Η ΚΛΙΜΑΤΙΚΗ ΑΛΛΑΓΗ ΚΑΙ Η ΑΝΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΠΡΕΜΝΟΦΥΩΝ ΔΡΥΟΔΑΣΩΝ ΣΕ ΣΠΕΡΜΟΦΥΗ

Δρ Ελευθέριος Σταματόπουλος,
Δασολόγος-Περιβαλλοντολόγος Μελετητής

Η Χώρα μας για να συμβάλει στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής θα πρέπει να κάνει μία γενναία δομική αλλαγή με τολμηρά μέτρα πλήρους αναδιάρθρωσης σε πολλαπλές πτυχές της ίδιας της Οργάνωσης του Κρατικού Μηχανισμού, της Οικονομίας αλλά και των συνηθειών της Κοινωνίας μας.

Και επειδή από τα διαφαινόμενα από τις τελευταίες συμφωνίας της ΕΕ θα έχουμε και μια ικανοποιητική χρηματοδότηση και στην λογική του Πρωθυπουργού της Χώρας ότι τα χρήματα αυτά πρέπει να πιάσουν τόπο γράφω αυτήν την παρέμβαση.

Η Ελλάδα όπως συμβαίνει άλλωστε και με όλες τις ευρωπαϊκές Μεσογειακές χώρες, είναι κατ’ εξοχήν χώρα δρυοδασών. Τα δάση των φυλλοβόλων δρυών καταλαμβάνουν έκταση 1.500.000 ha περίπου, η οποία αντιστοιχεί στο 44% της συνολικής δασικής επιφάνειας της Χώρας (Σπ. Ντάφης & Κακούρος Π., 2006. Οδηγίες για την ανόρθωση υποβαθμισμένων δασών δρυός και αριάς).

Η εξέλιξη της βλάστησης εξαρτάται κυρίως από το κλίμα, το έδαφος, την υδρολογία και το ανάγλυφο κάθε περιοχής και ακολουθεί προοδευτική διαδοχή φυτοκοινωνιών για να καταλήξει στην φυτοκοινωνική ένωση «κλίμαξ» που είναι η τελική φυτοκοινωνία. Ή με άλλα λόγια η φυτοκοινωνία που είναι σε πλήρη ισορροπία με το σύνολο των παραγόντων του περιβάλλοντος που αλληλεπιδρούν μαζί της.  

Συνήθως τα δάση δρυός εναλλάσσονται με άλλους τύπους δασών, λιβαδιών ή και αγρών. Είναι συχνά υποβαθμισμένα αλλά παρ’ όλα αυτά συνθέτουν πολυποίκιλα τοπία ως αποτέλεσμα τόσο της αλληλεπίδρασης του Μεσογειακού κλίματος και της πολυτάραχης και πλούσιας Ιστορίας της Χώρας μας.

Δεν είναι λοιπόν υπερβολή να πούμε ότι στα δάση αυτά αναπτύχθηκε πρώτα ο άνθρωπος.

Φυσικά τα δρυοδάση δέχθηκαν άμεσα και τις μόνιμες ανθρώπινες επιδράσεις οι οποίες διέσπασαν την συνέχειά τους, μείωσαν την έκτασή τους και τροποποίησαν την δομή τους και την σύνθεση της βιοκοινότητας και πάντοτε, άλλοτε αργά άλλοτε πολύ γρήγορα, οδήγησε σε υποβάθμιση του εδάφους και ουσιαστική ακύρωση της πλήρους αποκατάστασής τους.

Παράλληλα με τα παραπάνω σε αρκετές περιοχές της Χώρας, λόγω του έντονου τοπογραφικού ανάγλυφου, ακολούθησε εκτεταμένη διάβρωση με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν νέες σταθμολογικές συνθήκες στις οποίες δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στις αυξητικές ανάγκες των δρυοδασών.

Στους σταθμούς αυτούς τα δρυοδάση αντικαταστάθηκαν από πευκοδάση που είναι πολύ ποιο λιτοδίαιτα και προσαρμόζονται εύκολα στις ακραίες συνθήκες ξηρασίας και στα πολύ ρηχά εδάφη.

Ωστόσο τα δρυοδάση μας, εξακολουθούν να αποτελούν πολύ μεγάλη κληρονομιά για την Χώρα.

Μία από τις σημαντικότερες αλλαγές, αν εξαιρέσουμε την πλήρη καταστροφή του δάσους από τον άνθρωπο, είναι η μετατροπή τους, από δάση που αναγεννώνται με τον σπόρο των δέντρων (σπερμοφυή) μετά από γονιμοποίηση δηλαδή, σε δάση που αναγεννώνται από το πρέμνο. Το «πόδι» δηλαδή του δέντρου που απομένει μετά την υλοτομία και εξακολουθεί να είναι ζωντανό και παράγει νέα υπέργεια στελέχη χρησιμοποιώντας το παλιό ριζικό σύστημα του δέντρου που εξακολουθεί επίσης να είναι ζωντανό. Αυτό είναι το πρεμνοφυές δάσος.

Φυσικά αυτός ο τρόπος διαχείρισης εξυπηρετούσε τις ανάγκες της απόληψης καυσοξύλων που αποτελούσαν την μοναδική πηγή ενέργειας για τις ανάγκες του πληθυσμού. Ήταν ο κύριος τρόπος διαχείρισης την περίοδο της Φεουδαρχίας. Τότε όλες οι Ευρωπαϊκές Κοινωνίες πίστευαν ότι ο Φεουδάρχης είναι κυρίαρχος της Κοινωνίας και της Φύσης (και των ανθρώπων) κι έχει δικαίωμα να ενεργεί όπως θέλει.

Δεν είναι όμως σωστός τρόπος. Γιατί στερεί τον πληθυσμό του κάθε είδους από τις αναγκαίες για την διαιώνισή του διασταυρώσεις του γενετικού υλικού και τις μεταλλάξεις. Μέσω της διασταύρωσης του γενετικού υλικού και των  μεταλλάξεων μπορούν και δημιουργείται και να παράγεται από γενιά σε γενιά τεράστια ποικιλομορφία DNA στον πληθυσμό. Η συνεχής ανταλλαγή του γενετικού κώδικα και συσσώρευση μεταλλάξεων επί πολλές γενιές είναι αυτό που προκάλεσε τη γενετική πολυμορφία μέσα στον ανθρώπινο πληθυσμό, στα φυτά και στα ζώα.

Ορισμένες μεταλλάξεις βέβαια μπορεί να προκαλούν ασθένειες, οι περισσότερες όμως είναι  ευεργετικές. Γενικά η διασταύρωση του γενετικού κώδικα και οι γενετικές μεταλλάξεις αποτελούν το κλειδί για την προσαρμογή στις  μεταβαλλόμενες συνθήκες του Περιβάλλοντος του κάθε είδους. Η διασταύρωση του γενετικού κώδικα λοιπόν είναι απαραίτητη για την εξέλιξη των ειδών και την δυνατότητα προσαρμογής τους στις αλλαγές του περιβάλλοντος.

Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι Πληθυσμός χωρίς συνεχή ανταλλαγή όσο το δυνατόν μεγαλύτερης ποικιλίας γενετικού κώδικα από γενιά σε γενιά, είναι καταδικασμένος να σβήσει και να χαθεί.

Ας φανταστούμε ένα πρεμνοφυές δάσος που έχει υποστεί αυτό το σύστημα διαχείρισης συνεχώς από την αρχή της Τουρκοκρατίας ή και πιο πριν !!!

Αποτελείται από δέντρα που το ριζικό τους σύστημα είναι 400-600 ετών και το υπέργειο τμήμα των δέντρων είναι μόλις 10 έως το πολύ 25 ετών.

Μιλάμε δηλαδή για γέρικα δέντρα, με ένα γέρικο και ουσιαστικά σήμερα οριακά ζωντανό ριζικό σύστημα και που διατηρούν απαράλλακτο τον γενετικό κώδικα της παλιάς εποχής εκείνης. Είναι ουσιαστικά ένα γενετικό «απολίθωμα» και σίγουρα δεν είναι σε απόλυτη ισορροπία με τις συνθήκες του περιβάλλοντος.

Αυτά τα δάση στερήθηκαν της δυνατότητας προσαρμογής τους στις αλλαγές του περιβάλλοντος που μεταβάλλεται ραγδαία.

Είναι λοιπόν πληθυσμοί και Δάση ευάλωτα στην κλιματική αλλαγή.

Όσο δεν δίνεται η δυνατότητα σε οποιονδήποτε πληθυσμό (Ζωικό ή Φυτικό) να διασταυρωθεί, να ανταλλάξει γενετικό κώδικα δεν μπορεί να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες που δημιουργούνται από τις αλλαγές του περιβάλλοντος.

Το θέμα αυτό εδώ και πολλά χρόνια (από το άρθρο 71 του Ν. 4173/1929) είχε επισημανθεί από τις Δασικές Υπηρεσίες, ίσως όχι τόσο για λόγους αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής όσο για παραγωγικούς σκοπούς. Η συνεχής πρεμνοφυής διαχείριση στερεί και την δυνατότητα παραγωγής ξύλου μεγαλύτερης διαμέτρου που χρησιμοποιείται σε πλήθος προϊόντων.

Εν πάση περιπτώσει με τις παρ. 4.γ και ε του άρθρου 62 του Π.Δ 86/1969 προβλέφθηκε στην πιο σύγχρονη Δασική μας νομοθεσία η προοδευτική αναγωγή των πρεμνοφυών Δασών μας (συμπεριλαμβανομένων κι εκείνων της Οξιάς) σε σπερμοφυή μορφή.

Σύμφωνα με την διάταξη προβλέφθηκε ότι τα Δημόσια πρεμνοφυή δάση θα υποβάλλονται σε αναγωγή κατά τα ¾ σε κάθε περίοδο. Τα Δημοτικά, Συνιδιόκτητα και Μοναστηριακά θα υποβάλλονται σε αναγωγή και τα το ½ της έκτασής τους και για τα ιδιόκτητα ανεξάρτητων Ιδιοκτητών κατά το ¼ της έκτασής τους σε κάθε περίοδο. Με άλλα λόγια αν είχαμε τότε ξεκινήσει την αναγωγή, σήμερα θα είχαμε κατά βάση μόνο σπερμοφυή Δάση.

Ωστόσο οι εκτελεστικές αποφάσεις δεν εκδόθηκαν ποτέ. Για ποιο λόγο; Γιατί τα περισσότερα Δρυοδάση μας ιδίως στην Βόρεια Ελλάδα, δεν είναι Δημόσια. Είναι Μοναστηριακά, Δημοτικά ή Ιδιωτικά.

Και όσο διαρκούν οι διαδικασίες αναγωγής και τουλάχιστον για τα πρώτα 30 χρόνια περίπου, μειώνονται στο ελάχιστο οι παραγόμενοι όγκοι. Διαχρονικά λοιπόν η εκάστοτε Πολιτική ηγεσία απέφυγε  να συγκρουστεί με τους Ιδιώτες, Ιδιοκτήτες  Δασών ή και τις κατά περίπτωση Δημοτικές αρχές όταν Ιδιοκτήτες των Δασών ήσαν Δήμοι – Κοινότητες ή και τις Ιερές Μονές.

Οι προσπάθειες αναγωγής ή ανόρθωσης εκτός από τον στόχο της καλύτερης συγκομιδής μεγαλύτερων διαστάσεων πολύτιμου ξύλου, είχαν και σκοπούς προστατευτικούς (προστασία εδάφους από διαβρώσεις, αντιπλημμυρική προστασία) και οικονομικούς. Σε πολλές περιπτώσεις, προτιμήθηκαν ενρητινώσεις, (με προσθήκες κωνοφόρων ειδών) με απώτερο σκοπό την απόληψη ξύλου μετά την πάροδο ορισμένων ετών και να μετριαστούν οι πρόσκαιρες μειωμένες οικονομικές απολαβές, μέχρι να ολοκληρωθεί η αναγωγή.

Ωστόσο το κυριότερο ζήτημα, ο κυριότερος στόχος ήταν και είναι πάντα κυρίως η διατήρηση της βιοποικιλότητας και η μετεξέλιξη των πληθυσμών σύμφωνα με τις αλλαγές του περιβάλλοντος.

Πάντως πρέπει να παρατηρήσουμε ότι όσο αφορά τα Δημόσια Δάση, η αναγωγή αυτή σε γενικές γραμμές έγινε.

Αγαπητοί φίλοι,

Δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι οι Βόρειες και ποιο πλούσιες Χώρες επιθυμούν πραγματικά την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Όμως αυτό είναι άλλο θέμα.

Το βασικό μας πρόβλημα είναι ότι προϊούσης της κλιματικής αλλαγής, όλα τα πρεμνοφυή Δάση μας θα καταρρεύσουν γρήγορα. Όλα τα δρυοδάση μας θα αντικατασταθούν με ότι βρίσκεται σήμερα νοτιότερα.
Δηλ. κυρίως με Πευκοδάση. Και τα πευκοδάση που σήμερα ευδοκιμούν στην νότιο Ελλάδα; Με ότι είναι νοτιότερα… Με τίποτα!!!

Και βέβαια μπορούμε να βρούμε λύσεις. Όμως αυτό σημαίνει ότι πρέπει να παράξουμε από σήμερα πιο ξηροθερμικούς κλώνους διάφορων ειδών.

Αν και οι μεταπτυχιακές Σπουδές μου είναι στην Οικολογία και δεν θα μπορούσα ποτέ να ξεστομίσω κάτι παρόμοιο, σήμερα δεν αποκλείω την βοήθεια και της Μηχανικής γενετικής και μελλοντικά την χρήση και υπό προϋποθέσεις, ακόμα και κλωνοποιημένων ειδών.

Επομένως είναι άμεση ανάγκη στο πλαίσιο του αγώνα για την κλιματική αλλαγή και τις τεράστιες αναδασώσεις που σωστά εξήγγειλε μεταξύ άλλων ο κος Υπουργός Περιβάλλοντος, να προσανατολιστούμε πριν από όλα στην αναγωγή των Πρεμνοφυών δασών μας στην σε Σπερμοφυή μορφή.

Ας αρχίσουμε από τις περιοχές του Δικτύου NATURA 2000, με την διαχείριση των δασών που πρέπει να ακολουθεί τις αρχές που προτείνονται στις «Οδηγίες για την Ανόρθωση υποβαθμισμένων Δασών Δρυός και Αριάς» (ΕΚΒΥ Σ. Νταφής – Π. Κακούρος 2014) που παραμένουν όσο ποτέ άλλοτε αναγκαίες:

■ Αποκατάσταση και ανόρθωση υποβαθμισμένων δασών με την χρήση δασοκομικών μέτρων και χειρισμών που συμβάλλουν στη διατήρηση της ποικιλότητας των ειδών.

■ Διατήρηση παραδοσιακών πρακτικών διαχείρισης, όταν αυτές συνδέονται θετικά με τη διατήρηση της βιοποικιλότητας.

■ Βελτίωση των μεθόδων συγκομιδής, ώστε να ελαχιστοποιούνται οι επιπτώσεις στη φύση και να επιβαρύνεται λιγότερο το δασικό προσωπικό.

Λαμβάνοντας υπόψη τις παραπάνω αρχές, εκτιμώ ότι για την ανόρθωση των πρεμνοφυών δασών δρυός πρέπει να προχωρήσουμε: 

Στην εντατικοποίηση των αναγωγικών καλλιεργητικών υλοτομιών, μέθοδος η οποία έχει ήδη εφαρμοστεί με θετικά αποτελέσματα τόσο για τη βιοποικιλότητα, όσο και για την παραγωγικότητα των δασών.

Παράλληλα στην τολμηρή ανάπτυξη της Δασοκομικής Έρευνας για την παραγωγή περισσότερο ξηροθερμικών κλώνων.

Σήμερα ο Τομέας Γενετικής της Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος ΑΠΘ έχει εξελιχθεί πολύ στον τομέα αυτό (Και φυσικά δεν είναι οι μόνοι).

Δεν πρέπει λοιπόν να καθυστερήσουμε την προσπάθεια ούτε μία ημέρα!!!  

 



ΚατηγορίεςΑπόψεις, Δασικά Οικοσυστήματα

Tags: , , , , , , , , ,

2 replies

  1. Με την συνδρομή άξιων συναδέλφων της Δημόσιας Υπηρεσίας, ήδη ξεκινήσαμε κατά την σύνταξη των νέων μελετών, να το εφαρμόζουμε. Πλέον ανεβάζουμε τα παρακρατήματα σε 20% της δασοσκεπούς επιφάνειας, με αυστηρή καλλιέργεια στα παρακρατήματα της προηγούμενης επέμβασης. Σίγουρα δεν θα προλάβουμε να το δούμε εμείς στον απόλυτο βαθμό, αλλά η γενιά που έρχεται, θα έχει την δυνατότητα να διαχειριστεί υψηλά δάση Δρυός και Οξυάς.
    Ήδη οι ιδιοκτήτες πείθονται με τον εύκολο ή τον δύσκολο τρόπο. Το μελανό σημείο της ιστορίας, είναι η δράση των εμπόρων, που έχουν συνηθίσει να αφήνουν κρανίου τόπο, με την ανοχή βέβαια λίγων στελεχών της Δημόσιας Υπηρεσίας.
    Η εφαρμογή είναι ακόμη λίγο προβληματική, αλλά εκτιμούμε, ότι σύντομα θα γίνει συνήθεια σε όλους μας και θα αναπτυχθούν οι τρόποι ελέγχου συνείδησης και δράσης.

  2. Πάντα επίκαιρος και εύστοχος ο κ. Σταματόπουλος. Το σχόλιο συμπυκνώνει σε λίγες αράδες την πραγματική κατάσταση και τη διαχείριση των δρυοδασών στην Ελλάδα του σήμερα. Πράγματι η μείωση ή/και η απουσία γενετικής ποικιλότητας καθιστά όλα τα είδη (μηδέ του ανθρωπίνου εξαιρουμένου) ευάλωτα και τρωτά σε κινδύνους που απορρέουν από ίδιους βιοτικούς και αβιοτικούς παράγοντες (έντομα, ασθένειες, ιώσεις ξηρασία, εδαφοπενία, πυρκαγιές κ.α.). Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των καστανοδασών της Ελλάδας που υποφέρουν από συνεχιζόμενη προσβολή μυκήτων και εντόμων, χωρίς να μπορούν να αμυνθούν μέχρι στιγμής, αλλά και χωρίς ακόμα να έχει αποδειχθεί ότι αυτό οφείλεται η σχετίζεται με γενετικούς παράγοντες.
    Επίσης, η μεταμόρφωση των παλαιών δρυοδασών (ναι, των δασών του παραμυθιού που όλοι ακούγαμε από τις γιαγιάδες μας), σε δάση που παραπέμπουν περισσότερο σε πυκνοφυτεία αναδάσωσης, δια των εντατικών αποψιλωτικών υλοτομιών, έχουν στερήσει ενδιαιτήματα και θέσεις φωλέασης από είδη της πανίδας και της ορνιθοπανίδας, μεταβάλλοντας δραματικά την οικολογία τους και καθιστώντας τη διατήρηση της οικολογικής αλυσίδας επισφαλή.

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: