Εκσυγχρονισμός της περιβαλλοντικής νομοθεσίας στην Ελλάδα: Μια ακόμη εξαίρεση στην Ευρώπη

Από τη συντακτική ομάδα του ψηφιακού περιοδικού ΟΙΚΟΤΟΠΙΑ

Η Ελλάδα είναι μια χώρα με πλούσιο φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον, που έχει την τύχη να βρίσκεται κάτω από το ευρωπαϊκό πλαίσιο πολιτικής για τη φύση και τη βιοποικιλότητα, το οποίο θεωρείται από τα πλέον επιτυχημένα σε παγκόσμιο επίπεδο. Έτσι, το περιεχόμενο και η τακτική που επέλεξε η ελληνική κυβέρνηση για τον «εκσυγχρονισμό» της περιβαλλοντικής νομοθεσίας μέσω του ομώνυμου νομοσχεδίου που προωθείται προς ψήφιση στη βουλή, ήταν μια ιδιαίτερα δυσάρεστη έκπληξη. Το περιεχόμενό της προσβάλλει κάθε υπόθεση συλλογικής προσπάθειας συνεννόησης, καθώς και τις κεφαλαιώδεις – συστατικές αρχές και κατακτήσεις της ευρωπαϊκής πολιτικής για τη διατήρηση της φύσης και τη διευθέτηση της σχέσης ανθρώπου-φύσης. Θυμίζει δε τις τακτικές διεφθαρμένων, αυταρχικών καθεστώτων, που βίαια επιβάλλουν καταστρεπτικές πολιτικές στα οικοσυστήματα, όπως αυτών της Μαδαγασκάρης, της Ινδονησίας ή της Βραζιλίας. 

Σε επίπεδο τακτικής, η κυβέρνηση επέλεξε μια μόλις δεκαπενθήμερη περίοδο διαβούλευσης, εντός της κρίσης της πανδημίας, γεγονός που έρχεται σε αντίθεση με τις αρχές της καλής διακυβέρνησης και της ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών στα κοινά. Και αυτό συνέβη, όταν ο επιχειρούμενος «εκσυγχρονισμός» αφορά στην εισαγωγή ασφυκτικών προθεσμιών για την περιβαλλοντική αδειοδότηση, στην αποτροπή της συμμετοχής των επιστημόνων και των τοπικών κοινωνιών στη διαχείριση των προστατευόμενων περιοχών, στην εισαγωγή παγκόσμια καινοφανών κατηγοριών προστατευόμενων περιοχών και ρυθμίσεων για τις χρήσεις γης σε αυτές, στην περιθωριοποίηση των αρμόδιων δασικών αρχών από την ολοκλήρωση των δασικών χαρτών και στη διευκόλυνση της εφαρμογής ξεπερασμένων μεθόδων στη διαχείριση απορριμμάτων, όπως η καύση. 

Ένας οπισθοδρομικός «εκσυγχρονισμός»

Η ελληνική κυβέρνηση επέλεξε να χειριστεί την αξιολόγηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ως τυπικό γραφειοκρατικό πρόβλημα και όχι ως σημαίνον επιστημονικό ζήτημα και ευκαιρία δημοκρατικής συλλογικής σύγκλισης θέσεων σε αποφάσεις που θα επηρεάσουν πολλές γενιές ανθρώπων. Η Ελλάδα είναι μια από τις πλούσιες χώρες της Ευρώπης σε είδη φυτών και ζώων και οικοσυστήματα, που συνδυάζονται με μοναδικά μνημεία πολιτισμού. Σε αυτή τη χώρα, η κυβέρνησή της προτείνει μια διαδικασία, όπου η κοινωνική συμμετοχή και η δυνατότητα επιστημονικής συνδρομής για τη διαχείριση των προστατευόμενων περιοχών -«του τελευταίου οχυρού» απέναντι στις απειλές για τη φύση- θα μετατραπούν σε επικοινωνιακή καρικατούρα. 

Με άλλη ενότητα του σχεδίου νόμου εισάγονται ρυθμίσεις χρήσεων γης για όλες τις κατηγορίες προστατευόμενων περιοχών, που έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τα διεθνώς αποδεκτά πρότυπα, όπως υποδομές και δρόμους σε περιοχές αυστηρής προστασίας της φύσης. Παραπέρα δε, οι ρυθμίσεις αυτές εισάγονται οριζόντια, μην επιτρέποντας ειδικότερες ρυθμίσεις για κάθε προστατευόμενη περιοχή, όπως είναι η διεθνώς αποδεκτή πρακτική.

Η ιδιοκτησία της μη δομημένης γης στο μεγαλύτερο τμήμα της Ελλάδας συνδέεται για ιστορικούς λόγους με το δασικό ή μη χαρακτήρα της βλάστησης. Για το λόγο αυτό οι δασολόγοι και άλλοι επιστήμονες ζητούν εδώ και δεκαετίες να γίνει η χαρτογράφηση των δασών, ώστε να εντοπιστούν και να λυθούν με μόνιμο, περιβαλλοντικά και κοινωνικά αποδεκτό, τρόπο τα όποια προβλήματα. Αντί για την αμέριστη στήριξη των δασικών υπηρεσιών στην επίλυση των αναμενόμενα πολλών διαφωνιών με τους πολίτες σε αυτή διαδικασία, η κυβέρνηση επιλέγει να περιθωριοποιήσει τις δασικές υπηρεσίες στη διαδικασία αυτή, θέτοντας σε κίνδυνο τα δάση της χώρας. 

Η καλή διακυβέρνηση στηρίζεται στον διαφανή διάλογο σε επιστημονική βάση

Η σύγχρονη τεχνολογία της παρακολούθησης των περιβαλλοντικών παραμέτρων και η ταχύτατη διάδοση των αποτελεσμάτων μέσω του διαδικτύου διευκολύνουν την πληρέστερη και διαφανή συμβολή της επιστήμης και των τοπικών κοινωνιών στη διαχείριση των περιβαλλοντικών προκλήσεων και στη διαμόρφωση της σχετικής νομοθεσίας.

Αντί να επιτευχθεί μια πραγματικά εύφορη διάχυση της πληροφορίας για την αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων, διαμορφώθηκε ένα σχέδιο νόμου «εν κρυπτώ» και επιδιώκεται με τρόπο αυταρχικό και με μια διαβούλευση παρωδία να επιβληθεί ένας εκσυγχρονισμός-εξαίρεση από το ευρωπαϊκό κεκτημένο.

Η συμπεριφορά της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Περιβάλλοντος είναι τυπικό δείγμα αυταρχικής επιβολής βίαιων ρυθμίσεων επί του περιβάλλοντος, με τεχνικές αλήστου μνήμης και τακτικές εργολάβων προηγούμενων δεκαετιών.

Στην Ελλάδα υπάρχει σήμερα ένα τεράστιο επιστημονικό και τεχνικό δυναμικό, δεκάδες ενώσεις πολιτών, περιβαλλοντικές οργανώσεις, οικολογικές ομάδες, πρωτοβουλίες πόλης και άλλες συλλογικότητες, που παράγουν σκέψη και προτάσεις για το περιβάλλον. Ένα ιδιαίτερα δραστήριο δυναμικό που αναζητά και προτείνει καινοτόμες προσεγγίσεις για τη φύση και το περιβάλλον γενικότερα, μεταφέροντας ταυτόχρονα το ιστορικό και πολιτισμικό υπόβαθρο των πρακτικών ζωής των κοινοτήτων της Μεσογείου. Αιτούμενο σήμερα είναι αυτός ο πλούτος ιδεών να τροφοδοτήσει τις δημόσιες πολιτικές για το περιβάλλον με σκοπό την επίτευξη ενός βιώσιμου μέλλοντος, μακριά από τέτοιους οπισθοδρομικούς «εκσυγχρονισμούς».

Αναδημοσίευση από: oikotopia.gr


Μοιραστείτε το!
Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin


ΚατηγορίεςΕπικαιρότητα, Νομοθεσία, Περιβάλλον

Tags: , , , , ,

1 reply

  1. Η αναφορά στην ανάρτηση ότι το σχέδιο νόμου διαμορφώθηκε «εν κρυπτώ» έρχεται σε αντίθεση με την παραδοχή της ύπαρξης προηγηθείσης διαβούλευσης. Αν αυτή ήταν παρωδία την ευθύνη έχει το αρμόδιο υπουργείο, αν όχι η άλλη πλευρά και οι ΜΚΟ. Κανένας όμως δεν μπορεί να οικειοποιείται και να μιλά κυριαρχικά και με αλαζονεία εκ μέρους της φύσης. Τεκμηρίωση όμως σε θιγόμενα θέματα από το σ/ν δεν υπάρχουν στην παρούσα ανάρτηση. Βέβαια σε άρθρα που προηγήθηκαν στον τύπο αναφέρονται κάποιες προτάσεις που άλλες ενσωμάτωσε το αρμόδιο υπουργείο και άλλες απέρριψε. Φυσικά, όλοι κρίνονται από το έργο τους…
    Η γενικότερη άποψή μου είναι ότι αμφότερες οι πλευρές καταπίνουν την κάμηλο και διυλίζουν τον κώνωπα. Δεν τους απασχολούν προφανή υπαρκτά περιβαλλοντικά “φάλτσα”, εδώ και δεκαετίες. Ίσως για τους δικούς τους λόγους ο καθένας. Κλείνουν τα μάτια στα μεγάλα θέματα που υπερβαίνουν την εθνική περιβαλλοντική πολιτική. Η Ελλάδα έχει δηλώσει (πολλές φορές με καταχρηστικές υπερβάσεις των κριτηρίων ένταξης) και συντηρεί περίπου το μισό της επικράτειας, σε διεθνή προστατευτικά δίκτυα (βλέπε Natura 2000, Ramsar κ.λ.π.) όταν άλλα κράτη – μέλη έχουν καταγράψει και δηλώσει την πραγματική εικόνα σε προστατευόμενες περιοχές για απειλούμενα είδη και οικοτόπους της άγριας πανίδας και αυτοφυούς χλωρίδας. Αυτό και η πλημμελή επιβολή των διεθνών περιβαλλοντικών συμβάσεων είναι θέματα εθνικής περιβαλλοντικής αξιοπρέπειας.

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: