Η αντισυνταγματικότητα της εξαγοράς και εκμετάλλευσης εκχερσωθέντων δασών και δασικών εκτάσεων (με αφορμή την απόφαση ΣτΕ 645/2019)

Sarah Jarret «Winter landscape»

Σοφία Ε. Παυλάκη,
Δικηγόρος

Η πρόσφατη απόφαση 645/2019 του Ε΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, επί αιτήσεως ακυρώσεως της Πανελλήνιας Ένωσης Δασολόγων Δημοσίων Υπαλλήλων (ΠΕΔΔΥ) και του Γεωτεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος (ΓΕΩΤΕΕ), έκρινε αντισυνταγματικές τις διατάξεις των άρθρων 47 παρ. 5-14 και 47Β του ν. 998/1979, οι οποίες εισήγαγαν την, έναντι χρηματικού ανταλλάγματος, δυνατότητα εξαγοράς ή γεωργικής εκμετάλλευσης δασών και δασικών εκτάσεων που εκχερσώθηκαν παράνομα, πριν και μετά το 1975. Η απόφαση σηματοδοτεί μία ακόμα σημαντική δικαστική νίκη της δασικής κοινότητας, μετά και από τις επίσης πρόσφατες αποφάσεις της μείζονος Ολομέλειας του Δικαστηρίου, που έκριναν αντισυνταγματική τη ρύθμιση των οικιστικών πυκνώσεων. Αποτελεί μία μοναδικής αξίας ετυμηγορία του Δικαστηρίου, η οποία θέτει τέλος σε ένα μέτρο που προσέβαλλε τη δασική προστασία, το περιβάλλον και τις αρχές του κράτους δικαίου και της νομιμότητας της διοικητικής δράσης, εγγυώμενη μετά βεβαιότητας και στο μέλλον πολύτιμα οφέλη για τα δάση μας.

1. Γενικά στοιχεία και νομοθετικό πλαίσιο της υπόθεσης

Η απόφαση ΣτΕ 645/2019 εξεδόθη επί αιτήσεως ακυρώσεως την οποία άσκησε η Πανελλήνια Ένωση Δασολόγων Δημοσίων Υπαλλήλων (ΠΕΔΔΥ) και το Γεωτεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος (ΓΕΩΤΕΕ) κατά των Υπουργών Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Η υπόθεση εισήχθη ενώπιον της επταμελούς (μείζονος) Συνθέσεως του Τμήματος, λόγω σπουδαιότητας, κατόπιν σχετικής πράξεως του Προέδρου του Τμήματος.

Συγκεκριμένα, με την αίτηση ζητήθηκε η ακύρωση των αποφάσεων: α) 156586/2798/19.05.2017 του Αναπληρωτή Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας (Β΄ 1782/23.05.2017) «Καθορισμός του τρόπου και της διαδικασίας χορήγησης της έγκρισης γεωργικής εκμετάλλευσης, των απαιτούμενων δικαιολογητικών, των υποχρεώσεων του δικαιούχου και κάθε αναγκαίας λεπτομέρειας για την εφαρμογή των άρθρων 47 και 47Β του ν. 998/1979, όπως αντικαταστάθηκαν από τα άρθρα 36 του ν. 4280/2014 και το άρθρο 12 του ν. 4315/2014, αντίστοιχα, και τροποποιήθηκαν με τα άρθρα 2 και 4 του ν. 4467/2017», β) 157196/3204/07.06.2017 του Αναπληρωτή Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας (Β΄ 2082/16.06.2017) «Καθορισμός τύπου του τίτλου κυριότητας της παρ. 11 του άρθρου 47 και του τύπου διαπιστωτικής πράξης της παρ. 2 του άρθρου 47Β του ν. 998/1979», γ) 158298/3670/04.07.2017 του Αναπληρωτή Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας και του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (Β΄ 2355/11.07.2017) «Εφαρμογή των άρθρων 47 (παρ. 5-14) και 47Β του ν. 998/1979 σε περιοχές αναρτημένων δασικών χαρτών», και δ) 158341/3927/26.07.2017 του Αναπληρωτή Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας (Β΄ 2758/8.8.2017) «Παράταση της προθεσμίας υποβολής αιτήσεων εξαγοράς για την υπαγωγή στις παρ. 5-14 του άρθρου 47 του ν. 998/1979, όπως ισχύει».

2. Βασικές σκέψεις του Δικαστηρίου

Το Δικαστήριο απεφάνθη, μεταξύ άλλων, ότι οι περισσότεροι από τους προβληθέντες λόγους ακυρώσεως δεν στρέφονταν ευθέως κατά των ρυθμίσεων των προσβαλλομένων υπουργικών αποφάσεων, αλλά κατά του κύρους των ίδιων των διατάξεων των άρθρων 47 παρ. 5 επ. και 47Β του ν. 998/1979,[1] οι οποίες προσεβλήθησαν ως αντισυνταγματικές, κατά το μέρος που προέβλεπαν, η μεν πρώτη εξαγορά και παραχώρηση της κυριότητας δασών και δασικών εκτάσεων που εκχερσώθηκαν αυθαιρέτως για γεωργική χρήση προ του Συντάγματος του 1975, η δε δεύτερη έγκριση επέμβασης σε δάση και δασικές εκτάσεις που εκχερσώθηκαν, ομοίως αυθαιρέτως, για γεωργική εκμετάλλευση μετά το Σύνταγμα του 1975. Οι λόγοι αυτοί κρίθηκε ότι προβάλλονταν παραδεκτώς με την αίτηση, για τον λόγο ότι το ανίσχυρο των εφαρμοστέων ως άνω διατάξεων του ν. 998/1979 θα συνεπαγόταν την ακύρωση των προσβληθέντων αποφάσεων, οι οποίες είχαν εκδοθεί κατ΄ εξουσιοδότηση του ως άνω νόμου και εξειδίκευαν τις ρυθμίσεις του ή θέσπιζαν λεπτομέρειες ως προς την εφαρμογή του.[2]

Περαιτέρω, σύμφωνα με την απόφαση, με τις διατάξεις του άρθρου 24 παρ. 1 του Συντάγματος[3] καθιερώνεται υποχρέωση των κρατικών οργάνων να λαμβάνουν, στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας, ιδιαίτερα προληπτικά και κατασταλτικά μέτρα για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος. Ειδικά για τα δάση και τις δασικές εκτάσεις ο συντακτικός νομοθέτης έλαβε ιδιαίτερη μέριμνα, εισάγοντας ειδικότερες διατάξεις, βάσει των οποίων τα δασικά οικοσυστήματα υπάγονται σε αυστηρό προστατευτικό καθεστώς, προς τον σκοπό της διαφύλαξης της οικολογικής ισορροπίας και της διατήρησης της κατά προορισμόν χρήσεώς τους, η οποία καθορίζεται ευθέως εκ του Συντάγματος.[4] Εντός του πλαισίου αυτού ανατίθεται, κατά την απόφαση, στον κοινό νομοθέτη η υποχρέωση να θεσπίσει τις αναγκαίες ρυθμίσεις για την προστασία των δασών και των δασικών εκτάσεων και επιβάλλεται η απαγόρευση της μεταβολής του προορισμού τους. Παρέχεται ωστόσο στον νομοθέτη η δυνατότητα να επιτρέψει, κατ΄ εξαίρεση, την αλλοίωση της μορφής τους, εφ΄ όσον συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι δημοσίου συμφέροντος, υπό τον όρο πάντως ότι, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, κρίνεται προηγουμένως από τα αρμόδια όργανα ότι η θυσία της δασικής βλάστησης είναι πράγματι επιβεβλημένη και δεν υπερβαίνει το απολύτως αναγκαίο μέτρο για την ικανοποίηση του επιδιωκόμενου σκοπού δημοσίου συμφέροντος.[5]

Όπως έγινε επίσης δεκτό, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 24 παρ. 1, 106 παρ. 1[6] και 22 παρ. 1[7] του Συντάγματος προκύπτει ότι ο συντακτικός νομοθέτης σταθμίζοντας αφ΄ ενός την ανάγκη προστασίας του περιβάλλοντος και αφ΄ ετέρου άλλους παράγοντες αναγομένους στο γενικότερο εθνικό και δημόσιο συμφέρον, όπως εκείνους που σχετίζονται με την ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας, την αξιοποίηση του εθνικού πλούτου, την ενίσχυση της περιφερειακής ανάπτυξης, τη διασφάλιση της οικονομικής ελευθερίας και την εξασφάλιση εργασίας στους πολίτες, επιτάσσει τον συγκερασμό των σκοπών αυτών, κατά τρόπο που θα διασφαλίζει τη βιώσιμη ανάπτυξη.[8] Περαιτέρω, το άρθρο 117 παρ. 3 του Συντάγματος[9] επιβάλλει την υποχρέωση κήρυξης αναδασωτέων των δημόσιων και ιδιωτικών δασών και δασικών εκτάσεων που καταστρέφονται από πυρκαγιά ή αποψιλώνονται από οποιαδήποτε αιτία, με σκοπό την ανάκτηση της δασικής μορφής τους και απαγορεύει τη διάθεσή τους για άλλο προορισμό, ανεξαρτήτως της παρόδου μακρού χρόνου από την καταστροφή τους.[10]

Κατά το Δικαστήριο, η συνταγματική διάταξη του άρθρου 117 παρ. 3 δεν επιτρέπει επεμβάσεις σε αναδασωτέες εκτάσεις για την εξυπηρέτηση συνήθους δημοσίου συμφέροντος που θα δικαιολογούσε, σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 1 του Συντάγματος, θυσία δασικής γης μη υπαγομένης στο αυξημένο προστατευτικό καθεστώς των αναδασωτέων εκτάσεων.[11] Παρά την απόλυτη διατύπωση όμως του άρθρου 117 παρ. 3 του Συντάγματος, δεν αποκλείεται κατά την απόφαση η θέσπιση από τον νομοθέτη ρυθμίσεων, με τις οποίες παρέχεται η δυνατότητα να εγκριθεί, σε εξαιρετικές περιπτώσεις δημοσίου συμφέροντος, επέμβαση ακόμα και σε έκταση που έχει κηρυχθεί αναδασωτέα, ακόμη και πριν αυτή ανακτήσει τη δασική μορφή της, προκειμένου να εκτελεσθεί έργο, το οποίο αποβλέπει στην εξυπηρέτηση ανάγκης με ιδιαίτερη κοινωνική, εθνική ή οικονομική σημασία, αν η εκτέλεση του έργου στην έκταση αυτή είναι απολύτως αναγκαία και επιτακτική, με αποτέλεσμα η παρέλευση του απαιτούμενου για την πραγματοποίηση της αναδάσωσης χρονικού διαστήματος να οδηγεί σε ματαίωση του επιδιωκόμενου δημοσίου σκοπού.[12] Δέχθηκε ακόμα το Δικαστήριο ότι ο εκτελεστικός του Συντάγματος ν. 998/1979 διέκρινε τα σημαντικά, κατά τις αντιλήψεις της εποχής εκείνης, έργα υποδομής, δηλαδή τα στρατιωτικά έργα, για τα οποία αναγνώρισε τη δυνατότητα να εκτελούνται και σε αναδασωτέες εκτάσεις. Ομοίως προέβλεψε ο νομοθέτης και μεταγενέστερα για την εκτέλεση σημαντικών έργων υποδομής, όπως μεταξύ άλλων, σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και συνοδών έργων τους.[13]

Σύμφωνα περαιτέρω με την απόφαση, το άρθρο 24 παρ. 1 του Συντάγματος επιβάλλει την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, των δασών και των δασικών εκτάσεων και τη λήψη μέτρων για την επίτευξη του σκοπού αυτού. Το τελευταίο εδάφιο της διατάξεως αυτής του Συντάγματος επιτρέπει τη μεταβολή του προορισμού δασών και δασικών εκτάσεων, μόνον αν «προέχει για την εθνική οικονομία η αγροτική εκμετάλλευση ή άλλη τους χρήση, που την επιβάλλει το δημόσιο συμφέρον»και η νομοθεσία προέβλεπε διαχρονικά τη δυνατότητα παραχώρησης δασικών εκτάσεων για αγροτική καλλιέργεια, η οποία τελούσε πάντοτε, ασχέτως της εκδόσεως οριστικού παραχωρητηρίου ή της παρελεύσεως μακρού χρόνου, υπό την προϋπόθεση ότι διετηρείτο η γεωργοδενδροκομική καλλιέργεια. Στις περιπτώσεις αυτές, η παραχωρούμενη δασική έκταση δεν αποχαρακτηριζόταν, ούτε έχανε τον δασικό της χαρακτήρα οριστικά, αλλά επιτρεπόταν η χρησιμοποίησή της για μόνιμη γεωργική εκμετάλλευση, αποκλειομένης κάθε περαιτέρω αλλαγής χρήσεώς της σε οικιστική ή άλλη, ενώ μετά τη διαπίστωση της έλλειψης ή της απώλειας της ως άνω προϋποθέσεως, η παραχώρηση υπέκειτο σε ανάκληση με διοικητική πράξη, η οποία συνεπαγόταν την εφαρμογή των διατάξεων της δασικής νομοθεσίας.[14]

Όπως όμως έγινε δεκτό, η διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 τελευταίο εδάφιο του Συντάγματος, αφορά περιπτώσεις μεταβολής, για το μέλλον,του προορισμού ορισμένων δασικών εκτάσεων, προκειμένου αυτές να αποδοθούν εφεξής σε γεωργική χρήση, δεν τυγχάνει εφαρμογής επί δασών και δασικών εκτάσεων που καταστράφηκαν χωρίς νόμιμη αιτία,[15] με οποιοδήποτε τρόπο (πυρκαγιά, εκχέρσωση κ.λπ.) είτε πριν είτε μετά την έναρξη ισχύος του Συντάγματος του 1975. Για τις εκτάσεις αυτές, ισχύει και υπερισχύει η αυστηρότερη ρύθμιση του άρθρου 117 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποίαεπιβάλλει την κήρυξη της δασικής εκτάσεως που αποψιλώθηκε παρανόμως ως αναδασωτέας, κατά δέσμια αρμοδιότητα,[16] ανεξαρτήτως της παρόδου μακρού χρόνου από την καταστροφή της και αποκλείει τη διάθεσή της για κάθε άλλον σκοπό δημοσίου συμφέροντος που θα δικαιολογούσε κατά νόμον επέμβαση στο δάσος πριν την καταστροφή του, σύμφωνα με το έκτο κεφάλαιο του ν. 998/1979.[17]

3. Αντισυνταγματικότητα των διατάξεων του άρθρου 47 παρ. 5-14 ν. 998/1979

Σύμφωνα επομένως με όσα προεκτέθηκαν, το Δικαστήριο έκρινε κατά πλειοψηφία, ότι η κατ΄ άρθρο 47 παρ. 5-14 του ν. 998/1979 εξαγορά δασών και δασικών εκτάσεων που εκχερσώθηκαν προ του 1975 αυτογνωμόνως, προκειμένου να καλλιεργηθούν, και η μεταβίβαση κυριότητας έναντι τιμήματος στους κατόχους τους, υπό την προϋπόθεση ότι η αγροτική χρήση συνεχίζεται έως την έκδοση της πράξεως εξαγοράς και θα συνεχισθεί και στο μέλλον, αντίκεινται προς τα άρθρα 24 παρ. 1 και 117 παρ. 3 του Συντάγματος, όπως βασίμως προβλήθηκε με τον σχετικό λόγο ακυρώσεως.

Δέχθηκε περαιτέρω το Δικαστήριο ότι ναι μεν επιτρέπεται, κατ΄ εξαίρεση, να εγκριθεί επέμβαση σε καείσες ή παρανόμως αποψιλωθείσες δασικές και αναδασωτέες εκτάσεις, υπό την προϋπόθεση ότι η επέμβαση εξυπηρετεί ανάγκη με ιδιαίτερη κοινωνική, εθνική ή οικονομική σημασία,[18] στην προκειμένη όμως περίπτωση, η επίκληση της ενίσχυσης της εθνικής οικονομίας και της απασχόλησης γίνεται όλως αορίστως, ενώ η αυθαίρετη εκχέρσωση και εν συνεχεία αγροτική εκμετάλλευση δασών και δασικών εν γένει εκτάσεων -και μάλιστα από πρόσωπα μη ασχολούμενα κατ΄ επάγγελμα με τη γεωργία, η δημιουργία πολυετών πραγματικών καταστάσεων και η αποτροπή αντιδικίας πολιτών και υπηρεσιών για τη χρήση των ακινήτων, δεν συνιστούν επ΄ ουδενί επίκληση εξαιρετικής ανάγκης με ιδιαίτερη κοινωνική, εθνική ή έστω οικονομική σημασία, που θα δικαιολογούσε την έγκριση των αυθαιρέτως πραγματοποιηθεισών προ του 1975 εκχερσώσεων δασών και δασικών εκτάσεων, αδιαφόρως αν οι εκτάσεις αυτές καλλιεργήθηκαν έκτοτε επί δεκαετίες. Από τη φύση δε του πράγματος, οι εκχερσώσεις αυτές έχουν γίνει, σύμφωνα με την απόφαση, ανεπιλέκτως και ασυνδέτως προς κρατικούς αναπτυξιακούς σκοπούς ή άλλους λόγους δημοσίου συμφέροντος, δημιουργούν τετελεσμένες καταστάσεις και εμποδίζουν το σχεδίασμα αγροτικής πολιτικής, σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να θεωρηθεί ότι η ρύθμιση επιδιώκει θεμιτό σκοπό εξ εκείνων που περιγράφονται στο άρθρο 106 του Συντάγματος.

Επιπλέον, η ευνοϊκή μεταχείριση όσων καλλιέργησαν αυθαιρέτως δάση και δασικές εκτάσεις, χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής και η μεταβίβαση των εκτάσεων αυτών κατά κυριότητα στους καλλιεργητές τους αντίκεινται και στις συνταγματικές αρχές του κράτους δικαίου και της ισότητας,αφού θέτουν την κατηγορία αυτή προσώπων -όχι απαραιτήτως αγροτών (μετά την απάλειψη του αρχικώς προβλεφθέντος με τον ν. 4061/2012 σχετικού όρου) που έδρασαν αυθαιρέτως, σε πλεονεκτική θέση έναντι όσων δεν προέβησαν αυτογνωμόνως σε αποψίλωση δασικών εκτάσεων ή έναντι όσων το έπραξαν μεν, αλλ΄ απεβλήθησαν από δασικές εκτάσεις που είχαν αυτοβούλως καταλάβει, επειδή η Διοίκηση στην περίπτωσή τους προέβη, ως όφειλε, στις νόμιμες ενέργειες για την αποβολή τους.[19] Ούτε η πάροδος μακρού χρόνου συνιστά λόγο που καθιστά, κατά το Δικαστήριο, νόμιμη την αυθαίρετη εκχέρσωση και την παύση υπαγωγής εκτάσεων στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας, δεδομένου ότι σύμφωνα με πάγια νομολογία,[20] το Σύνταγμα δεν επιτρέπει στον νομοθέτη να θεσπίζει χρονικούς περιορισμούς στην υποχρέωση αναδάσωσης δάσους ή δασικής εκτάσεως που έχουν καταστραφεί, ούτε ανέχεται τη διατήρηση και προστασία πραγματικών καταστάσεων που θεμελιώνονται σε αυθαίρετη καταστροφή δασικής βλάστησης.

Ως εκ τούτου, η αντίθεση προς το Σύνταγμα της γενικευμένης «νομιμοποίησης» εκχερσώσεων χιλιάδων στρεμμάτων δασικής γης δεν θεραπεύεται, σύμφωνα με την απόφαση, από την υποχρέωση συνέχισης της αγροτικής καλλιέργειας στο διηνεκές, επί ποινή ανακλήσεως της παραχωρήσεως ή από την καταβολή, πέραν του τιμήματος απόκτησης της εκτάσεως (που καθορίσθηκε σε ιδιαιτέρως χαμηλά επίπεδα και μειώθηκε στο 1/4 της αντικειμενικής αξίας της, έναντι του 1/3 που ίσχυε πριν), χρηματικού ανταλλάγματος που θα χρησιμοποιηθεί για την αναδάσωση ή δάσωση αντίστοιχων εκτάσεων, που βρίσκονται στην ίδια ή σε όμορη περιοχή, άλλως εντός της ίδιας διοικητικής ενότητας ή όμορης αυτής, ελλείψει δε αυτών, σε άλλη έκταση που θα υποδειχθεί από τη δασική υπηρεσία, κατ΄ άρθρο 45 παρ. 8 ν. 998/1979. Ειδικά ως προς το τελευταίο αυτό ζήτημα, η επίμαχη διάταξη προβλέπει ότι η χρήση του ανταλλάγματος που θα καταβάλει ο ενδιαφερόμενος επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί, κατά πρώτο λόγο, για «αναδάσωση» άλλων εκτάσεων, για τις οποίες θα υφίστατο, ούτως ή άλλως, υποχρέωση αναδάσωσης, κατά το Σύνταγμα (117 παρ. 3) και τον νόμο, με αποτέλεσμα, στην περίπτωση αυτή, να μην αναπληρώνεται ο δασικός πλούτος που η παραχωρούμενη δασική έκταση διέθετε προτού εκχερσωθεί παρανόμως.

Για τους ίδιους ως άνω λόγους, το Δικαστήριο έκρινε αντίθετη προς το Σύνταγμα και την παρ. 13 του άρθρου 47 του ν. 998/1979, που προβλέπει έγκριση επέμβασης και αλλαγή χρήσης δασικής εκτάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 47Β του νόμου, όταν οι κάτοχοι δασικών εκτάσεων που εκχερσώθηκαν αυθαιρέτως προ της ισχύος του Συντάγματος του 1975 και καλλιεργούνται αγροτικώς δεν επιθυμούν να καταβάλλουν το τίμημα εξαγοράς και να τις αποκτήσουν κατά κυριότητα.

4. Αντισυνταγματικότητα των διατάξεων του άρθρου 47Β ν. 998/1979

Όσον αφορά τη διάταξη του άρθρου 47Β του ν. 998/1979,[21] με αυτή προβλέφθηκε αφ΄ ενός η έκδοση αδείας επεμβάσεως για γεωργική ή δενδροκομική καλλιέργεια σε δάση, δασικές ή και αναδασωτέες εκτάσεις, οι οποίες εκχερσώθηκαν αυθαιρέτως και καλλιεργούνται μετά την έναρξη ισχύος του Συντάγματος του 1975 και έως την 7η Μαρτίου 2017 και αφ΄ ετέρου η μεταβίβαση της χρήσεως (και όχι της κυριότητος) των εκτάσεων αυτών, υπό τις εξής προϋποθέσεις: α) ότι η χρήση αυτή (αγροτική) διατηρείται έως σήμερα, β) ότι δεν πρόκειται για εκτάσεις εντός περιοχών του άρθρου 19 του ν. 1650/1986 (ήτοι προστατευόμενων περιοχών, πάρκων, ΕΖΔ, ΖΕΠ κ.ο.κ.), γ) ότι η έγκριση παρέχεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 45 και της παρ. 2 του άρθρου 47, η δεύτερη των οποίων προβλέπει τη διαπίστωση, κατόπιν εκπόνησης οικονομοτεχνικής μελέτης βιωσιμότητας της γεωργικής εκμετάλλευσης, ότι οι εδαφολογικές και οικολογικές συνθήκες συνηγορούν υπέρ αυτού του τρόπου εκμετάλλευσης χωρίς να παραβλάπτεται η λειτουργία του δασικού οικοσυστήματος, από την απώλεια του φυσικού του στοιχείου, εκτός αν η έκταση είναι ήδη εντεταγμένη στο Ολοκληρωμένο Σύστημα Διαχείρισης και Ελέγχου (ΟΣΔΕ), οπότε δεν απαιτείται τέτοια μελέτη, παρά μόνο γνωμοδότηση της δασικής υπηρεσίας με το νόμιμο περιεχόμενο, δ) ότι θα καταβληθεί χρηματικό αντάλλαγμα για την απώλεια του δάσους και αντισταθμιστική δαπάνη για να υλοποιηθεί αναδάσωση ή δάσωση και ε) ότι η έγκριση επέμβασης διαρκεί όσο διατηρείται η γεωργική – δενδροκομική καλλιέργεια, άλλως, επί μεταβολής της χρήσεως, ανακαλείται η έγκριση, θεωρούνται αυτοδικαίως άκυρες η σχετική διαπιστωτική πράξη και η πράξη μεταβίβασης της χρήσεως, εφαρμόζονται οι διατάξεις της δασικής νομοθεσίας και επιβάλλονται ποινικές κυρώσεις.

Κατά την ομόφωνη γνώμη του Τμήματος, η διάταξη του άρθρου 47Β του ν. 998/1979, με την οποία παρέχεται δυνατότητα υποβολής αιτημάτων με το ως άνω περιεχόμενο χωρίς χρονικό περιορισμό, αντιβαίνει στο Σύνταγμα κατά τα βασίμως προβληθέντα. Συγκεκριμένα, η προβλεπόμενη έγκριση επέμβασης νομιμοποιεί τις εκχερσώσεις που έγιναν αυθαιρέτως σε δάση και δασικές εκτάσεις, μετά την ισχύ του Συντάγματος του 1975 και έως την 7η Μαρτίου 2007, και την αλλαγή χρήσεως των εκτάσεων από δασικές ή και αναδασωτέες σε αγροτικές, κατά παράβαση των άρθρων 24 παρ. 1 και 117 παρ. 3 του Συντάγματος. Επιπλέον, η μεταβίβαση της χρήσεως των εν λόγω εκτάσεων προς τους καλλιεργητές δημιουργεί μεταγραπτέο, μεταβιβάσιμο και εμπορεύσιμο τίτλο, με οικονομική αξία, και δημιουργεί αδικαιολόγητη ευμενή μεταχείριση των αυθαιρέτως καλλιεργησάντων δάση και δασικές εκτάσεις.

Ούτως, το άρθρο 47Β του ν. 998/1979 καλύπτει, κατά την απόφαση, όπως και στην περίπτωση του άρθρου 47 παρ. 5 επ. του νόμου, εκχερσώσεις που έχουν γίνει κατά τα οριζόμενα στον νόμο χρονικά διαστήματα (1975-2007) ανεπιλέκτως και ασυνδέτως προς κρατικούς αναπτυξιακούς σκοπούς και, ως εκ τούτου, δεν προκύπτει ότι η ρύθμιση αυτή έχει αποτελέσει προϊόν στάθμισης μεταξύ της υποχρέωσης προστασίας του περιβάλλοντος και των δασικών εκτάσεων και της ανάπτυξης της εθνικής οικονομίας, ούτε ότι εξυπηρετείται ανάγκη με ιδιαίτερη κοινωνική, εθνική ή οικονομική σημασία που θα δικαιολογούσε, όλως κατ΄ εξαίρεση, την έγκριση της επέμβασης, σύμφωνα με το άρθρο 117 παρ. 3 του Συντάγματος. Και τούτο, για τον ειδικότερο λόγο ότι η οικονομοτεχνική μελέτη βιωσιμότητας της γεωργικής εκμετάλλευσης, που εκπονείται, κατά το άρθρο 47Β του ν. 998/1979, μόνον για όσες εκτάσεις δεν είναι εντεταγμένες στο ΟΣΔΕ, ερευνά την καταλληλότητα του εδάφους για το συγκεκριμένο είδος εκμετάλλευσης και αναφέρεται στη «Δυναμική και τις προοπτικές των εκμεταλλεύσεων», στη «Συμβολή στη βελτίωση της αγοράς», στις «Αναμενόμενες αποδόσεις της εκμετάλλευσης βάσει τρεχουσών τιμών πώλησης των παραγόμενων προϊόντων» και σε «σύνοψη των χρηματοοικονομικών στοιχείων και συνοπτική έκθεση για τη βιωσιμότητα της υφισταμένης καλλιέργειας», χωρίς να αξιολογεί τα ανωτέρω δεδομένα σε σχέση προς συγκεκριμένο στόχο ανάπτυξης ειδικού τομέα της αγροτικής παραγωγής (π.χ. παραγωγή δυσεύρετου, τοπικού ή εξειδικευμένου αγροτικού προϊόντος) και της εθνικής οικονομίας, ούτε εν πάση περιπτώσει ο νόμος προβλέπει σχετική εξατομικευμένη κρίση για το ζήτημα αυτό από αρμόδιο προς τούτο όργανο.

Με τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι διατάξεις του άρθρου 47 παρ. 5 επ. του ν. 998/1979, κατά το μέρος που αναφέρονται σε εκχερσώσεις που έγιναν αυθαιρέτως καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 47Β του ιδίου νόμου, αντίκεινται στο Σύνταγμα και δεν μπορούν να παράσχουν νόμιμο έρεισμα στις προσβληθείσες πράξεις, οι οποίες και θα πρέπει να ακυρωθούν, δεδομένου ότι καθορίζουν τον τρόπο και τη διαδικασία της μεταβίβασης κυριότητας ή χρήσης και χορήγησης αδείας επέμβασης, τη διαδικασία ανταλλαγής δεδομένων μεταξύ ΟΠΕΚΕΠΕ, ΕΚΧΑ και δασικών υπηρεσιών, προκειμένου περί εκτάσεων δηλωθεισών στο ΟΣΔΕ και περιλαμβανομένων σε αναρτημένους δασικούς χάρτες ή τα υποδείγματα των σχετικών πράξεων. Σύμφωνα δε με την παρ. 5 του άρθρου 100 του Συντάγματος, το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας των κρίσιμων διατάξεων παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικράτειας.

5. Σκέψεις και διαπιστώσεις

Ο συνταγματικός νομοθέτης, γνωρίζοντας ότι η προστατευτική του δασικού πλούτου νομοθεσία, οσοδήποτε ολοκληρωμένη και αυστηρή και αν είναι, δεν θα μπορούσε να εγγυηθεί την αποτελεσματική προστασία του δάσους χωρίς τον έγκαιρο και έγκυρο εντοπισμό και την καταγραφή του, ανήγαγε σε συνταγματική υποχρέωση την κατάρτιση δασολογίου, προαπαιτούμενο της οποίας είναι η κατάρτιση των δασικών χαρτών. Τούτο δε προκειμένου τα δασικά όργανα να προβαίνουν στις αναγκαίες ενέργειες σε περίπτωση αθέμιτων παρεμβάσεων σε δάσος ή δασική έκταση και να διευκολύνεται η άμεση αποκατάσταση του δασικού χαρακτήρα σε περιπτώσεις αλλοίωσης ή μεταβολής του από ανθρώπινες ενέργειες ή άλλα αίτια.

Σήμερα, το έργο της κατάρτισης των δασικών χαρτών προχωρά με σημαντική πρόοδο και ανταπόκριση φορέων και αρχών. Παράλληλα, ο νομοθέτης καταβάλλει μία άνευ προηγουμένου προσπάθεια να καλύψει, σε ασφυκτικές προθεσμίες, ανεπάρκειες και παρατυπίες δεκαετιών. Παρ΄ όλα αυτά, κατά τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια εντεινόμενη παρεμβολή στη δασική μας νομοθεσία διατάξεων που κινούνται στα όρια της νομιμότητας ή είναι και κατάφωρα αντισυνταγματικές. Οι διατάξεις αυτές εισάγονται κυρίως με την αόριστη και αβάσιμη επίκληση της δι΄ αυτών διευκόλυνσης της ολοκλήρωσης του έργου των δασικών χαρτών, επιχείρημα το οποίο ωστόσο απεδείχθη περίτρανα, τόσο από τη σχολιαζόμενη απόφαση ΣτΕ 645/2019 όσο και από τις αποφάσεις 685-8/2019 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας επί των οικιστικών πυκνώσεων, ότι χρησιμοποιείται κατ΄ επίφαση και παρελκυστικά, προκειμένου να προσδώσει νομιμοφάνεια σε παράνομες αποφάσεις και επιλογές.[22]

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των κριθέντων ως αντισυνταγματικών με την εξεταζομένη απόφαση διατάξεων των άρθρων 47 παρ. 5-14 και 47Β του ν. 998/1979 (όπως ισχύουν μετά τους ν. 4280/2014, ν. 4315/2014, ν. 4447/2016, 4467/2017 και ν. 4483/2017), που εισήγαγαν την έναντι χρηματικού ανταλλάγματος δυνατότητα εξαγοράς ή γεωργικής εκμετάλλευσης δασών και δασικών εκτάσεων που εκχερσώθηκαν παράνομα προ ή μετά το 1975, ενώ η τακτική αυτή κορυφώθηκε με την εισαγωγή της έννοιας των «οικιστικών πυκνώσεων» στην παρ. 4 του άρθρου 23 του ν. 3889/2010 (όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 153 παρ. ΙΑ ν. 4389/2016) και εξειδικεύθηκε με την κανονιστική απόφαση που την ακολούθησε και ακυρώθηκε δικαστικά.[23]

Σύμφωνα και με την πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, από τις διατάξεις των άρθρων 24 παρ. 1 και 117 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι τα δάση και οι δασικές εκτάσεις υπάγονται σε ιδιαίτερο προστατευτικό καθεστώς, προκειμένου να διατηρηθεί η κατά προορισμόν χρήση τους και να διαφυλαχθεί η οικολογική ισορροπία τους. Μόνο κατ΄ εξαίρεση παρέχεται ευχέρεια στον κοινό νομοθέτη να επιτρέπει επεμβάσεις που μεταβάλλουν ή αλλοιώνουν τον χαρακτήρα των δασών και δασικών εκτάσεων, εάν συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι δημοσίου συμφέροντος και υπό τον όρο ότι η θυσία της δασικής βλάστησης αποτελεί το μόνο πρόσφορο μέσο για την ικανοποίηση αυτών των αναγκών και ότι οι επεμβάσεις περιορίζονται στο απολύτως αναγκαίο μέτρο, γίνονται δηλαδή με τη μικρότερη δυνατή απώλεια δασικού πλούτου.[24] Ωστόσο έγινε δεκτό με την απόφαση 2499/2012 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας ότι, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, δεν αποκλείεται η θέσπιση από τον νομοθέτη ρυθμίσεως, με την οποία παρέχεται η δυνατότητα να εγκριθεί επέμβαση ακόμα σε εκτάσεις που έχουν κηρυχθεί αναδασωτέες και πριν την αναγκαία ανάκτηση της δασικής μορφής τους, προκειμένου να εκτελεστεί έργο, το οποίο αποβλέπει στην εξυπηρέτηση ανάγκης με ιδιαίτερη κοινωνική, εθνική ή οικονομική σημασία, αν η εκτέλεση του έργου στην έκταση αυτή είναι απολύτως αναγκαία και επιτακτική, στο μέτρο που η παρέλευση του απαιτούμενου για την πραγματοποίηση της αναδάσωσης χρονικού διαστήματος θα είχε ως συνέπεια τη ματαίωση του επιδιωκόμενου δημοσίου σκοπού.

Συναφώς,η επιβαλλόμενη από το άρθρο 117 παρ. 3 του Συντάγματος υποχρέωση κήρυξης αναδασωτέας καταστραφείσας δασικής εκτάσεως έχει κριθεί ότι υφίσταται και για καταστραφέντα ή αποψιλωθέντα δάση και δασικές εκτάσεις ανεξαρτήτως του χρόνου καταστροφής ή αποψίλωσής τους, εφ΄ όσον μέχρι την 11η Ιουνίου 1975 δεν είχαν χρησιμοποιηθεί για άλλο σκοπό, ώστε να καθίσταται αδύνατη η ανατροπή της καταστάσεως που έχει δημιουργηθεί από αυτή τη χρήση. Έχει γίνει επίσης δεκτό ότι η διάταξη του άρθρου 38 παρ. 1 του ν. 998/1979, κατά το μέρος που εξαιρεί από την υποχρέωση αναδάσωσης εκτάσεις, οι οποίες είχαν παρανόμως χρησιμοποιηθεί πριν την 11η Ιουνίου 1975, κατά τρόπον ώστε να καθίσταται αδύνατη η ανατροπή της δημιουργηθείσας πραγματικής καταστάσεως, αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 117 παρ. 3 του Συντάγματος.[25] Κατά το μέρος όμως που αφορά δάση και δασικές εκτάσεις που έχουν απολέσει τον δασικό τους χαρακτήρα όχι κατόπιν αυθαίρετης και παράνομης ανθρώπινης ενέργειας, αλλά για κάποια νόμιμη αιτία, η ως διάταξη του άρθρου 38 παρ. 1 καλύπτεται από το τεκμήριο νομιμότητας, δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 117 παρ. 3 του Συντάγματος και είναι εφαρμοστέα. Η ανωτέρω εξαίρεση από την υποχρέωση αναδάσωσης εφαρμόζεται ανεξάρτητα από το μέγεθος της εκτάσεως και τη φύση των επ΄ αυτής επεμβάσεων ή από τη συνδρομή άλλων προϋποθέσεων.[26]

Παρομοίως, το Δικαστήριο έχει δεχθεί[27] ότι οι διατάξεις του άρθρου 52 ν. 4280/2014 είναι σύμφωνες με το Σύνταγμα, κατά το μέρος που επιτρέπουν τη νομιμοποίηση τουριστικών εγκαταστάσεων, που έχουν ήδη κατασκευασθεί, έστω και χωρίς όλες τις κατά τον χρόνο κατασκευής τους απαιτούμενες άδειες, εντός ακινήτων, τα οποία ναι μεν έχουν χαρακτηρισθεί εν όλω ή εν μέρει ως έχοντα δασικό χαρακτήρα μετά την ψήφιση του Συντάγματος του 1975, είχαν όμως ήδη παραχωρηθεί προς τουριστική αξιοποίηση και είχαν ήδη αξιοποιηθεί για τον σκοπό αυτό πριν την ψήφισή του. Σε ένα ανάλογο πνεύμα, οι διατάξεις της παρ. 8 του άρθρου 45 του ν. 998/1979 (όπως ισχύουν μετά τις διατάξεις των άρθρων 41 του ν. 4409/2016, Α΄ 136/28.07.2016, 1 του ν. 4467/2017, Α΄ 56/13.04.2017 και 70 παρ. 2 του ν. 4512/2018, Α΄ 5/17.01.2018) απαλλάσσουν τους εκμεταλλευτές μεταλλείων και λατομείων οποιασδήποτε κατηγορίας ορυκτού από την υποχρέωση αναδάσωσης ή δάσωσης εκτάσεως ιδίου εμβαδού με εκείνη, στην οποία εγκρίθηκε η επέμβασή τους, εάν έχουν καταβάλει την προβλεπόμενη εγγυητική επιστολή και αντάλλαγμα χρήσεως ίσο με τη νομίμως καθοριζομένη αξία της εκτάσεώς τους. Οι εν λόγω ρυθμίσεις και επιλογές συχνά συνδέονται και με την εφαρμογή του μέτρου του «περιβαλλοντικού ισοζυγίου» για την εξισορρόπηση των επιπτώσεών τους στο περιβάλλον. Χρειάζεται ωστόσο επισταμένη εξέταση των προϋποθέσεων εφαρμογής του μέτρου αυτού, προκειμένου να μην οδηγήσει σε επιλογές που αγνοούν τον θεμελιώδη χαρακτήρα των δασών ως οικοσυστημάτων.

Γίνεται επομένως σαφές από όσα προεκτέθηκαν ότι η δασική προστασία, η οποία υλοποιείται και κατ΄ εξοχήν εκφράζεται μέσω της διαδικασίας αναδάσωσης, στην πράξη κατά τα τελευταία ιδίως χρόνια, υποχωρεί διαρκώς έναντι μιας περισσότερο κερδοσκοπικής «αξιοποίησης» της βλάβης και της καταστροφής του δασικού κεφαλαίου, που κατακτά ολοένα έδαφος. Υπό την έννοια αυτή, η εξεταζόμενη απόφαση ΣτΕ 645/2019 σηματοδοτεί αναμφίβολα μία ακόμα σημαντική δικαστική νίκη της δασικής κοινότητας, μετά και από τις επίσης πρόσφατες και πολύ σημαντικές αποφάσεις 685-8/2019 της μείζονος Ολομέλειας του Δικαστηρίου, που έκριναν αντισυνταγματική τη ρύθμιση των οικιστικών πυκνώσεων. Αποτελεί μία μοναδικής αξίας ετυμηγορία του Δικαστηρίου, η οποία έθεσε τέλος σε ένα μέτρο που προσέβαλλε τη δασική προστασία, το περιβάλλον και τις αρχές του κράτους δικαίου και της νομιμότητας της διοικητικής δράσης και η οποία θα αποφέρει μετά βεβαιότητας και στο μέλλον πολύτιμα οφέλη για τα δάση μας.

Ταυτόχρονα, η σχολιαζόμενη απόφαση τέμνει εύστοχα και εποικοδομητικά το ζήτημα της πληθώρας των επιτρεπτών επεμβάσεων που συστηματικά παρεισφρύουν στη δασική μας νομοθεσία, συχνά μέσα από εντελώς ασύνδετες με το κύριο πνεύμα και τον κορμό των θεσμικών δασικών νόμων αντιδασικές διατάξεις και επιλογές. Η αποσπασματική προσθήκη διατάξεων που επιτρέπουν επεμβάσεις σε δάση, τείνει να επικρατήσει κατά τα τελευταία χρόνια κυρίως με το επιχείρημα της ανάγκης επίσπευσης της διαδικασίας των δασικών χαρτών και τόνωσης της πληττομένης από την κρίση οικονομίας και της αγοράς. Στην πράξη ωστόσο η υιοθέτηση της τακτικής αυτής λαμβάνει τη μορφή προσβολής του περιβαλλοντικού κεκτημένου και της αρχής της αειφορίας και σκάβει αθόρυβα τα θεμέλια της δασικής προστασίας.

Μία ακόμα σκέψη με αφορμή τη σχολιαζόμενη απόφαση αφορά το ζήτημα της οριοθέτησης του ευαίσθητου και νευραλγικού χώρου των επιτρεπτών επεμβάσεων στα δάση με βάση το χρονικό σημείο της ενάρξεως ισχύος του Συντάγματος, ήτοι την 11η Ιουνίου 1975. Σύμφωνα με τον κανόνα αυτόν, έχει επικρατήσει τόσο στη θεωρία όσο και στη νομολογία η θέση ότι οι κάθε είδους επεμβάσεις στα δάση, οι οποίες έχουν συντελεσθεί προ της θέσεως σε ισχύ του Συντάγματος του 1975, με βάση διοικητική πράξη η οποία ουδέποτε ακυρώθηκε, ανακλήθηκε ή άλλως πώς καταργήθηκε διοικητικά, καλύπτονται από το τεκμήριο της νομιμότητας των διοικητικών πράξεων και εξακολουθούν να ισχύουν, άνευ ετέρου, ως καθ΄ όλα νόμιμες και επιτρεπτές. Η σχολιαζόμενη απόφαση ΣτΕ 645/2019 έκρινε αντισυνταγματική τη δυνατότητα εξαγοράς ή γεωργικής εκμετάλλευσης δασών και δασικών εκτάσεων που εκχερσώθηκαν παράνομα τόσο πριν όσο και μετά τη θέση σε ισχύ του Συντάγματος του 1975. Όπως ρητά ορίζεται στο κείμενό της, όσον αφορά τη μεταβίβαση δασών και δασικών εκτάσεων που εκχερσώθηκαν πριν από την ισχύ του Συντάγματος του 1975 (11 Ιουνίου 1975) και καλλιεργούνται γεωργικώς, η διάταξη του άρθρου 47 παρ. 5 επ. ν. 998/1979 δεν διακρίνει, αν οι εκχερσώσεις αυτές έγιναν νομίμως, βάσει διοικητικής πράξεως που διαθέτει το τεκμήριο της νομιμότητας ή αυθαιρέτως. Με την κρινομένη αίτηση δεν αμφισβητείται η συνταγματικότητα της πρώτης περίπτωσης, αλλά προβάλλεται ότι, στη δεύτερη περίπτωση, όταν δηλαδή η εκχέρσωση έγινε προ της 11ης Ιουνίου 1975, πλην αυθαιρέτως, η εξαγορά και παραχώρηση της κυριότητας δασών και δασικών εκτάσεων αντίκειται στα άρθρα 24 παρ. 1 και 117 παρ. 3 του Συντάγματος, αλλά και στις συνταγματικές αρχές της ισότητας και του κράτους δικαίου.

Σε κάθε περίπτωση, κρίθηκε ότι επί δασών και δασικών εκτάσεων που εκχερσώθηκαν αυθαίρετα, είτε πριν είτε μετά την έναρξη ισχύος του Συντάγματος του 1975, εφαρμόζεται η ρύθμιση του άρθρου 117 παρ. 3 του Συντάγματος που επιβάλλει την κήρυξή τους αναδασωτέων και αποκλείει ρητά τη διάθεσή τους για άλλον σκοπό δημοσίου συμφέροντος που θα δικαιολογούσε κατά νόμον επέμβαση στο δάσος πριν την καταστροφή του, σύμφωνα με το έκτο κεφάλαιο του ν. 998/1979.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:


[1] Βλ. άρθρα 47 §§ 5, 13 (όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 36 ν. 4280/2014, Α΄ 159/08.08.2014 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 § 2 ν. 4467/2017, Α΄ 56/13.04.2017) και 47Β (όπως προστέθηκε με το άρθρο 12 § 3 ν. 4315/2014, Α΄ 269 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 37 ν. 4447/2016, Α΄ 241, 4 § 1 ν. 4467/2017, Α΄ 56/13.04.2017 και 140 ν. 4483/2017, Α΄ 107/31.07.2017) ν. 998/1979 (Α΄ 289/29.12.1979) «Περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας», κατά τα οποία: «Άρθρο 47. Γεωργική εκμετάλλευση. 1. … 5. Για λόγους δημοσίου συμφέροντος, δάση, δασικές εκτάσεις και εκτάσεις με τη μορφή της περ. α΄ της παρ. 5 του άρθρου 3 του παρόντος που εκχερσώθηκαν για γεωργική χρήση, πριν τεθεί σε ισχύ το Σύνταγμα του 1975 και διατηρούν τη χρήση αυτή μέχρι σήμερα, δεν υπάγονται στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας, απαγορευμένης κάθε άλλης χρήσης από τον κάτοχό τους. Εντός των ως άνω εκτάσεων επιτρέπονται κατασκευές που εξυπηρετούν τη γεωργική εκμετάλλευση, όπως δεξαμενές νερού, γεωτρήσεις, μετρητές ΔΕΗ, υπόστεγα κατ΄ εφαρμογή της σχετικής περί των κατασκευών αυτών νομοθεσίας. … 13. Αν ο ενδιαφερόμενος δεν επιθυμεί την εξαγορά, μπορεί να ζητήσει την έκδοση απόφασης έγκρισης επέμβασης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 47Β». …«Άρθρο 47Β. 1. Δάση, δασικές εκτάσεις, καθώς και εκτάσεις της περ. α΄ της παρ. 5 του άρθρου 3, που εκχερσώθηκαν για γεωργική εκμετάλλευση χωρίς άδεια της οικείας δασικής αρχής μετά την 11η Ιουνίου 1975 και έως την 7η Μαρτίου 2007, υπό την προϋπόθεση ότι διατηρούν τη χρήση αυτή μέχρι σήμερα και εφ΄ όσον πληρούνται για τις εκτάσεις αυτές οι προϋποθέσεις της παρ. 12 του άρθρου 47, μπορούν να λάβουν έγκριση επέμβασης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 45 και της παρ. 2 του άρθρου 47, χωρίς την υποχρέωση τήρησης των προϋποθέσεων της παρ. 4 του άρθρου 47, εφ΄ όσον υποβληθεί σχετικό αίτημα από τον ενδιαφερόμενο. Στις διατάξεις του παρόντος υπάγονται και εκτάσεις κηρυγμένες ως αναδασωτέες. Η έγκριση επέμβασης χορηγείται αποκλειστικά για γεωργική και δενδροκομική εκμετάλλευση. Μέσα στις ανωτέρω εκτάσεις επιτρέπονται οι κατασκευές που εξυπηρετούν τη γεωργική εκμετάλλευση, όπως δεξαμενές νερού, γεωτρήσεις, μετρητές ΔΕΗ, υπόστεγα κατ΄ εφαρμογή της σχετικής περί των κατασκευών αυτών νομοθεσίας. 2. Οι κάτοχοι των εκτάσεων της παρ. 1 υποχρεούνται στην καταβολή χρηματικού ανταλλάγματος για την απώλεια του φυσικού αγαθού από την αλλαγή χρήσης της έκτασης κατ΄ εφαρμογή της παρ. 8 του άρθρου 45 και αντισταθμιστικής δαπάνης για να υλοποιηθεί αναδάσωση ή δάσωση. Το οριζόμενο συνολικό τίμημα (αντάλλαγμα χρήσης και δαπάνη αναδάσωσης) ειδικά για τις γεωργικές εκμεταλλεύσεις του παρόντος άρθρου μπορεί να προσδιορίζεται και να αναπροσαρμόζεται με βάση την κοινή υπουργική απόφαση που ορίζεται στο άρθρο 45 παρ. 8 και δεν μπορεί να είναι ίσο ή μικρότερο του ανταλλάγματος χρήσης που καθορίζεται στην ίδια κοινή υπουργική απόφαση για τις εκτάσεις των παρ. 5 έως 13 του άρθρου 47 του παρόντος νόμου. Το τίμημα αυτό μπορεί να καταβάλλεται σε μηνιαίες δόσεις, μη δυνάμενες να υπερβούν τον αριθμό των εκατό (100) και υπό την προϋπόθεση ότι το ύψος έκαστης δόσης δεν είναι μικρότερο των τριάντα (30) ευρώ. Η καταβολή του τιμήματος αυτού αποτελεί προϋπόθεση για τη νομιμοποίηση της αλλαγής χρήσης της έκτασης. Το ποσό της δαπάνης αναδάσωσης κατατίθεται υπέρ του Πράσινου Ταμείου στον ειδικό κωδικό Ειδικός Φορέας Δασών και διατίθεται αποκλειστικά για σκοπούς αναδάσωσης ή δάσωσης. Μετά την εξόφληση του ανωτέρω ανταλλάγματος εκδίδεται από τον Συντονιστή της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης και έως ότου διορισθεί, του ασκούντα καθήκοντα Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης, διαπιστωτική πράξη αλλαγής χρήσης της έκτασης. Η ανωτέρω διαπιστωτική πράξη μεταγράφεται στα Βιβλία Μεταγραφών του οικείου Υποθηκοφυλακείου ή καταχωρείται στο Κτηματολογικό Βιβλίο του οικείου Κτηματολογικού Γραφείου, ατελώς. Η χρήση της έκτασης μπορεί να μεταβιβάζεται από τον κάτοχο αυτής, μετά την εξόφληση του ανταλλάγματος χρήσης. Για τη μεταβίβαση της χρήσης της έκτασης εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του άρθρου 1033 ΑΚ. Για τη μεταγραφή στο οικείο Υποθηκοφυλακείο ή την καταχώριση στο οικείο Κτηματολογικό Γραφείο της πράξης μεταβίβασης κατά το προηγούμενο εδάφιο καταβάλλονται μόνον τα πάγια τέλη της παρ. 1 του άρθρου 17 του ν. 3226/2004, αξίας εννέα (9) ευρώ. 3.Κατ΄ εξαίρεση των οριζομένων στην παρ. 2 του άρθρου 47, για τις εκτάσεις της παρ. 1 που αποδεικνύεται ότι είναι ενταγμένες στο ΟΣΔΕ δεν απαιτείται σύνταξη οικονομοτεχνικής μελέτης, αλλά αντί αυτής συντάσσεται σχετική γνωμοδότηση από την αρμόδια δασική αρχή, στην οποία επαληθεύονται τα στοιχεία της έκτασης ως προς τα όρια, τις πλευρικές διαστάσεις, τη θέση, την περιφέρεια, το εμβαδόν και την κλίση του εδάφους. Επίσης, αναφέρονται τυχόν διοικητικές πράξεις που έχουν εκδοθεί για την προστασία της έκτασης και υπολογίζεται το αντάλλαγμα χρήσης της παρ. 8 του άρθρου 45. Επί των εκτάσεων της παρ. 1 δεν εκδίδεται πράξη χαρακτηρισμού. Για τον υπολογισμό του ανταλλάγματος χρήσης αρκεί η διαπίστωση από τη δασική υπηρεσία της μορφής που είχε η έκταση πριν την εκχέρσωση.Η έγκριση επέμβασης διαρκεί για όσο χρόνο χρησιμοποιείται η έκταση αποκλειστικά και μόνο για γεωργική ή δενδροκομική καλλιέργεια. Τυχόν μεταβολή του σκοπού της επέμβασης συνεπάγεται την ανάκληση της απόφασης έγκρισης επέμβασης του άρθρου 45 και την επιβολή των ποινικών κυρώσεων της παρ. 2 του άρθρου 71, με διπλασιασμό της προβλεπόμενης στο άρθρο αυτό χρηματικής ποινής. 4. Έως την εξόφληση του ανταλλάγματος χρήσης διοικητικές πράξεις και πρωτόκολλα που έχουν εκδοθεί για την προστασίατων εκτάσεων της παρ. 1 αναστέλλονται. Μετά την εξόφλησή του, οι ανωτέρω διοικητικές πράξεις ανακαλούνται. Τυχόν καταβληθέντα ποσά δεν επιστρέφονται ούτε συμψηφίζονται με το ποσό που έχει οριστεί ως αντάλλαγμα χρήσης. 5. Μετά την έκδοση απόφασης χορήγησης έγκρισης επέμβασης ο κάτοχος έχει υποχρέωση εντός ενός (1) έτους να υποβάλει δήλωση στο ΟΣΔΕ, αντίγραφο της οποίας πρέπει να κατατεθεί στην οικεία δασική υπηρεσία, προκειμένου να ολοκληρωθεί ο φάκελος. Αν έχει κατατεθεί δήλωση στο ΟΣΔΕ οφείλεται η συμπλήρωση του φακέλου με την παρούσα έγκριση επέμβασης.Η αλλαγή του σκοπού της έγκρισης επέμβασης συνεπάγεται ανάκληση της έγκρισης της παρ. 1 του άρθρου 47Β καθώς και την επιβολή των ποινικών κυρώσεων της παρ. 2 του άρθρου 71 με διπλασιασμό της προβλεπόμενης στο άρθρο αυτό χρηματικής ποινής. Επιπλέον, τυχόν αλλαγή του σκοπού της έγκρισης επέμβασης μετά τη χορήγηση της ανωτέρω διαπιστωτικής πράξης εκ μέρους του αρχικού ή του εκάστοτε χρήστη της έκτασης, συνεπάγεται την αυτοδίκαιη ακυρότητα της σχετικής διαπιστωτικής πράξης ή της σχετικής πράξης μεταβίβασης της χρήσης, ως προς το τμήμα που άλλαξε χρήση και την υπαγωγή του τμήματος αυτού στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας. 6. Αναστέλλεται η λήψη και εφαρμογή διοικητικών πράξεων και πρωτοκόλλων για την προστασία των εκτάσεων της παρ. 1 του παρόντος άρθρου από την ημερομηνία κατάθεσης αίτησης υπαγωγής στο παρόν άρθρο και έως την οριστική γνωμοδότηση των αρμοδίων υπηρεσιών. Αναστέλλεται επίσης η κήρυξη των αιτούμενων εκτάσεων ως αναδασωτέων έως το ως ανωτέρω αναφερόμενο χρονικό διάστημα. Η εφαρμογή της παρούσας διάταξης έχει εφαρμογή και για όσες αιτήσεις έχουν ήδη κατατεθεί μέχρι 23.12.2016».Σχετ. βλ. και άρθρο 52 § 6 ν. 4280/2014, κατά το οποίο: «Οι αιτήσεις εξαγοράς της παρ. 6 του άρθρου 47 του ν. 998/1979, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου, υποβάλλονται εντός προθεσμίας τριών (3) ετών, από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου». Η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί για ένα ακόμα έτος με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής», όπως δε αναφέρθηκε στη σκέψη 4 της παρούσης, η προθεσμία αυτή δεν έχει εκπνεύσει, αλλά έχει παραταθεί διαδοχικώς έως 8.8.2020».Σχετ. και ΛΙΑΛΙΟΣ Γ., «”Βόμβα” ΣτΕ για την εξαγορά εκχερσωμένων δασικών εκτάσεων», σε: http://www.kathimerini.gr/ και σε: https://dasarxeio.com/2019/05/09/67376/

[2] Με το άρθρο 78 του ν. 998/1979 παρεσχέθη δέσμη εξουσιοδοτήσεων προς τη Διοίκηση για τη ρύθμιση διαφόρων θεμάτων συνδεομένων με την εφαρμογή των άρθρων 47 και 47Β του νόμου. Ειδικότερα: α) στο άρθρο 78 § 6 ν. 998/1979 (όπως αντικαταστάθηκε από τα άρθρα 42 ν. 4280/2014 και 4 § 4 ν. 4467/2017), ορίζεται ότι: «Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας καθορίζονται ο τρόπος και η διαδικασία χορήγησης της έγκρισης γεωργικής εκμετάλλευσης, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, οι υποχρεώσεις του δικαιούχου και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των άρθρων 47 και 47Β»,δυνάμει δε της εξουσιοδοτικής αυτής διατάξεως εκδόθηκε η πρώτη προσβαλλομένη απόφαση (υα 156586/2798/19.05.2017), β) δυνάμει της εξουσιοδότησης του άρθρου 78 § 7 ν. 998/1979 (όπως αντικαταστάθηκε από τα άρθρα 42 ν. 4280/2014 και 4 § 4 ν. 4467/2017) εκδόθηκε η δεύτερη προσβαλλόμενη υα 157196/3204/07.06.2017 και γ) δυνάμει των εξουσιοδοτικών διατάξεων της § 14 του ίδιου άρθρου 78 ν. 998/1979 (όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 42 ν. 4280/2014, Α΄ 159/08.08.2014): «Με αποφάσεις του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού, ρυθμίζονται οι λοιπές αναγκαίες λεπτομέρειες για την εφαρμογή του παρόντος νόμου». Κατ΄ άρθρο 21 § 4 ν. 3889/2010 (Α΄ 182), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. Θ΄ του άρθρου 153 ν. 4389/2016 (Α΄ 94):«Με αποφάσεις του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού, ρυθμίζονται, πλην των ζητημάτων που καλύπτονται με τις προβλεπόμενες σε προηγούμενες διατάξεις του παρόντος νόμου ειδικές νομοθετικές εξουσιοδοτήσεις, κάθε άλλο ζήτημα εφαρμογής αυτού του νόμου, τεχνικού ή λεπτομερειακού χαρακτήρα»), εκδόθηκε η τρίτη προσβαλλόμενη κυα 158298/3670/04.07.2017, με την οποία καθορίσθηκαν οι λεπτομέρειες εφαρμογής των άρθρων 47 παρ. 5-14 και 47Β του ν. 998/1979, προκειμένου περί εκτάσεων που έχουν δηλωθεί στο Ολοκληρωμένο Σύστημα Διαχείρισης και Ελέγχου (ΟΣΔΕ) και εμπίπτουν σε περιοχές όπου έχουν αναρτηθεί δασικοί χάρτες».Σχετ. βλ. και ΣτΕ Ολ 1972/2012, 2469/2008, 1792/1997, ΣτΕ 3281/2017 (7μ.), 1031/2015 (7μ.), 96/2009 (7μ.), 1095/2001, 2112/1984 κ.ά.

[3] Βλ. άρθρο 24 § 1 του Συντάγματος (όπως αναθεωρήθηκε με το Ψήφισμα της 6ης Απριλίου 2001 της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων – Α΄ 84): «1. Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και δικαίωμα του καθενός. Για τη διαφύλαξή του το Κράτος έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας. Νόμος ορίζει τα σχετικά με την προστασία των δασών και των δασικών εκτάσεων. Η σύνταξη δασολογίου συνιστά υποχρέωση του Κράτους. Απαγορεύεται η μεταβολή του προορισμού των δασών και των δασικών εκτάσεων, εκτός αν προέχει για την Εθνική Οικονομία η αγροτική εκμετάλλευση ή άλλη τους χρήση, που την επιβάλλει το δημόσιο συμφέρον».

[4] ΣτΕ 696/2016 κ.ά.

[5] ΣτΕ 2456/2017, 696/2016, ΣτΕ Ολ 2153/2015 κ.ά.

[6] Κατ΄ άρθρο 106 § 1 του Συντάγματος: «1. Για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία του γενικού συμφέροντος το Κράτος προγραμματίζει και συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα στη Χώρα, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει την οικονομική ανάπτυξη όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας. Λαμβάνει τα επιβαλλόμενα μέτρα για την αξιοποίηση των πηγών του εθνικού πλούτου, από την ατμόσφαιρα και τα υπόγεια ή υποθαλάσσια κοιτάσματα, για την προώθηση της περιφερειακής ανάπτυξης και την προαγωγή ιδίως της οικονομίας των ορεινών, νησιωτικών και παραμεθόριων περιοχών».

[7] Βλ. άρθρο 22 § 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο: «Η εργασία … προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού και αστικού πληθυσμού».

[8] Πρβλ. ΣτΕ 549/2015 (7μ.), 1492/2013 (7μ.) κ.ά.

[9] Βλ. άρθρο 117 §§ 3-4 του Συντάγματος, κατά το οποίο: «3. Δημόσια ή ιδιωτικά δάση και δασικές εκτάσεις που καταστράφηκαν ή καταστρέφονται από πυρκαγιά ή που με άλλο τρόπο αποψιλώθηκαν ή αποψιλώνονται δεν αποβάλλουν για το λόγο αυτό το χαρακτήρα που είχαν πριν καταστραφούν, κηρύσσονται υποχρεωτικά αναδασωτέες και αποκλείεται να διατεθούν για άλλο προορισμό. 4. Η αναγκαστική απαλλοτρίωση δασών ή δασικών εκτάσεων που ανήκουν σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου επιτρέπεται μόνο υπέρ του Δημοσίου σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 17, για λόγους δημόσιας ωφέλειας, διατηρείται πάντως η μορφή τους αμετάβλητη ως δασική».

[10] ΣτΕ 1713/2018, 1441, 696/2016, 3168/2015, ΣτΕ Ολ 2153/2015, ΣτΕ 4249/2014 (7μ.), ΣτΕ Ολ 677/2010, ΣτΕ 2862/2007 (7μ.), ΣτΕ Ολ 2778/1988 κ.ά.

[11] Πρβλ. ΣτΕ Ολ 2153/2015, σκ. 12.

[12] ΣτΕ Ολ 2499/2012, ΣτΕ 453/2014 (7μ.).

[13] Για τα έργα αυτά εκδίδεται, κατά την εξεταζόμενη απόφαση, έγκριση επέμβασης ακόμη και σε αναδασωτέες εκτάσεις, κατόπιν ειδικής αιτιολογίας για την ιδιαίτερη σημασία του έργου και την αναγκαιότητα εκτέλεσής του στην αναδασωτέα έκταση πριν από την πραγματοποίηση της αναδάσωσης, βάσει διατάξεων που κρίθηκαν σύμφωνες με το Σύνταγμα, με την απόφαση 2499/2012 της Ολομέλειας του Δικαστηρίου, λόγω της εξαιρετικής σημασίας των ΑΠΕ για τη βιώσιμη ανάπτυξη και εν όψει του ότι πάντως η άδεια επέμβασης, σε αντίθεση με την άρση της αναδάσωσης, δεν συνεπάγεται μεταβολή του νομικού χαρακτήρα της αναδασωτέας εκτάσεως, αλλά μόνο προσωρινή δυνατότητα επέμβασης, με την υποχρέωση αποκατάστασης του δασικού χαρακτήρα της εκτάσεως μετά την παύση λειτουργίας της δραστηριότητας, κατά τρόπον ώστε να διατηρείται ο προστατευτικός χαρακτήρας της αναδασώσεως.

[14] Πρβλ. ΣτΕ 566/1979, 1592/1987, 2051/2003, 2078/2004, 1661/2005, 3937/2006, 3947/2008, 137/2009, 3685/2010, 4667/2011, 256/2014, 2602/2016, επί των διατάξεων του ν. 2636/1921 (Α΄ 135), που κωδικοποιήθηκαν στα άρθρα 204 επ. του ν. 3077/1924 (Α’ 113) και των παρεμφερών διατάξεων των ν. 4173/1929 (Α’ 205), α.ν. 857/1937 (Α’ 367), νδ/τος 86/1969 (Α’ 7) και του άρθρου 46 ν. 998/1979, που επέτρεπαν την παραχώρηση κατά κυριότητα σε τρίτους, κατά κανόνα μετά από δημοπρασία, δασικών εκτάσεων, των οποίων η αξία δεν ήταν σπουδαία από δασοπονική άποψη, εφ΄ όσον ήταν κατάλληλες για γεωργική καλλιέργεια ή δενδροκομική εκμετάλλευση.

[15] Βλ. ΣτΕ 453/2014 (7μ.).

[16] ΣτΕ 3168/2015, πρβλ. ΣτΕ Ολ 2153/2015 κ.ά.

[17] ΣτΕ 1713/2018, 1441/2016, ΣτΕ Ολ 677/2010, ΣτΕ 2862/2007 (7μ.), ΣτΕ Ολ 2778/1988 κ.ά. Βλ. και ΣτΕ 696/2016, 4249/2014 (7μ.) κ.ά. Πρβλ. επί του άρθρου 38 § 1 ν. 998/1979 (ως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με τους ν. 4280/2014 και 4342/2015): ΣτΕ 3961/2014, ΣτΕ Ολ 2640/2009, ΣτΕ 1285-6/2009 (7μ.), 2763/2006 (7μ.), ΣτΕ 2126, 1316/2000, 2619/1982, 2456/2017.

[18] ΣτΕ Ολ 2499/2012.

[19] Πρβλ. ΣτΕ 1471/2018, ΣτΕ Ολ 1782/2009, 521/2014.

[20] ΣτΕ 138/2015, 1319/2000 κ.ά.

[21] Σύμφωνα περαιτέρω με την αιτιολογική έκθεση του ν. 4315/2014, η «γεωργική ή δενδροκομική εκμετάλλευση των μη εχουσών ιδιαίτερη δασοπονική αξία δασικών εκτάσεων προβλεπόταν από την εκάστοτε ισχύουσα δασική νομοθεσία, χάριν της εθνικής οικονομίας και της θεραπείας κοινωνικών αναγκών» … «προτείνεται χάριν της προαγωγής της Εθνικής Οικονομίας και της στήριξης του πρωτογενούς τομέα, η συνέχιση της γεωργικής εκμετάλλευσης δασικού χαρακτήρα εκτάσεων, που είχαν εκχερσωθεί χωρίς άδεια μετά τη θέση σε ισχύ του Συντάγματος και έως την 7η Μαρτίου 2007, που ξεκίνησε η αεροφωτογράφιση του συνόλου της χώρας από την ΕΚΧΑ ΑΕ, οι οποίες όμως διατηρούν τη χρήση αυτή ανελλιπώς μέχρι σήμερα», και «η γεωργική καλλιέργεια δεν συνεπάγεται επιβάρυνση του περιβάλλοντος». Στο δε υπόμνημα του Δημοσίου περιέχονται επιχειρήματα υπέρ της συνταγματικότητας του άρθρου 47Β του ν. 998, όμοια προς τα προεκτεθέντα, επ΄ ευκαιρία της ρύθμισης του άρθρου 47 παρ. 5 του ιδίου νόμου, και στοιχεία σύμφωνα με τα οποία έχουν ήδη υποβληθεί 31.066 αιτήματα υπαγωγής στις ρυθμίσεις του άρθρου 47Β του ν. 998/1979 (π.χ. 9.896 αιτήματα στην Αποκεντρωμένη Διοίκηση Θεσσαλίας – Στερεάς Ελλάδας, 19.420 στην Αποκεντρωμένη Διοίκηση Μακεδονίας – Θράκης). Σύμφωνα τέλος με το υπόμνημα του Δημοσίου, οι εκτάσεις για τις οποίες έχει ήδη ζητηθεί παραχώρηση κυριότητας (47 παρ. 5 του ν. 998/1979), είτε έγκριση επέμβασης (άρθρο 47 παρ. 13 και 47Β), ανέρχονται συνολικά σε 218.000 στρέμματα.

[22] Βλ. ΠΑΥΛΑΚΗ Σ., «Οι Δασικοί Χάρτες στη νομοθεσία και στη νομολογία των ανωτάτων Δικαστηρίων», Εισήγηση στο πλαίσιο επιστημονικής Ημερίδας που συνδιοργάνωσαν ο Δικηγορικός Σύλλογος Χαλκίδας και οι εκδόσεις Νομόραμα.ΝΤ, με θέμα: «Δίκαιο του Περιβάλλοντος – Επίκαιρα Ζητήματα», στη Χαλκίδα (13 Σεπτεμβρίου 2018, Επιμελητήριο Ευβοίας), αναρτημένη στον ιστότοπο: https://dasarxeio.com/2018/09/17/60853/. Σχετ. βλ. και ΠΑΥΛΑΚΗ Σ., «Νομική προστασία των δασών και πρόσφατες εξελίξεις», Συνέντευξη Τύπου της «Πρωτοβουλίας για τα Δάση», αναρτημένο σε: https://dasarxeio.com/. Βλ. και ΠΑΥΛΑΚΗ Σ., «Η αειφορία των δασών στο ισχύον νομοθετικό πλαίσιο», Εισήγηση στο πλαίσιο επιστημονικής Ημερίδας με θέμα: «Η Αειφορία των Ελληνικών Δασών υπό το πρίσμα: Περιβάλλον – Οικονομία – Κοινωνία», που διοργάνωσε η Ελληνική Δασολογική Εταιρεία, υπό την αιγίδα του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, με την υποστήριξη του Τμήματος Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος ΑΠΘ και του ΕΛΓΟ «ΔΗΜΗΤΡΑ», την 5η Ιουνίου 2018, με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος, στο Αμφιθέατρο Κεντρικής Βιβλιοθήκης Δήμου Θεσσαλονίκης και την 28η Ιουλίου 2018, στο Αμφιθέατρο του Ινστιτούτου Μεσογειακών Δασικών Οικοσυστημάτων Αθηνών.

[23] Βλ. ΣτΕ 1942, 1977/2017, ΣτΕ Ολ 685-8/2019.

[24] ΣτΕ Ολ 2499/2012, ΣτΕ 453/2014 (7μ.).

[25] ΣτΕ 3223/2012, 659/2010, 1285/2009 (7μ.), 3149/2006 (7μ.), 2126, 1316/2000, 2619/1982.

[26] ΣτΕ 3223/2012, 659/2010, 1285/2009 (7μ.), ΔΕφΑθ 984/2016 (Τμ. Α΄).

[27] ΣτΕ 2456/2017.

nomiki_epikairotita-001


.
Δημοσιεύτηκε στο dasarxeio.com | 12.05.2019

.


Μοιραστείτε το!
Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin


ΚατηγορίεςΔασική Υπηρεσία, Δασικοί Χάρτες, Επιλογές - Προτάσεις

Tags: , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: