Οι μεταβολές στη νομολογία, τα όρια αυτών και το Σύνταγμα

Επιτρέπεται στον δικαστή να μεταβάλει τη νομολογία του στο πέρασμα του χρόνου; Εάν ναι, η δυνατότητα αυτή θεμελιώνεται στο Σύνταγμα; Και ποια είναι τα όρια της εξουσίας του;

ΓΕΩΡΓΙΟΥ Ι. ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΣ*,
Πηγή: www.kathimerini.gr

«Η νομολογία είναι προς το δίκαιον ό,τι η πρακτική, εις όλους τους κλάδους των ανθρωπίνων γνώσεων, είναι προς τη θεωρίαν». Με αυτή τη συμπυκνωμένη αποστροφή περιγράφει τη σημασία της νομολογίας για το δίκαιο ο αρεοπαγίτης Ν. Ιωαννίδης στον πρόλογο του έργου του «Πείρα», το 1869. Με δεδομένο, μάλιστα, ότι ο δικαστής χρησιμοποιεί τη «δικαιοπλαστική» εξουσία του, καθώς «δεν είναι μηχανή εφαρμόζουσα τον καθ’ όλα τέλειο νόμο, αλλά αληθής “συμπληρωτής” της νομοθεσίας», παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον να ιχνηλατήσει κανείς τόσο τις συνθήκες υπό τις οποίες διαμορφώνεται η νομολογία με έναν συγκεκριμένο τρόπο όσο και, κυρίως, το πλαίσιο που ευνοεί ή/και, ενίοτε, επιβάλλει τη μεταστροφή της. Στη συνάφεια αυτή, ανακύπτουν ευλόγως κάποια ερωτήματα: Επιτρέπεται στον δικαστή να μεταβάλει τη νομολογία του στο πέρασμα του χρόνου; Εάν ναι, η δυνατότητα αυτή θεμελιώνεται στο Σύνταγμα και ποια είναι τα όρια της εξουσίας του;

Ποιοι είναι οι παράγοντες που επηρεάζουν την αλλαγή της νομολογίας;

Σε αυτά, μεταξύ άλλων, τα ερωτήματα επιχειρεί, με γραφή που διακρίνεται για τη νομική ακριβολογία της και τη συγκροτημένη διατύπωσή της, να απαντήσει ο Σ. Βλαχόπουλος, καθηγητής της Νομικής του ΕΚΠΑ και τακτικός αρθρογράφος της «Κ», με το τελευταίο πόνημά του. Πιο συγκεκριμένα, για πρώτη φορά στα βιβλιογραφικά δεδομένα, σαράντα χρόνια μετά τη δημοσίευση της μελέτης του Αλ. Λιτζερόπουλου «Αι μεταστροφαί της νομολογίας και η ασφάλεια του δικαίου» (1979), ο Σ. Βλαχόπουλος χαρτογραφεί μεθοδικά το φαινόμενο της νομολογιακής μεταβολής, αναζητώντας τις συνταγματικές διαστάσεις της, τα όρια που την καθορίζουν και τους παράγοντες που την επιβάλλουν.

Οι επιμέρους παραδοχές του συγγραφέα βρίσκουν την επαλήθευσή τους και στη νομολογία για τη θρησκευτική ελευθερία. Πιο συγκεκριμένα, παρατηρείται ότι στο πλαίσιο του «διαλόγου» μεταξύ εθνικών και υπερεθνικών δικαστηρίων, «δεν είναι λίγες οι φορές που τα εθνικά δικαστήρια μεταβάλλουν τη νομολογία τους ενόψει των παραδοχών του ΕΔΔΑ» (σ. 24). Ετσι, ενώ κατά τη νομολογία του Αρείου Πάγου το νομοθετικό πλαίσιο που ισχύει ήδη από την εποχή της μεταξικής δικτατορίας και ρυθμίζει τις προϋποθέσεις αδειοδότησης για τους ετερόδοξους και αλλόθρησκους χώρους λατρείας κρινόταν παγίως σύμφωνο με το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ, μετά την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου «Μανουσάκης και λοιποί κατά Ελλάδος» το 1996, το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο μετέβαλε το 2001 με απόφαση της Ολομέλειάς του τη νομολογία του, διαπιστώνοντας σχετικώς μερική αντισυνταγματικότητα…

Στην ίδια συνάφεια, εντοπίζονται και εντός της ίδιας εθνικής έννομης τάξης «πηγές δικαίου που αναπτύσσουν μία κυμαινόμενη δεσμευτικότητα» (soft law), φαινόμενο που βρίσκει την κυρίαρχη έκφρασή του στις πράξεις των Ανεξάρτητων Αρχών, οι οποίες «μπορούν να αναπτύξουν μία σημαντική ερμηνευτική επιρροή και στις αποφάσεις των δικαστηρίων, οδηγώντας ακόμη και σε νομολογιακές μεταβολές» (σ. 27). Για του λόγου το ασφαλές, ο Συνήγορος του Πολίτη, ήδη από το 1999, είχε ορθώς παρατηρήσει ότι ο Ν. 2510/1997 για τους αντιρρησίες συνείδησης έθετε γενικότερα ζητήματα συνταγματικότητας, ιδίως κατά το μέτρο που γεγονότα, όπως η προηγούμενη στρατιωτική υπηρεσία, ανάγονται σε αμάχητα τεκμήρια ανειλικρίνειας ως προς τους επικαλούμενους, συνήθως θρησκευτικούς λόγους συνείδησης. Με τις επιφυλάξεις αυτές του Συνηγόρου του Πολίτη στοιχήθηκε, μετά την αναγκαία νομολογιακή ταλάντευση, και το Συμβούλιο της Επικρατείας το έτος 2007.

Περαιτέρω, ως «πρόδρομος» νομολογιακής μεταβολής μπορεί, όπως ορθώς επισημαίνεται (σ. 70), να λειτουργήσει η μειοψηφία στις δικαστικές αποφάσεις. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των «Παλαιοημερολογιτών», οι οποίοι δεν αναγνωρίζονταν από τον Αρειο Πάγο ως «γνωστή», κατά το Σύνταγμα, θρησκευτική κοινότητα, διακριτή από την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος, παρά το ότι και αυτοί ήταν φορείς του δικαιώματος στη θρησκευτική ελευθερία. Ωστόσο, η μειοψηφία των εννέα δικαστών που καταγράφηκε σε απόφαση της Ολομέλειάς του το 1980 λειτούργησε ως «πρόπλασμα» της μεταβολής της σχετικής νομολογίας που ακολούθησε το 1996.

Η νομολογία δεν αποτελεί, κατά τον αείμνηστο Στ. Ματθία, «αμετακίνητο δεδομένο, σταθερό συνταγολόγιο λύσεων». Ο δικαστής, ως viva vox juris, μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να τη μεταβάλει. Ωστόσο, όπως εύστοχα σημειώνει ο Σ. Βλαχόπουλος (σ. 95), «το νομολογιακό προηγούμενο (stare decisis) διατηρεί τη σημασία του, αφού ό,τι έχει πράξει κάποιος στο παρελθόν προφανώς θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και για την επίλυση των τωρινών προβλημάτων»…

* Ο κ. Γεώργιος Ι. Ανδρουτσόπουλος είναι επίκουρος καθηγητής του Εκκλησιαστικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και δικηγόρος.

https://www.kathimerini.gr/1084273/gallery/politismos/vivlio/oi-metavoles-sth-nomologia-ta-oria-aytwn-kai-to-syntagma

Μοιραστείτε το!
Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin


ΚατηγορίεςΝομοθεσία

Tags: , ,

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: