Η ανάδειξη των εμπράγματων δικαιωμάτων το στοίχημα της επόμενης ημέρας

Του Βαγγέλη Αποστόλου*

Το ζητούμενο αυτή την ώρα από τους δασικούς χάρτες είναι ο χαρακτηρισμός και η χρήση των εκτάσεων που καταγράφονται, πράγμα που θα ολοκληρωθεί με την κύρωσή τους. Το περιεχόμενο των χαρτών θα χρησιμοποιηθεί σε μια επόμενη φάση που έχει σχέση με την ανάδειξη των εμπράγματων δικαιωμάτων στο Εθνικό Κτηματολόγιο, δηλαδή της κυριότητας και της νομής αυτών των εκτάσεων, αν και η σχετική συζήτηση έχει ήδη ξεκινήσει και έχει αναστατώσει μεγάλο μέρος των κατοίκων της υπαίθρου.

Δεν μπορούν να καταλάβουν οι αγρότες γιατί το ελαιοπερίβολο που κληρονόμησαν από το πατέρα τους έχει χαρακτηριστεί δασικό και για τον λόγο αυτόν ανήκει κατά τεκμήριο στο Δημόσιο.

Πριν από έναν χρόνο το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης εξέδωσε μια απόφαση – σταθμό για την υπεράσπιση της δημόσιας περιουσίας, για μια υπόθεση που κράτησε 50 χρόνια και αφορά την απόρριψη της διεκδίκησης από το  Άγιον Όρος και συγκεκριμένο ιδιώτη μιας έκτασης 17.000 στρ. στη Χαλκιδική.

Το σημαντικότερο όμως είναι η βάση στην οποία στηρίχτηκε η απόφαση για την ισχύ του τεκμηρίου κυριότητας του Δημοσίου, “ότι η έκταση αποτελούσε δημόσια γαία του Οθωμανικού Δημοσίου, η οποία μετά την προσάρτηση των Νέων Χωρών περιήλθε στη κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ως διαδόχου του Τουρκικού Δημοσίου”.

Το τεκμήριο αυτό υπάρχει όχι βέβαια επειδή θέλησαν όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις μετά την απελευθέρωση να δημεύσουν αυτές τις γαίες, αλλά διότι απορρέει από τη Συνθήκη Απελευθέρωσης της Κωνσταντινουπόλεως (1832), το Πρωτόκολλο του Λονδίνου (1830) και τις μετέπειτα συνθήκες προσαρτήσεων των Νέων Χωρών.

Το Ελληνικό Δημόσιο λοιπόν έχει το δικαίωμα να προβάλλει το τεκμήριο κυριότητας στις άγριες γαίες, δηλαδή στις μη καλλιεργούμενες και μη οικοδομήσιμες εκτάσεις.

Ας δούμε όμως πώς το υπερασπίστηκαν οι ελληνικές κυβερνήσεις μέχρι σήμερα και ποιες περιοχές της ελληνικής επικράτειας αφορά.

Κατά πρώτον το τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου είναι μαχητό, πράγμα που σημαίνει ότι στο Δημόσιο ανήκουν όλες οι άγριες γαίες, πλην αυτών που αναγνωρίστηκαν με έναν εκ των νομίμων τρόπων. Είτε με νομοθετική παρέμβαση του ελληνικού κράτους, από την πρώτη με το Βασιλικό Διάταγμα του 1836 μέχρι και τη πιο πρόσφατη του νόμου 3203/2003, είτε με αναγνωριστικές αποφάσεις του υπουργού Γεωργίας κατόπιν γνωμοδότησης του Συμβουλίου Ιδιοκτησίας Δασών στο οποίο προσέφυγαν οι ενδιαφερόμενοι, είτε με αμετάκλητες αποφάσεις των τακτικών δικαστηρίων.

Τίτλοι από αυτές τις διαδικασίες έχουν υπάρξει αρκετοί, από τις μικρές ιδιοκτησίες, τις οποίες οι Οθωμανοί είχαν επί της κυριαρχίας τους και όταν αποχωρούσαν τις μεταβίβαζαν, μέχρι την εξαγορά μεγάλων ιδιοκτησιών από  Έλληνες και φιλέλληνες πλουσίους, πράγμα που εφαρμόστηκε ιδιαίτερα στην Αττική και την Εύβοια.

Χρησικτησία σε αυτές τις εκτάσεις δεν υπάρχει, εκτός αν αποδειχθεί η νομή τους σύμφωνα με το ελληνορωμαϊκό δίκαιο, δηλαδή επί 35 χρόνια προ του 1915.

Μέσα όμως από αυτές τις διαδικασίες το τεκμήριο κυριότητας πήρε πιο συγκεκριμένη μορφή, αφού έγινε πιο στοχοποιημένη η εφαρμογή του στις εκτάσεις, που διέπονται από τη δασική νομοθεσία, δηλαδή στα δάση, τις δασικές και τις χορτολιβαδικές εκτάσεις.  Όμως, επειδή σε πολλές περιοχές, επί οθωμανικής κυριαρχίας, υπήρχαν δάση που είχαν συνδεθεί με νομές, που με την απελευθέρωση μεταβιβάστηκαν σε  Έλληνες, αυτές δημιούργησαν ένα ιδιότυπο δικαίωμα χρήσης και κατοχής (όχι κυριότητας) που φτάνει μέχρι σήμερα.

Για τις εκτάσεις αυτές χρησιμοποιείται ο όρος διακατεχόμενα. Βέβαια είναι γνωστή και η διαφορετική προσέγγιση του τεκμηρίου κυριότητας μεταξύ του κράτους και των ιδιωτών – μοναστηριών, αλλά αυτό μπορούμε να το δούμε σε άλλη προσέγγιση.

Η διαδικασία κατάρτισης των δασικών χαρτών στις περιοχές που δεν ισχύει το τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου δεν ανέδειξε πολλά εμπράγματα προβλήματα, όπως στα Ιόνια νησιά, στις Κυκλάδες και αλλού. Εκεί η Πολιτεία μπορεί να προβάλλει μόνο το δικαίωμα της δασοπολιτικής επιτήρησης.

Στις περιοχές όμως που ισχύει το τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου αυτό όπου πρέπει να δούμε στην ανάδειξη των εμπράγματων δικαιωμάτων είναι μέχρι ποίου σημείου θα αποδεχτούμε την εφαρμογή του, αλλά και πώς θα τακτοποιήσουμε τη σχέση χρήσης και κυριότητας όλων αυτών των εκτάσεων.

Τα κύρια προβλήματα που θα αναδειχθούν την ώρα της εγγραφής των εμπράγματων δικαιωμάτων στο Εθνικό Κτηματολόγιο είναι αυτά που αφορούν:

1. Τους αγρούς το 1945 που σήμερα έγιναν δάση (χαρακτηρισμός στον δασικό χάρτη ΑΔ).

2. Τις χορτολιβαδικές και δασικές εκτάσεις το 1945 που εκχερσώθηκαν για γεωργική καλλιέργεια (χαρακτηρισμός στον δασικό χάρτη ΔΑ).

Η απάντηση για τους δασωθέντες αγρούς είναι απλή: Πριν από την κύρωση να καταστεί σαφές ότι τα γεωτεμάχια αγροτικής μορφής που δεν έφεραν δασική βλάστηση το 1945 και απέκτησαν την μορφή της δασικής έκτασης σήμερα, όπου και αν βρίσκονται, δεν διέπονται από τις διατάξεις της Δασικής Νομοθεσίας, εκτός των περιπτώσεων που βρίσκονται σε προστατευόμενες περιοχές ή οριοθετημένα δασικά οικοσυστήματα ή επιβάλλεται να κηρυχθούν αναδασωτέα, σύμφωνα με τον νόμο.

Και σε αυτές τις περιπτώσεις πρέπει να επιδιωχθεί η ανταλλαγή τους με ανάλογες αγροτικές εκτάσεις ή να αποζημιωθούν ανάλογα και από τις εισφορές των ευεργετούμενων από τη σύνταξη των δασικών χαρτών. Μόνον τότε το περιβαλλοντικό ισοζύγιο θα βρει τη σωστή του εφαρμογή.

Οι δασικές και χορτολιβαδικές που εκχερσώθηκαν για γεωργική καλλιέργεια (χαρακτηρισμός στον δασικό χάρτη ΔΑ) αποτελούν εκτάσεις που η αλλαγή χρήσης μπορεί να τεκμηριωθεί με τη Δήλωση ΟΣΔΕ, όταν μάλιστα συνδεθεί και με τις προηγούμενες χρονιές για καλύτερη αιτιολόγηση. Μια και η Ε. Επιτροπή για να εγκρίνει τις ενισχύσεις θεωρεί δεδομένη τη βιωσιμότητα της αγροτικής παραγωγικής δραστηριότητας που ασκείται στις δηλούμενες εκτάσεις.

Όσον αφορά τα εμπράγματα δικαιώματα, από τη στιγμή που η αλλαγή χρήσης τεκμηριώνεται σύμφωνα με το σύνταγμα μπορούν να ακολουθηθούν διαδικασίες αναγνώρισης ανάλογες με αυτές που τεκμηριώνουν δικαιώματα σε αγροτικές εκτάσεις, που στην προκειμένη περίπτωση συνδέονται με συγκεκριμένη χρήση.

Ειδικά για τις εκτάσεις αυτές το άρθρο 74 του Ν. 998/79 προέβλεπε ότι εντός πενταετίας, δηλαδή μέχρι το 1984, έπρεπε να χαρτογραφηθούν και να παραδοθούν για διαχείριση και διάθεση αγροτική. Γι’ αυτό πρέπει να αποσυρθεί ο χαρακτηρισμός τους ως δασικών.

Για όσα εδάφη παραμείνουν δασικού χαρακτήρα και αμφισβητηθεί η κυριότητά τους από το τεκμήριο του Δημοσίου μπορούν να γίνουν προσφυγές, είτε μέσω της διοικητικής οδού στο Συμβούλιο Ιδιοκτησίας Δασών, είτε μέσω δικαστικής οδού στα αρμόδια δικαστήρια. Οι παραπάνω προτάσεις ασφαλώς και μπορούν να υπηρετήσουν το ζητούμενο, τη λειτουργία χωρίς προβλήματα της αγροτικής δραστηριότητας σε όλη την ελληνική ύπαιθρο.

Αν όμως υλοποιηθεί η πρόθεση της κυβέρνησης για υποχρέωση του Δημοσίου να αποδείξει την ιδιοκτησία του επί των εκτάσεων που ισχύει το τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου, αυτό θα αποτελεί τη μεγαλύτερη επιβράβευση των καταπατήσεων δημόσιας περιουσίας από καταβολής του ελληνικού κράτους.

* Ο Βαγγέλης Αποστόλου είναι βουλευτής Εύβοιας του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία, πρώην υπουργός

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα avgi.gr

 



ΚατηγορίεςΔασικοί Χάρτες

Tags: , , , , ,

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: