ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΔΟΜΙΚΗΣ ΞΥΛΕΙΑΣ ΠΟΥ ΠΡΟΕΡΧΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΑXΥΑΥΞΕΙΣ ΦΥΤΕΙΕΣ

Ιωάννης Κακαράς, Γιώργος Μαντάνης & Σωτήρης Καραστεργίου
Τμήμα Δασολογίας, Επιστημών Ξύλου & Σχεδιασμού, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

Σύμφωνα με τα δεδομένα της επιστήμης και τεχνολογίας του ξύλου, δομική ξυλεία ταχυαυξών κωνοφόρων και πλατυφύλλων ειδών, η οποία περιέχει μεγάλο ποσοστό  ξύλου που παράχθηκε τα πρώτα 8 έως 20 χρόνια ζωής του δένδρου, είναι ξυλεία χαμηλότερης ποιότητας. Αυτό συμβαίνει διότι τα κύτταρα του ξύλου που παράγονται στην πρώτη αυτή περίοδο ανάπτυξης όλων γενικά των  δέντρων, είναι άτυπα και ανώριμα, με αποτέλεσμα η ξυλεία να έχει μειωμένη μηχανική αντοχή. Ο διαχωρισμός του ανώριμου από το ώριμο ξύλο (ονομάζεται «ξύλο τυπικής δομής») κατά την πρίση των κορμών δεν είναι εύκολος. Μπορεί να γίνει με ειδικά σχέδια πρίσης (εικ. 1, 2 και 3), αλλά με μεγάλη φθορά και υψηλό κόστος κατεργασίας. Μακροχρόνιες έρευνες που παρουσιάζονται περιληπτικά στη συνέχεια επιβεβαιώνουν τα παραπάνω (βλ. Βουλγαρίδης Η., «Ποιότητα και Χρήσεις του Ξύλου»).

Σύμφωνα με έρευνες, το μέτρο θραύσης (ΜΘ) και το μέτρο ελαστικότητας (ΜΕ) ανώριμου ξύλου ψευδοτσούγκας (Oregon pine), δηλ. ξύλου που λαμβάνεται σε μικρή απόσταση από την εντεριώνη και σε μικρή ηλικία του δένδρου, έχουν χαμηλότερες τιμές, σε σχέση με το ώριμο ξύλο, σε μεγαλύτερη απόσταση από την εντεριώνη και μεγαλύτερης ηλικίας (Kennedy 1995). Πιο συγκεκριμένα, το ΜΘ σε στατική κάμψη ξύλου ψευδοτσούγκας στα 45 χρόνια, βρέθηκε να είναι 88 Ν/mm2. Στα 25 χρόνια, είχε τιμή ΜΘ 82 Ν/mm2 (δηλ. μειωμένο κατά 7%) στα 16 χρόνια η αντίστοιχη μείωση είναι 15%, και στα 10 χρόνια, η μείωση ανέρχεται σε περισσότερο από 20%.

Έρευνες σε ξυλεία ερυθρελάτης και δασικής πεύκης (‘’σουηδικό πεύκο’’) έδειξαν ότι η συχνότητα και ο βαθμός στρεβλότητας των πριστών ήταν μεγαλύτερη όταν αυτά προέρχονταν από ανώριμο ξύλο (Perstoper κ.α. 1995, Sauter 1997).

Σε δασική πεύκη παρατηρήθηκαν περισσότεροι ρόζοι σε ξύλο με μεγαλύτερο ποσοστό ανώριμου ξύλου, το οποίο παράγεται σε μεγαλύτερα ύψη του δένδρου, γεγονός που οδηγεί σε παραγωγή πριστής ξυλείας κατώτερης ποιότητας (Sauter 1997).

Η ποιότητα της πριστής ξυλείας προερχόμενης από δασικές φυτείες δασικής πεύκης με υψηλή ετήσια αύξηση, ήταν γενικά χαμηλότερη από αντίστοιχες φυτείες με μικρότερη ετήσια αύξηση (Sauter 1997).

Πριστή ξυλεία που προέρχονταν από ανώριμο ξύλο ερυθρελάτης και δασικής πεύκης παρουσίασε μεγαλύτερη αναλογία ραγάδων σε σύγκριση με ώριμο ξύλο και μάλιστα η αναλογία αυτή ήταν μεγαλύτερη όσο η θέση του πριστού τεμαχίου ήταν πιο κοντά στο κέντρο του κορμού, στην εντεριώνη (Sandberg 1996).

Στην πλατύφυλλη δρυ, το ανώριμο ξύλο σχηματίζεται τους πρώτους 18 με 20 αυξητικούς δακτυλίους (Βουλγαρίδης 2015), και στην ψευδοακακία αντίστοιχα τους πρώτους 8 με 11 αυξητικούς δακτυλίους (Adamopoulos & Voulgaridis 2002).

Από τις παραπάνω πηγές, συνάγεται ότι πριστά με λίγους αυξητικούς δακτυλίους μεγάλου φάρδους, έχουν μικρή πυκνότητα και συνεπώς, μικρότερη μηχανική αντοχή. Αυτό παρατηρείται και σε εισαγόμενη πριστή ξυλεία και σε πελεκητή ξυλεία (μη πιστοποιημένη για δομική χρήση) προερχόμενη από τεχνητές φυτείες ταχυαυξών ειδών ερυθρελάτης, έλατου και πεύκου. Τέτοια ξυλεία έχει πάχος μέχρι  10-15 cm με μικρό αριθμό αυξητικών δακτυλίων, σχεδόν πάντα μικρότερο των είκοσι. Αντίστοιχα, πριστή ξυλεία και πελεκητή ξυλεία του ίδιου πάχους πάχους από φυσικά δάση εγχώριας μαύρης πεύκης, ελάτης και κυπαρισσιού καλής ποιότητας, έχουν περισσότερους (μέχρι 30 έως 40) και στενότερους αυξητικούς δακτυλίους, με άμεση συνέπεια να έχουν μεγαλύτερη πυκνότητα, γι’ αυτό και χαρακτηρίζονται από μεγαλύτερη μηχανική αντοχή, δηλαδή, είναι καλύτερης ποιότητας.

Η ξυλεία πρεμνοφυών δασών πλατυφύλλων, όπως αυτή από ελληνική δρυς και καστανιά, που υλοτομούνται αποψιλωτικά κάθε 25 με 30 χρόνια, έχει υψηλό ποσοστό ανώριμου ξύλου και συνεπώς, η μηχανική αντοχή της ξυλείας αυτής είναι χαμηλότερη, σε σύγκριση με την αντίστοιχη, προερχόμενη από σπερμοφυή δάση.

Ανάλογη είναι η αρνητική επίδραση της χρήσης ανώριμου ξύλου για την παραγωγή μοριοπλακών και ινοπλακών (Pugel κ.α. 1990) στις μηχανικές ιδιότητες και στη ρίκνωση – διόγκωση των πλακών αυτών.

Τα δεδομένα αυτά ενισχύουν την άποψη ότι πρέπει να αναθεωρήσουμε την επικρατούσα γνώμη για την ποιότητα της εγχώριας δομικής πριστής ξυλείας και επιπλέον να απαιτούμε ως καταναλωτές, αλλά και ως μηχανικοί, εργολάβοι και τεχνίτες, την ποιοτική ταξινόμηση και την πιστοποίηση της οποιασδήποτε προέλευσης δομικής ξυλείας. Για έναν επιπλέον λόγο επίσης, διότι το επιβάλλει η κείμενη νομοθεσία στη χώρα μας και στην E.E.

Η ποιότητα και οι ιδιότητες του ανώριμου ξύλου είναι δεδομένο ότι θα συνεχίσουν να αποτελούν αντικείμενο έρευνας και στο μέλλον, γιατί η σύγχρονη τάση παγκοσμίως είναι η παραγωγή δομικής ξυλείας από δένδρα μικρότερης διαμέτρου από τεχνητές φυτείες. Την τάση αυτή ενισχύουν οι νόμοι της παγκόσμιας αγοράς για αύξηση του κέρδους, και η ανάγκη για κάλυψη της ολοένα και αυξανόμενης ζήτησης για ξύλο. Την τάση αυτή την ανακόπτουν, όμως, οι ειδικοί επιστήμονες και οι ευαισθητοποιημένοι πολίτες, που επιμένουν στην εφαρμογή των αρχών της αειφορικής διαχείρισης των δασών του πλανήτη, γιατί διαπιστώνουν την αρνητική επίδραση που έχει μακροπρόθεσμα η μη εφαρμογή της, τόσο στη βιοποικιλότητα και την ποιότητα των δασικών οικοσυστημάτων, όσο και στην ποιότητα των δασικών προϊόντων (ξυλεία, κ.α.).

Εικ.1   Δυνατότητες εφαρμογής τρόπων πρίσης σε εγκάρσια τομή. Το χρωματιστό εγκάρδιο στο κεντρικό τμήμα, το λευκό σομφό που περιβάλλει το εγκάρδιο και ο φλοιός του δένδρου εξωτερικά (Βουλγαρίδης, 2015).

Εικ. 2. Προϊόντα ξύλου από ταχυαυξή δένδρα τα οποία παράγουν πριστά με φαρδείς αυξητικούς δακτυλίους, χαμηλότερη πυκνότητα και μικρότερη μηχανική αντοχή.

Εικ. 3. Προϊόντα ξύλου από βραδυαυξή είδη τα οποία παράγουν πριστά με στενούς αυξητικούς δακτυλίους, υψηλότερη πυκνότητα και μεγαλύτερη μηχανική αντοχή.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Adamopoulos S. & Voulgaridis E. (2002). Within – tree variation in growth rate and cell dimensions in the wood of black locust (Robinia pseudoakakia L.). IAWA Journal 23 (2): 191-199.

Βουλγαρίδης Η. 2015. Ποιότητα και χρήσεις του ξύλου. Ε.Μ.Π. www.kalypos.gr

Κακαράς Ι. 2012. Τεχνολογία ξύλινων δομικών κατασκευών. Εκδόσεις ΙΩΝ.

Kennedy R.W. (1995). Coniferous wood quality in the future: Concerns and strategies. Wood Sci. Techn. 29: 321-338.

Perstoper M. et al. (1995a, και 1995b): Quality of timber products from Norway spruce. Part 1: Optimization, key variables and experimental study. Wood Sci. Technology 29: 157-170. Και Part 2: Influence of spatial position and growth characteristics on warp. Wood Sci. Technology 29: 339-352.

Pugel A., Price E.W. & Hse C.Y. (1990). Composites from southern pine juvenile wood. Part 2. Durability and dimensional stability. Forest Products Journal 40(3): 57-61.

Sauter U.H. (1997). Potential of small dimensioned, low quality round wood of Scots pine for the production of variable timber. In: ‘’Role of Wood Production in Ecosystem Management’’, Proceedings of Sustainable Forestry Working Group at the IUFRO All Division 5 Conference, Pullman, WA, USA, July 1997, pp. 59-66.

 

 

 

 



Categories: Δασικά Προϊόντα, Δασική Έρευνα

Tags: , , , , , ,