Νομικό πλαίσιο λειτουργίας των Ζωολογικών κήπων

«… το ζωάκι των άστρων που ανεβαίνει
της χαράς η στιγμή λίγο πριν κλάψει»

Οδ. Ελύτης, Το Άξιον Εστί

Σοφία Ε. Παυλάκη,
Δικηγόρος, M.Sc.

Το πρόσφατο περιστατικό διαφυγής και θανάτωσης χιμπατζή στο Αττικό Ζωολογικό Πάρκο[1] έθεσε εκ νέου στο προσκήνιο το νομικό πλαίσιο για τη λειτουργία των ζωολογικών κήπων στη χώρα μας. Στη μελέτη παρουσιάζονται τα σημαντικότερα νομοθετήματα του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του εθνικού και του διεθνούς δικαίου που ρυθμίζουν την ίδρυση, την οργάνωση και τη λειτουργία ζωολογικών κήπων.

1. Οδηγία 1999/22/ΕΚ

Η οδηγία 1999/22/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Μαρτίου 1999, για τη διατήρηση άγριων ζώων στους ζωολογικούς κήπους (ΕΕ L 94/9.4.1999)[2] έθεσε ως βασικούς στόχους της την ορθή εφαρμογή της υφιστάμενης και μελλοντικής κοινοτικής νομοθεσίας για τη διατήρηση της άγριας πανίδας και την ανάγκη να εξασφαλισθεί ότι οι ζωολογικοί κήποι επιτελούν αποτελεσματικά το έργο τους για τη διατήρηση των ειδών, την εκπαίδευση του κοινού και την επιστημονική έρευνα.

Περαιτέρω, η οδηγία αυτή ορίζει ότι οι ζωολογικοί κήποι καθιστούν απαραίτητη την καθιέρωση κοινής βάσης για τη νομοθεσία των κρατών μελών όσον αφορά τη χορήγηση άδειας και την επιθεώρηση των ζωολογικών κήπων, τη διατήρηση ζώων στους ζωολογικούς κήπους, την κατάρτιση του προσωπικού και την εκπαίδευση των επισκεπτών.

Ορίζει επίσης η ως άνω οδηγία, ήδη από το προοίμιό της, ότι απαιτείται δράση σε κοινοτικό επίπεδο, ώστε να υπάρξουν ζωολογικοί κήποι σε όλη την Κοινότητα που θα συμβάλουν στη διατήρηση της βιολογικής ποικιλότητας σύμφωνα με την υποχρέωση της Κοινότητας να θεσπίσει μέτρα για την εκτός φυσικού οικοτόπου διατήρηση, σύμφωνα με το άρθρο 9 της σύμβασης για τη βιολογική ποικιλότητα. Σύμφωνα ακόμα με το προοίμιό της, η οδηγία για τους ζωολογικούς κήπους βασίζεται στις διατάξεις των ακόλουθων νομοθετικών κειμένων της ΕΕ: α) της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ του Συμβουλίου για τα πτηνά, β) της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου για τους οικοτόπους, και γ) του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 338/97 του Συμβουλίου.

Τα κράτη μέλη οφείλουν να ενσωματώσουν την οδηγία για τους ζωολογικούς κήπους στο εσωτερικό τους δίκαιο, ενώ με τη θέσπιση «καλών πρακτικών»[3] ενισχύουν τη σύννομη οργάνωση και λειτουργία των ζωολογικών κήπων τους και τη συμβολή τους στη διατήρηση της βιοποικιλότητας.

2. Προεδρικό διάταγμα 98/2004

Η χώρα μας έχει συμμορφωθεί με τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/22/ΕΚ την οποία ενσωμάτωσε στο εθνικό μας δίκαιο με το πδ/γμα 98/2004 (ΦΕΚ Α’ 69/3.3.2004) «Ίδρυση και λειτουργία των ζωολογικών κήπων σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 1999/22/ΕΚ του Συμβουλίου». Για την περαιτέρω εφαρμογή των διατάξεων του διατάγματος αυτού, έχουν εκδοθεί η ΥΑ 85042/593/25.1.2006 (ΦΕΚ Β’ 104/31.1.2006) «Συγκρότηση Γνωμοδοτικής Επιτροπής στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων» και η ΥΑ 86783/1375/6.3.2007 (ΦΕΚ Β’ 396/21.3.2007) «Καθορισμός του μη σημαντικού αριθμού των φυλασσομένων αγρίων ζώων και ειδών σε μια εγκατάσταση για να θεωρείται ζωολογικός κήπος».

3. Οι «Ορθές Πρακτικές» της οδηγίας 1999/22/ΕΚ

Οι «Ορθές Πρακτικές της οδηγίας της ΕΕ για τους ζωολογικούς κήπους»[4] είναι μη δεσμευτικοί, πληροφοριακού χαρακτήρα κανόνες, οδηγίες και κατευθυντήριες γραμμές, που εξεδόθησαν το 2015 για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, προκειμένου να ερμηνεύσουν και να διευκολύνουν την εφαρμογή της οδηγίας 1999/22/ΕΚ για τους ζωολογικούς κήπους. Με τον όρο 3.3.1 των Ορθών Πρακτικών προβλέπεται το κλείσιμο ζωολογικών κήπων σε περίπτωση μη συμμόρφωσής τους με τα μέτρα διατήρησης που περιλαμβάνονται στο άρθρο 3 της Οδηγίας 1999/22. Ορίζεται ακόμα, σε συμφωνία με την Οδηγία, ότι όταν ένας ζωολογικός κήπος δεν πληροί τις νόμιμες απαιτήσεις, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών προχωρούν στο κλείσιμό του για το κοινό, και τα ζώα που ανήκουν στον κλειστό ζωολογικό κήπο θα πρέπει να μετεγκατασταθούν δεόντως, οι δε συνθήκες διαβίωσης και μεταχείρισής τους να εναρμονιστούν με τους στόχους της οδηγίας της ΕΕ για τους ζωολογικούς κήπους.

Σε περιπτώσεις ωστόσο κατά τις οποίες δεν μπορεί να επιτευχθεί μετεγκατάσταση, ενδέχεται να είναι αναγκαία η απόρριψη των ζώων των ζωολογικών κήπων με ευθανασία, εφόσον είναι νομικά εφικτό. Σύμφωνα με τις Ορθές Πρακτικές της Οδηγίας 1999/22/ΕΚ, οι αρμόδιες αρχές προβαίνουν στο κλείσιμο ζωολογικού κήπου ή μέρους αυτού για το κοινό, όταν ο ζωολογικός κήπος: α) δεν διαθέτει άδεια σύμφωνα με την οδηγία για τους ζωολογικούς κήπους, ή β) δεν συμμορφώνεται με τις προϋποθέσεις παροχής αδείας.

Όταν ένας ζωολογικός κήπος δεν πληροί τις προϋποθέσεις παροχής της αδείας, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιβάλλουν τις κατάλληλες απαιτήσεις, τις οποίες πρέπει να εκπληρώσει ο ζωολογικός κήπος το αργότερο εντός δύο (2) ετών. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, ο ζωολογικός κήπος ή μέρος αυτού παύει να λειτουργεί.

Σε περίπτωση κατά την οποία ένας ζωολογικός κήπος κλείνει για το κοινό, το άρθρο 6 της Οδηγίας θεσπίζει τις γενικές διατάξεις που διασφαλίζουν ότι τα εν λόγω ζώα τυγχάνουν κατάλληλης μεταχείρισης ή διάθεσης. Οι τρεις σημαντικές πτυχές του άρθρου αυτού, σύμφωνα με τις Ορθές Πρακτικές της Οδηγίας ΕΕ, είναι οι εξής: α) Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εξασφαλίζει ότι η μεταχείριση ή η διάθεση των ζώων πληρούν τους όρους που κρίνονται κατάλληλοι. β) Οι ζωολογικοί κήποι μπορούν να κλείνουν προσωρινά ή μόνιμα και εξ ολοκλήρου ή εν μέρει.

Σε οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις αυτές, είναι απαραίτητο να ενεργοποιείται ένα σχέδιο για τη φροντίδα και τη στέγαση των ζώων. Ένα τέτοιο σχέδιο μπορεί να εξετάζει τις ακόλουθες δυνατότητες: α) διατήρηση ορισμένων ζώων στον ζωολογικό κήπο όταν πληρούνται οι κατάλληλες προϋποθέσεις, β) μεταφορά σε άλλα ιδρύματα όταν δεν πληρούνται οι κατάλληλες προϋποθέσεις ή όταν ο ζωολογικός κήπος πρόκειται να κλείσει μόνιμα, γ) ευθανασία, όταν δεν μπορεί να βρεθεί κατάλληλο ίδρυμα μετεγκατάστασης ή αν τα ζώα είναι άρρωστα ή τραυματισμένα σε τέτοιο βαθμό, ώστε να συνιστάται ευθανασία και να επιτρέπεται νόμιμα από τους εσωτερικούς κανονισμούς του κράτους.

Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τις Ορθές Πρακτικές της Οδηγίας ΕΕ για τους ζωολογικούς κήπους, τα ζώα θα πρέπει να υποβάλλονται σε συνθήκες που ικανοποιούν τις ειδικές βιολογικές ανάγκες τους και τις απαιτήσεις διατήρησής τους. Το άρθρο 6 της Οδηγίας απαιτεί από τα κράτη μέλη να εφαρμόζουν όρους που κρίνονται κατάλληλοι και συνάδουν με τους σκοπούς και τις διατάξεις της οδηγίας για τους ζωολογικούς κήπους. Δηλαδή, τα ζώα πρέπει να είναι σε καλή κατάσταση και υγιή, ώστε να αποτελούν ενεργό μέρος των στρατηγικών διατήρησης των ζωολογικών κήπων.

Κανένας ζωολογικός κήπος δεν θα πρέπει να λαμβάνει άδεια ή να παραμένει ανοικτός, αν δεν επιτυγχάνεται ο στόχος διατήρησης σύμφωνα με την οδηγία της ΕΕ για τους ζωολογικούς κήπους και αν δεν πληρούνται οι απαιτήσεις του άρθρου 3 της οδηγίας εντός κατάλληλου χρονικού διαστήματος. Σύμφωνα με το άρθρο 5 της οδηγίας, το ίδιο ισχύει ακόμη και στην περίπτωση που το κράτος μέλος εφαρμόζει την οδηγία μέσω ισοδύναμου συστήματος επιθεώρησης και καταγραφής των ζωολογικών κήπων.

4. Έννοια και λειτουργία των ζωολογικών κήπων

Σύμφωνα με το πδ/γμα 98/2004, ως «ζωολογικοί κήποι» νοούνται όλες οι μόνιμες εγκαταστάσεις, στις οποίες φυλάσσονται ζώα άγριων ειδών για να επιδεικνύονται στο κοινό, με ή χωρίς εισιτήριο, τουλάχιστον για επτά ημέρες το χρόνο.

Ζωολογικοί κήποι δεν θεωρούνται: τα τσίρκα, τα καταστήματα πωλήσεως οικιακών ζώων, τα εκτροφεία θηραμάτων και ειδών της άγριας πανίδας, τα κέντρα περίθαλψης ειδών άγριας πανίδας, οι ατομικοί κήποι και οι προβλεπόμενες στην περ. α’ εγκαταστάσεις, εφόσον σε αυτές φυλάσσεται προς επίδειξη ένας μη σημαντικός αριθμός ζώων ή ειδών (εκθέσεις ζώων). Για δε τον καθορισμό του μη σημαντικού αριθμού η Γνωμοδοτική Επιτροπή λαμβάνει υπόψη: α) τη σπανιότητα του είδους, τη συμμετοχή του στη βιοποικιλότητα των ειδών, τον ρόλο του στη τροφική αλυσίδα του οργανικού ιστού της άγριας φύσης, καθώς και το αν πρόκειται για ενδημικά είδη εθνικού ενδιαφέροντος, β) τις διεθνείς συμβάσεις για την προστασία των ειδών και την ισχύουσα κοινοτική νομοθεσία (άρθρο 2).

Στο αρμόδιο Υπουργείο (ΥΠΕΝ) συνιστάται τριμελής Γνωμοδοτική Επιτροπή αποτελούμενη από έναν δασολόγο της Γενικής Δ/νσης Aνάπτυξης και Προστασίας Δασών ως πρόεδρο, έναν κτηνίατρο της Γενικής Δ/νσης Κτηνιατρικής και έναν ιχθυολόγο της Γενικής Δ/νσης Αλιείας. Τα τακτικά μέλη της Επιτροπής αναπληρούνται από υπαλλήλους του ιδίου κλάδου των αντιστοίχων Γενικών Διευθύνσεων. Χρέη γραμματέα της Επιτροπής εκτελεί υπάλληλος της Γενικής Διεύθυνσης Ανάπτυξης και Προστασίας Δασών. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, μετά από εισήγηση των αρμοδίων Γενικών Διευθύνσεων, ορίζονται τα μέλη της Γνωμοδοτικής Επιτροπής (άρθρο 3 πδ/τος 98/2004).

5. Αποστολή των ζωολογικών κήπων

Αναμφίβολα το ιδανικό περιβάλλον για να διαβιούν και να αναπτύσσονται τα άγρια ζώα είναι το φυσικό περιβάλλον τους. Ωστόσο σήμερα, η συστηματική υποβάθμιση του περιβάλλοντος στον πλανήτη, η απερήμωση, η ξηρασία και η ρύπανση των εδαφών σε συνδυασμό με το εντατικό και ανεξέλεγκτο κυνήγι της άγριας πανίδας, έχουν καταστήσει εν πολλοίς αφιλόξενο για μεγάλο αριθμό ζώων και πτηνών ακόμα και αυτόν τον φυσικό τους χώρο.

Από την άλλη, δεν θα πρέπει να παραγνωρίζεται η σημαντική συμβολή των ζωολογικών κήπων παγκοσμίως στη διατήρηση της βιοποικιλότητας που βάλλεται συστηματικά στις μέρες μας από τις έντονες ανθρώπινες επεμβάσεις στο περιβάλλον και τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής.[5] Ενδεικτικά αναφέρουμε το πρόσφατο παράδειγμα του ζωολογικού κήπου του Σαν Ντιέγκο των ΗΠΑ, όπου γεννήθηκε ένας ορυκτερόπους (γουρουνάκι της γης) για πρώτη φορά μετά από τέσσερις δεκαετίες[6] ή τα δίδυμα πάντα που γεννήθηκαν σε ζωολογικό κήπο της Γαλλίας[7].

Άλλος σημαντικός στόχος της ίδρυσης και λειτουργίας ζωολογικών κήπων, σύμφωνα με το άρθρο 3 της Οδηγίας ΕΕ, είναι η προώθηση της εκπαίδευσης και της συνειδητοποίησης του κοινού όσον αφορά τη διατήρηση της βιοποικιλότητας καθώς επίσης και η διάδοση και ενίσχυση της επιστημονικής έρευνας, της παρατήρησης και της ευαισθητοποίησης του κοινού σε θέματα που αφορούν την άγρια ζωή.

6. Δικαίωμα ίδρυσης και λειτουργίας 

Δικαίωμα ίδρυσης και λειτουργίας ζωολογικών κήπων έχουν το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημόσιου και ιδιωτικού δικαίου και τα φυσικά πρόσωπα (άρθρο 4), ενώ για την ίδρυση και λειτουργία των ζωολογικών κήπων απαιτείται άδεια, η οποία χορηγείται με απόφαση του Γ. Γραμματέα της Περιφέρειας μετά από σύμφωνη γνώμη της επιτροπής του άρθρου 6 παρ. 1 (άρθρο 5 παρ. 1 πδ/τος 98/2004).

7. Αδειοδοτική διαδικασία

Για την έκδοση άδειας ίδρυσης υποβάλλεται στη Διεύθυνση Δασών της οικείας Περιφέρειας σχετική αίτηση συνοδευόμενη από τα ακόλουθα δικαιολογητικά: α) νόμιμο τίτλο κυριότητας ή κατοχής της έκτασης, β) μία σειρά τοπογραφικών σχεδίων, στα οποία απεικονίζονται οι θέσεις των κτιρίων, και μία σειρά των κτηριακών σχεδίων, γ) προκαταρκτική περιβαλλοντική εκτίμηση και αξιολόγηση (ΠΠΕΑ) και έγκριση περιβαλλοντικών όρων (ΕΠΟ), όπως αυτές προβλέπονται στην κείμενη νομοθεσία, δ) μελέτη για τους χώρους υποδομής του ζωολογικού κήπου, τον εξοπλισμό του, τη στελέχωσή του με ανθρώπινο δυναμικό, τον εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας του, την τήρηση των διεθνών κριτηρίων λειτουργίας ζωολογικών κήπων και των ειδικών διεθνών προδιαγραφών που ισχύουν για τη διαμονή των ειδών που θα φιλοξενηθούν στον ζωολογικό κήπο (άρθρο 5 παρ. 2 πδ/τος 98/2004).

Για την έκδοση αδείας λειτουργίας του ζωολογικού κήπου υποβάλλεται στη Διεύθυνση Δασών της οικείας Περιφέρειας σχετική αίτηση συνοδευόμενη από τα ακόλουθα δικαιολογητικά: α) επίσημο αντίγραφο της άδειας ίδρυσης του ζωολογικού κήπου, β) οι προβλεπόμενες από την κείμενη νομοθεσία άδειες, γ) στην περίπτωση που ο αιτών είναι νομικό πρόσωπο, επίσημο αντίγραφο του καταστατικού του, της έγκρισης του από την αρμόδια αρχή ή δικαστήριο και της νόμιμης εκπροσώπησής του, δ) ποινικό μητρώο του αιτούντος ή στην περίπτωση νομικού προσώπου των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 13 παρ. 2 και υπεύθυνη δήλωση, ότι δεν έχει ασκηθεί εναντίον τους ποινική δίωξη για παράβαση του παρόντος διατάγματος, της κείμενης νομοθεσίας για την κατοχή και προστασία των ζώων και την εμπορία των ειδών. Η Διεύθυνση Δασών της οικείας Περιφέρειας ελέγχει την πληρότητα των υποβαλλόμενων σύμφωνα με τις παρ. 2 και 3 φακέλων και τους διαβιβάζει εντός 10 ημερών στη επιτροπή του άρθρου 6 παρ. 1. Στην περίπτωση που ο φάκελος δεν είναι πλήρης, επιστρέφεται εγγράφως στον αιτούντα (άρθρο 5 παρ. 3-4 πδ/τος 98/2004).

Για τη χορήγηση άδειας ίδρυσης και λειτουργίας ζωολογικών κήπων, την ανανέωση και ανάκληση της άδειας λειτουργίας τους συνιστάται στην έδρα της οικείας Περιφέρειας τριμελής γνωμοδοτική επιτροπή, η οποία αποτελείται από έναν δασολόγο ως πρόεδρο, έναν κτηνίατρο και έναν ιχθυολόγο ως τακτικά μέλη, με τους αναπληρωτές τους. Η επιτροπή συγκροτείται με απόφαση του Γ. Γραμματέα της Περιφέρειας μετά από εισήγηση της Δ/νσης Δασών Περιφέρειας (άρθρο 6 παρ. 1 πδ/τος 98/2004).

Για τη χορήγηση άδειας ίδρυσης η επιτροπή εξετάζει τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και αν διαπιστώσει ελλείψεις, τις γνωστοποιεί στον αιτούντα και θέτει προθεσμία για την συμπλήρωσή τους. Ο φάκελος με τη γνωμοδότηση διαβιβάζονται στον Γ. Γραμματέα της Περιφέρειας, ο οποίος χορηγεί την άδεια ίδρυσης ζωολογικού κήπου με τη σύμφωνη γνώμη της επιτροπής (άρθρο 6 παρ. 2 πδ/τος 98/2004).

Για την έκδοση άδειας λειτουργίας του ζωολογικού κήπου η επιτροπή γνωμοδοτεί, αφού πραγματοποιήσει επιτόπιο έλεγχο, για να βεβαιώσει την υλοποίηση των έργων υποδομής και της σχετικής μελέτης του άρθρου 5 παρ. 2δ’. Ο φάκελος με τη γνωμοδότηση διαβιβάζονται στον Γ. Γραμματέα της Περιφέρειας, ο οποίος χορηγεί την άδεια λειτουργίας του ζωολογικού κήπου με τη σύμφωνη γνώμη της επιτροπής (άρθρο 6 παρ. 3 πδ/τος 98/2004).

Η αίτηση έκδοσης αδείας λειτουργίας του ζωολογικού κήπου δύναται να απορριφθεί, αν ο αιτών ή κάποιο από τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 13 παρ. 2 έχει καταδικαστεί για παράβαση του διατάγματος, της κείμενης νομοθεσίας για την εμπορία, κατοχή και προστασία των ζώων και την εμπορία των ειδών της άγριας πανίδας ή έχει ασκηθεί εναντίον του ποινική δίωξη για τους ανωτέρω λόγους (άρθρο 6 παρ. 4 πδ/τος 98/2004).

Οι γνωμοδοτήσεις της επιτροπής που εισηγούνται την απόρριψη της αίτησης έκδοσης άδειας ίδρυσης ή λειτουργίας κοινοποιούνται στον ενδιαφερόμενο με αποδεικτικό παραλαβής, ο οποίος καλείται να υποβάλει τις απόψεις του εντός 20 ημερών. Παρομοίως οι αποφάσεις του Γ. Γραμματέα της Περιφέρειας κοινοποιούνται στον ενδιαφερόμενο με αποδεικτικό παραλαβής (άρθρο 6 παρ. 5 πδ/τος 98/2004).

8. Ανανέωση, τροποποίηση και μεταβίβαση αδειών

Η άδεια λειτουργίας ισχύει για πέντε (5) έτη και ανανεώνεται πριν τη λήξη της πενταετίας κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου για ακόμα πέντε (5) έτη με απόφαση του Γ. Γραμματέα της Περιφέρειας μετά από σύμφωνη γνώμη της επιτροπής του άρθρου 6 παρ. 1. Οι άδειες ίδρυσης και λειτουργίας του ζωολογικού κήπου, μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου, δύνανται να τροποποιούνται ή να μεταβιβάζονται σε άλλο -φυσικό ή νομικό- πρόσωπο με απόφαση του Γ. Γραμματέα της Περιφέρειας κατόπιν σύμφωνης γνώμης της επιτροπής του άρθρου 6 παρ. 1. Η διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 6 εφαρμόζεται και στην ανανέωση, τροποποίηση και μεταβίβαση των αδειών (άρθρο 7 πδ/τος 98/2004).

9. Υποχρεώσεις κατόχων αδειών

Οι κάτοχοι αδειών λειτουργίας ζωολογικών κήπων υποχρεούνται: 1. Να συμμετέχουν σε μια τουλάχιστον από τις παρακάτω δραστηριότητες: α) έρευνα, εφόσον αυτό αποβαίνει σε όφελος της διατήρησης του είδους, συμπεριλαμβανομένης της ανταλλαγής πληροφοριών σχετικά με τη διατήρηση των ειδών, β) εκπαίδευση για την απόκτηση ειδικών δεξιοτήτων στον τομέα διατήρησης των ειδών, γ) αναπαραγωγή υπό συνθήκες αιχμαλωσίας, ανανέωση του πληθυσμού των ζώων ή επανεισαγωγή των ειδών στη φύση, όπου αυτό είναι σκόπιμο. 2. Να προωθούν, υπό την επίβλεψη της εποπτεύουσας αρχής, την ενημέρωση, συνειδητοποίηση και εκπαίδευση του κοινού σχετικά με τη διατήρηση της βιοποικιλότητας, τους φυσικούς οικοτόπους και τα είδη που εκτίθενται. 3. Να εξασφαλίζουν ότι οι συνθήκες διαβίωσης των ζώων ικανοποιούν τις βιολογικές απαιτήσεις των ειδών και τις απαιτήσεις διατήρησής τους, να μεριμνούν για τον ειδικό ανά είδος εμπλουτισμό των χώρων εγκλεισμού τους, τη διατήρηση υψηλού επιπέδου ζωοτεχνίας με ανεπτυγμένο πρόγραμμα προληπτικής και θεραπευτικής κτηνιατρικής αγωγής και διατροφής. 4. Να λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα, ώστε να εξασφαλισθεί η μη διαφυγή των ζώων και η μη εισαγωγή επιβλαβών ζώων και παρασίτων. 5. Να λαμβάνουν τα απαιτούμενα μέτρα για την προστασία του προσωπικού και των επισκεπτών. 6. Να τηρούν πλήρη και ενημερωμένα αρχεία για τη είδη που διατηρούν (άρθρο 8 πδ/τος 98/2004).

Στόχος των ως άνω επιταγών της Οδηγίας 1999/22, όπως ενσωματώθηκαν στην έννομη τάξη της χώρας μας με το πδ/γμα 98/2004, είναι να διασφαλιστούν η καλή διαβίωση και η υγεία των ζώων, όπως περιγράφεται στον κώδικα υγείας χερσαίων ζώων του Παγκόσμιου Οργανισμού για την Υγεία των Ζώων (OIE) (2013), ώστε να μπορούν να συμβάλλουν στον ρόλο των ζωολογικών κήπων στη διατήρηση της βιοποικιλότητας. Μεταξύ των απαιτήσεων αυτών περιλαμβάνεται ο κατάλληλος για το είδος περιβαλλοντικός εμπλουτισμός στους χώρους εγκλεισμού, καθώς και το υψηλό επίπεδο της ζωοτεχνίας, της κτηνιατρικής αγωγής και της διατροφής των ζώων που διατηρούνται στους ζωολογικούς κήπους.[8]

10. Χώροι εγκλεισμού

Σχετικά με τους χώρους εγκλεισμού στους ζωολογικούς κήπους, γίνεται δεκτό ότι κατάλληλα περιβάλλοντα είναι εκείνα που επιτρέπουν στα ζώα κάθε ηλικίας να εκφράζουν τη συμπεριφορά τους κατά τρόπο που να ικανοποιούνται οι ανάγκες τους κατά τον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό. Ο ορισμός ελάχιστων απαιτήσεων, όσον αφορά τον σχεδιασμό, των χώρο ή τον εξοπλισμό του χώρου εγκλεισμού, ενδέχεται να μην αποτελεί την καλύτερη μέθοδο, καθώς αυτά τα χαρακτηριστικά είναι δύσκολο να επιβεβαιωθούν και σπανίως καλύπτουν τις ανάγκες όλων των δειγμάτων σε κάθε περίπτωση.

Σύμφωνα με τις Ορθές Πρακτικές της Οδηγίας ΕΕ για του ζωολογικούς κήπους,[9] ο καλός σχεδιασμός των χώρων εγκλεισμού επιτρέπει στα ζώα να εκδηλώνουν μοτίβα φυσικής συμπεριφοράς, παρέχουν επίσης τη δυνατότητα εφαρμογής κατάλληλων διαδικασιών ζωοτεχνίας και προσφέρουν ελκυστική, αλλά μη επεμβατική εμπειρία για το κοινό. Είναι σημαντικό να προσφέρονται στα ζώα ευκαιρίες συμπεριφοράς ανάλογες του είδους τους και να επιλέγεται για τη διαβίωσή τους χώρος ο οποίος, σε συνδυασμό με τον εξοπλισμό, θα τους επιτρέπει να επιδεικνύουν φυσική συμπεριφορά σε όλα τα στάδια της ανάπτυξής τους, σε όλες τις διαστάσεις του διαθέσιμου χώρου. Για τον σκοπό αυτό, πρέπει να παρέχονται δυνατότητες στέγασης, φωλεασμού, αναρρίχησης, πετάγματος, πλυσίματος, σκαψίματος κ.λπ.

Μέγεθος – Εξοπλισμός – Επιφάνειες – Υπόστρωμα: Ο χώρος εγκλεισμού εξαρτάται επίσης από το μέγεθος και τη δυναμική της κοινωνικής ομάδας. Για τα είδη με μεγαλύτερο εύρος κατοικίας, όπως τα σαρκοφάγα, ο χώρος, σε συνδυασμό με την περιβαλλοντική ποικιλία, μπορεί να αποτελεί εξαιρετικά σημαντικό παράγοντα. Για τα ενυδρεία, οι απαιτήσεις όσον αφορά τον κατάλληλο χώρο αποτελούν συνάρτηση της ποιότητας του νερού, της πυκνότητας της ομάδας και άλλων παραγόντων.

Οι απαιτήσεις χώρου ανάλογα με το είδος είναι δύσκολο να προσδιοριστούν εάν δεν αναλυθούν μαζί με τις συμπεριφορικές ευκαιρίες κάθε είδους. Για παράδειγμα, τα δενδρόβια είδη, όπως οι περισσότεροι κερκοπίθηκοι, έχουν ανάγκη από δυνατότητες αναρρίχησης και χώρο στα δέντρα για να κουρνιάζουν, οπότε η παροχή μεγάλων πράσινων εκτάσεων δεν ανταποκρίνεται στις συμπεριφορικές απαιτήσεις τους. Το διάταγμα της Ελβετίας για την προστασία των ζώων (Tierschutzverordnung) (2008) είναι ένα παράδειγμα νομοθεσίας η οποία θέτει ως προτεραιότητα τις συμπεριφορικές δυνατότητες ως μέσο εκτίμησης της ποιότητας των χώρων εγκλεισμού.

Ο εξοπλισμός στον χώρο εγκλεισμού μπορεί να είναι πολύπλοκος και να επιτρέπει μια πιο τρισδιάστατη χρήση του χώρου, παρέχοντας δυνατότητες και ικανοποιώντας ειδικές βιολογικές ανάγκες και ανάγκες διατήρησης. Για παράδειγμα, τη δεκαετία του 1990 η επανεισαγωγή λεοντοπιθήκων καθυστέρησε, επειδή τα πρωτεύοντα θηλαστικά είχαν συνηθίσει να σκαρφαλώνουν μόνο σε σταθερά κλαδιά σε χώρους εγκλεισμού ζωολογικών κήπων. Κατά τη μετεγκατάστασή τους στον φυσικό τους οικότοπο, οι άπειροι λεοντοπίθηκοι έπεφταν από τα δέντρα με κίνδυνο να τραυματιστούν, καθώς δεν ήταν έμπειροι στο σκαρφάλωμα και στη μετακίνηση μεταξύ φυσικών κλαδιών τα οποία κινούνται με τον άνεμο. Με την τροποποίηση του χώρου εγκλεισμού του ζωολογικού κήπου, ώστε να περιλαμβάνει φυσικά δέντρα, οι λεοντοπίθηκοι μπόρεσαν να προσαρμοστούν καλύτερα στην επανεισαγωγή τους στη φύση.

Είναι ακόμα σημαντικό οι επιφάνειες να παρέχουν τη δυνατότητα καλής αποστράγγισης και να είναι ανθεκτικές, αλλά και άνετες για τα είδη. Ανάλογα με το είδος, τα δάπεδα μπορεί να πρέπει να χαρακτηρίζονται από διαφόρους βαθμούς τραχύτητας ή απαλότητας. Το έδαφος, η άμμος, τα βότσαλα, η βλάστηση, τα ροκανίδια, ο φλοιός ή άλλα είδη υποστρώματος πρέπει να προσαρμόζονται στις συμπεριφορικές απαιτήσεις των ειδών.

Η καλή ισορροπία μεταξύ των επιφανειών και υποστρωμάτων που προτιμούν τα ζώα και των απαιτήσεων υγιεινής είναι σημαντική. Η επίστρωση του δαπέδου με άμμο έχει αποδειχθεί ότι έχει καλά αποτελέσματα σε πολλά είδη, όσον αφορά την υγεία των πελμάτων και του δέρματος και τη συμπεριφορά κατά τον τοκετό (π.χ. ελέφαντες, ρινόκεροι). Το υπόστρωμα είναι σημαντικό, επειδή τα ανθυγιεινά, τραχιά και/ή μη φυσικά υλικά επίστρωσης είναι άβολα και ευθύνονται για πολλές παθήσεις των πελμάτων και του δέρματος. Τα συστήματα μόνιμης στρωμνής από φλοιό ή αχυροστρωμνής είναι και υγιεινά και βιολογικά κατάλληλα για πολλά είδη (π.χ. πρωτεύοντα θηλαστικά), καθώς διεγείρουν τη φυσική συμπεριφορά αναζήτησης τροφής η οποία είναι σημαντική για τον εντοπισμό τροφής στη φύση.

Υδάτινες περιοχές: Όσον αφορά τις υδάτινες περιοχές των ζωολογικών κήπων, οι Ορθές Πρακτικές της Οδηγίας ΕΕ[10] τονίζουν ότι είναι επιθυμητό οι διαστάσεις και το σχήμα των υδάτινων περιοχών να επιτρέπουν την έκφραση φυσικής υδρόβιας συμπεριφοράς στα χερσαία, ημι-υδρόβια ή υδρόβια είδη. Παράγοντες που πρέπει να εξετάζονται είναι η αποφυγή ανταγωνισμού για τον χώρο και ο κίνδυνος πνιγμού, ιδίως σε γωνίες ή συγκεκριμένες περιοχές.

Είναι σημαντικό η πρόσβαση στο νερό να είναι ασφαλής και οι άκρες, οι κλίσεις και τα υλικά να είναι κατάλληλα για τα συγκεκριμένα είδη. Για τα καθαρά υδρόβια είδη, είναι ύψιστης σημασίας η αποφυγή της ακούσιας διαφυγής από το νερό. Το δάπεδο στην περιοχή όπου τα θαλάσσια θηλαστικά βγαίνουν εκτός νερού πρέπει να είναι λείο, ώστε να αποφεύγονται οι κακώσεις του σώματος ενώ παραμένουν εκτός νερού. Υδάτινες περιοχές με μεταβλητές ροές ύδατος (π.χ. δημιουργούνται από υδατοπτώσεις) είναι αναγκαίες για κάποια είδη.

Χώροι εγκλεισμού με δυνατότητα περιήγησης με τα πόδια ή με αυτοκίνητο: Για τους χώρους εγκλεισμού με δυνατότητα περιήγησης με τα πόδια ή με αυτοκίνητο συνιστάται η θέσπιση κανόνων επισκέψεων που εξηγούν τους πιθανούς κινδύνους για την ασφάλεια και τους κινδύνους ζωονόσων.[11] Στους κανόνες επισκέψεων μπορεί να περιλαμβάνονται, για παράδειγμα, κανόνες σχετικά με: τον επιτρεπόμενο αριθμό επισκεπτών στον χώρο εγκλεισμού· την παροχή τροφής στα ζώα· τη συνειδητοποίηση των προβλημάτων που θα μπορούσαν να δημιουργηθούν σε περίπτωση διαφυγής των ζώων, καθώς και καταδίωξης και χειρισμού των ζώων που κινούνται ελεύθερα στον χώρο εγκλεισμού. Η τακτική παρακολούθηση των χώρων εγκλεισμού μη επικίνδυνων ειδών και η συνεχής επιτήρηση των επικίνδυνων ειδών θεωρείται ότι συμβάλουν στην ελαχιστοποίηση των προβλημάτων.

Περιβάλλον: Η δημιουργία περιβαλλοντικών συνθηκών που ικανοποιούν τις ανάγκες των ειδών, των ατόμων των ειδών και των συγκεκριμένων σταδίων της ζωής τους ενδέχεται να μην είναι εφικτή σε κάποιες γεωγραφικές περιοχές ή σε κάποιες εποχές. Γενικά, όποτε οι φυσικές συνθήκες στους χώρους εγκλεισμού είναι διαφορετικές από εκείνες στις οποίες τα είδη εξελίχθηκαν και/ή μπορούν να προσαρμοστούν, τεχνητοί μηχανισμοί μπορούν να αντισταθμίσουν αυτές τις διαφορές. Σε αυτές τις περιπτώσεις είναι σημαντική η τακτική παρακολούθηση για την περίπτωση βλάβης των μηχανισμών.

Η οικολογική ανοχή των ειδών πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τον σχεδιασμό του περιβάλλοντος. Ένα είδος εξαιρετικά ανθεκτικό στις μεταβολές θερμοκρασίας προσαρμόζεται με μεγαλύτερη ευελιξία σε περιοχές με μεγάλες διακυμάνσεις θερμοκρασίας. Αντιστρόφως, ένα είδος με χαμηλότερη οικολογική ανοχή για μια δεδομένη περιβαλλοντική παράμετρο έχει μικρότερη ικανότητα αντιμετώπισης των διακυμάνσεων και, ως εκ τούτου, το περιβάλλον πρέπει να είναι πολύ πιο σταθερό (π.χ. πολλά είδη ερπετών, ψαριών και αμφίβιων παρουσιάζουν χαμηλή ανοχή στη θερμοκρασία και την υγρασία).

Θερμοκρασία: Σε πολλές περιπτώσεις, τα κατάλληλα επίπεδα θερμοκρασίας επιτυγχάνονται μόνο με τη χρήση θερμοστατών συνδεδεμένων σε θερμαντήρες ή ψυκτών. Πολλά είδη μπορούν να επωφεληθούν από τοπικές και καλά προστατευμένες πηγές θερμότητας (π.χ. λαμπτήρες). Οι θερμικές ανάγκες των ειδών αντιμετωπίζονται καλύτερα κατά τον σχεδιασμό της συλλογής, καθώς μπορεί να είναι πολύ δύσκολο να καλυφθούν οι θερμικές ανάγκες ορισμένων ειδών σε ορισμένες γεωγραφικές περιοχές (π.χ. πολικές αρκούδες σε θερμά κλίματα). Ενώ είναι σημαντικό να διατηρούνται ορισμένα είδη σε εσωτερικούς χώρους λόγω ζητημάτων θερμοκρασίας (π.χ. πολλά ερπετά), αυτό δεν αποτελεί ορθή πρακτική για πολλά άλλα είδη, τα οποία διατηρούνται σε εσωτερικούς χώρους σε συγκεκριμένες περιόδους του έτους λόγω των καιρικών συνθηκών.

Μια ορθή πρακτική είναι να επιτρέπεται στα ζώα η ελεύθερη επιλογή μετακίνησης μεταξύ διαφορετικών θερμικών σημείων. Οι κλίμακες των τιμών θερμότητας και υγρασίας μπορούν να διευρυνθούν μέσω της χρήσης φυτών και ψεκασμών νερού για πιγκουίνους, τίγρεις, παπαγάλους και πολλά άλλα είδη· «θερμά σημεία» για παράδειγμα για αμφίβια και ερπετά· καθώς και πισίνες και σκιά για πολλά είδη.

Αερισμός – Υγρασία: Η θερμοκρασία, η υγρασία και ο αερισμός είναι εξίσου σημαντικά για την υγεία και παρουσιάζουν υψηλό βαθμό αλληλεπίδρασης μεταξύ τους. Ο αερισμός βοηθά στη διάχυση των υπερβολικών θερμοκρασιών και επιπέδων υγρασίας, ρύπων και οσμών. Είναι σημαντικό ο αερισμός να μην επηρεάζει τη θερμοκρασία του αέρα, αλλά να μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη δημιουργία σχετικών βαθμίδων υγρασίας στον χώρο εγκλεισμού. Η διατήρηση της υγρασίας του αέρα δεν επιτρέπεται να γίνεται εις βάρος του καλού αερισμού.

Φωτισμός: Οι πηγές φυσικού φωτός ή φωτός πλήρους φάσματος είναι απαραίτητες, σύμφωνα με τις Ορθές Πρακτικές, για πολλά ημερόβια και νυχτόβια είδη. Η έκθεση στο υπεριώδες φως είναι ιδιαίτερα σημαντική. Τα γυάλινα παράθυρα αφήνουν μόνο μερικώς να περάσει το υπεριώδες φως. Τα επίπεδα υπεριώδους φωτός πρέπει να ελέγχονται περιοδικά για να διατηρούνται εντός του απαιτούμενου εύρους των σχετικών ειδών και οι λαμπτήρες του κατάλληλου φάσματος πρέπει να αντικαθίστανται όταν χρειάζεται. Επιπλέον, θα πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη και να ικανοποιούνται οι ανάγκες των περισσότερων ειδών για περιόδους σκότους.

Ιδανικά, τα θαλάσσια περιβάλλοντα θα κατασκευάζονται έτσι, ώστε να επιτρέπουν επαρκή επίπεδα φυσικού υπεριώδους και οπτικού φωτός, προκειμένου να περιορίζονται τα οφθαλμικά προβλήματα που σχετίζονται με την αντανάκλαση. Ζώα που διαβιώνουν σε πλήρως τεχνητά περιβάλλοντα μπορεί να επωφεληθούν από την ομαλή μετάβαση από τις περιόδους σκότους στις περιόδους φωτός και αντίστροφα. Απαιτείται καλός φυσικός ή τεχνητός φωτισμός για την κατάλληλη παρακολούθηση των ζώων.

Πολλά ερπετά και αμφίβια, τροπικά πουλιά, μαρσιποφόρα και πρωτεύοντα, ειδικά τα είδη που διατηρούνται μόνιμα σε εσωτερικούς χώρους, χρειάζονται συμπληρωματικό υπεριώδη φωτισμό. Ορισμένα είδη είναι πολύ ευαίσθητα σε διαταραχές των φυσικών τους φωτοπεριόδων και οι ανάγκες των νυκτόβιων ειδών μπορούν να καλύπτονται και να προσαρμόζονται σε σχέση με την έκθεσή τους (π.χ. με αντιστροφή των χρονοδιαγραμμάτων φωτισμού).

Θόρυβος: Τα επαναλαμβανόμενα και ιδιαίτερα ξαφνικά επίπεδα θορύβου, καθώς και ο θόρυβος από υποήχους και υπερήχους μπορεί να αποτελούν πηγή όχλησης για πολλά είδη ζώων ζωολογικών κήπων, παρά το γεγονός ότι πολλά ζώα μπορούν να προσαρμοστούν στους ασυνήθιστους θορύβους χωρίς εμφανή όχληση. Είναι, επομένως, σημαντικό να εντοπίζονται οι πηγές δυνητικά ενοχλητικών ήχων, όπως εξοπλισμός σε κοντινή απόσταση, λαμβανομένων υπόψη των διαφορών μεταξύ των ειδών, όπως διαφορετικά ακουστικά φάσματα. Με την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο τα ζώα μπορεί να επηρεαστούν δυσμενώς, οι ήχοι μπορούν να ελαχιστοποιηθούν όσο το δυνατόν περισσότερο.

Οσμές: Τα χημικά σήματα ομοειδών ατόμων που νιώθουν δυσφορία ή αρπακτικών μπορούν να αποτελέσουν πηγή χρόνιου άγχους υπό συνθήκες αιχμαλωσίας. Ωστόσο, η χημική επικοινωνία είναι συχνά σημαντικός δίαυλος επικοινωνίας μεταξύ ομοειδών και κάθε παρεμβολή στον δίαυλο αυτόν (π.χ. με τακτικό καθαρισμό) μπορεί να διαταράξει την κοινωνική συμπεριφορά και να γίνει πηγή άγχους. Ωστόσο, ορισμένες οσμές μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν ως τεχνική εμπλουτισμού του περιβάλλοντος. Δεδομένου ότι υπάρχουν επίσης οσμές που σχετίζονται με τη στρωμνή, το υπόστρωμα ή άλλα υλικά οι οποίες μπορούν να προκαλέσουν αποστροφή, είναι σημαντικό να παρακολουθείται η παρουσία συμπεριφοράς αποφυγής που μπορεί να σχετίζεται με αυτές.

Ποιότητα συστημάτων υδρόβιας ζωής: Σε όλα τα είδη υδάτινων περιβαλλόντων, η ποιότητα του νερού διατηρείται μέσω κατάλληλου και καλά ελεγχόμενου συστήματος φιλτραρίσματος. Είναι αναγκαίο να πραγματοποιείται καθημερινή παρακολούθηση, να υπάρχει αποτελεσματικό σύστημα διόρθωσης και να καταγράφονται οι σχετικές παράμετροι (π.χ. θερμοκρασία, αλατότητα, χλώριο, όζον – οξειδοαναγωγή, ιόντα αλογόνου, pH, νιτρώδη άλατα, αμμωνία, οξυγόνο). Η περιοδική παρακολούθηση εξαρτάται από τις παραμέτρους που χρησιμοποιούνται και από τη δυναμική των ενυδρείων. Ενυδρεία που δημιουργήθηκαν πρόσφατα απαιτούν στενότερη παρακολούθηση σε σχέση με πιο σταθερά περιβάλλοντα. Η ακατάλληλη ποιότητα του νερού ή οι υπερβολικοί παράγοντες απολύμανσης μπορεί να προκαλέσουν βλάβες στο δέρμα και τα μάτια.

Για τον καθορισμό των επιπέδων αλατότητας του νερού πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι οικολογικές ανάγκες (γλυκό νερό, υφάλμυρο ή θαλασσινό νερό) των σχετικών ειδών. Όπου ενδείκνυται, ο αερισμός μπορεί να επιτυγχάνεται με αποτελεσματικό μηχανισμό κατάλληλο για το μέγεθος ενός ενυδρείου και την πυκνότητα των ζώων.

Ακραίες καιρικές συνθήκες: Μόνιμα προσβάσιμοι εσωτερικοί χώροι, καταφύγια και σκιά όπου τα ζώα μπορούν να βρουν προστασία από τις ακραίες καιρικές συνθήκες, όπως υπερβολική ηλιοφάνεια, βροχή, άνεμος, ρεύματα και πλημμύρες, συνιστώνται σε χώρους εγκλεισμού των οποίων τα φυσικά χαρακτηριστικά δεν παρέχουν κατάλληλο φυσικό καταφύγιο (π.χ. δέντρα, λαγούμια, σπηλιές, κούρνιες κ.λπ.).

Εξοπλισμός – Εμπλουτισμός του περιβάλλοντος: Τα εφεδρικά συστήματα, οι συναγερμοί και οι περιοδικοί έλεγχοι είναι σημαντικοί για να αποφεύγεται η διακοπή των συστημάτων υποστήριξης της ζωής (ειδικά στα ενυδρεία) ή η υποβάθμιση της ποιότητας του περιβάλλοντος ως συνέπεια βλάβης του συστήματος. Επίσης σημαντικά συμβάλλει η παροχή μέσων ειδικών για κάθε είδος στο περιβάλλον ενός ζώου που του επιτρέπουν να εκφράζει μια ποικιλία επιθυμητών και φυσικών συμπεριφορών.

Προώθηση της φυσικής συμπεριφοράς: Τα ζώα των ζωολογικών κήπων ενδέχεται να μην είναι σε θέση να εκφράζουν ολόκληρο το φάσμα της φυσιολογικής τους συμπεριφοράς σε συνθήκες αιχμαλωσίας, με αποτέλεσμα την απώλεια κάποιων μοτίβων συμπεριφοράς μερικές φορές και την ανάπτυξη άλλων. Οι αλλαγές στο φάσμα των συμπεριφορών μπορεί να έχουν ποικίλες επιπτώσεις στην καλή διαβίωση, ανάλογα με το είδος της σχετικής συμπεριφοράς. Για παράδειγμα, τα ζώα μπορεί να εκδηλώσουν συμπεριφορά που υποδεικνύει απογοήτευση και η καλή διαβίωσή τους μπορεί να τεθεί σε κίνδυνο εάν περιορίζονται οι συμπεριφορικές τους ανάγκες.

Φυσική συμπεριφορά: Πρόκειται για τη συμπεριφορά την οποία τα ζώα έχουν την τάση να εκδηλώνουν υπό φυσικές συνθήκες, επειδή ευνοεί τη βιολογική λειτουργία και μπορεί να θεωρηθεί ευχάριστη. Οι αλλαγές στο φάσμα των συμπεριφορών δεν είναι επιθυμητές στο πλαίσιο των προγραμμάτων διατήρησης, επειδή θέτουν σε κίνδυνο την επιβίωση σε φυσικές συνθήκες. Για αυτούς τους λόγους, είναι σημαντικό να καταβάλλεται κάθε προσπάθεια για τη διατήρηση και προώθηση, στον βαθμό που είναι νομικά και ηθικά δυνατό, της έκφρασης του ειδικού για κάθε είδος φάσματος συμπεριφορών. Η φυσική συμπεριφορά μπορεί να επιτευχθεί με τη δημιουργία χώρων εγκλεισμού, καθημερινών προγραμμάτων ζωοτεχνίας και σίτισης, κοινωνικών ομάδων και προγραμμάτων εμπλουτισμού του περιβάλλοντος ειδικά για κάθε είδος που να ανταποκρίνονται στις φυσικές φυσιολογικές και συμπεριφορικές ανάγκες των ειδών.

Συμπεριφορική ανάγκη: Πρόκειται για συμπεριφορά που υποκινείται σε μεγάλο βαθμό από εσωτερικούς παράγοντες, υπό την έννοια ότι η εκδήλωσή της ενδέχεται να μην εξαρτάται από εξωτερικά ερεθίσματα ή από την επίτευξη συγκεκριμένου στόχου, δεδομένου ότι προσφέρει ικανοποίηση από μόνη της. Η παρεμπόδιση των ζώων να εκδηλώνουν τέτοιου είδους συμπεριφορές μπορεί να τους προκαλέσει ταλαιπωρία. Δεν είναι εύκολο να γίνονται κατανοητές οι ειδικές ως προς το είδος συμπεριφορικές ανάγκες και θα πρέπει να ερμηνεύονται με επιφύλαξη, αλλά είναι πιθανό να είναι πολύ σημαντικές για την καλή διαβίωση των ζώων.

Εμπλουτισμός του περιβάλλοντος: Η κατάλληλη μεταβλητότητα και ικανοποίηση συγκεκριμένων αναγκών των ζώων μπορούν να επιτευχθούν μέσω του εμπλουτισμού του περιβάλλοντος. Ο εμπλουτισμός του περιβάλλοντος μπορεί να αντικαταστήσει τις φυσικές προκλήσεις, να προωθήσει τη χρονική ενασχόληση, να αυξήσει τις επιθυμητές και φυσικές δραστηριότητες, να μειώσει την ανεπιθύμητη συμπεριφορά (π.χ. στερεότυπα) και να διατηρήσει ή να αναπτύξει σωματικές, συμπεριφορικές, γνωστικές και/ή κοινωνικές ικανότητες. Από την άλλη πλευρά, ο εμπλουτισμός του περιβάλλοντος θα πρέπει να είναι αποτελεσματικός και να μην οδηγεί σε αφύσικη συμπεριφορά, να μη διαταράσσει τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις, να μην προκαλεί υπερδιέγερση των ατόμων και να μη δημιουργεί δυσφορία.

Συνιστάται στους ζωολογικούς κήπους να εφαρμόζουν προγράμματα εμπλουτισμού του περιβάλλοντος βάσει ημερήσιου ημερολογίου, το οποίο θα εξασφαλίζει καθημερινές αλλαγές εμπλουτισμού. Για είναι επιτυχημένο, το πρόγραμμα εμπλουτισμού του περιβάλλοντος πρέπει να σχεδιάζεται και να αξιολογείται.

Κοινωνικές ομάδες: Σε φυσικές συνθήκες, η σύνθεση των κοινωνικών ομάδων μπορεί να διαφέρει ανάλογα με τις οικολογικές συνθήκες καθώς και τις κοινωνικές περιστάσεις. Στους ζωολογικούς κήπους, τα ζώα μπορούν να προσαρμοστούν σε ασυνήθιστες κοινωνικές ομάδες, ακόμη και αν η δομή της ομάδας δεν ακολουθεί αυστηρά φυσικά μοτίβα. Το επίπεδο προσαρμογής θα εξαρτηθεί από το είδος και τα συγκεκριμένα άτομα.

Κατά προτίμηση, οι συνθήκες διαβίωσης όλων των ειδών θα είναι προσαρμοσμένες στις ανάγκες τους, με την ένταξη των ατόμων σε ομάδες κατάλληλου μεγέθους και κατάλληλης αναλογίας φύλων και ηλικιακής σύνθεσης. Όταν είναι αναπόφευκτα απαραίτητο να δημιουργηθούν μη φυσικές κοινωνικές ομάδες (όπως ομάδες εργένικων ζώων σε είδη που δεν σχηματίζουν τέτοιες ομάδες στη φύση), η παρακολούθηση της συμπεριφοράς είναι σημαντική για τη διαφύλαξη της υγείας και της καλής διαβίωσης. Είναι σημαντικό, πριν από την απομάκρυνση μεμονωμένων ζώων από μια παγιωμένη κοινωνική ομάδα, να λαμβάνεται υπόψη ο αντίκτυπος στο άτομο και στην υπόλοιπη ομάδα.

Ορισμένα είδη είναι μοναχικά στη φύση λόγω χωροκρατικότητας ή λόγω έλλειψης πόρων. Στους ζωολογικούς κήπους, εάν παρέχονται και κατανέμονται αρκετοί πόροι έτσι ώστε να μπορούν να διατηρούνται αποστάσεις μεταξύ των ατόμων για την αποφυγή συγκρούσεων, η κοινωνική ομαδοποίηση μπορεί να προσφέρει πολύτιμο εμπλουτισμό, αλλά συνιστάται να δίνεται προσοχή και να παρακολουθείται στενά.

Εάν ο διαχωρισμός των κοινωνικών δειγμάτων είναι απαραίτητος για λόγους διαχείρισης, η προσπάθεια διατήρησης μερικής επαφής (π.χ. παρακείμενοι χώροι εγκλεισμού) μπορεί να μειώσει τη δυσφορία του διαχωρισμού. Ορισμένα αρσενικά μπορεί να γίνουν επικίνδυνα κατά τη διάρκεια των εποχών αναπαραγωγής και είναι σημαντικό να εφαρμόζεται σχέδιο κατάλληλης διαχείρισης για τη διατήρηση της καλής διαβίωσης και της ασφάλειας ολόκληρης της ομάδας.

Όταν η κοινωνική απομόνωση είναι απαραίτητη για λόγους διαχείρισης, θα πρέπει να περιορίζεται στο ελάχιστο χρονικό διάστημα για τα κοινωνικά είδη. Εάν οι ζωολογικοί κήποι δεν διαθέτουν τις κατάλληλες εγκαταστάσεις για τη διαχείριση ενός είδους, αυτό μπορεί να ληφθεί υπόψη κατά τον σχεδιασμό της συλλογής.

Ψυχολογικές ανάγκες: Σύμφωνα με τις Ορθές Πρακτικές της Οδηγίας ΕΕ για τους ζωολογικούς κήπους,[12] τα ζώα βιώνουν μια σειρά θετικών ή αρνητικών συναισθηματικών καταστάσεων που μπορεί να επηρεάσουν την ικανότητά τους να διαχειρίζονται το περιβάλλον τους. Τα παραδείγματα συναισθηματικών καταστάσεων περιλαμβάνουν πλήξη, φόβο, πόνο, απογοήτευση, δυσφορία, ικανοποίηση και διάθεση για παιχνίδι.

Η πλήξη μπορεί να προκύψει από γυμνά, υπερβολικά προβλέψιμα περιβάλλοντα που δεν παρέχουν επαρκείς ευκαιρίες διέγερσης. Η πλήξη θεωρείται ως το πρώτο στάδιο μιας πορείας προς την απάθεια και την κατάθλιψη. Η απογοήτευση προκαλείται συχνότατα από τον περιορισμό της φυσικής συμπεριφοράς. Το άγχος, ο φόβος και η δυσφορία μπορεί να οφείλονται σε συγκεκριμένες πτυχές ή γεγονότα στο περιβάλλον αιχμαλωσίας, π.χ. χρόνιες κοινωνικές εντάσεις, υπερβολικές απρόβλεπτες καταστάσεις και υπερδιέγερση.

Η βελτίωση του σχεδιασμού του χώρου εγκλεισμού, ο κατάλληλος εμπλουτισμός του περιβάλλοντος, συμπεριλαμβανομένων της κοινωνικής διέγερσης ή άλλων πρακτικών ζωοτεχνίας, μπορούν όλα να συμβάλουν στη μείωση αυτών των αρνητικών συναισθηματικών καταστάσεων και στην προώθηση θετικών ψυχικών καταστάσεων. Οι κατάλληλες περιβαλλοντικές προκλήσεις που επιτρέπουν στα ζώα να εκφράζουν τις φυσικές τους τάσεις περιπλάνησης, εξερεύνησης, αναζήτησης τροφής και εξέτασης των αλλαγών στον περιβάλλοντα χώρο συμβάλλουν στην ελαχιστοποίηση των αρνητικών συναισθηματικών καταστάσεων, όπως η πλήξη, ο φόβος και η απογοήτευση.

Η ενθάρρυνση της κατάλληλης διανοητικής διέγερσης, της συμπεριφορικής ποικιλότητας και της έκφρασης της φυσικής συμπεριφοράς των ζώων οδηγεί σε θετικές ψυχικές καταστάσεις, όπως ικανοποίηση, άνεση, ζωτικότητα και διάθεση για παιχνίδι. Οι θετικές συναισθηματικές καταστάσεις μπορούν να ενισχυθούν περαιτέρω μέσω της ποικιλίας, της κατάλληλης πολυπλοκότητας και του ελέγχου και της επιλογής του περιβάλλοντος.

Κτηνιατρική αγωγή: Οι καλές γνώσεις, οι καλές εγκαταστάσεις και ο καλός εξοπλισμός είναι οι τρεις πυλώνες στους οποίους βασίζεται η κτηνιατρική αγωγή στους ζωολογικούς κήπους. Χωρίς οποιοδήποτε από αυτά τα τρία στοιχεία, η ποιότητα της κτηνιατρικής αγωγής θα είναι ανεπαρκής. Η κτηνιατρική αγωγή στους ζωολογικούς κήπους περιλαμβάνει τη θεραπευτική αγωγή, την προληπτική ιατρική, τη σωστή τήρηση αρχείων και μέτρα βιοπροφύλαξης ώστε να αποτρέπονται οι τραυματισμοί και οι ασθένειες τόσο των ζώων όσο και των ανθρώπων που έρχονται σε επαφή με τα ζώα.

Η οδηγία 92/65/ΕΟΚ του Συμβουλίου (οδηγία Balai) περιγράφει τα ετήσια προγράμματα παρακολούθησης της ασθένειας για εγκεκριμένες εγκαταστάσεις καθώς και τις διαδικασίες μεταφοράς και απομόνωσης ζώων για τη μεταφορά ζώων μεταξύ εγκεκριμένων και μη εγκεκριμένων εγκαταστάσεων. Αυτή η καθοδήγηση είναι χρήσιμη για όλους τους ζωολογικούς κήπους και οι απαιτήσεις που περιγράφονται παρακάτω πρέπει να θεωρηθούν συμπληρωματικές. Βλ. επίσης περιπτωσιολογική μελέτη.

Απομόνωση (καραντίνα): Για λόγους υγείας των ζώων μπορεί να απαιτείται τα ζώα που φθάνουν στον ζωολογικό κήπο να φυλάσσονται σε απομόνωση (καραντίνα), αφού ληφθούν σχετικά μέτρα βιοπροφύλαξης, για να αποτρέπεται η εισαγωγή παθογόνων στους μόνιμους πληθυσμούς του ζωολογικού κήπου.

11. Αποφυγή διαφυγής

Βασική μέριμνα της Οδηγίας 1999/22 για τους ζωολογικούς κήπους είναι η πρόληψη της διαφυγής των ζώων τους, με σκοπό κυρίως την αποτροπή ενδεχομένων οικολογικών απειλών σε βάρος αυτόχθονων ειδών και την παρεμπόδιση της εισαγωγής εξωτερικών προβληματικών ειδών. Οι λέξεις «πρόληψη – φροντίδα – παρεμπόδιση» που χρησιμοποιούνται στο κείμενο της οδηγίας επισημαίνουν τον προληπτικό χαρακτήρα των μέτρων που θα πρέπει να λαμβάνονται.[13]

Η αναμονή μέχρι να διαφύγει ένα ζώο ή μέχρι να εμφανιστούν επιβλαβή ζώα στον ζωολογικό κήπο πριν από τη λήψη μέτρων δεν είναι αποδεκτή. Τα μέτρα που προβλέπονται στο άρθρο 3 (τέταρτη περίπτωση) της Οδηγίας, ήτοι φροντίδα για τη μη διαφυγή των ζώων και παρεμπόδιση της εισαγωγής επιβλαβών ζώων και παρασίτων, είναι συμπληρωματικά προς τα υπόλοιπα μέτρα διατήρησης που ορίζει το άρθρο 3, δεδομένου ότι αποσκοπούν στη διατήρηση μιας υγιούς συλλογής ζώων ελαχιστοποιώντας τη μόλυνση από εξωτερικά είδη, ενώ τα αυτόχθονα είδη εκτός των ορίων του ζωολογικού κήπου δεν εκτίθενται σε καμία απειλή από τη συλλογή των ζώων.

Σύμφωνα με τις Ορθές Πρακτικές της Οδηγίας,[14] το πεδίο εφαρμογής του εν λόγω μέτρου διατήρησης χρήζει αποσαφήνισης σε δύο σημεία:

1. Στο σημείο όπου αναφέρεται ότι η φροντίδα για τη μη διαφυγή των ζώων από ζωολογικούς κήπους και η παρεμπόδιση της εισαγωγής προβληματικών ειδών στους χώρους των ζωολογικών κήπων θα έχει αναπόφευκτα ευεργετικό αντίκτυπο στους ανθρώπους (τόσο στους επισκέπτες όσο και στο προσωπικό ζωολογικών κήπων), προστατεύοντάς τους από δυνητικές σωματικές βλάβες που προκαλούνται από τα ζώα που διαφεύγουν ή από τη μετάδοση ασθενειών από εξωτερικά είδη. Ωστόσο, στόχος της προστασίας στην εν λόγω οδηγία, όπως ορίζεται στο άρθρο 1, είναι η βιοποικιλότητα εν γένει και η άγρια πανίδα ειδικότερα, και όχι οι ίδιοι οι άνθρωποι. Παρ’ όλο που οι άνθρωποι θα επωφεληθούν από την εφαρμογή των προαναφερόμενων μέτρων, η ασφάλεια/προστασία των ανθρώπων δεν εξετάζεται ειδικά στο πλαίσιο του παρόντος ή οποιουδήποτε άλλου τμήματος της ισχύουσας νομοθεσίας και, ως εκ τούτου, τα εν λόγω μέτρα ασφάλειας/προστασίας (π.χ. φραγμοί που εμποδίζουν τους επισκέπτες να πέσουν σε τάφρο ή ενέργειες για τον μετριασμό των κινδύνων τραυματισμού κατά την παρακολούθηση παράστασης ελεύθερης πτήσης πτηνών) θα πρέπει να αντιμετωπίζονται από τον ζωολογικό κήπο σύμφωνα με την ισχύουσα τοπική, εθνική και περιφερειακή νομοθεσία σχετικά με το ζήτημα αυτό.

2. Στο σημείο όπου αναφέρεται ότι πολλά φυτά και φύκη που χρησιμοποιούνται για διακοσμητικούς σκοπούς σε ζωολογικούς κήπους δεν είναι αυτόχθονα είδη της περιοχής στην οποία βρίσκεται ο ζωολογικός κήπος και συνιστούν πιθανή απειλή για το περιβάλλον. Ωστόσο, προσδιορίζοντας τα «ζώα» στο κείμενό της, η οδηγία της ΕΕ για τους ζωολογικούς κήπους αποκλείει άλλα ξένα είδη, όπως τα φυτά ή τα φύκη, από το πεδίο εφαρμογής της. Στο πλαίσιο αυτό, έχουν συναφθεί διεθνείς συμφωνίες σχετικά με τα μη αυτόχθονα είδη, οι οποίες περιλαμβάνουν διατάξεις για την πρόληψη της εισαγωγής τους καθώς και για τον έλεγχο ή την εξάλειψη των χωροκατακτητικών ξένων ειδών. Συναφώς, η οδηγία 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας ορίζει ότι τα κράτη μέλη «μεριμνούν ώστε η ηθελημένη εισαγωγή ενός μη τοπικού είδους στο φυσικό περιβάλλον να ρυθμίζεται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μη παραβλάπτει καθόλου τους φυσικούς οικοτόπους στην περιοχή της φυσικής τους κατανομής ούτε την τοπική άγρια πανίδα και χλωρίδα, όποτε δε το κρίνουν αναγκαίο, απαγορεύουν την εν λόγω εισαγωγή» (άρθρο 22 στοιχ. β’). Ομοίως, το άρθρο 11 παρ. 2 στοιχ. β’ της σύμβασης της Βέρνης απαιτεί από τα συμβαλλόμενα μέρη «να ελέγχουν αυστηρά την εισαγωγή ξένων ειδών».

Οι ζωολογικοί κήποι έχουν πολλά είδη ζώων, τα περισσότερα από τα οποία είναι ξένα είδη (παρ’ ότι ορισμένοι ζωολογικοί κήποι ειδικεύονται στην αυτόχθονη πανίδα). Σε παγκόσμιο επίπεδο έχουν αναφερθεί διαφυγές από ζωολογικούς κήπους, με αποτέλεσμα οι ζωολογικοί κήποι να καθίστανται πιθανές πηγές ξένων ειδών σε περίπτωση διαφυγής των ζώων. Μολονότι η σημασία των ζωολογικών κήπων στην εισαγωγή χωροκατακτητικών ξένων ειδών είναι χαμηλή σε σύγκριση με άλλες δραστηριότητες, όπως η καλλιέργεια κηπευτικών ή το εμπόριο ζώων συντροφιάς, οι ζωολογικοί κήποι πρέπει να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για την πρόληψη της διαφυγής των ζώων τους.

Καίριο είναι στο σημείο αυτό το ερώτημα, αν όλες οι διαφυγές ζώων συνιστούν οικολογική απειλή; Με βάση τις Ορθές Πρακτικές της Οδηγίας 1999/22, δεν συνιστούν όλα τα είδη ενός ζωολογικού κήπου πραγματική απειλή για το οικοσύστημα σε περίπτωση διαφυγής τους. Ακόμη και αν ένα ζώο (ή ζώα) διαφύγει από τον χώρο εγκλεισμού του, μπορεί παρ’ όλα αυτά να περιοριστεί στους χώρους του ζωολογικού κήπου πριν διαφύγει από τον ζωολογικό κήπο. Μπορεί επίσης να αιχμαλωτιστεί εκ νέου και να ανακτηθεί μετά τη διαφυγή από τους χώρους του ζωολογικού κήπου, αλλά πριν προκαλέσει βλάβη στα αυτόχθονα είδη και ακόμη και αν επιτύχει να ελευθερωθεί πλήρως θα πρέπει να εγκατασταθεί και να εξαπλωθεί εντός του νέου οικοσυστήματος, ώστε να καταστεί χωροκατακτητικό.

Σε περίπτωση διαφυγής, η επιτυχία κάθε ζώου ή είδους να ελευθερωθεί πλήρως εξαρτάται από τα ιδιαίτερα φυσικά χαρακτηριστικά και τη συμπεριφορά του. Για παράδειγμα, αναμένεται ενδεχομένως ότι τα εκ φύσεως μεγαλόσωμα είδη θα έχουν λιγότερες πιθανότητες να μπορέσουν να διαφύγουν σε σύγκριση με τα μικρότερα ζώα, καθώς προσελκύουν περισσότερο την προσοχή των ανθρώπων και, συνεπώς, είναι ευκολότερο να εντοπιστούν.

Τα επικίνδυνα είδη έχουν μάλλον λιγότερες πιθανότητες να καταφέρουν να εισβάλλουν στη φύση, δεδομένου ότι ο κίνδυνος που συνιστούν για το κοινό συνεπάγεται ότι θα καταβληθούν περισσότερες προσπάθειες για την εκ νέου αιχμαλώτισή τους. Καθίσταται ακόμα σαφές ότι το πρότυπο κινητικότητας των ειδών διαδραματίζει επίσης σημαντικό ρόλο στη διαφυγή, από πλευράς ταχύτητας και μεθόδου· Τα πετούμενα ζώα είναι πιθανότερο να καταφέρουν να διαφύγουν καθώς είναι δυσκολότερο να πιαστούν και να ανακτηθούν.

Για την εκτίμηση του κινδύνου βιολογικής εισβολής απαιτείται διεξοδική αξιολόγηση: α) της πιθανότητας εγκατάστασης, αριθμητικής αύξησης και εξάπλωσης του είδους, καθώς και του περιθωρίου που έχει να διαδραματίσει ανεπιθύμητους οικολογικούς ρόλους στις περιοχές στις οποίες εισάγεται, β) της πιθανότητας πρόκλησης ανεπιθύμητων επιπτώσεων στη βιοποικιλότητα ή στο οικοσύστημα, γ) της περιοχής που επηρεάζεται άμεσα από την πιθανή διαφυγή καθώς και της περιοχής πιθανής επέκτασης μεσοπρόθεσμα έως μακροπρόθεσμα. Οι σύνθετες και αλληλένδετες αρνητικές επιπτώσεις ενός χωροκατακτητικού ξένου είδους μπορούν να καταστούν εμφανείς μόνο δεκαετίες μετά την εισαγωγή τους, δ) της ικανότητας των ειδών να εξαπλώνονται γεωγραφικά (κινητικότητα, διασπορά από τον άνεμο, διασπορά σε γλυκά ύδατα ή θαλάσσια περιβάλλοντα κ.λπ.), ε) της περιοχής που ενδέχεται να επηρεαστεί από τη διαφυγή.

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μεριμνούν, ώστε οι ζωολογικοί κήποι τους να διαθέτουν ικανοποιητικά μέτρα ασφαλείας κατά της διαφυγής. Αυτό δεν ισχύει μόνο για τα είδη που είναι επικίνδυνα για τον άνθρωπο, αλλά και για τα είδη που συνιστούν δυνητική απειλή (π.χ. μη αυτόχθονα είδη και/ή χωροκατακτητικά ξένα είδη) για τα αυτόχθονα είδη εκτός του ζωολογικού κήπου.

Για παράδειγμα, η Ευρωπαϊκή Ένωση Ζωολογικών Κήπων και Ενυδρείων (EAZA) καθώς και άλλες εθνικές/περιφερειακές επαγγελματικές ενώσεις ζωολογικών κήπων διαθέτουν συχνά κατάλογο των ειδών που είναι επικίνδυνα για τον άνθρωπο στις προδιαγραφές στέγασης και ζωοτεχνίας τους, ώστε να διασφαλίζεται ότι κάθε ίδρυμα γνωρίζει την επικινδυνότητα της συλλογής των ζώων του και λαμβάνονται τα κατάλληλα μέτρα ασφαλείας. Ένας παρόμοιος κατάλογος για τα είδη που είναι επικίνδυνα για το περιβάλλον θα μπορούσε να αυξήσει την ασφάλεια για τα ξένα είδη και τα χωροκατακτητικά ξένα είδη και την ευαισθητοποίηση του προσωπικού των ζωολογικών κήπων.

Τα μέλη του προσωπικού θα πρέπει να έχουν επίγνωση της σημασίας που έχουν τα μέτρα ασφαλείας για τα είδη που ενδέχεται να είναι επικίνδυνα για το περιβάλλον, όπως ισχύει και για τα μέτρα που αφορούν τα είδη που θεωρούνται επικίνδυνα για τον άνθρωπο. Είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι τα περισσότερα χωροκατακτητικά ξένα είδη δεν είναι άμεσα επιβλαβή για τον άνθρωπο. Για παράδειγμα, κανένα από τα είδη -με εξαίρεση ορισμένα είδη μέδουσας- που απαριθμούνται στον κατάλογο με «τα 100 χειρότερα χωροκατακτητικά είδη για την Ευρώπη» που δημοσιεύθηκε από το DAISIE[15] (Καταγραφή των ξένων χωροκατακτητικών ειδών για την Ευρώπη) δεν συνιστά άμεσο κίνδυνο για τον άνθρωπο.

Ως εκ τούτου, η ασφάλεια είναι σημαντική για ορισμένα είδη καθώς συνιστούν απειλή για τους ανθρώπους και για άλλα είδη καθώς συνιστούν απειλή για το περιβάλλον.

Ο ευρωπαϊκός κώδικας δεοντολογίας για ζωολογικούς κήπους και ενυδρεία και τα χωροκατακτητικά ξένα είδη είναι ένα έγγραφο που εκπονήθηκε από το Συμβούλιο της Ευρώπης σε συνεργασία με την ομάδα εμπειρογνωμόνων για τα χωροκατακτητικά είδη της IUCN και της EAZA. Προσδιορίζει πέντε συστάσεις με σκοπό να διασφαλισθεί ότι οι συλλογές ζώων στους ευρωπαϊκούς ζωολογικούς κήπους δεν αποτελούν πηγή χωροκατακτητικών ξένων ειδών και ότι αυξάνεται η συνολική δέσμευση και συμμετοχή των εν λόγω ιδρυμάτων όσον αφορά τον ρόλο τους στη διατήρηση, την έρευνα και την εκπαίδευση σχετικά με τα χωροκατακτητικά είδη.

Οι πέντε αυτές συστάσεις είναι οι εξής: 1. Θέσπιση αποτελεσματικών προληπτικών μέτρων με σκοπό την αποτροπή ακούσιας εισαγωγής και εξάπλωσης χωροκατακτητικών ξένων ειδών. 2. Εξέταση των κινδύνων εισαγωγής χωροκατακτητικών ξένων ειδών σε όλα τα έργα διαχείρισης άγριας ζωής και οικοτόπων. 3. Ενεργός συμμετοχή σε δραστηριότητες ευαισθητοποίησης και προβολής με επίκεντρο τα χωροκατακτητικά ξένα είδη και τον αντίκτυπό τους. 4. Υιοθέτηση βέλτιστων πρακτικών για την υποστήριξη του συστήματος έγκαιρης προειδοποίησης και ταχείας αντίδρασης όσον αφορά τα χωροκατακτητικά ξένα είδη, και 5. Επίγνωση όλων των σχετικών κανονισμών που αφορούν τους ζωολογικούς κήπους και τα ενυδρεία και τα χωροκατακτητικά ξένα είδη.

Οι ανωτέρω συστάσεις μπορούν να θεωρηθούν το πρώτο βήμα που απαιτείται για την ενθάρρυνση εθελοντικών πρωτοβουλιών για ζωολογικούς κήπους σύμφωνα με τις αρχές της ευρωπαϊκής στρατηγικής για τα χωροκατακτητικά ξένα είδη. Αναπτύχθηκαν με στόχο να διασφαλιστεί ότι οι συλλογές των ζωολογικών κήπων δεν συνιστούν απειλή για το περιβάλλον με το να καταστούν πηγή χωροκατακτητικών ξένων ειδών.

Πρώτος άξονας δράσης: ασφαλείς χώροι εγκλεισμού για την καταπολέμηση της διαφυγής ζώων

Η πρόληψη της διαφυγής των ζώων ζωολογικών κήπων από τους χώρους εγκλεισμού τους (αν στεγάζονται σε χώρο εγκλεισμού) ή από τους χώρους του ζωολογικού κήπου εξαρτάται από δύο βασικούς παράγοντες: 1. Το ζώο δεν μπορεί να υπερβεί την περίφραξη του χώρου εγκλεισμού, επειδή είναι κατασκευασμένη με τα σωστά υλικά, με σωστό σχεδιασμό, συντηρείται κατάλληλα και ελέγχεται τακτικά, και 2. Οι επισκέπτες δεν μπορούν να απελευθερώσουν τα ζώα είτε άμεσα βγάζοντας το ζώο από τον χώρο εγκλεισμού του και παίρνοντάς το, είτε έμμεσα, διευκολύνοντας τη διαφυγή του.

Δεδομένου του αυξανόμενου ρόλου των συλλογών φυτών σε πολλά ιδρύματα (συμπεριλαμβανομένων εκείνων που χρησιμοποιούνται για τροφή, όπως οι σπόροι πτηνών, για εμπλουτισμό του περιβάλλοντος, σχεδιασμό έκθεσης/δεξαμενών και περιβαλλοντική εκπαίδευση), είναι σημαντικό να αναγνωριστεί ότι η χρήση χωροκατακτητικών φυτών μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την εξάπλωση σε παρακείμενες φυσικές περιοχές. Εναλλακτικά, μπορούν να προσδιοριστούν μη χωροκατακτητικά, ενδεχομένως αυτόχθονα, φυτά που είναι κατάλληλα για την περιοχή από αισθητικής και κηπευτικής πλευράς και να χρησιμοποιηθούν για την αντικατάσταση γνωστών ή δυνητικών χωροκατακτητικών ξένων ειδών.

Οι χώροι εγκλεισμού θα πρέπει να είναι έτσι σχεδιασμένοι ώστε να αποτρέπεται η διαφυγή των στεγαζόμενων ζώων και φυτών, των πολλαπλασιαστικών μονάδων τους, των παρασίτων και των παθογόνων τους ή κάθε άλλου οργανισμού με δυνητικά επιβλαβείς επιπτώσεις στο περιβάλλον. Ο σχεδιασμός θα ποικίλλει ανάλογα με το είδος. Ωστόσο, κατά γενικό κανόνα, το είδος του χώρου εγκλεισμού, τα υλικά που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή του και ο σχεδιασμός της φυσικής περίφραξης θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τη σωματική δύναμη, τη συμπεριφορά και τις γνωστικές ικανότητες των ζώων που στεγάζονται.

Τρία στοιχεία του χώρου εγκλεισμού έχουν ζωτική σημασία για τον περιορισμό και την ασφάλεια των ζώων: α) Φυσικός φραγμός, β) Πύλες και θύρες, και γ) Σύστημα αποστράγγισης.

α) Φυσικοί φραγμοί

Οι φραγμοί θα πρέπει να σχεδιάζονται, να κατασκευάζονται και να διατηρούνται με τρόπο που να συγκρατούν τα ζώα εντός των χώρων εγκλεισμού, διασφαλίζοντας ότι η βλάστηση, οι κατασκευές αναρρίχησης ή άλλα στοιχεία διατηρούνται με τρόπο που να μην βοηθά τη διαφυγή τους. Οι φραγμοί πρέπει επίσης να είναι αρκετά γεροί, ώστε να αντέχουν στις απρόβλεπτες καιρικές συνθήκες (χιονοπτώσεις, ισχυρός άνεμος κ.λπ.). Ο καλύτερος τρόπος για να διασφαλιστεί η τακτική συντήρηση όλων των υποδομών περιορισμού, όπως κλωβοί, ορνιθώνες, περιφράξεις, φραγμοί κ.λπ., είναι η θέσπιση διαδικασίας αξιολόγησης που περιλαμβάνει την υπεύθυνη και τακτική παρακολούθηση και επιθεώρηση των εγκαταστάσεων (π.χ. για τον εντοπισμό ζημιών σε περιφράξεις κ.λπ.).

Ιδίως όταν χρησιμοποιείται ηλεκτρική περίφραξη για τον περιορισμό των ζώων, το σύστημα θα πρέπει να ελέγχεται καθημερινά και να διαθέτει εφεδρική παροχή ηλεκτρικής ενέργειας σε περίπτωση διακοπής ρεύματος (π.χ. αλιευτικό δίχτυ σε μαύρο χρώμα για τη μείωση της υποβάθμισης λόγω υπεριώδους ακτινοβολίας χρησιμοποιήθηκε ως ασφαλής φραγμός για εκθέματα πτηνών, καθιστώντας δυνατή τη χρήση μεγάλων υποστυλωμάτων εγκλεισμού χωρίς να παρεμβάλλονται ενδιάμεσα στηρίγματα).

Δεδομένης της μεγάλης ποικιλίας ταξινομικών βαθμίδων που απαντώνται σε ζωολογικούς κήπους, απαιτείται ισάριθμη ποικιλία όσον αφορά τα είδη χώρων εγκλεισμού. Για παράδειγμα, για τα τρωκτικά απαιτείται τεχνητό «δάπεδο» σε συγκεκριμένη απόσταση κάτω από το έδαφος (η απόσταση αυτή εξαρτάται από τον συνήθη τρόπο σκαψίματος του είδους) ως φραγμός ο οποίος επιτρέπει το σκάψιμο αλλά παρεμποδίζει τη διαφυγή.

Για τα είδη που μπορούν να αναρριχηθούν ή να κάνουν άλματα, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα ελάχιστα συνιστώμενα ύψη για τους φραγμούς, όπως αναφέρονται στα εθνικά ή διεθνή πρότυπα της κοινότητας των ζωολογικών κήπων (π.χ. EAZA, κατευθυντήριες γραμμές της ASZK για τη ζωοτεχνία). Όταν το είδος είναι τόσο ευκίνητο, ώστε να μην είναι πρακτικά εφικτό να υπάρχουν εναλλακτικοί φραγμοί, ενδέχεται να απαιτείται πλήρης δικτυωτή περίφραξη.

Κατά τον σχεδιασμό και τη κατασκευή των χώρων εγκλεισμού θα πρέπει να λαμβάνονται πλήρως υπόψη οι κίνδυνοι που συνδέονται με τη δύναμη, τη συμπεριφορά και τις γνωστικές ικανότητες του ζώου. Θα πρέπει να προβλεφθούν ειδικές διατάξεις για τα ζώα που έχουν την ικανότητα αλμάτων, αναρρίχησης ή σκαψίματος, για παράδειγμα: 1. Οροφή επαρκούς αντοχής πάνω από ολόκληρο τον χώρο εγκλεισμού, 2. Περίφραξη σε κατάλληλο ύψος, η οποία μπορεί να περιλαμβάνει εσωτερικές προεξοχές για πρόσθετη ασφάλεια, και 3. Επεκτάσεις προς τα κάτω στο έδαφος σε συνδυασμό με οριζόντιες επεκτάσεις για την επιστροφή στον χώρο εγκλεισμού, με επαρκές πλάτος.

Κατά τον σχεδιασμό των φραγμών του χώρου εγκλεισμού, είναι απαραίτητο να λαμβάνεται υπόψη, αν θα επιτρέπεται στο κοινό να έρχεται σε άμεση επαφή με τα ζώα, είτε μέσω του φραγμού προστασίας είτε εντός του χώρου εγκλεισμού. Η επαφή μεταξύ ανθρώπων και ζώων συνιστά δυνητική σωματική βλάβη τόσο για το άτομο όσο και για το ζώο και μπορεί να διευκολύνει τη μετάδοση ζωονόσων (π.χ. τα προστατευτικά πλαίσια που χρησιμοποιούνται στους χώρους εγκλεισμού πρέπει να μπορούν να αντέχουν τις επιθέσεις ζώων. Όταν ασκείται ακραία ή επαναλαμβανόμενη δύναμη στην υαλόφραξη, όπως στην περίπτωση των γοριλών, μπορεί να είναι αναγκαία η χρήση αλεξίσφαιρων τζαμιών υψηλής αντοχής (π.χ. 25 mm ή περισσότερα). Το πλαίσιο στήριξης του τζαμιού πρέπει να είναι επαρκώς ισχυρό και ανθεκτικό. Όταν χρησιμοποιείται τζάμι, πρέπει να φέρει σήμανση ή να ενσωματώνει χαρακτηριστικά σχεδιασμού, ώστε να είναι ευδιάκριτο.

Πριν ληφθεί απόφαση σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία ειδών στις εγκαταστάσεις του ζωολογικού κήπου (π.χ. στην περίπτωση ελεύθερης πτήσης ψιττακοειδών πτηνών ή εκθέσεων ιπτάμενων αρπακτικών πτηνών), ο ζωολογικός κήπος θα πρέπει να διενεργεί ειδικές αξιολογήσεις για να εκτιμήσει αν τα είδη αυτά θα μπορούσαν να συνιστούν απειλή για ιθαγενή είδη, οικοτόπους και οικοσυστήματα (επίσης σε σχέση με την εξάπλωση ασθενειών) σε περίπτωση διαφυγής. Είδη με αποδεδειγμένη χωροκατακτητική δυνατότητα στη χώρα στην οποία βρίσκεται ο ζωολογικός κήπος (καθώς και σε γειτονικές χώρες ανάλογα με τις ικανότητες διασποράς του υπό εξέταση είδους) αποτελούν σοβαρό κίνδυνο, αν επιτραπεί η ελεύθερη κυκλοφορία τους στους χώρους του ζωολογικού κήπου.

Είναι δυνατό να εφαρμοστούν αποτελεσματικές τεχνικές για τη μείωση της χωροκατακτητικής δυνατότητας των ειδών σε ανοικτές εκθέσεις, για παράδειγμα με την απελευθέρωση μόνο αρσενικών, την τοποθέτηση συσκευών εντοπισμού στα ζώα ή με τον μόνιμο ή προσωρινό περιορισμό της ικανότητας των πτηνών να πετούν (όποτε είναι εφικτό και σκόπιμο, σύμφωνα με τους κανονισμούς για την υγεία και την καλή διαβίωση των ζώων και τις βέλτιστες πρακτικές).

Αν επιτρέπεται η ελεύθερη πτήση πτηνών, είτε χρησιμοποιούνται για παραστάσεις είτε για διακοσμητικούς σκοπούς (π.χ. παγώνια), οι ζωολογικοί κήποι μπορούν να τα ενθαρρύνουν να παραμείνουν στον χώρο παρέχοντας περιοχές κουρνιάσματος, φωλιές και σημεία σίτισης. Ωστόσο, η ασφαλέστερη επιλογή είναι η αποφυγή συμπεριφορών ελεύθερης βοσκής είτε στο πλαίσιο επιδείξεων είτε ως διακοσμητικών πτηνών που κινούνται γύρω από τον ζωολογικό κήπο.

β) Πύλες και θύρες

Οι πύλες και οι θύρες πρέπει να είναι ανθεκτικές και να συγκρατούν αποτελεσματικά τα ζώα. Αυτό συνεπάγεται ότι τα ζώα δεν μπορούν να σηκώσουν τα μάνδαλα ή να λύσουν τον μηχανισμό στερέωσης. Οι πύλες και οι θύρες προς τους χώρους εγκλεισμού πρέπει να κλειδώνουν με ασφάλεια, ώστε να αποτρέπεται το άνοιγμα από μη εξουσιοδοτημένα άτομα.

Για τους χώρους εγκλεισμού στους οποίους επιτρέπεται στο κοινό η είσοδος (είτε πεζή είτε με κλειστά οχήματα), θα ήταν σκόπιμο να υπάρχει μία είσοδος και μία έξοδος, η επίβλεψη των οποίων θα πρέπει να είναι σε ανάλογο επίπεδο με το έκθεμα. Αν οι εν λόγω χώροι εγκλεισμού στεγάζουν πετούμενα (π.χ. έντομα, πτηνά, χειρόπτερα) ή αναρριχητικά είδη (π.χ. πρωτεύοντα), θα πρέπει να διαθέτουν διπλές πύλες για να αποτρέπεται η τυχαία διαφυγή. Ο χώρος μεταξύ των πυλών θα πρέπει να είναι επαρκής, ώστε να επιτρέπει το πλήρες κλείσιμο -εμπρός και πίσω- κατά την είσοδο ανθρώπων ή οχημάτων.

Το σκεπτικό για τον σχεδιασμό των θυρών και των πυλών περιλαμβάνει την εύκολη χρήση κάθε κλειδαριάς, μανδάλου ή σύρτη από την εσωτερική πλευρά από το προσωπικό των ζωολογικών κήπων, όχι όμως από τα ζώα. Οι εσωτερικές θύρες και πύλες θα πρέπει να παραμένουν κλειστές, όταν οι εργαζόμενοι βρίσκονται στον χώρο εγκλεισμού, ώστε να αποτρέπεται η είσοδος των ζώων στη μεταβατική περιοχή. Η τοποθέτηση της πύλης ή της θύρας κατά τρόπο ώστε να ανοίγει προς τα μέσα (προς τον χώρο εγκλεισμού) αποκλείει την ανάγκη να πρέπει να κλείσει κόντρα στο βάρος κάποιου ζώου.

γ) Σύστημα αποστράγγισης

Γενικά, οποιοδήποτε μέρος της συνολικής δομής των συστημάτων αποστράγγισης και διήθησης των λυμάτων θα μπορούσε να προκαλέσει την ακούσια απελευθέρωση ζώων. Για αυτόν τον λόγο, συνιστάται οι ζωολογικοί κήποι με ενυδρεία, και ειδικότερα εκείνοι που βρίσκονται κοντά σε ακτές, να τηρούν αυστηρές προφυλάξεις ασφαλείας στο πλαίσιο αυτό. Ο έλεγχος των υδάτων από τους χώρους εγκλεισμού και τα ενυδρεία (ή από οποιοδήποτε άλλο υδατικό σύστημα που περιλαμβάνεται στον ζωολογικό κήπο) μειώνει την πιθανότητα απελευθέρωσης των ζώων στο φυσικό περιβάλλον (για παράδειγμα, η Caulerpa taxifolia είναι ένα χωροκατακτητικό είδος φυκών που προκαλεί σοβαρά περιβαλλοντικά προβλήματα στη Μεσόγειο Θάλασσα. Το 1980 οι διαχειριστές ενυδρείων επέλεξαν ένα στέλεχος ψυχρών υδάτων των εν λόγω φυκών. Το 1984, αυτό το στέλεχος της Caulerpa απελευθερώθηκε τυχαία από ένα ευρωπαϊκό ενυδρείο στη Μεσόγειο Θάλασσα, όπου εγκαταστάθηκε. Σήμερα, η Caulerpa έχει αποικίσει χιλιάδες εκτάρια θαλάσσιου βυθού στη Μεσόγειο και απαντάται από τη Γαλλία έως την Κροατία, ενώ είναι πιθανό να επεκταθεί το εύρος της στη Μεσόγειο. Το χωροκατακτητικό στέλεχος της Caulerpa στη Μεσόγειο Θάλασσα καταπνίγει άλλα είδη φυκών, θαλάσσια λιβάδια και κοινότητες άμισχων ασπόνδυλων. Οι μεγάλοι λειμώνες της Caulerpa έχουν μειώσει σημαντικά την ποικιλότητα των ιθαγενών ειδών και οικοτόπους ιχθύων. Τα ιθαγενή είδη ιχθύων που μπορούν να καταναλώσουν Caulerpa, όπως οι μεσογειακές σπαρίδες, συσσωρεύουν στη σάρκα τους τοξίνες από την Caulerpa, γεγονός που καθιστά τα ψάρια αυτά ακατάλληλα για κατανάλωση από τον άνθρωπο).

Δεύτερος άξονας δράσης: το περιμετρικό όριο

Η περιμετρική περίφραξη του ζωολογικού κήπου είναι το πλέον προφανές μέσο για την πρόληψη της διαφυγής των ζώων από τον ζωολογικό κήπο. Οι περιφράξεις (συμπεριλαμβανομένων των σημείων πρόσβασης) θα πρέπει να σχεδιάζονται, να κατασκευάζονται και να διατηρούνται με τρόπο που να αποθαρρύνεται η παράνομη είσοδος και, στο μέτρο του δυνατού, να παρεμποδίζεται η διαφυγή των ζώων (μεταξύ άλλων μέσω σωληνώσεων αποστράγγισης ή άλλων υδροσωλήνων). Για παράδειγμα, τα αφύλακτα σημεία πρόσβασης σε ζωολογικούς κήπους (π.χ. οι πύλες προσωπικού) μπορούν να είναι εξοπλισμένα με μηχανισμούς αυτόματου κλεισίματος, παρακολούθηση με κάμερες κλειστού κυκλώματος και/ή σύστημα συναγερμού.

Τρίτος άξονας δράσης: Μέτρα ασφάλειας σε περίπτωση τυχαίας διαφυγής των ζώων

Οι ζωολογικοί κήποι ενθαρρύνονται ένθερμα να διαθέτουν σχέδιο έκτακτης ανάγκης για τη διαφυγή των ζώων σε περίπτωση βλάβης του συστήματος ασφάλειας ή άλλων απρόβλεπτων συμβάντων (π.χ. φυσικές καταστροφές, πυρκαγιές). Η διαφυγή των ζώων μπορεί να συνιστά κίνδυνο τόσο για τον άνθρωπο όσο και για το περιβάλλον.[16]

Η συνεκτίμηση των χωροκατακτητικών ξένων ειδών στο σχέδιο έκτακτης ανάγκης του ζωολογικού κήπου θα συμβάλει στην ελαχιστοποίηση του κινδύνου εισαγωγής ξένων ειδών στο περιβάλλον, αν υποθέσουμε ότι εφαρμόζονται και είναι αποτελεσματικά όλα τα υπόλοιπα μέτρα ασφαλείας (φραγμοί, θύρες/πύλες και σύστημα αποστράγγισης).

Ως προληπτικό μέτρο και στο μέτρο του δυνατού, είναι επιθυμητό να ανακτώνται (ζωντανά ή νεκρά) τα ζώα που διαφεύγουν. Για τον σκοπό αυτόν, θα πρέπει να υπάρχει κατάλληλος εξοπλισμός (π.χ. δίχτυα, όπλα, αντιοφικοί οροί κ.λπ.), κατάρτιση και οι κατάλληλες άδειες για τη χρήση του εν λόγω εξοπλισμού. Για την ιεράρχηση των ειδών που συνιστούν τον μεγαλύτερο βιολογικό κίνδυνο σε περίπτωση διαφυγής τους, μπορούν να χρησιμοποιηθούν κατάλογοι χωροκατακτητικών ξένων ειδών και δυνητικών χωροκατακτητικών ξένων ειδών για την περιοχή.

Ενθαρρύνεται ένθερμα να υπάρχει σχέδιο έκτακτης ανάγκης με τα πρωτόκολλα και τις δράσεις (αιχμαλώτιση ζώων, προστασία του κοινού, αποκλεισμός της περιμέτρου, ειδοποίηση της αστυνομίας κ.λπ.) που θα πρέπει να αναλαμβάνονται σε περίπτωση διαφυγής, καθώς και αλυσίδα ευθυνών για τις δράσεις αυτές. Όταν η διαφυγή θα μπορούσε να συνιστά απειλή για γειτονική χώρα, θα πρέπει να υπάρχει μηχανισμός επικοινωνίας για την ενημέρωση των αρμόδιων αρχών.

Πτυχές που πρέπει να εξετάζονται για ενσωμάτωση σε διαδικασίες έκτακτης ανάγκης σε περίπτωση διαφυγής ζώου (είτε είναι ταξινομημένο ως επικίνδυνο είτε ως μη επικίνδυνο) είναι οι ακόλουθες:

α) Ορισμός ενός προσώπου και ενός αντικαταστάτη που θα αναλαμβάνουν την ευθύνη της κατάστασης και θα λαμβάνουν σημαντικές αποφάσεις.

β) Σήμανση συναγερμού και αναφορά περιστατικών στο αρμόδιο προσωπικό το συντομότερο δυνατόν.

γ) Επικοινωνία με τις εισόδους/εξόδους.

δ) Ανάθεση αρμοδιοτήτων για το κλείσιμο, εφόσον κρίνεται αναγκαίο,

ε) Ρυθμίσεις για την εκκένωση ή τον ασφαλή περιορισμό των ανθρώπων στον ζωολογικό κήπο, διασφαλίζοντας ότι όσοι βρίσκονται μακριά από κτίρια λαμβάνουν κατάλληλη βοήθεια το συντομότερο δυνατόν.

στ) Ασφαλής διαχείριση του πλήθους σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης και παροχή οδηγιών.

ζ) Στρατηγική για την εκ νέου αιχμαλώτιση ανάλογα με τα είδη των ζώων που φυλάσσονται.

η) Συμφωνίες σύνδεσης με ανώτερα στελέχη ζωολογικών κήπων, κτηνιάτρων κ.λπ. για το σχέδιο εκ νέου αιχμαλώτισης, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης ασυρμάτων, εξοπλισμού, οχημάτων, πυροβόλων όπλων, και προσδιορισμός βασικών υπαλλήλων.

θ) Ενημέρωση του προσωπικού σχετικά με τους ρόλους και τις αρμοδιότητές του κατά τη διάρκεια της επιχείρησης εκ νέου αιχμαλώτισης, συμπεριλαμβανομένης της εκ νέου αιχμαλώτισης ζώων που διέφυγαν πέραν της περιμέτρου του ζωολογικού κήπου.

ι) Ρυθμίσεις για τον εντοπισμό του ζώου που διέφυγε.

ια) Ρυθμίσεις για τη συνεχή παρακολούθηση του ζώου κατά την κατάρτιση σχεδίων εκ νέου αιχμαλώτισης, και μεταφορά του βασικού προσωπικού στην περιοχή μόλις εντοπιστεί το ζώο που διέφυγε.

ιβ) Παροχή και τοποθέτηση του απαραίτητου εξοπλισμού αιχμαλώτισης (π.χ. δίχτυα, πυροβόλα όπλα, βέλη)· οι φακοί είναι πολύτιμοι για περιπτώσεις διαφυγής τη νύκτα και θα πρέπει να βρίσκονται σε καθορισμένη περιοχή.

ιγ) Ειδοποίηση των εξωτερικών υπηρεσιών έκτακτης ανάγκης και της αστυνομίας, εφόσον απαιτείται.

ιδ) Ρυθμίσεις απόσυρσης μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας εκ νέου αιχμαλώτισης, συμπεριλαμβανομένης της ειδοποίησης όλου του αρμόδιου προσωπικού και των εξωτερικών συμμετεχόντων οργανισμών.

ιε) Το προσωπικό των ζωολογικών κήπων θα πρέπει να είναι κατάλληλα εκπαιδευμένο για τα σχέδια έκτακτης ανάγκης και θα πρέπει να γίνονται τακτικά ασκήσεις στα σχέδια αυτά για να είναι αποτελεσματικά. 

12. Παρεμπόδιση της εισαγωγής επιβλαβών ζώων και παρασίτων

Ένα ακόμα σημαντικό πεδίο για το οποίο ρυθμίζει το άρθρο 3 της Οδηγίας 1999/22 είναι η περίπτωση της παρεμπόδισης της εισαγωγής στους ζωολογικούς κήπους επιβλαβών ζώων και παρασίτων.

Σύμφωνα περαιτέρω με τις σχετικές Ορθές Πρακτικές της Οδηγίας,[17] τα συμβαλλόμενα μέρη προλαμβάνουν την εισαγωγή, ελέγχουν ή εξαλείφουν τα ξένα είδη που απειλούν τα οικοσυστήματα, τους οικοτόπους ή τα είδη. Αντιστοίχως, η οδηγία 79/409/ΕΟΚ του Συμβουλίου περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών ορίζει στο άρθρο 11 ότι «τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η τυχόν εισαγωγή ειδών πτηνών που δεν ζουν εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση στο ευρωπαϊκό έδαφος των κρατών μελών να μην προξενεί καμιά βλάβη στην τοπική χλωρίδα και πανίδα». Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 338/97, όπως τροποποιήθηκε, αποδέχεται όλες τις διατάξεις της σύμβασης για το διεθνές εμπόριο των ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας που απειλούνται με εξαφάνιση (CITES) και προβλέπει την προσθήκη στα παραρτήματά του των ειδών εκείνων των οποίων η εισαγωγή στην Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να συνιστά οικολογική απειλή για τα αυτόχθονα είδη. Η εφαρμογή του ελέγχεται με κανονισμούς που επικαιροποιούνται περιοδικά, βάσει των οποίων θεσπίζονται αναστολές για την εισαγωγή ορισμένων ειδών στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Τον Νοέμβριο του 2014 η Ευρωπαϊκή Ένωση εξέδωσε τον κανονισμό 1143/2014 για τα χωροκατακτητικά ξένα είδη, ο οποίος θεσπίζει συντονισμένο σε επίπεδο ΕΕ πλαίσιο δράσης για την πρόληψη, την ελαχιστοποίηση και τον μετριασμό των δυσμενών επιπτώσεων των χωροκατακτητικών ξένων ειδών στη βιοποικιλότητα και στις οικοσυστημικές υπηρεσίες, καθώς και για τον περιορισμό της βλάβης που προκαλούν στην οικονομία και στην υγεία του ανθρώπου.

Ο κανονισμός περιλαμβάνει τρεις διακριτούς τύπους μέτρων, που ακολουθούν μια διεθνώς συμφωνηθείσα ιεραρχημένη προσέγγιση για την καταπολέμηση των χωροκατακτητικών ξένων ειδών: α) Πρόληψη: προβλέπεται σειρά αυστηρών μέτρων για την πρόληψη της εκούσιας ή ακούσιας εισόδου νέων χωροκατακτητικών ξένων ειδών στην ΕΕ. β) Έγκαιρη προειδοποίηση και γρήγορη αντίδραση: Τα κράτη μέλη πρέπει να θέσουν σε εφαρμογή ένα σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης για τον όσο το δυνατόν πιο έγκαιρο εντοπισμό της παρουσίας χωροκατακτητικών ξένων ειδών και τη λήψη άμεσων μέτρων για την αποτροπή της εγκατάστασής τους. γ) Διαχείριση ήδη εγκατεστημένων χωροκατακτητικών ξένων ειδών: ορισμένα χωροκατακτητικά ξένα είδη είναι ήδη εγκατεστημένα στο έδαφος της ΕΕ, απαιτείται συντονισμένη δράση για τη διαχείρισή τους, ώστε να μην εξαπλωθούν περαιτέρω και να ελαχιστοποιηθεί η βλάβη που προκαλούν.

Η εφαρμογή του κανονισμού υποστηρίζεται από επιτροπή η οποία απαρτίζεται από εκπροσώπους όλων των κρατών μελών. Επιπλέον, παρέχονται συμβουλές σχετικά με επιστημονικά ζητήματα που σχετίζονται με την εφαρμογή του κανονισμού από επιστημονικού φόρουμ με εκπροσώπους της επιστημονικής κοινότητας που ορίζονται από τα κράτη μέλη. Παρ’ όλο που δεν είναι όλα τα ξένα είδη χωροκατακτητικά, η εξάλειψη είναι συχνά αδύνατη μόλις εγκατασταθεί ένα ξένο είδος, και η ελαχιστοποίηση και ο έλεγχος είναι δύσκολες και δαπανηρές διαδικασίες. Η παρεμπόδιση της εισαγωγής τους είναι το πρωταρχικό και αποδοτικότερο από πλευράς κόστους μέτρο για την αποτροπή μελλοντικών βλαβών.

13. Αρμόδιες διοικητικές αρχές

Αρμόδιες αρχές για την επιθεώρηση και τον έλεγχο εφαρμογής των διατάξεων του διατάγματος είναι οι Δ/νσεις Δασών των Περιφερειών και οι Δ/νσεις Κτηνιατρικής και Αλιείας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης. Οι αρχές αυτές προβαίνουν από κοινού στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους σε τακτική επιθεώρηση, κατ’ έτος, των ζωολογικών κήπων και σε επιτόπιους έκτακτους ελέγχους αυτεπάγγελτα ή κατόπιν καταγγελίας. Οι εκθέσεις επιθεώρησης και ελέγχου υποβάλλονται από την αρμόδια Δ/νση Δασών στην επιτροπή του άρθρου 6 παρ. 1 και κοινοποιούνται στον κάτοχο της αδείας με απόδειξη παραλαβής και στη Γενική Γραμματεία Δασών του ΥΠΕΝ (άρθρο 9 πδ/τος 98/2004).

14. Κυρώσεις

Σε περίπτωση που ο ζωολογικός κήπος δεν λειτουργεί σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στην άδεια λειτουργίας, οι αρχές που διενεργούν την επιθεώρηση και τον έλεγχο απευθύνουν έγγραφη σύσταση με προθεσμία συμμόρφωσης στον κάτοχο της αδείας λειτουργίας του. Αν κατόπιν ελέγχου διαπιστωθεί ότι εντός της ανωτέρω προθεσμίας, η οποία δε δύναται να υπερβαίνει το ένα έτος, ο κάτοχος της αδείας δεν έχει συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της αρμόδιας αρχής, η άδεια λειτουργίας ανακαλείται για ολόκληρο το ζωολογικό κήπο ή τμήμα αυτού με απόφαση του Γ. Γραμματέα της Περιφέρειας, μετά από σύμφωνη γνώμη της επιτροπής του άρθρου 6 παρ. 1 (άρθρο 10 παρ. 1 πδ/τος 98/2004).

Εφόσον συντρέχει κίνδυνος για την ασφάλεια και προστασία των ζώων ή του κοινού, η αρμόδια αρχή διατάσσει την άμεση προσωρινή παύση λειτουργίας του ζωολογικού κήπου. Στην περίπτωση που ένας ζωολογικός κήπος ή τμήμα του κλείσει ή αφαιρεθεί η άδεια λειτουργίας του, οι αρμόδιες αρχές προβαίνουν σε κατάσχεση των ζώων και εξασφαλίζουν τη μεταχείριση και τη διάθεσή τους σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 57 του ν. 2637/1998 (ΦΕΚ Α’ 200) (άρθρο 10 παρ. 2 πδ/τος 98/2004).

Ορίζεται περαιτέρω ότι κάθε υφιστάμενη εγκατάσταση, η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του προεδρικού διατάγματος 98/2004, υποχρεούται εντός δύο (2) ετών από την έναρξη ισχύος του να υποβάλει αίτηση στη Δ/νση Δασών της οικείας Περιφέρειας για τη χορήγηση αδείας λειτουργίας ζωολογικού κήπου, σε περίπτωση δε που η εγκατάσταση δεν διαθέτει καθόλου άδεια λειτουργίας, με απόφαση του Γ. Γραμματέα της Περιφέρειας κατόπιν σύμφωνης γνώμης της επιτροπής του άρθρου 6 παρ. 1, διατάσσεται η διακοπή της λειτουργίας της (άρθρο 11 πδ/τος 98/2004).

Οι παραβάτες των διατάξεων του διατάγματος και των υπουργικών αποφάσεων, που έχουν εκδοθεί για την εφαρμογή του, τιμωρούνται ως ακολούθως: α) Οι παραβάτες του άρθρου 11 με φυλάκιση από ένα ως δύο έτη. β) Οι ιδιοκτήτες και υπεύθυνοι λειτουργίας των ζωολογικών κήπων που αρνούνται ή παρεμποδίζουν τη διενέργεια ελέγχου από τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα, αρνούνται την παροχή πληροφοριών ή παρέχουν ψευδείς πληροφορίες κατά τον έλεγχο, τιμωρούνται με φυλάκιση από έναν έως έξι μήνες. γ) Στις παραβάσεις των περ. α’ και β’ επιβάλλονται οι διοικητικές κυρώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 288α του νδ/τος 86/1969 (Δασικός Κώδικας, ΦΕΚ Α’ 7), όπως αυτό προστέθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 57 του ν. 2637/1998 (ΦΕΚ Α’ 200) και της παρ. 9 του άρθρου 38 του ν. 1845/1989 (ΦΕΚ Α’ 102), όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 58 του ν. 2637/1998 (ΦΕΚ Α’ 200).

Η ποινική δίωξη ασκείται στις ατομικές επιχειρήσεις κατά των ιδιοκτητών των ζωολογικών κήπων, στους ζωολογικούς κήπους των προσωπικών εταιρειών και των εταιρειών περιορισμένης ευθύνης κατά των διαχειριστών τους, στους ζωολογικούς κήπους ιδιοκτησίας συνεταιρισμών ή ανωνύμων εταιρειών κατά του διευθύνοντος την εταιρεία ή τον συνεταιρισμό, και στους ζωολογικούς κήπους ιδιοκτησίας των ΟΤΑ και του Δημοσίου κατά των κατά νόμον υπευθύνων των ζωολογικών κήπων.

15. Ενώσεις Ζωολογικών Κήπων

Οι ενώσεις ζωολογικών κήπων, όπως η EAZA, και άλλες σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο, μπορούν να παρέχουν πολύτιμη στήριξη για την πρόληψη του κλεισίματος ενός ζωολογικού κήπου και τη διευκόλυνση της μετεγκατάστασης των ζώων μετά το κλείσιμό τους. Η στήριξη αυτή μπορεί να περιλαμβάνει: ανάπτυξη ικανοτήτων των μελών των ζωολογικών κήπων, προώθηση πολιτικών αναπαραγωγής για την αποφυγή πλεοναζόντων ζώων, συνδρομή στις αρμόδιες αρχές και σε άλλους φορείς για την ταυτοποίηση δειγμάτων που μπορούν να συμπεριληφθούν σε διεθνή προγράμματα αναπαραγωγής.

Στο πλαίσιο αυτό, η διαβούλευση με συμβουλευτικές ομάδες για τις ταξινομικές βαθμίδες (TAG) μπορεί να είναι χρήσιμη για την αξιολόγηση της γενετικής συνάφειας των ζώων. Κατά περίπτωση, μπορεί να ακολουθήσει στη συνέχεια η μετεγκατάσταση δειγμάτων που ανήκουν σε ευρωπαϊκά προγράμματα για τα είδη που απειλούνται με εξαφάνιση (EEP), γενεαλογικά βιβλία (STB) και διεθνή γενεαλογικά βιβλία (ISB) υπό την επίβλεψη και καθοδήγηση των αρμοδίων φορέων.

Ο ρόλος των ζωολογικών κήπων μπορεί να επεκταθεί σε δείγματα με χαμηλότερη αξία διατήρησης, δεδομένου ότι ορισμένοι ζωολογικοί κήποι μπορεί, παρ’ όλα αυτά, να είναι πρόθυμοι να τα αναλάβουν. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να υπάρχουν λόγοι καλής διαβίωσης για την υποδοχή ζώων (π.χ. ένα άτομο από ένα κοινωνικό είδος μετεγκαθίσταται για να ενταχθεί σε απομόνωση). Είναι επίσης σημαντικό να δημιουργούνται συνδέσεις μεταξύ ζωολογικών κήπων, ενώσεων ζωολογικών κήπων και κέντρων διάσωσης, προκειμένου να αναζητείται η καλύτερη λύση κατά περίπτωση. Οι μετεγκαταστάσεις πραγματοποιούνται σε ζωολογικούς κήπους που έχουν κατάλληλη άδεια, στους οποίους μπορεί να διασφαλιστεί η καλή διαβίωση.

Αξιοσημείωτος είναι ο νόμος JD3/2001 της Ουγγαρίας για τους ζωολογικούς κήπους, που περιλαμβάνει την υποχρέωση των ζωολογικών κήπων να ενεργούν ως κέντρα διάσωσης για ιθαγενή είδη. Σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 1 του νόμου αυτού: «Οι ζωολογικοί κήποι πρέπει να συμμετέχουν στην επιστημονική έρευνα και στη διατήρηση των ειδών, συμβάλλοντας ειδικότερα στην προστασία των προστατευόμενων ειδών που αναγνωρίζονται σε εθνικό ή διεθνές επίπεδο, καθώς και να λειτουργούν ως κέντρα διάσωσης για ιθαγενή είδη. Οι ζωολογικοί κήποι δεν επιτρέπεται να ασκούν εμπορικές δραστηριότητες».

16. Καταφύγια και Κέντρα Διάσωσης

Σύμφωνα με τις Ορθές Πρακτικές της Οδηγίας 1999/22/ΕΚ,[18] τα κέντρα διάσωσης και τα καταφύγια που τελούν υπό επαγγελματική διαχείριση είναι οντότητες που μπορούν να παράσχουν κατάλληλη λύση για την τοποθέτηση ζώων από το κλείσιμο ζωολογικών κήπων. Ωστόσο, ορισμένα μπορεί να έχουν πολιτικές εισαγωγής και προτεραιότητες που περιορίζουν την αποδοχή των ζώων ανάλογα με τον διαθέσιμο χώρο και τους διαθέσιμους πόρους.

Τα κέντρα διάσωσης γενικά προσφέρουν μόνο βραχυπρόθεσμη τοποθέτηση και αποσκοπούν στην εξεύρεση μόνιμων κατοικιών για τα διασωθέντα ζώα. Συχνά πρόκειται για ζωολογικούς κήπους. Ως καταφύγιο ζώων νοείται η εγκατάσταση για τη διάσωση και την παροχή στέγης και φροντίδας σε ζώα που έχουν κακοποιηθεί, τραυματιστεί, εγκαταλειφθεί ή βρίσκονται σε ανάγκη για άλλους λόγους, όπου η καλή διαβίωση κάθε μεμονωμένου ζώου έχει πρωταρχική σημασία σε όλες τις δράσεις του καταφυγίου. Επιπλέον η εγκατάσταση θα πρέπει να εφαρμόζει πολιτική απαγόρευσης της αναπαραγωγής και να αντικαθιστά τα ζώα μόνο με διάσωση, δήμευση ή δωρεά. Αμφότερα πρέπει να διαθέτουν κατάλληλη άδεια και/ή διαπίστευση. Πολλά κέντρα διάσωσης και καταφύγια στην ΕΕ ειδικεύονται σε συγκεκριμένες ομάδες ταξινομικών βαθμίδων, η δε δημιουργία εθνικών δικτύων κέντρων διάσωσης και καταφυγίων διευκολύνει τη συντονισμένη αντιμετώπιση σε περιπτώσεις ανάγκης.

Αντιπροσωπευτικό παράδειγμα αποτελεί η Ευρωπαϊκή Ένωση Κέντρων Διάσωσης και Καταφυγίων (EARS), ένα δίκτυο που στηρίζει και εκπροσωπεί κέντρα διάσωσης και καταφύγια σε ολόκληρη την Ευρώπη, επιτρέποντάς τους να συνεργάζονται για την επίτευξη αμοιβαίων στόχων όσον αφορά την καλή διαβίωση και τη διατήρηση των ζώων. Η EARS δραστηριοποιείται με σκοπό την προώθηση και την επίτευξη συνεχών βελτιώσεων όσον αφορά την καλή διαβίωση των ζώων, καθώς και την αντιμετώπιση των λόγων ύπαρξης κέντρων διάσωσης και καταφυγίων. Για τη συμμετοχή ως εταίρου στην EARS,[19] οι εγκαταστάσεις πρέπει να υποβάλλονται σε εσωτερική διαδικασία ελέγχου, ώστε να διασφαλίζεται ότι πληρούν τα κριτήρια της EARS για την καλή διαβίωση και διαχείριση των ζώων. Η EARS δραστηριοποιείται με σκοπό τη δημιουργία και τη διαχείριση ενός συστήματος στην Ευρώπη για τη διευκόλυνση της καταλληλότερης τοποθέτησης των ζώων σύμφωνα με τις ατομικές απαιτήσεις καλής διαβίωσης και ειδικές απαιτήσεις όσον αφορά το είδος, και παρέχει επαγγελματικά πρότυπα φροντίδας και διαχείρισης.

Αντίστοιχα, η Παγκόσμια Ομοσπονδία Καταφυγίων Ζώων (GFAS) είναι μια μη κερδοσκοπική οργάνωση που έχει συσταθεί με αποκλειστικό σκοπό την ενίσχυση και υποστήριξη του έργου των καταφυγίων ζώων σε παγκόσμια κλίμακα. Η GFAS προάγει τη συνεργασία μεταξύ καταφυγίων και προωθεί την αριστεία όσον αφορά τη διαχείριση καταφυγίων.

Τα εθνικά κέντρα διάσωσης και τα καταφύγια επιλέγονται συχνά κατά προτίμηση έναντι των ομολόγων τους στο εξωτερικό, καθώς είναι πιθανό να συνεπάγονται λιγότερα ταξίδια και διαταραχές όσον αφορά τη μετεγκατάσταση των ζώων, αλλά τελικά ύψιστη σημασία πρέπει να έχει ο καταλληλότερος χώρος για το ζώο. Χρήσιμο επίσης θα ήταν να υπήρχε ένα οργανωμένο δίκτυο κέντρων διάσωσης και καταφυγίων μεταξύ της ΕΕ και των γειτονικών της χωρών.

____________________________________

Υποσημειώσεις:

[1] «Παρέμβαση Γ. Αμυρά για το περιστατικό διαφυγής και θανάτωσης χιμπατζή στο Αττικό Ζωολογικό Πάρκο», σε: https://ypen.gov.gr/paremvasi-g-amyra-gia-to-peristatiko-diafygis-kai-thanatosis-chibatzi-sto-attiko-zoologiko-parko/

[2] Οδηγία 1999/22/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Μαρτίου 1999, για τη διατήρηση άγριων ζώων στους ζωολογικούς κήπους (ΕΕ L 94/9.4.1999), σ. 0024-0026, σε: https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/ALL/?uri=CELEX:31999L0022. Σχετ.: «EU Zoos Directive», σε: https://www.eaza.net/about-us/areas-of-activity/policyandlegislation/zoos-directive-explainer/

[3] Βλ. «EU Zoos Directive Good Practices Document», in:
https://ec.europa.eu/environment/nature/pdf/EU_Zoos_Directive_Good_Practices.pdf

[4] Βλ. Έγγραφο περί των «Ορθών Πρακτικών» της οδηγίας της ΕΕ για τους ζωολογικούς κήπους, ISBN 978-92-79-49488-8, σε:
https://ec.europa.eu/environment/nature/pdf/EU_Zoos_Directive_Good_Practices.pdf.
Το έγγραφο αυτό εκπονήθηκε για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το 2015. Με σχετική Δήλωση αποποίησης ευθύνης που περιλαμβάνεται στο κείμενό του, διευκρινίζεται ο πληροφοριακός – μη δεσμευτικός χαρακτήρας του και συγκεκριμένα ορίζεται ότι: «Το παρόν έγγραφο δημοσιεύεται αποκλειστικά για ενημερωτικούς σκοπούς. Δεν δημιουργεί καμία υποχρέωση για τα κράτη μέλη ή τους φορείς υλοποίησης έργων. Η οριστική ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο του Δικαστηρίου της ΕΕ».

[5] «However, protecting wild animal species outside their natural habitat is also important for biodiversity conservation», βλ. «EU Zoos Directive Good Practices Document», ό.π.

[6] «Χαριτωμένος ορυκτερόπους γεννήθηκε σε ζωολογικό κήπο στο Σαν Ντιέγκο», σε: https://www.huffingtonpost.gr/entry/charitomeno-aarntvark-yennetheke-se-zooloyiko-kepo-sto-san-ntieyko_gr_62ad8688e4b06594c1d696af

[7] «Γαλλία: Δίδυμα πάντα γεννήθηκαν σε ζωολογικό κήπο», σε:
https://www.in.gr/2021/08/02/go-fun/pet-stories/gallia-didyma-panta-gennithikan-se-zoologiko-kipo/

[8] Βλ. «Έγγραφο περί των «Ορθών Πρακτικών της οδηγίας της ΕΕ για τους ζωολογικούς κήπους», όρος 2.4.1, ό.π.

[9] Βλ. «Έγγραφο περί των «Ορθών Πρακτικών της οδηγίας της ΕΕ για τους ζωολογικούς κήπους», όρος 2.4.2.1, ό.π.

[10] Βλ. «Έγγραφο περί των «Ορθών Πρακτικών της οδηγίας της ΕΕ για τους ζωολογικούς κήπους», όρος 2.4.2.1.3, ό.π.

[11] Βλ. «Έγγραφο περί των «Ορθών Πρακτικών της οδηγίας της ΕΕ για τους ζωολογικούς κήπους», όρος 2.4.2.1.4, ό.π.

[12] Βλ. «Έγγραφο περί των «Ορθών Πρακτικών της οδηγίας της ΕΕ για τους ζωολογικούς κήπους», όρος 2.4.2.1.7, ό.π.

[13] Βλ. «Έγγραφο περί των «Ορθών Πρακτικών της οδηγίας της ΕΕ για τους ζωολογικούς κήπους», όρος 2.5.1, ό.π.

[14] Βλ. «Έγγραφο περί των «Ορθών Πρακτικών της οδηγίας της ΕΕ για τους ζωολογικούς κήπους», όρος 2.5.1, ό.π.

[15] Το DAISIE (Inventory of alien invasive species in Europe) είναι έργο χρηματοδοτούμενο από το έκτο πρόγραμμα – πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και παρέχει την «υπηρεσία μίας στάσης» για πληροφορίες σχετικά με τις βιολογικές εισβολές στην Ευρώπη. Με απ’ ευθείας πρόσβαση σε εθνικές βάσεις γνώσεων σε ολόκληρη την Ευρώπη, είναι εύκολο να συγκεντρωθούν δεδομένα σχετικά με τα είδη που είναι χωροκατακτητικά ή δυνητικά χωροκατακτητικά σε συγκεκριμένους οικοτόπους. Ταξινομήθηκαν δεδομένα για σπονδυλωτούς, ασπόνδυλους, θαλάσσιους και υδρόβιους οργανισμούς εσωτερικών υδάτων, καθώς και για φυτά από έως και 97 χώρες/περιφέρειες (συμπεριλαμβανομένων των νησιών) στην ευρύτερη περιοχή της Ευρώπης. Πάνω από 248 σύνολα δεδομένων συγκεντρώθηκαν και επαληθεύτηκαν από εμπειρογνώμονες, τα οποία αντιπροσωπεύουν τη μεγαλύτερη βάση δεδομένων για τα χωροκατακτητικά είδη στον κόσμο. Πρόσβαση στην εν λόγω πηγή παρέχεται μέσω τριών βασικών λειτουργιών αναζήτησης: – αναζήτηση πληροφοριών για ένα από τα 12.122 ξένα είδη που απαντούν στην Ευρώπη· – αναζήτηση για έναν από τους 839 εμπειρογνώμονες σχετικά με τις βιολογικές εισβολές στην Ευρώπη· – αναζήτηση περιοχών για τη διερεύνηση των απειλών ξένων ειδών σε ολόκληρη την Ευρώπη, για 81 χώρες/περιφέρειες (συμπεριλαμβανομένων των νησιών) και 57 παράκτιες και θαλάσσιες περιοχές (σχετ. βλ. https://www.gbif.org/dataset/39f36f10-559b-427f-8c86-2d28afff68ca).

[16] «Φλόριντα: Σκότωσαν τίγρη ζωολογικού κήπου για να σώσουν 20χρονο από το στόμα του θηρίου», σε: https://www.cretapost.gr/673221/florinta-skotosan-tigri-zoologikou-kipou-gia-na-sosoun-20chrono-apo-to-stoma-tou-thiriou/

[17] Βλ. «Έγγραφο περί των «Ορθών Πρακτικών της οδηγίας της ΕΕ για τους ζωολογικούς κήπους», όρος 2.5.1, ό.π.

[18] Βλ. «Έγγραφο περί των «Ορθών Πρακτικών της οδηγίας της ΕΕ για τους ζωολογικούς κήπους», όρος 3.3.4.2, ό.π.

[19] Σχετ. βλ. http://www.ears.org/EARS

Δημοσιεύτηκε στο dasarxeio.com | 01.07.2022



ΚατηγορίεςΆγρια Ζωή, Νομοθεσία

Tags: , , , , , ,

1 reply

  1. Για κατάργηση ακόμα δεν απόχτησαν την ικανότητα να σκεφτούν.

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: