Θέκλα Τσιτσώνη: Σπονδυλωτή, ειδική μελέτη για αναδάσωση και μόνο όπου δεν γίνεται με φυσικό τρόπο

Για τις συνέπειες των καταστροφικών πυρκαγιών του καλοκαιριού μίλησε στο Act forEarth του CNN Greece η καθηγήτρια και πρόεδρος του τμήματος Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος του ΑΠΘ, κ. Θέκλα Τσιτσώνη.

Η κ. Τσιτσώνη επισημαίνει πως η καταστροφή χιλιάδων στρεμμάτων δασών και δασικών εκτάσεων από τις καταστροφικές πυρκαγιές του καλοκαιριού δημιούργησε τεράστιες απώλειες και στη βιοποικιλότητα ενώ οι εκτεταμένες καταστροφές δασικών οικοσυστημάτων θα έχουν μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στο περιβάλλον και στο κλίμα της ευρύτερης περιοχής, εξηγώντας πως τα ζώα, τα πουλιά, τα έντομα και τα ερπετά είτε κάηκαν είτε αντιμετωπίζουν τρομερές δυσκολίες επιβίωσης. Παράλληλα, λόγω της απώλειας του δάσους, αναμένουμε από τη μία πλευρά θερμότερα καλοκαίρια και από την άλλη την εμφάνιση πλημμυρικών φαινομένων που σταδιακά θα οδηγήσει σε λειψυδρίακαι στην υποβάθμιση της ποιότητας του νερού στις πληγείσες περιοχές.

«Στο μεγαλύτερο μέρος τα καμένα δάση χαλεπίου Πεύκης αναμένεται να αποκατασταθούν φυσικά, τα μεν πεύκα με σπόρους, τα δε πλατύφυλλα είδη, όπως δρύες και άλλα φυλλοβόλα και αείφυλλα, με παραβλάστηση», επισημαίνει η κ. Τσιτσώνη αναφερόμενη στο μεγάλο ζήτημα της αναδάσωσης και ειδικά στη Βόρεια Εύβοια, τονίζοντας πως «ένα σημαντικό κομμάτι θα χρειαστεί αναδάσωση». Αυτό όμως, όπως συμπληρώνει η ίδια, αφορά «μόνο στις εκτάσεις που χρίζουν αναδάσωσης (αποτυχία ή αδυναμία φυσικής αναγέννησης) καθώς και σε εκτάσεις που για λόγους προστατευτικούς και αισθητικούς απαιτείται μια διαφορετική προσέγγιση».

Παράλληλα, η κ. Τσιτσώνη ενημερώνει πως η αναγέννηση της βλάστησης είναι ένα δυναμικό φαινόμενο και για τον λόγο αυτό «η μελέτη θα είναι σπονδυλωτή και θα εκτελεστεί σε στάδια ή φάσεις τα οποία θα υλοποιούνται με χρονική αλληλουχία και θα διαρκέσουν τουλάχιστον 2 χρόνια».

Η ίδια τονίζει πως «είναι απαραίτητη η αναδημιουργία των δασικών φυτωρίων» και επισημαίνει πως «σε σχετικά μικρό διάστημα 20-25 χρόνων μετά την πυρκαγιά θα έχουμε ένα νέο δάσος».

Ειδικά για την περιοχή της πρωτεύουσας πάντως, η κ. Τσιτσώνη εκτιμά πως «η καταστροφή μιας τόσο μεγάλης δασικής έκτασης κοντά στην Αθήνα σημαίνει θερμότερα καλοκαίρια, παρατεταμένους καύσωνες και πλημμύρες τον χειμώνα. Τα δάση αυτά αποτελούν το ‘φυσικό κλιματιστικό’ της Αθήνας, λόγω της γειτνίασης τους με την πρωτεύουσα και η καταστροφή τόσο σημαντικού μέρους τους θα επηρεάσει την οικολογική της ισορροπία με απώτερο αποτέλεσμα η Αθήνα να εξελίσσεται σε μια από τις πιο ζεστές πόλεις της Ευρώπης».

Διαβάστε ολόκληρη τη συνέντευξη της κ. Θέκλας Τσιτσώνη, καθηγήτριας Δασολογίας και προέδρου του τμήματος Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος ΑΠΘ στο Act forEarth του CNN Greece:

Κα Τσιτσώνη, το φετινό καλοκαίρι επανέφερε με τον πιο τραυματικό για την ελληνική κοινωνία τρόπο, το ζήτημα των δασικών πυρκαγιών. Ποια είναι κατά τη γνώμη σας η «αποτίμηση» αυτής της περιόδου;

Η Ελλάδα ως μεσογειακή χώρα πλήττεται από αρχαιοτάτων χρόνων από πυρκαγιές, οι οποίες αποτελούν μέρος των φυσικών διεργασιών των οικοσυστημάτων της. Η συχνότητα όμως και η έκταση των πυρκαγιών, που συνεχώς αυξάνονται, δημιουργούν τεράστια προβλήματα που θα επηρεάσουν την οικολογική ισορροπία της χώρας μας κάνοντας σύντομα αισθητή την αλλαγή του κλίματος. Τα κύματα καύσωνα και οι περίοδοι ξηρασίας που προκαλούνται από την κλιματική αλλαγή σε συνδυασμό με τις αλλαγές στη χρήση γης, την εγκατάλειψη της υπαίθρου και την έλλειψη διαχείρισης των δασικών εκτάσεων, έχουν καταστήσει τα δάση πιο εύφλεκτα, οδηγώντας σε όλο και μεγαλύτερες και πιο ανεξέλεγκτες πυρκαγιές που φτάνουν και καταστρέφουν παρακείμενους οικισμούς και χωριά.

Ευτυχώς στις φετινές πυρκαγιές δεν υπήρξαν ανθρώπινες απώλειες αλλά η καταστροφή χιλιάδων στρεμμάτων δασών και δασικών εκτάσεων δημιούργησε τεράστιες απώλειες στη βιοποικιλότητα. Ζώα, πουλιά, έντομα, ερπετά κάηκαν ζωντανά διότι αυτά δεν έχουν περιθώριο μετακίνησης και κανείς δεν οργανώνει εκκένωση για να σωθούν. Επιπλέον, κάποια που ενδεχομένως σώθηκαν θα αντιμετωπίσουν σύντομα το φάσμα της πείνας και της έλλειψης καταφυγίων. Η τροφική τους αλυσίδα έχει καταστραφεί και θα πάρει πολλά χρόνια για να επανέλθει. Επίσης φυτά σπάνια ή και πιο κοινά, που απαιτούν συγκεκριμένο περιβάλλον για να αυξηθούν, δεν μπορούν πια να επιβιώσουν και εξαφανίζονται.

Επί πλέον οι εκτεταμένες καταστροφές δασικών οικοσυστημάτων θα έχουν μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στο περιβάλλον και στο κλίμα της ευρύτερης περιοχής, σε συνδυασμό και με τις παγκόσμιες κλιματικές αλλαγές, με αποτέλεσμα την εμφάνιση ακραίων καιρικών φαινομένων. Τα εδάφη των πυρόπληκτων περιοχών θα υποστούν τη διαβρωτική δράση των βροχών με αποτέλεσμα τη δημιουργία χειμάρρων και την εμφάνιση πλημμυρικών φαινομένων αλλά και τη μείωση της δυνατότητας τους να συγκρατήσουν τα νερά των βροχών, που εμπλουτίζουν τους υδροφόρους ορίζοντες, με επακόλουθο τη λειψυδρία και την υποβάθμιση της ποιότητας του νερού.

– Ειδικά η Βόρεια Εύβοια, δοκιμάστηκε σε πολλαπλά επίπεδα. Πώς πρέπει να δρομολογηθεί στο εξής η αποκατάσταση της περιοχής;

Το μεγαλύτερο μέρος των δασών που κάηκαν στη Βόρεια Εύβοια τον Αύγουστο 2021, ήταν συστάδες χαλεπίου Πεύκης. Υπάρχουν όμως και πολύ μικρότερες εκτάσεις με συστάδες Μαύρης Πεύκης, Ελάτης και Δρυός. Ένα αρκετά μεγάλο μέρος των καμένων δασών έχει ξανακαεί στο παρελθόν. Στο μεγαλύτερο μέρος τα καμένα δάση χαλεπίου Πεύκης αναμένεται να αποκατασταθούν φυσικά, τα μεν πεύκα με σπόρους, τα δε πλατύφυλλα είδη, όπως δρύες και άλλα φυλλοβόλα και αείφυλλα, με παραβλάστηση. Είναι γνωστοί οι μηχανισμοί επιβίωσης των μεσογειακών πεύκων. Συνεπώς στη ζώνη αυτή δεν έχουμε προβλήματα φυσικής αναγέννησης αρκεί να προστατευθούν οι καμένες περιοχές από τη βόσκηση και τους καταπατητές. Προβλήματα όμως αποκατάστασης υπάρχουν στα δασικά οικοσυστήματα της μαύρης Πεύκης και της ελάτης, είδη τα οποία δεν είναι προσαρμοσμένα στις πυρκαγιές λόγω της ζώνης εξάπλωσής τους.

Παρά τη δυνατότητα φυσικής αποκατάστασης εκτιμάται ότι ένα σημαντικό κομμάτι θα χρειαστεί αναδάσωσή, όπως συστάδες που έχουν ξανακαεί και δεν υπάρχουν ώριμοι σπόροι ή εκτάσεις με κλίσεις >50% ή εκτάσεις με τουριστικό ή αναψυχικό ενδιαφέρον που θα πρέπει να καταγραφούν και να χαρτογραφηθούν λεπτομερώς.

Η μελέτη αναδάσωσης θα έχει οριζόντια δομή και θα αφορά στο σύνολό της καμένης έκτασης. Θα εφαρμοστεί όμως μόνο στις εκτάσεις που χρίζουν αναδάσωσης (αποτυχία ή αδυναμία φυσικής αναγέννησης) καθώς και σε εκτάσεις που για λόγους προστατευτικούς και αισθητικούς απαιτείται μια διαφορετική προσέγγιση (πέριξ οικισμών και λοιπών εκτάσεων με τουριστικό ή αναψυχικό ενδιαφέρον).

Επιπλέον, καθώς η αναγέννηση της βλάστησης είναι ένα δυναμικό φαινόμενο που μπορεί να εμφανιστεί το δεύτερο και τρίτο έτος μετά την πυρκαγιά, η μελέτη θα είναι σπονδυλωτή και θα εκτελεστεί σε στάδια ή φάσεις τα οποία θα υλοποιούνται με χρονική αλληλουχία και θα διαρκέσουν τουλάχιστον 2 χρόνια. Η επιλογή θα γίνεται με βάση την προτεραιότητα η οποία θα τεθεί και η οποία σχετίζεται πέραν της φυσικής αναγέννησης, με την ανάγκη προστασίας, την ανάγκη αισθητικής αναβάθμισης, την ύπαρξη των αναγκαίων υδατικών πόρων για την εφαρμογή συντήρησης μετά τη φύτευση κ.α.

Στις εκτάσεις που θα αποφασιστεί αναδάσωση θα πρέπει να γίνει ειδική μελέτη αναδάσωσης, έτσι ώστε οι επεμβάσεις αυτές να είναι προς τη σωστή κατεύθυνση από οικολογική άποψη όπως επιλογή κατάλληλων δασοπονικών ειδών και τεχνικών φύτευσής τους.

Η έρευνα για την επιτυχή αναδάσωση έδειξε ότι τα σπουδαιότερα προβλήματα που πρέπει να επιλύσει η δασική πράξη είναι αρχικά η επιλογή κατάλληλων φυτικών ειδών, δηλαδή αυτόχθονων ειδών, διότι υπάρχει μεγαλύτερη πιθανότητα επιβίωσης λόγω της μακρόχρονης διαδικασίας προσαρμογής τους. Επίσης, διατηρείται ο οικολογικός χαρακτήρας αλλά και η οικολογική ισορροπία της περιοχής, δεν αλλοιώνεται η φυσιογνωμία της και διατηρείται η βιοποικιλότητα. Ακόμη, κρίνεται αναγκαίο να διασφαλιστεί η ποιότητα του φυτευτικού υλικού που θα χρειαστεί, καθώς πρέπει να παραχθεί από σπόρους της χώρας τοπικής ή κοντινής προέλευσης. Είναι συνεπώς σημαντικό το γεγονός από πού θα γίνει η προμήθεια αυτών των φυταρίων καθώς η εισαγωγή τους από το εξωτερικό είναι οικολογικά απαράδεκτη και θα έχει ως αποτέλεσμα την επιμόλυνση των γενετικών πόρων της χώρας. Είναι απαραίτητη η αναδημιουργία των δασικών φυτωρίων.

– Πότε θα ξαναδούμε δάσος στις περιοχές που κάηκαν σε όλη την Ελλάδα; Υπάρχει κάτι που σας ανησυχεί σε αυτόν τον τομέα;

Πολύς λόγος γίνεται για τη χρήση στις αναδασώσεις, αντί των μεσογειακών πεύκων, άλλων πλατύφυλλων ειδών, όπως βελανιδιές, τα οποία είναι μεν ξηρανθεκτικά είδη, όμως, σχετικά με τα πεύκα, είναι περισσότερο απαιτητικά, και μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο σε θέσεις με μεγαλύτερο βάθος εδάφους. Και αυτά όμως καίγονται. Τα μεσογειακά πεύκα, η χαλέπιος και η τραχεία είναι ολιγαρκή, ανθεκτικά στην ξηρασία και αναπτύσσονται ταχύτερα από τα πλατύφυλλα. Έτσι σε σχετικά μικρό διάστημα 20-25 χρόνων μετά την πυρκαγιά θα έχουμε ένα νέο δάσος.

– Το γεγονός πως και στην Αττική κάηκε φέτος ένα πολύ σημαντικό ποσοστό του δάσους, τόσο στη Βαρυμπόμπη, στα Γεράνεια, στα Βίλια. Πιστεύετε πως θα επηρεαστεί το κλίμα της πρωτεύουσας από την απώλεια πρασίνου;

Η κλιματική αλλαγή είναι γεγονός και η καταστροφή μεγάλων δασικών εκτάσεων από τις πυρκαγιές θα επηρεάσει την οικολογική ισορροπία της χώρας μας κάνοντας σύντομα αισθητή την αλλαγή του κλίματος. Δημιουργείται έτσι με τις πυρκαγιές ένας “φαύλος κύκλος” καθώς τα δάση είναι τεράστιες αποθηκευτικές δεξαμενές άνθρακα και όταν καίγονται, μεγάλες ποσότητες διοξειδίου του άνθρακα εκπέμπονται στην ατμόσφαιρα, συμβάλλoντας στην κλιματική αλλαγή. Η καταστροφή μιας τόσο μεγάλης δασικής έκτασης κοντά στην Αθήνα σημαίνει θερμότερα καλοκαίρια, παρατεταμένους καύσωνες και πλημμύρες τον χειμώνα. Τα δάση αυτά αποτελούν το «φυσικό κλιματιστικό» της Αθήνας, λόγω της γειτνίασης τους με την πρωτεύουσα και η καταστροφή τόσο σημαντικού μέρους τους θα επηρεάσει την οικολογική της ισορροπία με απώτερο αποτέλεσμα η Αθήνα να εξελίσσεται σε μια από τις πιο ζεστές πόλεις της Ευρώπης.

– Είστε η πρόεδρος του τμήματος Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος του ΑΠΘ. Ποια είναι η ανταπόκριση που έχει το τμήμα στους νέους και ποια είναι τα σχέδιά σας για το μέλλον;

Το Τμήμα Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος είναι ένα από τα πρώτα Τμήματα του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης με ιστορία 104 ετών. Η πρώτη Ανωτάτη Δασολογική Σχολή ιδρύθηκε στην Αθήνα το 1917 και λειτούργησε ως Τμήμα του Μετσοβίου Πολυτεχνείου επί 10 χρόνια, μέχρι τη μεταφορά του στη Θεσσαλονίκη για να ενισχύσει το νεοσύστατο Πανεπιστήμιο.

Το Τμήμα Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος παρουσιάζει μία έντονη εκπαιδευτική και ερευνητική δραστηριότητα σε ένα ευρύ φάσμα γνωστικών αντικειμένων.

Το Τμήμα, με την εκπαίδευση, την έρευνα, τα συγγράμματα και άλλα δημοσιεύματα, καθώς και τη γενικότερη δραστηριότητα του προσωπικού και των αποφοίτων του, συντελεί καθοριστικά στην ανάπτυξη της ελληνικής δασολογικής επιστήμης, στη βελτίωση της διαχείρισης και αξιοποίησης των ελληνικών δασών και γενικότερα των φυσικών πόρων και οικοσυστημάτων και στην προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και της βιοποικιλότητας της χώρας μας.

Η συμμετοχή μελών του Τμήματος σε ανταγωνιστικά εθνικά και ευρωπαϊκά προγράμματα, διεθνείς συνεργασίες και διεθνείς οργανισμούς αποτελούν δείγματα έντονης εξωστρέφειας και διασύνδεσης με την σύγχρονη επιστημονική πραγματικότητα.

Το κύριο μέλημα όμως παραμένει πάντα η μύηση των φοιτητών μας στην επιστημονική γνώση και την ανάπτυξη πρακτικών δεξιοτήτων, προετοιμάζοντας έτσι τους μελλοντικούς τεχνοκράτες του Φυσικού Περιβάλλοντος Πιστεύουμε ότι η εκπαίδευση που παρέχεται σήμερα από το Τμήμα μας, όπως αυτή αναδύεται μέσα από το πρόγραμμα σπουδών, είναι από τις καλύτερες σε Ευρωπαϊκό επίπεδο καθώς παρέχει επικαιροποιημένη πολυσχιδή και πολυεπίπεδη γνώση σε μια πληθώρα γνωστικών αντικειμένων. Με την κλιματική αλλαγή, τη ρύπανση της ατμόσφαιρας και την εντεινόμενη αστικοποίηση, που υποβαθμίζουν το φυσικό περιβάλλον, η επιβίωση του πλανήτη μας απαιτεί έντονη και επιστημονικά τεκμηριωμένη παγκόσμια μέριμνα και αντιμετώπιση, πράγμα που καθιστά το επάγγελμα-λειτούργημα της/του Δασολόγου-Περιβαλλοντολόγου πλέον πολύ επίκαιρο.

Στόχος του Τμήματος είναι να συνδέσει, να ενδυναμώσει και να εκπαιδεύσει την επόμενη γενιά ηγετών στον τομέα της Δασολογίας & των συναφών επιστημών και να δώσει στους νέους βήμα στις διεθνείς διαδικασίες δασικής πολιτικής. μέσω της εκπαίδευσης τους.

Το Τμήμα έχει 1528 ενεργούς φοιτητές, 2897 αποφοίτους δασολόγους, 478 κατόχους μεταπτυχιακού τίτλου και 310 διδάκτορες.

Χρύσα Γρίβα

https://www.cnn.gr



ΚατηγορίεςΠυρκαγιές - Αναδασώσεις

Tags: , , , , ,

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: