Κλίμα και βιοποικιλότητα, μια διπλή και σύνθετη μάχη

Οι δύο κρίσεις πρέπει να αντιμετωπιστούν μαζί και όχι η μία εις βάρος της άλλης, προειδοποιούν οι επιστήμονες

CATRIN EINHORN / THE NEW YORK TIMES

Ορισμένες περιβαλλοντικές λύσεις είναι διπλά κερδοφόρες, συμβάλλοντας στον έλεγχο της υπερθέρμανσης του πλανήτη και προστατεύοντας τη βιοποικιλότητα. Ωστόσο, άλλες αντιμετωπίζουν τη μία κρίση εις βάρος της άλλης. Η καλλιέργεια δέντρων στα λιβάδια, για παράδειγμα, μπορεί να καταστρέψει τη φυσική χλωρίδα και την πανίδα ενός πλούσιου οικοσυστήματος, ακόμη και αν τα νέα δέντρα απορροφούν τελικά τον άνθρακα. Αν ο κόσμος δεν σταματήσει να αντιμετωπίζει την κλιματική αλλαγή και την κατάρρευση της βιοποικιλότητας ως ξεχωριστά ζητήματα, κανένα από τα δύο προβλήματα δεν θα αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά, σύμφωνα με έκθεση που δημοσιεύθηκε την Πέμπτη. Η έκθεση αυτή είναι η πρώτη συνεργασία μεταξύ της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Κλιματική Αλλαγή (IPCC) και της Διακυβερνητικής Πλατφόρμας Επιστημονικής Πολιτικής για τη Βιοποικιλότητα και τις Υπηρεσίες Οικοσυστήματος (IPBES). «Τα δύο ζητήματα είναι πιο βαθιά αλληλένδετα από ό,τι πιστεύαμε αρχικά», δήλωσε ο πρόεδρος της επιστημονικής διευθύνουσας επιτροπής που συνέταξε την έκθεση, Χανς-Οτο Πούρτνερ. Είναι επίσης άρρηκτα συνδεδεμένα με την ανθρώπινη ευημερία, αλλά οι παγκόσμιες πολιτικές στοχεύουν συνήθως αποκλειστικά το ένα ή το άλλο, οδηγώντας σε απρόβλεπτες συνέπειες.

Εδώ και πολλά χρόνια, επιστήμονες και υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής μελέτησαν και προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν την κλιματική κρίση, προειδοποιώντας τον κόσμο για τους κινδύνους από τα αέρια του θερμοκηπίου που συσσωρεύονται στην ατμόσφαιρα από τη Βιομηχανική Επανάσταση λόγω της καύσης ορυκτών καυσίμων. Ταυτόχρονα, μια άλλη ομάδα ερεύνησε και προσπάθησε να αντιμετωπίσει την κρίση της βιοποικιλότητας, που κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για την εξαφάνιση και την κατάρρευση του οικοσυστήματος. Ο κύριος ένοχος εδώ είναι η απώλεια ενδιαιτημάτων λόγω της εντατικής γεωργίας και της υπεραλίευσης.

Οι δύο ομάδες έχουν λειτουργήσει σε μεγάλο βαθμό αυτόνομα, ωστόσο, τα θέματά τους συνδέονται με κάτι στοιχειώδες: τον άνθρακα. Το ίδιο χημικό στοιχείο που σχηματίζει το διοξείδιο του άνθρακα, το μεθάνιο και την αιθάλη –ουσίες οι οποίες παγιδεύουν τη θερμότητα– αποτελεί επίσης θεμελιώδη δομικό λίθο του φυσικού κόσμου. Βοηθά στη διαμόρφωση του ιστού των φυτών και των ζώων και είναι αποθηκευμένο σε δάση, υγρότοπους, λιβάδια και στον πυθμένα των ωκεανών. Μια άλλη βασική σύνδεση μεταξύ του κλίματος και της βιοποικιλότητας είναι το γεγονός ότι οι άνθρωποι έχουν δημιουργήσει καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης και στα δύο μέτωπα, χρησιμοποιώντας τους πόρους του πλανήτη με μη βιώσιμους τρόπους.
Την τελευταία εικοσαετία, η κλιματική κρίση επισκίασε σε μεγάλο βαθμό την κρίση της βιοποικιλότητας, ίσως επειδή η απειλή της ήταν πιο εμφανής. Ωστόσο, η ισορροπία μπορεί να αλλάξει, καθώς οι επιστήμονες προειδοποιούν πως η μείωση της βιοποικιλότητας μπορεί να οδηγήσει σε κατάρρευση του οικοσυστήματος, απειλώντας την τροφή και την παροχή νερού της ανθρωπότητας. Οι επιχειρήσεις και οι χώρες αντιμετωπίζουν όλο και περισσότερο τη φύση ως έναν τρόπο αντιστάθμισης των εκπομπών τους, όπως, για παράδειγμα, με τη φύτευση δέντρων για την απορρόφηση του άνθρακα.

Η σαβάνα Σεράντο

Στη Βραζιλία, σε τμήματα της σαβάνας Σεράντο, η οποία φιλοξενεί αμέτρητα είδη και αποθηκεύει μεγάλες ποσότητες άνθρακα, φυτεύτηκαν μονοκαλλιέργειες ευκαλύπτου και πεύκου σε μια προσπάθεια να επιτευχθεί ένας παγκόσμιος στόχος αναδάσωσης. Το αποτέλεσμα όμως, κατά τις δύο ομάδες, είναι μια «επικείμενη οικολογική καταστροφή», επειδή οι καλλιέργειες καταστρέφουν το φυσικό οικοσύστημα και τα μέσα διαβίωσης των τοπικών κοινοτήτων, συμπεριλαμβανομένων των αυτοχθόνων λαών. Οι κλιματικές παρεμβάσεις τείνουν να βλάπτουν τη βιοποικιλότητα περισσότερο από ό,τι την ευεργετούν και πρέπει να υπάρξουν κάποιες αντισταθμίσεις. Σύμφωνα με την έκθεση, με την προστασία και την αποκατάσταση της φύσης μπορούμε να προστατεύσουμε τη βιοποικιλότητα, να περιορίσουμε την αύξηση της θερμοκρασίας, να βελτιώσουμε την ανθρώπινη ευημερία και ίσως να προστατευθούμε από τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής, όπως οι έντονες πλημμύρες και οι καταιγίδες. Ενα παράδειγμα για το πώς η προστασία και η αποκατάσταση της φύσης μπορεί να βοηθήσει είναι η περιοχή Κασαμάντσε της Σενεγάλης. Εκεί, οι τοπικές κοινότητες αποκατέστησαν τα μαγκρόβια δάση και υιοθέτησαν βιώσιμα αλιευτικά μέτρα, βελτιώνοντας τα αλιεύματά τους, φέρνοντας πίσω τα δελφίνια και 20 διαφορετικά είδη ψαριών στα νερά της περιοχής, αποθηκεύοντας άνθρακα και προστατεύοντας τις ακτές τους, δήλωσε η περιβαλλοντική ανθρωπολόγος στο Πανεπιστήμιο Ρούτγκερς και μία από τους συγγραφείς της έκθεσης, Πάμελα Μακέλγουι.

Παράλληλα, στα βουνά του Ινδοκαυκάσου στη νότια Ασία, ένα πρόγραμμα διατηρεί μια περιοχή περίπου στο μέγεθος του Βελγίου, αποκαθιστώντας δάση και λιβάδια, προστατεύοντας τις απειλούμενες λεοπαρδάλεις του χιονιού και τα ελάφια, ενώ διατηρεί ταυτόχρονα τον άνθρακα μακριά από την ατμόσφαιρα. Οι άνθρωποι –1,3 εκατομμύριο– που ζουν στην περιοχή που εκτείνεται σε τμήματα του Νεπάλ, της Ινδίας και της αυτόνομης περιφέρειας του Θιβέτ, έχουν δει αυξημένα εισοδήματα νοικοκυριών μέσω του τουρισμού και της βιώσιμης γεωργίας. Οι αστικές περιοχές μπορούν επίσης να κάνουν τη δική τους προσπάθεια, φυτεύοντας γηγενή δέντρα, δημιουργώντας χώρους πρασίνου και προστατεύοντας τα παράκτια οικοσυστήματα.

http://www.kathimerini.gr



ΚατηγορίεςΆγρια ζωή, Περιβάλλον

Tags: ,

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: