphysis.org.gr/

[3] Βλ. Σύνταγμα της Ελλάδος (1975/1986/2001) «Ψήφισμα της 6ης Απριλίου 2001» της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής (Α΄ 120/27.06.2008): «Άρθρο 117. … 3. Δημόσια ή ιδιωτικά δάση και δασικές εκτάσεις που καταστράφηκαν ή καταστρέφονται από πυρκαγιά ή που με άλλο τρόπο αποψιλώθηκαν ή αποψιλώνονται δεν αποβάλλουν για το λόγο αυτό το χαρακτήρα που είχαν πριν καταστραφούν, κηρύσσονται υποχρεωτικά αναδασωτέες και αποκλείεται να διατεθούν για άλλο προορισμό. 4. Η αναγκαστική απαλλοτρίωση δασών ή δασικών εκτάσεων που ανήκουν σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου επιτρέπεται μόνο υπέρ του Δημοσίου σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 17, για λόγους δημόσιας ωφέλειας διατηρείται πάντως η μορφή τους αμετάβλητη ως δασική. …».

[4] ΣτΕ 838/2014 ΤΝΠ Νόμος.

[5] ΣτΕ Ολ 3144/2004 ό.π., ΣτΕ 4468/2011 ΤΝΠ Νόμος. Σχετ. και η απόφαση ΣτΕ Ολ 1764/1977, με την οποία έγινε δεκτή αίτηση ακυρώσεως του δ/τος της 15ης Σεπτεμβρίου – 5ης Οκτωβρίου 1973 «Περί τροποποιήσεως του ρυμοτομικού σχεδίου Πειραιώς εις την περιοχήν Ακτής Πρωτοψάλτη» (Δ΄ 271), με το οποίο χώρος φερόμενος ως ανήκων στον αιτούντα χαρακτηριζόμενος δυνάμει του βδ/τος της 4ης Μαρτίου 1954 «Περί τροποποιήσεως του ρυμοτομικού σχεδίου Πειραιώς» (Α΄ 42) ως χώρος πρασίνου μετετράπη σε οικοδόμησιμο χώρο και θεσπίσθηκαν όροι δόμησης ισχύοντες εντός αυτού. Σχετ. και ΤΖΙΚΑ – ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ Α., ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ Σ., ό.π.: «Η επίκληση της απαγόρευσης μείωσης των κοινοχρήστων χώρων εις βάρος μιας πολεοδομικής ενότητας μιας μητροπολιτικής περιοχής και εις όφελος μιας άλλης αφορά μια σημειακή εφαρμογή του σχεδιασμού ενός πολεοδομικού συγκροτήματος και δεν αντιμετωπίζει ολιστικά την πόλη», ΠΑΥΛΑΚΗ Σ., «Το δικαίωμα στο περιβάλλον», σε: «Θεμελιώδη Δικαιώματα» (επιμέλεια: ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΣ Σ.), Αθήνα 2017.

[6] ΣτΕ Ολ 677/2010 ΤΝΠ Νόμος, ΣτΕ 4376/2015 ΤΝΠ Νόμος, ΣτΕ 4468/2011 ΤΝΠ Νόμος, ΣτΕ 1978/2002 ΕλΔνη 2003 σ. 271, ΣτΕ 3792/2001 ΤΝΠ Νόμος, ΣτΕ 2588/1992 ΤΝΠ Νόμος, ΣτΕ 1118/1993 ΤΝΠ Νόμος.

[7] Βλ. ΣτΕ 1978/2002 ό.π. Έχει επίσης παγίως κριθεί (ΣτΕ Ολ 3059/2009, σε: https://nomosphysis.org.gr/) ότι από τη συνταγματική αρχή της προστασίας του οικιστικού περιβάλλοντος (άρθρο 24 παρ. 2 του Συντάγματος) συνάγεται ο θεμελιώδης κανόνας ότι κατά την τροποποίηση εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων και τον καθορισμό χρήσεων γης δεν συγχωρείται, κατ΄ αρχήν, μείωση κοινοχρήστων χώρων. Και είναι μεν δυνατή η αναδιάταξη των χώρων αυτών για λόγους πολεοδομικούς, υπό την προϋπόθεση όμως ότι το καθαρό ποσοστό κοινοχρήστων χώρων, σε επίπεδο πολεοδομικής ενότητας, παραμένει τουλάχιστον στο προηγούμενο ύψος.

[8] ΣτΕ 1118/1993 (Τμ. Ε΄, 5μ.) Αρμ 1994 σ. 732, ΓνμδΝΣΚ 69/2017 ΠερΔικ 1/2017 σ. 169.

[9] ΣτΕ 4376/2015 (Τμ. Ε΄, 5μ.) ό.π., ΣτΕ 1118/1993 ό.π.

[10] Α΄ 156/01.08.2014, δ/σφ. Α΄ 165/26.08.2014.

[11] ΣτΕ Ολ 3089/2017 ΤΝΠ Νόμος.

[12] Ωστόσο, με την απόφαση ΣτΕ Ολ 3089/2017 ό.π., ειδικά επί της υποθέσεως της παραχωρήσεως τμήματος του Άλσους Νέας Φιλαδέλφειας για την ανέγερση των εγκαταστάσεων του νέου γηπέδου της ΑΕΚ, έγινε, μεταξύ άλλων, δεκτό ότι: «Οι διατάξεις … αυτές περιέχουν αφηρημένους κανόνες που ρυθμίζουν την παραχώρηση για αθλητικούς και συναφείς σκοπούς τμημάτων αλσών και πάρκων γενικώς και όχι ειδικώς τη συγκεκριμένη παραχώρηση τμήματος του Άλσους Νέας Φιλαδέλφειας, η οποία διέπεται από τις ειδικές διατάξεις του άρθρου 42 του ν. 4277/2014, ορισμένες από τις οποίες έχουν χαρακτήρα ατομικών ρυθμίσεων».

[13] ΣτΕ 4384/2009 ΤΝΠ Νόμος, ΣτΕ 2723/2014 ΤΝΠ Νόμος, ΣτΕ 4468/2011 ΤΝΠ Νόμος, ΣτΕ 2145/2003 ΤΝΠ Νόμος, ΣτΕ 3792/2001 ΤΝΠ Νόμος, ΣτΕ 838/2014 ΤΝΠ Νόμος, ΣτΕ 3562/2008 ΤΝΠ Νόμος, ΣτΕ 1589/1999 Αρμ 1999 σ. 866, ΣτΕ ΠΕ 58/2009 ΤΝΠ Νόμος, ΣτΕ 131/2007 ΤΝΠ Νόμος, ΣτΕ 246/2000 ΤΝΠ Νόμος.

[14] Σύμφωνα με γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, για να θεωρηθεί μια ρυμοτομική ρύθμιση ως μη ισχύουσα δεν αρκεί η συνδρομή λόγων που θα δικαιολογούσαν ή θα επέβαλαν την άρση της, αλλ΄ απαιτείται και η έκδοση αντίθετης πράξεως από την αρμόδια διοικητική αρχή. Περαιτέρω, κατά την παρ. 2 του άρθρου 40 του ν. 1337/1983 (Α΄ 33), που ρυθμίζει σχετικά με την προστασία της υφισταμένης επί οικοδομήσιμου χώρου βλαστήσεως και με την οποία προβλέπεται αρμοδιότητα της οικείας πολεοδομικής αρχής για την άδεια κοπής δένδρων: «Για την κοπή δένδρων, μέσα σε εγκεκριμένα ρυμοτομικά σχέδια ή τις ΖΟΕ που δεν προστατεύονται από τις διατάξεις για την προστασία των δασών και των δασικών γενικά εκτάσεων, απαιτείται έκδοση αδείας από την οικεία πολεοδομική αρχή. Στους παραβάτες επιβάλλονται οι κυρώσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 458 του Ποινικού Κώδικα». Σχετ. βλ. και άρθρο 329 του κδ/τος της 14ης Ιουλίου 1999 (ΚΒΠΝ – Δ΄ 580/27.07.1999) και ΣτΕ 2145/2003. Σχετ. και η περίπτωση του περιβάλλοντος τον ιερό ναό Αγίου Γεωργίου Χαροκόπου Καλλιθέας χώρου, για τον οποίο, με την απόφαση ΣτΕ 3792/2001, έγινε δεκτό ότι συνιστά οικόπεδο εντός εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου, προοριζόμενο για την ανέγερση ιερού ναού. Συνεπώς, ότι δεν προβλεπόταν ως «κοινόχρηστος χώρος», αλλ΄ ως χώρος «κοινωφελούς χρήσεως». Τα δε υφιστάμενα στον περίβολο του ιερού ναού δένδρα δεν συνιστούσαν βλάστηση, η οποία θα μπορούσε κατά το Δικαστήριο να χαρακτηρισθεί ως «άλσος» κατά την έννοια του νόμου. Εν όψει τούτου, απερρίφθη λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο είχε προβληθεί ότι ο περίβολος του εν λόγω Ιερού Ναού αποτελούσε «άλσος» ή πάντως «εν τοις πράγμασι κοινόχρηστο χώρο» και ότι εκ του λόγου αυτού η τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου για την ανέγερση πνευματικού κέντρου στον χώρο αυτόν ήταν αντίθετη στις διατάξεις του άρθρου 24 του Συντάγματος και του ν. 998/1979 περί προστασίας των εντός εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως πάρκων και αλσών.

[15] ΣτΕ 4384/2009 ΔιΔικ 2010 σ. 980, ΣτΕ 2723/2014 ΤΝΠ Νόμος, ΣτΕ 3562/2008 ΤΝΠ Νόμος, ΣτΕ 1589/1999 ό.π., ΣτΕ ΠΕ 58/2009 ΤΝΠ Νόμος, ΣτΕ 131/2007 ΤΝΠ Νόμος, ΣτΕ 246/2000 ΤΝΠ Νόμος. Κατά τη διάταξη της περ. ζ΄ της παρ. 6 του άρθρου 3 του ν. 998/1979, εξαιρούνται από την εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας οι περιοχές για τις οποίες υφίστανται εγκεκριμένα σχέδια πόλεως ή καταλαμβάνονται από οικισμούς, τα όρια των οποίων έχουν εγκριθεί με πράξεις της Διοικήσεως κατά τα πδ/γματα της 21ης Νοεμβρίου – 1ης Δεκεμβρίου 1979, της 2ας-13ης Μαρτίου 1981 ή της 24ης Απριλίου – 3ης Μαΐου 1985 ή βρίσκονται εντός ορίων εγκεκριμένων πολεοδομικών μελετών ή ρυμοτομικών σχεδίων και όπως τα όρια αυτά έχουν εφαρμοσθεί στο έδαφος ή πρόκειται περί οικοδομήσιμων εκτάσεων των οικιστικών περιοχών του ν. 947/1979 ή αποτελούν εκτάσεις Οργανωμένων Υποδοχέων Μεταποιητικών και Επιχειρηματικών Δραστηριοτήτων, που οργανώθηκαν σύμφωνα με τον ν. 4458/1965, όπως ισχύει, καθώς και τις διατάξεις του ν. 2545/1997 και όπως ορίζονται στην παρ. 4 του άρθρου 41 του ν. 3982/2011, για τις οποίες έχει εγκριθεί η οριοθέτηση ή το ρυμοτομικό τους σχέδιο. Γίνεται περαιτέρω δεκτό, ότι ο όρος «έγκυρα σχέδια πόλεων», στη ως άνω διάταξη, δεν έχει την έννοια της δυνατότητας ή υποχρεώσεως ελέγχου της νομιμότητας των ρυμοτομικών σχεδίων επ΄ ευκαιρία της εφαρμογής τους, δεδομένου ότι αναφέρεται απλώς σε ρυμοτομικά σχέδια που έχουν εγκριθεί με διοικητική πράξη, η οποία συγκεντρώνει τα αναγκαία εξωτερικά τυπικά στοιχεία του κύρους, ώστε να είναι εξοπλισμένη με το τεκμήριο της νομιμότητας. Σχετ. και ΣτΕ Ολ 2281/1992 Αρμ 1992 σ. 852, ΣτΕ 2753/1994 ΑρχΝ 1995 σ. 467. Σχετ. και η διάταξη του άρθρου 32 παρ. 6 του ν. 4067/2012 (Α΄ 79/09.04.2012) «Νέος Οικοδομικός Κανονισμός» (ΝΟΚ), κατά την οποία: «Άρθρο 32. Διαδικασία τροποποίησης εγκεκριμένων ρυμοτομικών σχεδίων μετά από άρση ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης ή δέσμευσης. … 6. Για την τροποποίηση του σχεδίου με σκοπό τη διοικητική εφαρμογή είτε της δικαστικής απόφασης που αίρει ή ανακαλεί τη ρυμοτομική απαλλοτρίωση είτε της αυτοδίκαιης άρσεως, σύμφωνα με την παρ. 1 του παρόντος άρθρου, λαμβάνονται υπ΄ όψη όλες οι προστατευτικές διατάξεις για το περιβάλλον και ιδίως οι διατάξεις για τις αρχαιότητες, τον αιγιαλό και την παραλία που ισχύουν κατά τον χρόνο της τροποποίησης. Οι διατάξεις περί προστασίας δασών δεν εφαρμόζονται για την τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου: α) επί ρυμοτομικών σχεδίων που εγκρίθηκαν μετά την ισχύ των διατάξεων του ν. 998/1979, β) επί εκτάσεων ρυμοτομικών σχεδίων, οι οποίες κατά τον χρόνο της αρχικής τους έγκρισης δεν ήταν δασικές και γ) επί κοινωφελών και κοινοχρήστων χώρων που προέκυψαν με τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου από αρχικώς οικοδομήσιμους χώρους. Τυχόν πράξεις της Διοικήσεως, στο πλαίσιο της δασικής νομοθεσίας, που εκδόθηκαν επί ακινήτων του προηγουμένου εδαφίου, ανακαλούνται από τον Γενικό Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης, μετά από αίτημα του ενδιαφερομένου. Στις λοιπές περιπτώσεις ισχύει ο έλεγχος του δασικού χαρακτήρα, ο οποίος ανέρχεται αποκλειστικά και μόνο στον χρόνο εγκρίσεως του ρυμοτομικού σχεδίου». Σχετ. ΠΑΥΛΑΚΗ Σ., «Απαγόρευση ένταξης δάσους σε οικιστική περιοχή» σε: https://dasarxeio.com/2015/11/29/25151/

[16] ΣτΕ 2164/1994 ΤοΣ 1995 σ. 405. Σχετ. και ΣτΕ 446/2016 ΤΝΠ Νόμος, κατά την οποία, εν όψει της συνταγματικής επιταγής για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και ειδικότερα του δασικού πλούτου της χώρας κατά τα άρθρα 24 παρ. 1 και 117 παρ. 3 του Συντάγματος, η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 12 του ν. 4280/2014, κατά την οποία: «Ακίνητα που προήλθαν από κλήρωση μεριδιούχων οικοδομικών συνεταιρισμών πριν το 1975 και ήταν άρτια και οικοδομήσιμα κατά παρέκκλιση, σύμφωνα με τους όρους δόμησης που ίσχυαν κατά τον χρόνο έγκρισης του ρυμοτομικού σχεδίου, οικοδομούνται, σύμφωνα με τα ισχύοντα κατά τον χρόνο έγκρισης του ρυμοτομικού σχεδίου, κατά παρέκκλιση κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης», δεν μπορεί να καταλαμβάνει εκτάσεις αδιαμφισβήτητα δασικού χαρακτήρα, πολύ περισσότερο πυκνού και συμπαγούς δάσους, οι οποίες παρ΄ ότι πολεοδομήθηκαν με διάταγμα προγενέστερο του Συντάγματος του 1975, διατήρησαν τη δασική τους μορφή, οι δε εργασίες υλοποίησης της πολεοδόμησής τους δεν διεξήχθησαν καθόλου ή πραγματοποιήθηκαν σε ελάχιστο βαθμό και η συνέχισή τους απετράπη με ενέργειες των επιφορτισμένων με την προστασία του δασικού πλούτου διοικητικών αρχών αμέσως μετά την έναρξή τους, με συνέπεια η έκταση, για την οποία πρόκειται, να έχει διατηρήσει ανέπαφη τη δασική της μορφή καθ΄ όλο το μακρό χρονικό διάστημα που επακολούθησε την έκδοση του πολεοδομικού διατάγματος. Έχει επίσης κριθεί (βλ. ΣτΕ 3457, 3459/2009 ΤΝΠ Νόμος) ότι δεν εξαιρούνται της δασικής νομοθεσίας οι χαρακτηριζόμενες ως «τεχνητές δασικές φυτείες» της παρ. 4 του άρθρου 3 του ν. 998/1979, αν δεν προκύπτει ότι δημιουργήθηκαν επί ιδιωτικών γεωργικών εκτάσεων, με σκοπό την υλοτομία, διακίνηση και εμπορία δασικών προϊόντων. Περαιτέρω, με την απόφαση ΣτΕ 4533/2009 (ΤΝΠ Νόμος) έγινε δεκτό ότι ακίνητα, για τα οποία ήρθη αυτοδικαίως η αναγκαστική απαλλοτρίωση λόγω μη συντελέσεώς της και παραμένουν πολεοδομικώς αρρύθμιστα, δεν υπάγονται στα εγκεκριμένα έγκυρα σχέδια πόλεως ούτε εξαιρούνται της δασικής νομοθεσίας και μπορούν να κηρύσσονται αναδασωτέα ή και δασικά. Ομοίως εκρίθη (βλ. ΣτΕ 3791/2007 7μ. ΤΝΠ Νόμος) ότι δεν εξαιρείται από την εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας έκταση κηρυχθείσα ως περιλαμβανομένη σε αρχαιολογικό χώρο. Βλ. και ΓνμδΝΣΚ 463/2001 (ΤΝΠ Νόμος) σχετικά με την εξαίρεση από τη δασοπροστασία, κατ΄ άρθρο 3 παρ. 6 του ν. 998/1979, εκτάσεων εντός σχεδίου πόλεως ή εντός οικισμών προ του 1923 ή εντός οικιστικών περιοχών.

[17] ΣτΕ 1589/1999 ό.π.

[18] ΣτΕ 3369/2014 ΤΝΠ Νόμος, ΣτΕ 1589/1999 ό.π.

[19] ΣτΕ 1544/2017 ΤΝΠ Νόμος (δασικός χάρτης Μαραθώνα Ν. Αττικής).

[20] ΣτΕ 4772/2013 ΤΝΠ Νόμος, ΣτΕ 838/2014 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΣτΕ 487/2007 ΤΝΠ Νόμος, ΣτΕ 3745/2004 ΤΝΠ Νόμος.

[21] ΣτΕ 3369-70/2014 7μ. ΤΝΠ Νόμος, ΣτΕ 838/2014 7μ. ΤΝΠ Νόμος, ΣτΕ 3562/2008 ΤΝΠ Νόμος, ΣτΕ 88/2016 ΤΝΠ Νόμος, ΣτΕ 1848/2013 ΤΝΠ Νόμος, ΣτΕ 4876/2013 ΤΝΠ Νόμος.

[22] ΣτΕ 1980/2017 7μ. ΤΝΠ Νόμος.

[23] ΣτΕ 1980/2017 7μ. ΤΝΠ Νόμος.

[24] ΣτΕ 838/2014 ΤΝΠ Νόμος.

[25] ΣτΕ 88/2016 ΤΝΠ Νόμος και ΣτΕ 4925/2014 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΣτΕ 3792/2001 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΣτΕ 1118/1993 Αρμ 1994 σ. 732, ΣτΕ 2588/1992 ΤοΣ 1992 σ. 585, ΣτΕ 3369-70/2014 7μ. ΤΝΠ Νόμος, ΣτΕ 1421/2014. Σχετ. και ΓνμδΝΣΚ 69/2017 (Τμ. Γ΄) ΤΝΠ Νόμος, κατά την οποία: «Κοινόχρηστοι χώροι, οι οποίοι στο σχέδιο πόλεως δεν χαρακτηρίζονται ως «πάρκα» ή «άλση», ως «κοινόχρηστοι χώροι πρασίνου» ή γενικότερα ως “αστικό πράσινο” ούτε φέρουν άλλον ειδικότερο πολεοδομικό χαρακτηρισμό, αλλ΄ έχουν “εν τοις πράγμασι” τέτοιο χαρακτήρα, δηλαδή φέρουν βλάστηση που μπορεί να δικαιολογήσει την εισαγωγή ρυμοτομικής ρύθμισης για τον χαρακτηρισμό τους ως “πάρκων” ή “αλσών”, αντιμετωπίζονται ως τέτοια και προστατεύονται από τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας, εφ΄ όσον η σχετική διαπίστωση του ανωτέρω χαρακτήρα από την αρμόδια δασική υπηρεσία ανάγεται στον χρόνο ένταξής τους στο οικείο σχέδιο».

[26] ΣτΕ 4772/2013 ΤΝΠ Νόμος.

[27] ΣτΕ 3369/2014 ΤΝΠ Νόμος.

[28] ΣτΕ 2723/2014 ΤΝΠ Νόμος.

[29] Σχετ. βλ. ΣτΕ 4539/2011 ΤΝΠ Νόμος.

[30] ΣτΕ 4539/2011 ό.π. Συναφώς, κρίθηκε ότι η πράξη οριοθέτησης του οικισμού της Ζαρούχλας ήταν παράνομη, υπό την εκδοχή ότι περιελάμβανε και δασική έκταση, βλ. ΣτΕ 4454/2005 ΤΝΠ Νόμος.

:

.

Μοιραστείτε το!
Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin


ΚατηγορίεςΕπιλογές - Προτάσεις, Νομοθεσία

Tags: , , , , , , , , , , ,

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: