Δασοπυρόσβεση, διλήμματα και προβληματισμοί


Του Χατζόπουλου Γεώργιου,
Δασολόγου Δασαρχείου Βέροιας

Με τον Ν. 2612/1998 η τότε Κυβέρνηση ανέθεσε την Δασοπυρόσβεση στο Πυροσβεστικό Σώμα, παρά το Ομόφωνο Πόρισμα της Επιτροπής της Βουλής το 1993[1].

Η ανάθεση στην Πυροσβεστική Υπηρεσία της κατάσβεσης των δασικών πυρκαγιών έγινε χωρίς να υπάρχει κάποια, έστω απλή, μελέτη σκοπιμότητας.

Ήταν μια πολιτική απόφαση που υποστηρίχθηκε από τον τότε Πρωθυπουργό της χώρας μας. Η απόφαση αιφνιδίασε τους πάντες και ως προς την ουσία και το περιεχόμενό της αλλά και για το εσπευσμένο του χαρακτήρα της.

Έκτοτε πέρασαν 21 περίπου χρόνια, στην διάρκεια των οποίων συχνά αμφισβητήθηκε η αποτελεσματικότητα του Πυροσβεστικού Σώματος στην κατάσβεση των Δασικών Πυρκαγιών, κυρίως μετά από χρονιές που υπήρξαν ιδιαίτερα καταστροφικές.

Μετά την περυσινή καταστροφική χρονιά που συνοδεύτηκε και από την απώλεια δεκάδων ζωών, η αμφισβήτηση και η κριτική στο υπάρχον σύστημα Δασοπυρόσβεσης εντάθηκε και άρχισαν να εμφανίζονται πυκνά στα Μ.Μ.Ε. φωνές και απόψεις για την μεγαλύτερη εμπλοκή των Δασικών Υπηρεσιών στην Δασοπυρόσβεση και γιατί όχι στην επαναφορά της στις Δασικές Υπηρεσίες.

Δεν κρύβω ότ,ι στην αρχή είχα, την άνευ τεκμηρίων βεβαιότητα, ότι η Δασική Υπηρεσία ήταν αποτελεσματικότερη της Πυροσβεστικής στην Δασοπυρόσβεση. Θέλησα όμως να τεκμηριώσω με αριθμούς αυτή την βεβαιότητά μου, ώστε να μη μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι δεν είμαι αντικειμενικός λόγω της ιδιότητάς μου. Έτσι συνέλεξα και εξέτασα οτιδήποτε μετρήσιμο στοιχείο μπόρεσα να βρω που θα μπορούσε να αποδώσει την επιτυχία ή μη της απόφασης που υλοποιήθηκε με τον Ν.2612/1998.

Έτσι ανέτρεξα στους επίσημους απολογισμούς Δραστηριοτήτων Δασικών Υπηρεσιών των ετών 2003 και 2011, της Γενικής Δ/νσης Ανάπτυξης & Προστασίας Δασών & Φ.Π., και συγκεκριμένα στους πίνακες 7 «Δασικές Πυρκαγιές Περιόδου 1955-2003» (του έτους 2003), και «Δασικές Πυρκαγιές Περιόδου 1980-2011» (του έτους 2011).

Για το διάστημα 2012 έως και 2018, τα στοιχεία λήφθησαν από τα επίσημα στατιστικά των Δασικών Πυρκαγιών του Πυροσβεστικού Σώματος που είναι διαθέσιμα στην ιστοσελίδα http://data.gov.gr/dataset/esource/aefe8eb9-6357- 4104-b5ad-3f8641dd3b7b/download/DasikesPyrkagies2000-2012.xlsx

Κατά την επεξεργασία των στοιχείων του Πυροσβεστικού Σώματος διαπίστωσα ότι η Καμένη Έκταση, των Δασικών Πυρκαγιών, κατηγοριοποιείται ως εξής:

  1. Δάση
  2. Δασικές εκτάσεις
  3. Άλση
  4. Χορτολιβαδικές εκτάσεις
  5. Καλάμια-Βάλτοι
  6. Γεωργικές εκτάσεις
  7. Υπολείμματα καλλιεργειών
  8. Σκουπιδότοποι.

Επειδή μου ήταν δύσκολο να αντιληφθώ πως οι κατηγορίες με α/α 5,6,7 και 8 μπορούν να εκληφθούν ως δασικές πυρκαγιές, ενώ ακόμα και η κατηγορία 4 (Χορτολιβαδικές εκτάσεις), μόνο υπό κάποιες προϋποθέσεις θα μπορούσε να μην υπάγεται στην κατηγορία (2) των δασικών εκτάσεων, και να αποτελεί ιδιαίτερη κατηγορία, (και τότε θα ήταν σίγουρα μη δασική έκταση), θεώρησα ότι μόνο οι κατηγορίες 1,2 και 3 αναφέρονται σε δασικές πυρκαγιές. Έτσι επεξεργάστηκα τα στοιχεία των ετών 2012-2018, μόνο ως προς τις κατηγορίες 1,2 και 3.

Ωστόσο, μη θέλοντας να «αδικήσω», ίσως την προσπάθεια και το έργο του Πυροσβεστικού Σώματος, έκανα και μια δεύτερη προσέγγιση των στοιχείων, λαμβάνοντας υπόψη αυτή την φορά το σύνολο των κατηγοριών των εκτάσεων που το Πυροσβεστικό Σώμα θεωρούσε σαν Δασικές Πυρκαγιές.

Τα συγκεντρωτικά αποτελέσματα των στοιχείων που συλλέχτηκαν από τις πηγές που προανέφερα, παρουσιάζονται στους παρακάτω πίνακες:

Πίνακας 1. (Τα στοιχεία των ετών 2012-2018, αφορούν μόνο τις κατηγορίες Δάση, Δασικές Εκτάσεις και Άλση των στατιστικών του Π.Σ.)

Πίνακας 2. (Τα στοιχεία των ετών 2012-2018, αφορούν όλες τις κατηγορίες των στατιστικών που το Π.Σ. θεωρεί Δασικές Πυρκαγιές)

Οι ετήσιοι μέσοι όρων των αριθμών των Δασικών πυρκαγιών, και την καμένης δασικής έκτασης, στο σύνολο του διαστήματος 1955-2018, αλλά και για τις περιόδους α) 1955-1997 (Όταν την ευθύνη της Δασοπυρόσβεσης είχε η Δασική Υπηρεσία) και β) 1998-2018 (Που την ευθύνη Δασοπυρόσβεσης έχει το Πυροσβεστικό Σώμα), εμφανίζονται στον παρακάτω πίνακα.

Με τα στοιχεία του πίνακα 1

Με τα στοιχεία του πίνακα 2

Από τους ανωτέρω πίνακες, η πρώτη ανάγνωση δείχνει σαφώς ότι η Δασική Υπηρεσία υπήρξε αποτελεσματικότερη στο έργο της Δασοπυρόσβεσης.

Το συμπέρασμα αυτό βγαίνει διότι συνυπολογίζονται τα έτη 1955-1973 όπου οι πυρκαγιές ήταν λιγότερες και έκαιγαν γενικά μικρότερη έκταση. Την διαπίστωση αυτή αποτύπωσαν διάφοροι ερευνητές, μεταξύ των οποίων και ο κ. Καϊλίδης. Α ό το 1974 έχουμε δραματική αύξηση του αριθμού και της καιόμενης κατ’ έτος έκτασης.

Οι ανωτέρω πίνακες παρουσιάζονται στα παρακάτω γραφήματα:

Από το 1998 άρχισε να λειτουργεί το Ευρωπαϊκό Πληροφοριακό Σύστημα Δασικών Πυρκαγιών (European Forest Fire Information System EFFIS), το οποιο τροφοδοτείται με στοιχεία που του διαβιβάζει η Γενική Δ/νση Δασών και Φυσικού Περιβάλλοντος του ΥΠΕΚΑ.

Έτσι λοιπόν από την ιστοσελίδα του EFFIS αντλήθηκαν τα διαθέσιμα στοιχεία που υπήρχαν για τα έτη από το 1980 έως και το 2017. Για το 2018 δεν υπήρχαν ακόμα στοιχεία.

Από την διασταύρωση των στοιχείων αυτών με τα στοιχεία του Απολογισμού Δραστηριοτήτων Δασικών Υπηρεσιών του 2011 που περιλαμβάνουν επίσης στοιχεία του χρονικού διαστήματος 1980-2011 διαπιστώθηκαν διαφορές που εμφανίζονται στον παρακάτω πίνακα χωρίς να μπορεί να δοθεί μια εξήγηση, αφού η πηγή των στοιχείων αυτών είναι κοινή, δηλαδή η Γενική Δ/νση Δασών και Φυσικού Περιβάλλοντος του ΥΠΕΚΑ.

Παραθέτουμε τον παρακάτω πίνακα όπου εμφανίζονται οι διαφορές των στοιχείων μεταξύ του Πίνακα 7 του Απολογισμού Δραστηριοτήτων Δασικών Υπηρεσιών του 2011 και του EFFIS.

ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ ΣΤΟΙΧΕIΩΝ ΜΕΤΑΞΥ
ΤΟΥ ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ ΕΤΟΥΣ 2011 ΚΑΙ
ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ EFFIS
(Για το χρονικό διάστημα 1980-2011)

Εκτιμούμε ότι οι διαφορές αυτές δεν μπορούν να αλλάξουν ριζικά την εικόνα που είχαμε με τα στοιχεία των πιο πάνω πινάκων.

Συνολικά τα στοιχεία που είναι καταχωρημένα στο EFFIS, παρουσιάζονται στον κατωτέρω πίνακα.

ΠΙΝΑΚΑΣ ΔΑΣΙΚΩΝ ΠΥΡΚΑΓΙΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ 1980-2017 (EFFIS)

Επειδή από την ίδρυση και λειτουργία του EFFIS, αυτός θεωρείται τόσο από την Κεντρική Δασική Υπηρεσία, όσο και από την Εθνική Στατιστική Αρχή και τα άλλα θεσμικά όργανα της Ε.Ε., ως ο μόνο αξιόπιστος οργανισμός τα στοιχεία του οποίου χρησιμοποιούνται για την χάραξη πολιτικών και λήψη αποφάσεων, οδηγηθήκαμε στην σύγκριση των διαστημάτων 1980-1997 (Διάστημα που η δασοπυρόσβεση ανήκε στην αρμοδιότητα της Δασικής Υπηρεσίας) και 1998-2017 που η ευθύνη δασοπυρόσβεσης πέρασε στο Πυροσβεστικό Σώμα.

Με τα στοιχεία του EFFIS

Οι παραπάνω πίνακες απεικονίζονται στα κάτωθι γραφήματα:

Από τα ανωτέρω γίνεται αντιληπτό, ότι το διάστημα 1998-2017 με βάση τα στοιχεία του EFFIS, που η ευθύνη δασοπυρόσβεσης ανήκει στο Πυροσβεστικό Σώμα, η μέση ετήσια καείσα δασική έκταση είναι μικρότερη της καείσας, κατά την περίοδο που την ευθύνη της δασοπυρόσβεσης είχε η Δασική Υπηρεσία.

Το αν το γεγονός αυτό οφείλεται αποκλειστικά στην ικανότητα του Πυροσβεστικού Σώματος, ή στην διάθεση περισσοτέρων κονδυλίων, από όσα δαπανούνταν το χρονικό διάστημα που την δασοπυρόσβεση είχε η Δασική Υπηρεσία, δεν αλλάζει την ουσία. Ότι δηλαδή έχουμε σαφή μείωση της μέσης ετήσιας καμένης δασικής έκτασης από το 1998 μέχρι το 2017-2018.

Τα ανωτέρω δεδομένα έρχονται σε αντίθεση με όσα στην μελέτη του με τον τίτλο «Το κόστος της δασοπυρόσβεσης στην Ελλάδα» ο πρώην υπαρχηγός του Πυροσβεστικού Σώματος Αντιστράτηγος ε.α. Ανδριανός Γκουρμπάτσης, υποστηρίζει.

Ναι μεν, όσον αφορά το κόστος της δασοπυρόσβεσης, να δεχτώ ότι εκτινάχθηκε, αλλά πιθανόν όχι όσο στην μελέτη που το παρουσιάζει ο κ. Γκουρμπάτσης[2].

Για να έχουμε συγκρίσιμα μεγέθη του πόσο κόστιζε η δασοπυρόσβεση όταν την ευθύνη είχε η δασική Υπηρεσία και πόσο κοστίζει τώρα που πέρασε στην αρμοδιότητα του Π.Σ., πρέπει να λάβουμε υπόψη και μια σειρά άλλων παραμέτρων, όπως:

  • Η χρηματοδότηση της δασικής Υπηρεσίας, για μια σειρά διαφόρων Δασοτεχνικών έργων, (Διανοίξεις, βελτιώσεις δασιών οδών, καθαρισμοί και βελτιωτικές εργασίες υποβαθμισμένων δασών, αναδασώσεις, κ.λ.π.),μπορεί να μη προστίθεται στο κόστος της κατάσβεσης, όμως σαφώς και είχε επίπτωση στην πρόληψη των δασικών πυρκαγιών, Τι ποσοστό αυτής της χρηματοδότησης θα έπρεπε να συνυπολογιστεί στο κόστος της δασοπυρόσβεσης δεν μπορούμε με ακρίβεια να πούμε. Γεγονός είναι ότι η χρηματοδότηση της Δασικής Υπηρεσίας έχει καταβαραθρωθεί τα τελευταία έτη,
  • Υπήρχε σε λειτουργία το πρόγραμμα επιδότησης της μη Δημόσιας Δασοπονίας (και όλα αυτά με την δραχμή), που έδινε γενναίο ποσοστό επιδότησης (Μέχρι και 70-80% του κόστους), στους ιδιώτες δασοκτήμονες, για εργασίες βελτίωσης και συντήρησης του δασικού οδικού δικτύου τους, έργα αντιπυρικής προστασίας όπως δεξαμενές, αντιπυρικές ζώνες. Αποτέλεσμα ήταν, σχεδόν όλοι εκτελούσαν έργα αντιπυρικής κυρίως προστασίας. Οπωσδήποτε μεγάλο μέρος των ετησίων εκείνων προγραμμάτων, θα πρέπει να συνυπολογιστεί ότι συμμετείχε στην πρόληψη και καταστολή των δασικών πυρκαγιών.

Όλα αυτοί οι πόροι που έλειψαν από την Δασική Υπηρεσία, μεταφέρθηκαν σαν κόστος δασοπυρόσβεσης.

Και βέβαια δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το ιδιαίτερο μοντέλο δράσης που κάθε Υπηρεσία έχει.

Από όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, να συμμετέχω ενεργά στην καταστολή δασικών πυρκαγιών, (από το 1985 έως το 1997), αν δεν είχες εξαντλήσει κάθε δυνατότητα, προσβολής και ελέγχου της πυρκαγιάς, με επίγεια μέσα (που σημαίνει με τα πόδια, με σκαπανικά, με κλαδιά, με επώμιους ψεκαστήρες και ότι άλλη πατέντα φανταστείς), δεν καλούσες εναέρια μέσα, γιατί ήταν επιζήμια για την Εθνική Οικονομία.

Τα εναέρια μέσα ήταν το έσχατο μέσο. Βέβαια κι αυτή αντίληψη αποδείχτηκε πολλές φορές εσφαλμένηΔεν μπορώ να φανταστώ, πόσες δασικές πυρκαγιές θα είχαν σβηστεί σε μερικά λεπτά, αν από την πρώτη στιγμή είχαμε εναέρια μέσα, και πόσος κόπος και ταλαιπωρία θα είχε αποφευχθεί. Αλλά αυτή ήταν η νοοτροπία και οι τότε εντολές.

Και φυσικά, από κανενός επί κεφαλής δασολόγου το μυαλό δεν περνούσε, το μέγεθος της ευθύνης, να μπαίνεις πεζός με τους δασοπυροσβέστες σου σε ένα καιόμενο δάσος.

Αντιθέτως το μοντέλο δράσης του Πυροσβεστικού Σώματος, είναι διαφορετικό, γιατί πρωτίστως στο DNA του έχει την προστασία των ζωών και των περιουσιών.

Την διαφορά αυτή έχουν καταγράψει οι Κων/να Τσαγκάρη-Γ. Καρέτσος- Ν. Προύτσος, στην εργασία τους «Δασικές Πυρκαγιές Ελλάδος 1983-2008»[3]

Κατά τη χρονική περίοδο 1983-1997 (όπου την ευθύνη της καταστολής είχε η Δασική Υπηρεσία), το 81,6% των πυρκαγιών κατασβήστηκε μόνο με επίγεια μέσα, το 0,4% μόνο με εναέρια και το 15,7% με τη συνδρομή και των δύο.

Όπως γίνεται αντιληπτό από τα ανωτέρω μόνο αν υπεισέλθει σαν παράγοντας επαναπροσδιορισμού του μοντέλου της δασοπυρόσβεσης, η οικονομικότητα, τότε και μόνο τότε, θα μπορούσε να τεθεί εν αμφιβάλω η αποτελεσματικότητα του Πυροσβεστικού Σώματος στην κατάσβεση των Δασικών Πυρκαγιών.

Παρόλα αυτά όμως η οποιαδήποτε απόφαση για αλλαγή του φορέα Δασοπυρόσβεσης θα πρέπει να λάβει υπόψη της, ότι θα αντικαταστήσει αυτά που έχει σαν δεδομένα με ένα πιθανολογούμενο καλύτερο αποτέλεσμα.

Η διατήρηση του Πυροσβεστικού Σώματος σαν Φορέας Δασοπυρόσβεσης πλεονεκτεί στα εξής:

  • Έχει ήδη συσσωρευθεί εμπειρία 21 ετών.
  • Έχει στελεχωθεί και από Δασολόγους, οι οποίοι μπορούν να προσφέρουν στον σχεδιασμό και αντιμετώπιση των δασικών πυρκαγιών και από την σκοπιά της Δασολογικής Επιστήμης.
  • Οι πυρκαγιές πολλές φορές, μπορούν να μετατραπούν από μη δασικές σε δασικές ή και το ανάποδο. Η διατήρηση της δασοπυρόσβεσης στο Π.Σ. προσφέρει το πλεονέκτημα ότι η ίδια Υπηρεσία θα επιχειρήσει σε κάθε περίπτωση.

Η μεταφορά της δασοπυρόσβεσης στην Δασική Υπηοεσία ή η δημιουργία ενός άλλου (φορέα με συμμετοχή της Δασικής Υπηρεσίας (θεωρητικά)πλεονεκτεί.

  • Στην γνώση και οικειότητα του δασικού χώρου.
  • Στον ενιαίο σχεδιασμό και συνδυασμό των προληπτικών και κατασταλτικών δράσεων.

Αντιθέτως η μεταφορά της Δασοπυρόσβεσης στην αρμοδιότητα της Δασικής Υπηρεσίας έχει τα εξής τρωτά σημεία:

1. Ποιάς Δασικής Υπηρεσίας;

Των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων; Του Υπουργείου; Πιστεύουμε ότι μια κάθετη δομή είναι εκ των ων ουκ άνευ. Φανταστείτε μια δασική πυρκαγιά να αλλάζει διοικητικά όρια και να περνά από μια Αποκεντρωμένη Διοίκηση σε άλλη. Φανταστείτε να χρειάζονται να μετακινηθούν προσωπικό και μέσα, σε μια απομακρυσμένη περιοχή, από τι σκοπέλους πρέπει να περάσει αυτή η απόφαση και σε πόσο χρόνο θα υλοποιηθεί.

2. Το πρόβλημα της στελέχωσης

Η Δασική Υπηρεσία, τα τελευταία έτη έχει αποδυναμωθεί σε οριακό βαθμό, έτσι ώστε να αποτελεί «λείψανο» του παλαιού εαυτού της.

Το προσωπικό της, όπως είχε καταγραφεί στο περίφημο πόρισμα της Ομάδας Εργασίας για την αξιολόγηση των δομών της, τον Μάιο του 2014, ανήρχετο συνολικά σε 3.607 μονίμους υπαλλήλους, εκ των οποίων:

Δασολόγοι 682,
Δασοπόνοι 444,
Δασοφύλακες 1.779,
Άλλες ειδικότητες 446 και Διοικητικοί 256.

Να σημειώσουμε ότι στους δασοφύλακες περιλαμβάνονται και οι μεταταχθέντες από την αγροφυλακή 1.000 περίπου αγροφύλακες.

Από το προσωπικό εκείνης της καταγραφής, μετά από συνταξιοδοτήσεις και αποχωρήσεις, δεν γνωρίζουμε πόσο έχει απομείνει πλέον, και βέβαια πόσο από αυτό υπηρετεί σε Υπηρεσίες «πρώτης γραμμής» και όχι σε επιτελικές θέσεις.

Έτσι η ενίσχυση της Δασικής Υπηρεσίας με Επιστημονικό Κυρίως Προσωπικό, ακόμα κι αν δεν εμπλακεί ενεργά στην δασοπυρόσβεση, είναι ζωτικής σημασίας, εξ αιτίας του όγκου του αντικειμένου της.

Και μόνο να σκεφτεί κάποιος ότι με την μεταφορά αρμοδιοτήτων της αγροφυλακής σε αυτήν, έχει καταστεί περιοχή ευθύνης της, όλη η χώρα. εκτός των οικισμών και της ΑΟΖ. νομίζουμε ότι είναι αρκετό να αποτυπώσει το πρόβλημα προσωπικού. (Χωρίς να συνυπολογίσουμε τους Δασικούς Χάρτες κλπ).

Θα θέλαμε εδώ να επισημάνουμε, χωρίς την παραμικρή διάθεση κριτικής, απλά σαν καταγραφή του γεγονότος ότι, η Δασική Υπηρεσία, κατά καιρούς έγινε χώρος απόθεσης εργαζομένων από διάφορες καταργούμενες υπηρεσίες και φορείς του Δημόσιου Τομέα.

Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα, για βιοποριστικούς λόγους, να αποδέχονται την μετάταξή τους, εργαζόμενοι, που ποτέ δεν είχαν εργαστεί στον δασικό χώρο, και δεν τον είχαν επιλέξει.

3. Η χρηματοδότηση

Σίγουρα η μεταφορά της δασοπυρόσβεσης σε άλλον φορέα, θα απαιτήσει εκτός από την ενίσχυση του φορέα σε προσωπικό, και την δημιουργία ανάλογης υλικοτεχνικής υποδομής. Όλα αυτά και η προϋπόθεση ετήσιας σταθερής χρηματοδότησης θα απαιτήσουν την διάθεση σημαντικών πόρων.

Το ερώτημα που οφείλει να απαντηθεί, είναι αν είναι προτιμότερο, αυτοί οι πόροι να διατίθενταν στην ενίσχυση σε προσωπικό και μέσα της Δασικής Υπηρεσίας, και στην εκτέλεση δράσεων πρόληψης.

4. Η έλλειψη εμπειρίας

Δυστυχώς τα 21 έτη που πέρασαν από το 1998, οδήγησαν σχεδόν το σύνολο του προσωπικού της Δασικής Υπηρεσίας που είχε την εμπειρία της Δασοπυρόσβεσης στην αποχώρηση.

Έτσι στην ουσία αυτή την στιγμή δεν υφίσταται καμία εμπειρία. Η θεωρητική γνώση του αντικειμένου των Δασικών Πυρκαγιών, ούτως ή άλλως υπάρχει και στο Πυροσβεστικό Σώμα από τους υπηρετούντες σε αυτό Δασολόγους.

Σίγουρα θα μπορούσαν να γίνουν προσεγγίσεις του θέματος και από άλλες παραμέτρους, όπως την επίδραση της μείωσης του ορεινού και ημιορεινού πληθυσμού, την τουριστική ανάπτυξη, ή πως επέδρασε η οικονομική κρίση στις δασικές πυρκαγιές τα τελευταία έτη, όμως δεν το επιτρέπει ούτε ο χώρος, ούτε ένα άρθρο μπορεί να υποκαταστήσει την πληρότητα μιας έγκριτης μελέτης.

Και βέβαια να μη μας διαφεύγει το γεγονός, ότι τις περιπτώσεις δολιοφθοράς[4], κανένα σύστημα δασοπυρόσβεσης δεν μπορεί να αντιμετωπίσει.

Άποψη μου είναι ότι το αντικείμενο της Δασοπυρόσβεσης, ταλαιπωρεί και φθείρει τα σώματα και τις ψυχές του φορέα που το αναλαμβάνει. Μόνο οι αδαείς, θα σπεύσουν αλόγιστα να το διεκδικήσουν.

Καθήκον της Πολιτείας, και του κάθε αξιωματούχου που θα κληθεί να πάρει ανάλογες αποφάσεις, κρίσιμες για το μέλλον του τόπου, είναι πρώτα να σταθμίσει όλα τα δεδομένα, που θα του προσφέρουν οι σύμβουλοί του. Το ευκταίο είναι η ύπαρξη τέτοιων συμβούλων.

_________________________

[1] Θυμίζουμε ορισμένες βασικές πλευρές του παραπάνω ομόφωνου πορίσματος που αφορούν στη δασοπροστασία της χώρας.
Α) Την αναγκαιότητα για την ίδρυση και λειτουργία Ενιαίου Φορέα Δασοπροστασίας, που θα λειτουργεί στα πλαίσια του Υπουργείου Γεωργίας όλες τις ημέρες και όλο το 24ωρο,με προσωπικό που σαν βασικό του καθήκον θα έχει την πρόληψη και καταστολή των πυρκαγιών,
Β) Την ανάγκη γενναίας χρηματοδότησης της δασοπροστασίας από τον τακτικό προϋπολογισμό με ποσοστό 1,5%-2%,με την ίδρυση και λειτουργία Αυτόνομου Ταμείου Δασών.
Γ) Για την υλοποίηση του στόχου της αποτελεσματικής δασοπροστασίας την ύπαρξη ικανού εκπαιδευμένου προσωπικού αναβαθμισμένου κοινωνικά, επαγγελματικά και οικονομικά.

[2] Να μη μας διαφεύγει το γεγονός ότι στην μελέτη του ο κ. Γκουρμπάτσης αναφέρεται σε αγροτοδασικές πυρκαγιές. Επί πλέον όπως είπαμε στην αρχή τα στατιστικά του Π.Σ. τοποθετούν στις δασικές πυρκαγιές και τους σκουπιδότοπους, καλαμιές κ.λ.π.

[3] Ινστιτούτο Μεσογειακών Οικοσυστημάτων & Τεχνολογίας Δασικών Προϊόντων, με την συνεργασία ΕΘΙΑΓΕ και WWF, Αθήνα 2011.
[4] Ο Μεσούτ Γιλμάζ το 2011 ισχυρίστηκε ότι πίσω από τις πυρκαγιές στα Ελληνικά Δάση, υπάρχει τούρκικος δάκτυλος,. Το ίδιο είχε ισχυριστεί το 1996 , ο βουλευτής του τότε Κυβερνώντος κόμματος Σεντάντ Μπουτζάκ.



ΚατηγορίεςΔασική Υπηρεσία, Πυρκαγιές - Αναδασώσεις

Tags: , , , , , ,

Αρέσει σε %d bloggers: