Ο ρόλος του δικαστή στην κλιματική κρίση

Του Γιώργου Μπάλια*

Δύο σημαντικά γεγονότα εκτυλίχθηκαν τις προηγούμενες μέρες. Το πρώτο ήταν η διάσκεψη του ΟΗΕ για την κλιματική αλλαγή στη Μαδρίτη, που, δυστυχώς, δεν κατέληξε σε καμία συμφωνία σχετικά με σημαντικές ρυθμίσεις της Συνθήκης του Παρισιού [όπως π.χ. η δέσμευση για μικρότερες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου (ΑτΘ) και η δημιουργία ταμείου για τις απώλειες και ζημίες]. Το δεύτερο, που έλαβε χώρα λίγες μέρες μετά την ολοκλήρωση της παραπάνω διάσκεψης, αφορούσε την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου της Ολλανδίας στην υπόθεση Urgenda με την οποία υποχρεώνεται το ολλανδικό κράτος να λάβει μέτρα για να μειωθούν οι εκπομπές ΑτΘ σε ποσοστό 25%, σε σχέση με τις εκπομπές του 1990, μέχρι το 2020.

Πριν προχωρήσουμε στην εκ των πραγμάτων περιορισμένη ανάλυση των βασικών σημείων της απόφασης, θα πρέπει να αναφερθεί ότι η εν λόγω δίκη είναι μία από τις 2.000 δίκες που βρίσκονται αυτή τη στιγμή σε εξέλιξη (ή έχουν ήδη τελειώσει) σε παγκόσμια κλίμακα και οι οποίες πιστοποιούν την επέκταση του κοινωνικού και οικολογικού κινήματος της κλιματικής δικαιοσύνης σε ένα κίνημα με αμιγώς νομικά χαρακτηριστικά. Με άλλες λέξεις, μέσω της εν λόγω δίκης, αναδεικνύεται η δυνατότητα συμβολής του δικαστή στην αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης η οποία, μάλιστα, έχει προσλάβει χαρακτηριστικά κατάστασης έκτακτης ανάγκης.

Η δίκη Urgenda στην Ολλανδία αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη από όλες τις δίκες διότι, για πρώτη φορά, οι δικαστές του Ανώτατου Δικαστηρίου έκριναν ότι το ολλανδικό κράτος έχει τη νομική υποχρέωση να δράσει αποτελεσματικά σύμφωνα τόσο με τις διεθνείς δεσμεύσεις του όσο και με τις δεσμεύσεις που προκύπτουν από τη νομοθεσία της Ε.Ε., ώστε να μειώσει τις μη αναστρέψιμες συνέπειες της κλιματικής αλλαγής για την οποία είναι υπεύθυνο βάσει του λεγόμενου καθήκοντος επιμέλειας. Η προκείμενη νομική έννοια, η οποία χρησιμοποιούνταν μέχρι τώρα στο διεθνές δίκαιο μπορεί, κατά το δικαστήριο, να χρησιμοποιηθεί και στο πλαίσιο της κλιματικής αλλαγής, κρίνοντας συγκεκριμένα ότι η μη λήψη των κατάλληλων νομοθετικών και πρακτικών μέτρων για την αντιμετώπισή της παραβιάζει το εν λόγω καθήκον επιμέλειας.

Περαιτέρω -και εδώ πρόκειται για μια σημαντική καινοτομία- το δικαστήριο έκρινε ότι η μη λήψη των κατάλληλων νομοθετικών και πρακτικών μέτρων για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής παραβιάζει τις θετικές υποχρεώσεις τις οποίες έχουν όλα τα κράτη σύμφωνα με το άρθρο 2 (το δικαίωμα στη ζωή) και το άρθρο 8 (το δικαίωμα σεβασμού στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Ετσι, αναγνωρίζεται με την απόφαση ότι η κλιματική κρίση συνδέεται άρρηκτα με την αποτελεσματική προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και για τον λόγο αυτόν τα μέτρα που υποχρεώνεται να λάβει το κράτος πρέπει να είναι προληπτικού χαρακτήρα καθόσον αφορούν μελλοντικούς κινδύνους που θα προέλθουν από την κλιματική αλλαγή. Επίσης, το δικαστήριο υπογράμμισε ότι ο σεβασμός των δικαιωμάτων που περιλαμβάνονται στα άρθρα 2 και 8 της ΕΣΔΑ δεν αφορούν μόνο μεμονωμένα άτομα, αλλά σε ειδικές καταστάσεις, όπως αυτή της κλιματικής αλλαγής, αφορούν το σύνολο του πληθυσμού.

Είναι ενδιαφέρον να τονιστεί ότι το δικαστήριο στηρίχτηκε στα επιστημονικά δεδομένα που προέρχονται από τις εκθέσεις της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Κλιματική Αλλαγή (IPCC). Συνάρτησε δε την υποχρέωση λήψης μέτρων εκ μέρους της Ολλανδίας με την επίτευξη του στόχου της Συνθήκης του Παρισιού για συγκράτηση της θερμοκρασίας του πλανήτη κάτω από του 2 βαθμούς Κελσίου σε σχέση με τα προβιομηχανικά επίπεδα, παρά το γεγονός ότι η συμβολή της Ολλανδίας στην κλιματική αλλαγή είναι ελάχιστη σε σχέση με άλλες χώρες (π.χ. ΗΠΑ, Κίνα, Ινδία κ.λπ.).

Θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η προκείμενη απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου αφορά ένα κράτος, την Ολλανδία, η οποία βρίσκεται στην πρωτοπορία των κρατών για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης. Ειδικότερα, η Ολλανδία ψήφισε πρόσφατα νόμο (Μάιος 2019) σύμφωνα με τον οποίο ορίζεται ως στόχος η μείωση κατά 49% των εκπομπών ΑτΘ μέχρι το 2030, κατά 95% μέχρι το 2050, η δε παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ θα πρέπει να φτάσει το 100% μέχρι το 2050.

Παρά την υπάρχουσα σχετικά αυστηρή νομοθεσία (στην οποία προβλέπονται ποσοτικοποιημένοι στόχοι σε όλους τους τομείς οικονομικής δραστηριότητας), το δικαστήριο έκρινε ότι επιβάλλεται να μειωθούν οι εκπομπές ΑτΘ κατά ποσοστό 25%, σε σχέση με το 1990) μέχρι το τέλος του 2020. Αξίζει να αναφερθεί ότι η αντίδραση της κυβέρνησης στη δικαστική απόφαση ήταν θετική καθώς δήλωσε ότι θα συμμορφωθεί με αυτή, πράγμα που δεσμεύτηκε ότι θα πράξει με την επανακατάθεση του Εθνικού Σχεδίου για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ), στις επόμενες ημέρες, στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η γενικότερη εκτίμηση, σχετικά με την απόφαση αυτή, σε νομικούς αλλά και σε πολιτικούς κύκλους διεθνώς, είναι ότι θα αποτελέσει ένα προηγούμενο και για άλλες δίκες που είναι σε εξέλιξη, κυρίως στα κράτη της Ε.Ε. (Βέλγιο, Γαλλία, Ιρλανδία, Αγγλία, Γερμανία, Ισπανία) καθώς διέπονται από την ίδια ενωσιακή νομοθεσία παρά τις επιμέρους εθνικές διαφοροποιήσεις.

Στην Ελλάδα η εικόνα φαίνεται να είναι αρκετά διαφορετική τόσο σε πολιτικό όσο και σε δικαστικό επίπεδο. Ειδικότερα, σε σχέση με το πρώτο, είμαστε από τα ελάχιστα κράτη-μέλη της Ε.Ε. που δεν διαθέτουν νομικά δεσμευτικούς κανόνες για τη μείωση των εκπομπών ΑτΘ. Αυτό το νομοθετικό κενό δεν μπορεί να καλυφθεί από το ΕΣΕΚ που προτίθεται να καταθέσει η κυβέρνηση στην Επιτροπή τις επόμενες μέρες. Πολλώ δε μάλλον που το εν λόγω ΕΣΕΚ είναι αφενός μεν γενικόλογο και αόριστο αφετέρου δε προβλέπει αύξηση της χρήσης φυσικού αερίου, που είναι ορυκτό καύσιμο, κατά 80% κυρίως λόγω της εισαγωγής φυσικού αερίου, χωρίς, μάλιστα, να γίνεται καμία αναφορά στις επικείμενες εξορύξεις υδρογονανθράκων, οι οποίες θα αυξήσουν δραματικά τις εκπομπές ΑτΘ.

Σε αυτό το πλαίσιο εθνικής νομοθετικής απραξίας σχετικά με τα μέτρα για μείωση των εκπομπών ΑτΘ πολύ δε περισσότερο της προβλεπόμενης αύξησης των εκπομπών ΑτΘ, το ΣτΕ δεν ασχολήθηκε με το θέμα παρά το γεγονός ότι τέθηκαν ενώπιόν του ζητήματα σχετικά με τη νομική αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Ετσι, σε σχετική πρόσφατη απόφασή του (1271/2019) το ΣτΕ απαξίωσε να απαντήσει σε σχετικούς ισχυρισμούς για την αναγκαιότητα να ληφθούν υπόψη οι επιπτώσεις στο κλίμα κατά την αδειοδότηση έργου μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ορυκτά καύσιμα. Μάλιστα εξέφρασε την κρίση ότι το εν λόγω έργο υπηρετεί τον στόχο της βιώσιμης ανάπτυξης, τονίζοντας εμφατικά ότι αντιβαίνει στην αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης η μηδενική λύση ή η λύση χρήσης άλλων φυσικών πόρων!

Γενικότερα, αν επιχειρήσει κανείς μια έστω και πρόχειρη εξέταση των αποφάσεων του ΣτΕ την τελευταία, τουλάχιστον, πενταετία, θα διαπιστώσει ότι έχει μετατοπιστεί από την προηγούμενη θετική του στάση έναντι της προστασίας του περιβάλλοντος. Εχοντας εσωτερικεύσει το κυρίαρχο αφήγημα της άνευ ορίων οικονομικής ανάπτυξης, έχει οδηγηθεί στην αντίθετη, σε σχέση με το παρελθόν, θέση. Με άλλες λέξεις, έχει καταστεί, δυστυχώς, εχθρός του περιβάλλοντος σε μια περίοδο μάλιστα επικυριαρχίας του νεοφιλευθερισμού και της συνακόλουθης απορρύθμισης, που οδηγούν στην περαιτέρω όξυνση της κλιματικής και γενικότερα της περιβαλλοντικής κρίσης.

* Αναπληρωτής καθηγητής στο Χαροκόπειο πανεπιστήμιο.

https://www.efsyn.gr/



ΚατηγορίεςΝομοθεσία, Περιβάλλον

Tags: , , , ,

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: