Αποτελέσματα έρευνας για την αλληλεπίδραση λύκων με κυνηγετικούς σκύλους στο ν. Έβρου

Περίληψη των αποτελεσμάτων έρευνας για την αλληλεπίδραση λύκων με κυνηγετικούς σκύλους στο Εθνικό πάρκο Δάσους Δαδιάς – Λευκίμης – Σουφλίου και την ευρύτερη περιοχή

Τα περιστατικά επιθέσεων λύκων σε κυνηγετικά σκυλιά που καταγράφονται στην περιοχή του Έβρου τα τελευταία χρόνια αποτελούν σημαντικό ζήτημα για την προστασία της άγριας πανίδας της περιοχής. Η θανάτωση κυνηγετικών σκύλων από λύκους πυροδοτεί αρνητικές αντιδράσεις εναντίον του είδους με επιπτώσεις και σε πολλά άλλα προστατευόμενα είδη, συμπεριλαμβανομένων και των απειλούμενων γυπών.

Με σκοπό τη διερεύνηση αυτού του φαινομένου, οι περιβαλλοντικές οργανώσεις WWF Ελλάς και Καλλιστώ σε συνεργασία με τον Φορέα Διαχείρισης του Εθνικού Πάρκου Δάσους Δαδιάς- Λευκίμης- Σουφλίου και με την αρωγή των κυνηγετικών συλλόγων της περιοχής του Έβρου, προχώρησαν σε επιτόπια σχετική έρευνα που επεκτάθηκε και εκτός του Εθνικού Πάρκου σε συνολική έκταση 2000 τετραγωνικών χιλιομέτρων και η οποία βασίστηκε, σε δια ζώσης συνεντεύξεις από 56 κυνηγούς που είχαν βιώσει σχετικό περιστατικό, σε τροφική ανάλυση περιττωμάτων λύκου που συλλέχθηκαν στο πεδίο, σε ανάλυση των τάσεων του φαινομένου για την περίοδο 2010–2020 και σε εφαρμογή στατιστικών μοντέλων για τη διερεύνηση των παραγόντων που σχετίζονται με την ένταση του φαινομένου, από τα οποία προέκυψε αντίστοιχος χάρτης επικινδυνότητας. Κατά την διάρκεια της ίδιας έρευνας εκτιμήθηκε επίσης ο αριθμός των αγελών λύκου και η πυκνότητα ατόμων του είδους στην περιοχή έρευνας με τη χρήση πολλαπλών μεθόδων καταγραφής στο πεδίο.

Τα κυριότερα αποτελέσματα της έρευνας είναι δημοσιευμένα στο επιστημονικό περιοδικό Animals- MDPI (Open access). H πρωτότυπη δημοσίευση είναι ελεύθερα διαθέσιμη εδώ ή εδώ. Εκτενής περίληψη επίσης της έρευνας στα Ελληνικά είναι διαθέσιμη εδώ.

Με βάση τα αποτελέσματα της έρευνας, οι απώλειες ήταν κατά μέσο όρο περίπου ένας σκύλος ανά δεκαετία και ανά κυνηγό, παρουσιάζοντας αυξητική τάση, ενώ ταυτόχρονα οι επιθέσεις σε κτηνοτροφικά ζώα παρουσίαζαν αντιθέτως αρνητική τάση για την περίοδο αναφοράς (2010-2020). Ωστόσο όταν στην διερεύνηση των τάσεων συνυπολογίσθηκε η χρήση GPS κολάρων που διευκολύνουν τον εντοπισμό των σκύλων διαπιστώθηκε ότι η αυξητική τάση είναι σημαντικά ηπιότερη. Στην περιοχή έρευνας το 2019 η καλοκαιρινή πυκνότητα των λύκων εκτιμήθηκε σε 3.3 άτομα ανά 100 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Οι λύκοι στη περιοχή έρευνας τρέφονται κυρίως με άγρια θηράματα (ζαρκάδι και αγριόχοιρο), ενώ τα σκυλιά αποτελούσαν το 5,1% της χειμερινής διατροφής τους.

Οι περιοχές με χαμηλό υψόμετρο, χαμηλές έως μέτριες πυκνότητες κτηνοτροφικών ζώων και βιότοπους που ευνοούν την παρουσία ειδών που αποτελούν ταυτόχρονα λεία για τους λύκους και κυνηγετικά θηράματα ήταν οι πιο επικίνδυνες. Οι σκύλοι ήταν πιο ευάλωτοι κατά το κυνήγι του λαγού και οι επιθέσεις πιο συχνές κατά την εποχή του απογαλακτισμού των νεαρών λύκων ή σε χωροκράτειες λύκων στις οποίες καταγράφηκε αναπαραγωγή. Η εμπειρία του κυνηγού και το κυνήγι σε ομάδες μείωναν τις απώλειες ανά κυνηγό, ενώ οι λύκοι απέφευγαν τις μεγαλύτερες σε μέγεθος ράτσες ή τα μεγαλύτερα σε ηλικία κυνηγετικά σκυλιά. Παράλληλα, η πρόκληση θορύβου, έγκαιρη αντίδραση και η διατήρηση των σκύλων σε κοντινή απόσταση από τον κυνηγό βρέθηκε να μειώνει τη δεινότητα των επιθέσεων. Οι επιθέσεις από αγριόχοιρους σε κυνηγετικά σκυλιά ήταν 7 φορές πιο συχνές σε σχέση με των λύκων για την ομάδα των κυνηγών αγριόχοιρου. Μεγάλο ποσοστό των κυνηγών δήλωσε επίσης επιθέσεις στα σκυλιά του από ποιμενικούς σκύλους.

Θα πρέπει να εφαρμοσθεί απαραίτητα ένα κατάλληλο σύστημα αξιολόγησης του ζημιογόνου αίτιου ανά περιστατικό με αυτοψίες από κτηνιάτρους για επιβεβαίωση και αποτελεσματικό διαχωρισμό επιθέσεων λύκων από επιθέσεις αγριόχοιρου και στο πλαίσιο ασφάλισης των κυνηγετικών σκύλων. Για τη άμβλυνση του φαινομένου προτείνεται μια σειρά προληπτικών μέτρων που μπορούν να εφαρμόζονται, όπως το συνεργατικό κυνήγι σε μεγαλύτερες ομάδες, η εντατικοποίηση του ελέγχου των κινήσεων των σκύλων με την χρήση κολάρων GPS, η χρήση χαρτών επικινδυνότητας για προειδοποίηση των κυνηγών και η εκτεταμένη χρήση ειδικών προστατευτικών γιλέκων για τη μείωση των τραυματισμών και της θνησιμότητας των σκύλων τόσο από λύκους όσο και από αγριογούρουνα. Μπορεί επίσης να εξεταστεί η χρήση μεγαλύτερων φυλών σκύλων που εμφανίζονται λιγότερο ευάλωτες. Τα νεαρότερα σκυλιά πρέπει να εκπαιδεύονται μαζί με τα μεγαλύτερα σκυλιά πρώτα σε ασφαλέστερες περιοχές, όταν είναι δυνατόν, για να αποκτήσουν εμπειρία. Οι σκύλοι μπορούν επίσης να εκπαιδεύονται κατά προτίμηση από μικρή ηλικία στη χρήση προστατευτικού γιλέκου για τον περιορισμό φαινομένων δυσανεξίας. Η χρήση συσκευών θορύβου πριν από το κυνήγι μπορεί επίσης να αποδειχθεί αποτελεσματική σε επικίνδυνες περιοχές.

Καθώς το φαινόμενο φαίνεται επίσης να σχετίζεται και με την συνολική μείωση της διαθεσιμότητας τροφής για τους λύκους λόγω της κατάρρευσης της εκτατικής κτηνοτροφίας στην περιοχή η δράση επανεισαγωγής του κόκκινου ελαφιού στο Εθνικό Πάρκο που προγραμματίζει ο Φορέας Διαχείρισης στο πλαίσιο του προγράμματος ΥΜΕΠΕΡΑΑ πιθανά να συμβάλλει επίσης στην άμβλυνση του φαινομένου, καθώς αναμένεται να οδηγήσει σε αύξηση της διαθεσιμότητας τροφής για το λύκο. Οι μέθοδοι αυτές μπορούν να εφαρμοστούν συνδυαστικά για τη μείωση των θανάτων και των τραυματισμών σκύλων τόσο από λύκους όσο και από αγριογούρουνα.

Οι διαδικασίες και μέθοδοι που προτείνονται ενδέχεται να περιορίσουν τις συγκρούσεις αλλά και τα κίνητρα για την παράνομη χρήση δηλητηριασμένων δολωμάτων λόγω αντιδικίας. Τα δηλητηριασμένα δολώματα είναι επιζήμια τόσο για τα απειλούμενα είδη γυπών αλλά και για τους ίδιους τους κυνηγούς και άλλους ενδιαφερόμενους (κτηνοτρόφους) των οποίων οι σκύλοι μπορεί να δηλητηριαστούν.

 


 



ΚατηγορίεςΆγρια ζωή, Προστατευόμενες περιοχές

Tags: , , , , , , , , , , , ,

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: