Η Ζεύξη του Μαλιακού και οι πυρόπληκτες περιοχές της Βόρειας Εύβοιας

Ταξιάρχης Αρβανίτης
MSc Δασολόγος – Περιβαλλοντολόγος
http://www.geo-info.gr

Αναγνωρίζοντας την άμεση και ευεργετική συνδρομή των γηγενών πληθυσμών, τόσο στην πρόληψη όσο και στις προσπάθειες κατάσβεσης των πυρκαγιών, συμπεραίνουμε πως δεν μπορούμε να θεωρήσουμε το δασογενές περιβάλλον ανεξάρτητο από το ανθρωπογενές, όχι τουλάχιστον στην περίπτωση της Βόρειας Εύβοιας.

Λόγω του φορτισμένου κλίματος των τελευταίων ημερών, οι όποιες αποφάσεις επούλωσης των πληγών υπό την πίεση της κοινής γνώμης, δεν πρέπει να λειτουργήσουν ως τροχοπέδη στην μελλοντική αναπτυξιακή πορεία των πυρόπληκτων Δήμων. Η διάθεση ενός μεγάλου κονδυλίου κατά κύριο λόγο προς αποκατάσταση των πληγεισών περιοχών, συνδυαστικά με την εφαρμογή των διατάξεων της Δασικής Νομοθεσίας, μπορεί να δημιουργήσει μία περιοχή με αυστηρά μέτρα προστασίας των δασικών εκτάσεων, αλλά χωρίς κανένα αναπτυξιακό αντίβαρο για τις τοπικές κοινωνίες, κοινώς μία περιοριστική ζώνη με εκτοξευμένο δείκτη ανεργίας.

Υπό αυτό το πρίσμα, και επειδή οι συγκεκριμένες περιοχές δοκιμάστηκαν σε όλα τα χωρικά επίπεδα, δηλαδή του οικιστικού ιστού, των δασικών εκτάσεων (κυρίως) αλλά και των αγροτικών καλλιεργειών, τα μέτρα πρέπει να βασίζονται σε πολυκριτηριακή ανάλυση δαπάνης – οφέλους, και όχι σε μονόπλευρες θεωρήσεις.

Έτσι, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε πως ο προστατευτικός και ο αναπτυξιακός σχεδιασμός, θα πρέπει να κατευθυνθεί, τόσο με επιστημονική όσο και με ‘out of the box’ σκέψη, ώστε να υπάρξει η βέλτιστη απόδοση των διαθέσιμων κονδυλίων.

Όσον αφορά στα Δάση, είναι γνωστές οι τακτικές και οι μεθοδολογίες αποκατάστασης, αρκεί να ακολουθηθεί με δασολογικά κριτήρια το τρίπτυχο ‘αποτίμηση ζημιών – εκπόνηση μελετών – επιστασία από τις οικείες Δασικές υπηρεσίες’, οι οποίες έχουν ούτως ή άλλως την τεχνογνωσία. Σε αυτή την κατηγορία εντάσσονται και τα υδρονομικά έργα (τα ορεινά και ημιορεινά), για τα οποία επίσης υπάρχουν σαφείς προδιαγραφές, χωρίς την ανάγκη ξενικών εξειδικευμένων λύσεων. Υπάρχουν επίσης οι Δασικοί Χάρτες ως εργαλείο για την ορθή κήρυξη αναδασωτέων, ώστε να μην υπάρχει παρακώλυση σε αναπτυξιακές διαδικασίες (π.χ. αναδασωτέες μη δασικές επιφάνειες).

Για τις Αγροτικές εκτάσεις, συνίσταται η επιτάχυνση της εξέτασης των εκκρεμών υποθέσεων σε Επιτροπές (Δασικών Χαρτών), ώστε να αποσαφηνιστεί η μορφή και το καθεστώς ιδιοκτησίας. Εδώ υπάγονται και οι εκτός σχεδίου εκτάσεις, οι οποίες χωροταξικά συμβάλλουν στην πολυδιάσπαση του περιβάλλοντος μελέτης. Ως αναπτυξιακό εργαλείο όμως, πρέπει να εκτιμηθεί και η χρήση παρελθόντων εργαλείων χωρικού ανασχεδιασμού των αγροτικών εκτάσεων (κατά τα πρότυπα των άλλοτε αναδασμών και διανομών – υπέρ Προσφύγων ή υπέρ Ακτημόνων), με προτεραιότητα ‘υπέρ Ρητινοκαλλιεργητών’ αλλά και μόνιμων οικιστών στις πυρόπληκτες περιοχές, αφού ήδη το Κτηματολόγιο μπορεί να λειτουργήσει επιταχυντικά και σε αυτή την κατεύθυνση.

Επειδή η τάση προβλέπεται να είναι η αποφυγή της εκτός σχεδίου δόμησης, ως αναπτυξιακό μέτρο για την τόνωση της οικονομικής δραστηριότητας στις υπόψη περιοχές, θεωρείται και η επέκταση των ορίων των υφιστάμενων οικισμών (παραλιακών – τουριστικών αλλά και ημιορεινών), με την προοπτική εκπόνησης σχεδίων πόλεως και των συνοδών μελετών (υδραυλικών κ.α.), με άμεση έναρξη περιβαλλοντικού και χωροταξικού σχεδιασμού. Πεδινά αντιπλημμυρικά έργα και επιδιόρθωση – επέκταση έργων υποδομής (υπογειοποιήσεις καλωδίων κ.α.), πρέπει να διενεργηθούν με γνώμονα τη γειτνίαση των οικισμών με το δάσος.

Τέλος, η συμμετοχή των Τοπικών Κοινοτήτων στον Ενεργειακό μετασχηματισμό, μπορεί να λάβει χώρα με τη μορφή πραγματικών Ενεργειακών Κοινοτήτων, ώστε να επιφέρει άμεσα οικονομικά οφέλη για την επόμενη εικοσαετία στο σύνολο των κατοίκων των πυρόπληκτων περιοχών, με την οικονομική αρωγή (π.χ. Εγγυητής) του Ελληνικού Κράτους.

Για όλα τα ανωτέρω, θα απαιτηθούν ειδικές νομοθετικές παρεμβάσεις, αλλά και η επάνδρωση των Υπηρεσιών των Δήμων (κυρίως, αλλά και των συναρμοδίων της περιοχής) με επιστημονικό προσωπικό, ώστε να υπάρξει άμεση και στοχευμένη εκπόνηση συναφών αναπτυξιακών μελετών.

Τα δικά μας μικρά ‘Yellowstone’, τα μεσογειακής ομορφιάς τοπία, υπάρχουν διάσπαρτα σε όλη την Ελλάδα. Αυτό που χρειάζεται τα επόμενα χρόνια η Β. Εύβοια, είναι ο διαχωρισμός των ‘έργων επούλωσης’, όπως τα αντιδιαβρωτικά, τα αντιπλημμυρικά και οι αναδασώσεις (τα οποία θα γίνουν βάσει των πρόσφατων αποφάσεων της Πολιτείας), από τα ‘αναπτυξιακά έργα’ (γιατί όχι και φαραωνικής σκέψης, όπως η Ζεύξη του Μαλιακού), τα οποία θα ριζώσουν τους νέους των πυρόπληκτων περιοχών στον τόπο τους.

———–

 

 



ΚατηγορίεςΑπόψεις, Πυρκαγιές - Αναδασώσεις

Tags: , , ,

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: